← Κύπρος

Abbass Ajami ν. Alan Goodman, Αρ. Αγωγής: 442/05, 7.4.09

Abbass Ajami ν. Alan Goodman, Αρ. Αγωγής: 442/05, 7.4.09 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:A18 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 442/05 Μεταξύ: Abbass Ajami, από την Πάφο Ενάγων και Alan Goodman Εναγόμενος ........................... Ημερομηνία: 7.4.09 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Κ. Καλαβάς Για τον Εναγόμενο: κ. Ν. Παπακλεοβούλου ---------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης του Εναγόμενου ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα υπέβαλε προφορικό αίτημα προς το Δικαστήριο με το οποίο ζητούσε την άδεια του Δικαστηρίου ώστε να επιτραπεί στην πλευρά του Ενάγοντα η προσκόμιση απαντητικής μαρτυρίας (evidence in reply). Με την αγωγή αξιώνεται η επιδίκαση συγκεκριμένου ποσού προς όφελος του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου ως επαγγελματική αμοιβή για εκτελεσθείσα εργασία η οποία ανατέθηκε στον Ενάγοντα από τον Εναγόμενο και η οποία περιλαμβάνει εκπόνηση προμελέτης και/ή αρχιτεκτονικών προσχεδίων και/ή ετοιμασία ολοκληρωμένων αρχιτεκτονικών σχεδίων και/ή εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας για την ανέγερση οικοδομής στο χωριό Τρεμιθούσα της επαρχίας Πάφου. Με την Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος αρνείται, ότι σύνηψε οποιαδήποτε συμφωνία με τον Ενάγοντα. Ειδικότερα, ισχυρίζεται, ότι στις αρχές του 2004 ο αδελφός του Ενάγοντα, ο οποίος ασχολείται με αναπτύξεις γης, έδειξε στον Εναγόμενο, ανάμεσα σε άλλες περιουσίες, και γη στο χωριό Τρεμιθούσα, την οποία θα διαχώριζε σε οικόπεδα. Έγινε, μάλιστα, δωρεάν και χωρίς χρέωση εισήγηση και/ή προσφορά και/ή επιλογή σχεδίων στον Εναγόμενο για αγορά έπαυλης, η οποία θα ανεγειρόταν επί της γης εκείνης. Ο Εναγόμενος επιφυλαχθείς να απορρίψει την οποιαδήποτε πρόταση και/ή χωρίς δέσμευση οριστικής κατάληξης ένα περίπου μήνα αργότερα συνάντησε τον Ενάγοντα και τον αδελφό του σε συγκεκριμένο μέρος όπου και δόθηκε στον Εναγόμενο φάκελος με σκαριφήματα. Η συνάντηση, όμως, αυτή δεν κατέληξε σε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων. Με την Απάντησή του ο Ενάγοντας ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι σε αντίθεση με ό,τι επί του προκειμένου αναφέρεται στην Υπεράσπιση ο Εναγόμενος διαπραγματευόταν την αγορά της γης και την ανέγερση κατοικίας εντός αυτής, ότι κατέληξε στην αγορά συγκεκριμένου τεμαχίου γης στο χωριό Τρεμιθούσα εντός του οποίου θα ανήγειρε έπαυλη και ότι μετά από νομική συμβουλή που έλαβε ανέλαβε την υπογραφή του τελικού εγγράφου για την αγορά της γης και την ανέγερση της κατοικίας εντός αυτής μέχρι την εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας από τις αρμόδιες αρχές. Ο Ενάγοντας στην διά ζώσης μαρτυρία του ανέφερε, ότι πραγματοποιήθηκε συνάντηση στο γραφείο του δικηγόρου του Εναγόμενου στην οποία ήταν παρόντες, ανάμεσα σε άλλους, ο ίδιος, ο αδελφός του και ο Εναγόμενος. Στην εν λόγω συνάντηση συζητήθηκε το θέμα της ανέγερσης της κατοικίας και της υπογραφής συμβολαίου για αγοραπωλησία γης εντός της οποίας η εν λόγω κατοικία θα ανεγειρόταν. Ο δικηγόρος του Εναγόμενου κατά την εν λόγω συνάντηση συμβούλευσε τον Εναγόμενο να