Απόστολου Ποταμού κ.α. ν. MINDORAS ESTATES LTD, Αρ. Αγωγής: 685/05, 14.4.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:A23 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Πούγιουρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 685/05 Μεταξύ:
- Απόστολου Ποταμού, εκ Πάφου
- Μαρίας Ποταμού, εκ Πάφου Εναγόντων - και - MINDORAS ESTATES LTD, εκ Πάφου Εναγομένης ----------------------------- Ημερομηνία: 14.4.2009 Για τους Ενάγοντες: κ. Ν. Παπακλεοβούλου Για την Εναγόμενη: κα Ε. Πουλλά - Μακαρούνα ----------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον της Εναγόμενης ειδική εκτέλεση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 20.5.2004 και/ή διαζευκτικά αποζημιώσεις λόγω παράβασής του και/ή διάταγμα ολοκλήρωσης των οικοδομικών εργασιών της κατοικίας που συμφωνήθηκε. Στο στάδιο των αγορεύσεων οι Ενάγοντες περιόρισαν τις αξιώσεις τους μόνο σε αποζημιώσεις. Από την άλλη η Εναγόμενη στην Υπεράσπιση της ισχυρίζεται ότι υπήρξε τερματισμός του αγοραπωλητηρίου εγγράφου από μέρους της, λόγω παράβασης του από τους Ενάγοντες γι΄ αυτό και αξιώνουν ανταπαιτητικά αποζημιώσεις και διάταγμα όπως οποιοδήποτε ποσό ήθελε επιδικαστεί υπέρ των Εναγόντων δοθεί για εξόφληση της Υποθήκης 2207/04 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου. Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης των Εναγόντων έδωσαν μαρτυρία ο Ενάγοντας 1 και ακόμα ένας μάρτυρας ενώ διατάχθηκε η κλήτευση για αντεξέταση από μέρους της Εναγόμενης ακόμα τριών μαρτύρων. Για σκοπούς Εναγόμενης κατέθεσε ο κ. Χρύσανθος Κάιζερ που είναι ένας εκ των διευθυντών της Εναγόμενης και άλλοι εννέα μάρτυρες. Από πλευράς των Εναγόντων θα προσπαθήσω να παραθέσω τα κύρια γεγονότα με τη σειρά που συνέβησαν όπως τα περιέγραψε ο Ενάγοντας
- Η θέση του Ενάγοντα 1 στη μαρτυρία του και όπως διαγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης του είναι ότι δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 20.5.2004 που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 (που στο εξής θα αναφέρεται και ως «η κυρίως συμφωνία») μαζί με τη σύζυγό του, που είναι η Ενάγουσα 2, αγόρασαν από την Εναγόμενη εταιρεία την κατοικία με αριθμό 2 που ανεγειρόταν στο τεμάχιο με αρ. εγγραφής 6338, όπως αυτή περιγράφεται στην κάτοψη των αρχιτεκτονικών σχεδίων που επισυνάφθηκαν στο Τεκμήριο 2, αντί του ποσού των £160.
- Με τη συμπληρωματική συμφωνία της ίδιας ημερομηνίας που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2Α (που στο εξής θα αναφέρεται και ως «η συμπληρωματική συμφωνία») συμφωνήθηκε όπως το ποσό των £50.000 της προκαταβολής, πληρωθεί με τέσσερις μεταχρονολογημένες επιταγές πληρωτέες την 1.7.2004, 1.8.2004, 1.10.2004 και 31.12.