μην προχωρήσει σε υπογραφή οποιασδήποτε συμφωνίας μέχρις ότου εξασφαλισθεί πολεοδομική άδεια. Ένεκα τούτου δεν υπογράφηκε οποιαδήποτε συμφωνία για αγορά γης. Κατά την αντεξέταση του ο Εναγόμενος αρνήθηκε την υπό του Ενάγοντα ισχυριζόμενη συνάντηση. Συγκεκριμένα, αυτός αρνήθηκε, ότι πραγματοποιήθηκε συνάντηση στο γραφείο του δικηγόρου του και στην παρουσία του εργολάβου με σκοπό την υπογραφή συμβολαίων παρουσία μαρτύρων. Αρνήθηκε, επίσης, ότι ο δικηγόρος του κατά την εν λόγω συνάντηση τον συμβούλευσε να μην υπογράψει οποιαδήποτε συμφωνία με τον εργολάβο πριν εξασφαλισθεί πολεοδομική άδεια. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα επικαλέσθηκε την πιο πάνω μαρτυρία προς υποστήριξη του αιτήματός του. Είναι η θέση του, ότι αφ' ης στιγμής η πλευρά του Εναγόμενου δεν αμφισβήτησε κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα τα όσα πιο πάνω λέχθηκαν από τον τελευταίο στην διά ζώσης μαρτυρία του, η πλευρά του Ενάγοντα αποκόμισε την εντύπωση, ότι η υπό συζήτηση συνάντηση ήταν «παραδεκτή» από την πλευρά του Εναγόμενου. Γι' αυτό κρίθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Ενάγοντα σκόπιμο όπως μη προσκομισθεί μαρτυρία που να επιβεβαιώνει την μαρτυρία του Ενάγοντα προς εξοικονόμηση χρόνου του Δικαστηρίου. Αφ' ης στιγμής, όμως, ο Εναγόμενος κατά την αντεξέτασή του αρνήθηκε, ότι έλαβε χώρα μια τέτοια συνάντηση και όλα όσα εκτυλίχθηκαν κατά την διάρκειά της, είναι αναγκαίο όπως η πλευρά του Ενάγοντα προσκομίσει μαρτυρία, που να αντικρούει τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου για σκοπούς δίκαιης εκδίκασης της υπόθεσης. Η μαρτυρία που επιδιώκεται να εισαχθεί συνιστά, σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο του Ενάγοντα, απαντητική μαρτυρία, το δε αίτημα βρίσκει έρεισμα στην Διάταξη 33, θεσμός 7(
  2. ii)(β) των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου ενέστη στο αίτημα. Συνεπεία τούτου οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζοντας ο καθένας τις δικές του θέσεις. Ο θεσμός 7(
  3. ii)(β) της Διάταξης 33 προνοεί ως ακολούθως : «Ο πρώτος διάδικος δεν δύναται να προσκομίσει απαντητική μαρτυρία εκτός κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου. Αν επιθυμεί να προσκομίσει μια τέτοια μαρτυρία πρέπει να ζητήσει άδεια αμέσως μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του δεύτερου διάδικου. Αν δοθεί μια τέτοια άδεια η αγόρευση του δεύτερου διάδικου θα παραταθεί μέχρις ότου η απαντητική μαρτυρία ακουσθεί». Σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Andreas Tsiartas and Others v. Avgerinos Taliotis

(1989)1 CLR 216 καθοδήγηση αναφορικά με το πότε μπορεί να δοθεί άδεια του Δικαστηρίου για προσκόμιση απαντητικής μαρτυρίας μπορεί να αντληθεί από τις πρόνοιες των Αγγλικών θεσμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου (English Rules of the Supreme Court) και συγκεκριμένα τις σημειώσεις που υπάρχουν στην Ετήσια Πρακτική του 1960 (Annual Practice) για την Διάταξη 37, θεσμός 1 των πιο πάνω θεσμών οι οποίοι αναφέρονται στο θέμα της απαντητικής μαρτυρίας. Στην σελίδα 864 του πιο πάνω συγγράμματος αναφέρονται οι περιπτώσεις κατά τις οποίες το Δικαστήριο έχει κατά την διάρκεια της δίκης διακριτική ευχέρεια να επιτρέψει σε ενάγοντα να προσκομίσει απαντητική μαρτυρία. Οι περιπτώσεις αυτές είναι οι ακόλουθες: Προς απάντηση μαρτυρίας που προσκομίσθηκε από την πλευρά του εναγόμενου προς υποστήριξη ζητήματος η απόδειξη του οποίου τον βαρύνει. Σε αυτή την περίπτωση ο ενάγοντας δεν θα απωλέσει το δικαίωμα όπως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκηθεί προς όφελός του αν δεν έδωσε μαρτυρία εξ αρχής με σκοπό να αντικρούσει υπεράσπιση του εναγόμενου ακόμα και αν η φύση της υπεράσπισης αυτής έχει αποκαλυφθεί από την αντεξέταση των μαρτύρων του ενάγοντα Όταν ο ενάγοντας έχει καταληφθεί εξ απροόπτου (taken by surprise) ή η μαρτυρία είναι αντικρουστική (contradictory). Στο σύγγραμμα Phibson on Evidence, 13η έκδοση, σελίδες 824 - 825, παράγραφοι 33-92 αναφέρονται κάτω από τον τίτλο «Evidence in rebuttal» συνοπτικά οι σχετικές αρχές, οι οποίες υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Andreas Tsiartas and Others v. Avgerinos Taliotis
(1989)1 CLR 216, που πιο πάνω αναφέρεται: «Evidence in reply, whether oral or by affidavit, must as a general rule, be strictly confined to rebutting the defendant´s case, and must not merely confirm that of the plaintiff. .................................................................................................................. With the judge´s leave, rebutting evidence may be called by the plaintiff in answer to evidence of the defendant in support of an issue, the proof of which lay upon him. The discretion may still be exercised in the plaintiff´s favour where the nature of the defence became apparent during cross - examination of his own witnesses. The judge, however, has a discretion to admit further evidence either for his own satisfaction or where the interests of justice require it, and confirmatory evidence in rebuttal will generally be allowed when the party tendering it has been misled or taken by surprise» Σε μετάφραση: «Απαντητική μαρτυρία, είτε αυτή είναι προφορική ή με ένορκη δήλωση, πρέπει κατά γενικό κανόνα να περιορίζεται αυστηρά στο να αντικρούει την υπόθεση του Εναγόμενου και δεν πρέπει απλώς να επιβεβαιώνει την υπόθεση του Ενάγοντα. .................................. Με την άδεια του Δικαστηρίου μπορεί να δοθεί αντικρουστική μαρτυρία από τον Ενάγοντα σε απάντηση της μαρτυρίας του Εναγομένου προς υποστήριξη επίδικου θέματος η απόδειξη του οποίου εβάρυνε τον ίδιο. Η διακριτική ευχέρεια μπορεί ακόμη να ασκηθεί υπέρ του Ενάγοντα όπου η φύση της υπεράσπισης έχει αποκαλυφθεί κατά την αντεξέταση των δικών του μαρτύρων. Ο Δικαστής έχει διακριτική ευχέρεια να δεχθεί περαιτέρω μαρτυρία είτε για την δική του ικανοποίηση ή όπου αυτό απαιτείται από το συμφέρον της δικαιοσύνης και επιβεβαιωτική αντικρουστική μαρτυρία γενικώς θα γίνεται επιτρεπτή όπου ο διάδικος που την προσφέρει έχει παραπλανηθεί ή έχει καταληφθεί εξ απροόπτου». Στην υπόθεση Standard Fruit Company (Bermuda) Ltd κ.α. v. Gold Seal Shipping Company Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 886 αποφασίσθηκε ότι: «διάδικος για τον οποίο δεν υπάρχει μαρτυρία ότι κατελήφθη εξ απροόπτου ή ότι παραπλανήθηκε δεν δικαιούται να προσκομίσει αντικρουστική μαρτυρία». Στην υπόθεση Γεωργία Ματθαίου ν. Ροζάνας Μιχαήλ Νικολάου κ.α.