- Για εξόφληση του τιμήματος αγοράς η Ενάγουσα 2 εξασφάλισε στεγαστικό δάνειο από την Ελληνική Τράπεζα και η Εναγόμενη παραχώρησε την Υποθήκη του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου Υ2207/04 επί του ½ μεριδίου του οικοπέδου προς όφελος της Τράπεζας. Περί τα μέσα του Γενάρη του 2005 ο Ενάγοντας 1 αντιλήφθηκε ότι το εμβαδόν της κατοικίας δεν ήταν 186 τ.μ. όπως συμφωνήθηκε αλλά πολύ μικρότερο. Από τη στιγμή που συζήτησε αυτό το θέμα με τον Μ.Υ.8 άρχισε ο γολγοθάς του με τους υπαλλήλους της Εναγομένης. Συνολικά η Εναγόμενη πληρώθηκε ποσό εκ £125.000 ενώ άλλα ποσά πληρώθηκαν από τους Ενάγοντες σε τρίτους για λογαριασμό της Εναγόμενης, λόγω ορισμένων διαφοροποιήσεων που επιθυμούσαν να κάνουν οι Ενάγοντες στην κατοικία, κυρίως στα υλικά. Όπως αντικατάσταση των αλουμινίων με PVC, αλλαγή στα εντοιχισμένα έπιπλα της κουζίνας που στοίχισαν £6.000 και στα κεραμικά που στοίχισαν £1.
- Επιπλέον ο Ενάγοντας 1 παράγγειλε την πισίνα για λογαριασμό της Εναγόμενης και πλήρωσε στην εταιρεία Riviera έναντι της αξίας της, το ποσό των £3.783,50 και άλλες £230 στον εργολάβο για την αναγκαία εκσκαφή. Επίσης πλήρωσε £400 για γύψινες κορνίζες και £700 για ένα εντοιχισμένο γλυπτό. Συνολικά μέχρι τις 31.1.2005 οι Ενάγοντες είχαν καταβάλει σε τρίτους £17.196,42 εξαιρουμένης της αξίας του γλυπτού και κορνιζών ενώ το ποσό των £1.612,50 υπολειπόταν για την εξόφληση της πισίνας. Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι η κατοικία δεν ήταν έτοιμη να παραδοθεί την 1.2.2005 και η καθυστέρηση που υπήρξε δεν είχε καμία σχέση με τις διάφορες αλλαγές που έγιναν εφόσον τα εντοιχισμένα έπιπλα τοποθετήθηκαν τέλος του Γενάρη του 2005 και μέχρι που τερματίστηκε η συμφωνία από την Εναγόμενη δεν είχαν τοποθετηθεί ακόμα τα είδη υγιεινής ούτε τα πλακάκια στο μπάνιο. Οι Ενάγοντες προέβησαν σε ανάκληση πληρωμής της επιταγής για £20.000 (Τεκμήριο 17) γιατί το ποσό αυτό θα έπρεπε να πληρωθεί με την παράδοση της κατοικίας που δεν ήταν έτοιμη για παράδοση στις 31.12.
- Οι Ενάγοντες σε καμία περίπτωση ζήτησαν από την Εναγόμενη την ανέγερση τοίχου στην αυλή, σκυβαλλοδοχείου ή ντουσιέρας. Ο Μ.Ε.2 Νικόλας Γερμανός εκτιμητής ακινήτων και μέλος του ΕΤΕΚ ετοίμασε στις 30.11.2006 κατόπιν οδηγιών του Ενάγοντα 1 έκθεση εκτίμησης της επίδικης κατοικίας στη βάση των δεδομένων που ίσχυαν την 1.1.2005 (βλ. Τεκμήριο 18). Ο Μ.Ε.2 επιθεώρησε μόνο εξωτερικά την κατοικία η οποία είχε πανοραμική θέα και φαινόταν να είναι σε άριστη κατάσταση συντήρησης, διέθετε πισίνα, διαμορφωμένη αυλή και πέργολα στην οροφή. Ακολουθώντας τη συγκριτική μέθοδο με τις αναγκαίες προσαρμογές κατέληξε στο ότι η αξία της κατοικίας την 1.1.2005 ανέρχεται σε £182.700 περιλαμβανομένης της αξίας της πισίνας που την υπολόγισε γύρω στις £10.