(1999)1 (Γ) ΑΑΔ 2080 αναφέρθηκε με σαφήνεια ότι: «άδεια για αντικρουστική μαρτυρία από κάποιο Ενάγοντα μπορεί να δοθεί από το Δικαστήριο σε απάντηση της μαρτυρίας του Εναγομένου προς υποστήριξη επίδικου θέματος η απόδειξη του οποίου βάρυνε τον ίδιο». Στο σύγγραμμα Απόδειξη του Κακογιάννη, σελ. 214, παράγραφο 10.01 αναφέρεται ότι: «αντικρουστική ή απαντητική μαρτυρία . κατά κανόνα περιορίζεται αυστηρά στα πλαίσια της αντίκρουσης της υπόθεσης του Εναγομένου ή του Κατηγορούμενου και δεν επεκτείνεται στην επιβεβαίωση της υπόθεσης του Ενάγοντα ή της κατηγορίας. (Gilbert v. Comedy Co 16. Ch. D. 594).» Στο σύγγραμμα Odger's Principles of Pleading and Practice, 22η έκδοση αναφέρονται τα ακόλουθα στην σελίδα 298: «In some cases, at the close of the defendant´s case, the plaintiff may be allowed to call further evidence to answer an affirmative case raised by the defendant. Thus, if the defendant has pleaded an excuse or justification for his conduct, the plaintiff may, if he chooses, deal with this defence and call evidence to rebut the justification in the first instance; or he may, at the judge´s discretion, be allowed to confine his original case to proving what the defendant did, and, when a prima facie defence has been established, to deal with it in his reply. But the plaintiff cannot, in the absence of special circumstances, call some evidence to rebut the justification in the first instance and more afterwards in reply, thus dividing his proof». Σε μετάφραση: «Σε ορισμένες περιπτώσεις κατά το κλείσιμο της υπόθεσης του εναγόμενου δύναται να επιτραπεί στον ενάγοντα να προσκομίσει περαιτέρω μαρτυρία για να απαντήσει σε ζήτημα που ηγέρθη από τον εναγόμενο. Έτσι, αν είναι δικογραφημένη από τον εναγόμενο μια δικαιολογία για την συμπεριφορά του, ο ενάγοντας μπορεί, αν επιλέξει, να ασχοληθεί με αυτή την υπεράσπιση και να καλέσει μαρτυρία για να αντικρούσει την δικαιολογία αυτή εξ αρχής. Μπορεί όμως κατά την διακριτική ευχέρεια του Δικαστή να επιτραπεί σε αυτόν να περιορίσει την αρχική του υπόθεση στο να αποδείξει τι έπραξε ο εναγόμενος και αν αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, τότε, να καταπιαστεί με αυτή απαντώντας. Όμως, ο ενάγοντας δεν μπορεί στην απουσία ειδικών περιστάσεων να καλέσει μαρτυρία για να αντικρούσει την δικαιολογία εξ αρχής και αργότερα να προσκομίσει περαιτέρω μαρτυρία εις απάντηση, διαμοιράζοντας, έτσι, την απόδειξη». Στην Αγγλική υπόθεση Penn v. Jack L.R. 2 Eq. 314 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον Sir W. Page Wood, V.C., στην σελίδα 317: «I think the Plaintiff is entitled to adduce evidence in reply for the purpose of rebutting the case set up by the Defendants; and for this reason, that it is quite impossible for him to know what is the nature of the evidence which will be produced . The practice at common law is stated in Taylor on Evidence; and it appears that where, as here, several issues are joined, the Plaintiff may content himself with adducing evidence in support of those issues which he is bound to prove, reserving the right of rebutting his adversary´s proofs in the event of the Defendant establishing a prima facie case with respect to the issues which lie upon him. In support of this proposition, Shaw v. Beck is cited, where Parke, B., used the following expressions: 'But Abbott, C.J., laid down what appears to me to be a more reasonable rule, by holding that the Defendant was bound to prove his plea, and that the Plaintiff might answer it by additional evidence'. Other instances are also mentioned, all shewing the wide discretion given to the Judge in allowing evidence to be given by the Plaintiff in reply». Σε μετάφραση: «Είμαι της άποψης, ότι ο Ενάγοντας δικαιούται να προσκομίσει απαντητική μαρτυρία με σκοπό να αντικρούσει την υπόθεση του εναγόμενου και για τον λόγο αυτό ότι είναι αδύνατο αυτός να γνωρίζει ποια θα είναι η φύση της μαρτυρίας που θα προσκομισθεί . Η πρακτική σύμφωνα με το κοινοδίκαιο παρατίθεται στον Taylor on Evidence και φαίνεται, ότι όπου, όπως και εδώ, διάφορα ζητήματα συνενώνονται ο ενάγοντας δύναται να αρκεσθεί στο να προσκομίσει μαρτυρία προς υποστήριξη εκείνων των ζητημάτων που οφείλει να αποδείξει επιφυλάσσοντας το δικαίωμα να αντικρούσει την μαρτυρία του αντιδίκου του σε περίπτωση που ο εναγόμενος αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση αναφορικά με τα ζητήματα η απόδειξη των οποίων τον βαρύνει. Προς υποστήριξη αυτής της αρχής επικαλούμαι την υπόθεση Shaw v. Beck, όπου ο Parke B. χρησιμοποίησε την ακόλουθη φράση: "Όμως ο Abbott, C.J. παράθεσε αυτό που φαίνεται να είναι ένας πιο λογικός κανόνας υποστηρίζοντας, ότι ο εναγόμενος είχε καθήκον να αποδείξει την υπόθεσή του και ότι ο ενάγοντας θα μπορούσε να απαντήσει με πρόσθετη μαρτυρία". Αναφέρονται και άλλα παραδείγματα που δείχνουν την ευρεία ευχέρεια που έχει ο δικαστής να επιτρέψει την προσκόμιση απαντητικής μαρτυρίας από τον ενάγοντα». Στην Αγγλική υπόθεση Shaw v. Beck and Another 8 Exch. 392 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον Δικαστή Pollock C.B.: «I quite agree with the decision in Wright v. Wilcox. There, a prima facie case having been established by the plaintiff, the defendant introduced an entirely new element into it; and, although the effect of the evidence in reply, to a certain extent, strengthened the case originally made, yet it rebutted the new matter adduced by the defendant; and it was clearly in the discretion of the Judge to admit it, and he did so. But there are cases in which, I think, the plaintiff is entitled, almost as a matter or right, to give evidence in reply. Where there are several issues, some of which are upon the plaintiff and some upon the defendant, the plaintiff may begin by proving those only which are upon him, leaving it to the defendant to give evidence in support of those issues upon which he intends to rely; and the plaintiff may then rebut the facts which the defendant has adduced in support of his defence . the plaintiff may prove a prima facie case; the defendant may then set up an entirely new case; the plaintiff may then in reply set-up another case, and so on .». Σε μετάφραση: «Συμφωνώ πλήρως με την απόφαση στην Wright v. Wilcox. Εκεί ο ενάγοντας απέδειξε μια εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ο εναγόμενος εισήγαγε ένα εντελώς νέο στοιχείο σε αυτή. Παρόλο που το αποτέλεσμα της απαντητικής μαρτυρίας σε κάποιο βαθμό ενδυνάμωσε την υπόθεση όπως αυτή αρχικά διαμορφώθηκε, εντούτοις, αντίκρουσε το νέο στοιχείο που προσκομίσθηκε από τον εναγόμενο. Και επαφίετο καθαρά στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να την αποδεχθεί και την αποδέχθηκε. Όμως, υπάρχουν και υποθέσεις στις οποίες, νομίζω, ο ενάγοντας δικαιούται σχεδόν ως εκ δικαιώματος να δώσει απαντητική μαρτυρία. Όπου υπάρχουν διάφορα επίδικα θέματα, για κάποια εκ των οποίων το βάρος είναι στον ενάγοντα και για κάποια εκ των οποίων το βάρος είναι στον εναγόμενο ο ενάγοντας δύναται να αρχίσει αποδεικνύοντας εκείνα των οποίων το βάρος είναι πάνω του αφήνοντας, έτσι, τον εναγόμενο να δώσει μαρτυρία προς υποστήριξη εκείνων των ζητημάτων επί των οποίων προτίθεται να στηριχθεί. Ο ενάγοντας δύναται, τότε, να αντικρούσει τα γεγονότα που ο εναγόμενος απέδειξε προς απόδειξη της υπεράσπισής του . ο ενάγοντας μπορεί να έχει αποδείξει μια εκ πρώτη όψεως υπόθεση. Ο εναγόμενος μπορεί, ακολούθως, να αποδείξει ένα εντελώς νέο στοιχείο υπεράσπισης. Ο ενάγοντας δύναται, τότε, εις απάντηση να καταδείξει μια νέα υπόθεση και ούτω καθεξής .». Όπως προκύπτει από την νομολογία, που πιο πάνω παρατέθηκε, και τις αρχές που έχουν καθιερωθεί απαντητική μαρτυρία είναι δυνατόν να προσαχθεί μόνο σε απάντηση μαρτυρίας που έχει προσαχθεί από τον εναγόμενο και η οποία δόθηκε προς υποστήριξη επίδικου θέματος η απόδειξη του οποίου βαρύνει τον εναγόμενο. Στην παρούσα υπόθεση είναι πράγματι γεγονός, ότι ο ισχυρισμός του Ενάγοντα αναφορικά με την πραγματοποίηση συνάντησης στο γραφείο του δικηγόρου του Εναγόμενου δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της Υπεράσπισης κατά την αντεξέταση του. Όμως, η μαρτυρία, που, σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο του Ενάγοντα, δικαιολογεί την προσκόμιση από τον Ενάγοντα απαντητικής μαρτυρίας δεν προσκομίσθηκε από την πλευρά του Εναγόμενου. Η πραγματοποίηση της συνάντησης, απλά, δεν έγινε αποδεκτή από τον Εναγόμενο κατά την αντεξέταση του. Συν τοις άλλοις, το εν λόγω ζήτημα, αν, δηλαδή, πραγματοποιήθηκε η συνάντηση δεν αποτελεί επίδικο ζήτημα στην διαδικασία το βάρος της απόδειξης του οποίου βαραίνει τον εναγόμενο. Δεν αποτελεί, επομένως, ούτε και προέκυψε ως νέο στοιχείο ή νέα υπεράσπιση, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί, ότι ο Ενάγοντας καταλείφθηκε εξ απροόπτου και να δικαιολογείται, έτσι, η παροχή άδειας σε αυτόν με σκοπό να προσκομίσει μαρτυρία για να την αντικρούσει. Όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, η απαντητική μαρτυρία πρέπει να περιορίζεται αυστηρά στο να αντικρούει την υπόθεση του εναγόμενου. Η μαρτυρία που με το υπό κρίση αίτημα επιχειρείται να εισαχθεί δεν συνιστά αντικρουστική ή απαντητική μαρτυρία. Με το προβληθέν αίτημα επιχειρείται η εισαγωγή μαρτυρίας, η οποία απλά και μόνο τείνει να επιβεβαιώσει την υπόθεση του Ενάγοντα. Συνακόλουθα το αίτημα απορρίπτεται. Τα έξοδα της δικασίμου της 16.3.09 καθώς και τα σημερινά έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον του Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.