- Προέβη επίσης σε εμβαδομέτρηση της κατοικίας και αυτή ανήλθε στα 174 τ.μ. σύμφωνα με τα αρχιτεκτονικά σχέδια που του έδωσε ο Ενάγοντας
- Η πλευρά της Εναγόμενης κατόπιν έγκρισης σχετικού αιτήματος της από το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να αντεξετάσει τον Μιχάλη Καραγιάννη (Μ.Ε.3) και Λένια Ριαλά (Μ.Ε.4). Ουσιαστικά η μαρτυρία του Μ.Ε.3 υπαλλήλου της Ελληνικής Τράπεζας περιστράφηκε στο δάνειο που δόθηκε στους Ενάγοντες από την Ελληνική Τράπεζα και στην υποθήκη που δόθηκε από την Εναγόμενη για εξασφάλιση του δανείου. Επίσης ανέφερε ότι στις 30.12.2004 από την κίνηση του λογαριασμού της Ενάγουσας 2, φαίνεται να μην υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για εξόφληση της επιταγής για £20.000, αλλά γνωρίζοντας την τακτική που ακολουθούσε η Τράπεζα, ο πελάτης τους θα διευθετούσε την πληρωμή όταν το πληροφορείτο από τη Τράπεζα. Εν πάση περιπτώσει, η πιο πάνω επιταγή ανακλήθηκε από τον εκδότη της στις 30.12.2004 με βάση τη γραπτή εντολή της Ενάγουσας 2 (Τεκμήριο 22). Η Μ.Ε.4 Λένια Ριαλά επεξήγησε στο Δικαστήριο τις συνθήκες έκδοσης του τιμολογίου που είναι το Τεκμήριο 8, που αφορούσε αγορά κορνίζων και ντεκόρ για το μπάνιο, ότι δηλαδή αρχικά χρεώθηκε η Εναγόμενη με το ποσό που αφορούσε το τιμολόγιο, με την οποία διατηρούσε λογαριασμό, αλλά επειδή αυτή δεν το δέχθηκε, χρεώθηκε ο Ενάγοντας 1 ο οποίος προέβη σε εξόφληση του. Ο Μ.Υ.1 Χριστάκης Χριστοδούλου ανάλαβε τις ξυλουργικές εργασίες δύο κατοικιών περιλαμβανομένης της επίδικης, κατόπιν προσφοράς που έδωσε στην Εναγόμενη. Υπήρξαν κάποια προβλήματα που είχαν σαν αποτέλεσμα να μην αποπερατωθούν οι εργασίες που ανάλαβε. Παράδειγμα, ενώ αρχικά του έδωσε οδηγίες ο Ενάγοντας 1 να κάμει άσπρα τα εσωτερικά των ερμαριών και είχε ήδη κάνει τους σκελετούς τους, μετά άλλαξε γνώμη με αποτέλεσμα ο Μ.Υ.1 να ζημιώσει £1.000 με £1.
- Τελικά έκαμε μόνο τις μεσόθυρες. Ο Μ.Υ.2 Χριστόδουλος Βασιλείου ήταν ο εργολάβος που ανέλαβε τις οικοδομικές εργασίες της κατοικίας που αγόρασαν οι Ενάγοντες και συμφώνησε με την Εναγόμενη να την παραδώσει στις 31.10.
- Ενώ ασχολείτο με τις οικοδομικές εργασίες, ο Ενάγοντας 1 ζήτησε διάφορες αλλαγές όπως την τοποθέτηση άλλου είδους αλουμινίων απ΄ εκείνο που συμφωνήθηκε, την ένωση δυο αποχωρητηρίων σε ένα, την αλλαγή των ερμαριών και πάγκων της κουζίνας καθώς και επιπρόσθετες εργασίες. Επίσης ζήτησε την τοποθέτηση έξτρα κεραμικών στην οροφή έκτασης 8 - 9 τ.μ. και λάστιχων στους ανθώνες, κατασκευή δυο σκαλιών στο πλευρό της κατοικίας, τοποθέτηση πέτρας Καρύστου έκτασης 6 -7 μέτρων και σε εκσκαφή με τρακτέρ του χώρου για πισίνα. Αυτές οι αλλαγές προκάλεσαν καθυστέρηση στην αποπεράτωση των εργασιών. Για την τελευταία εργασία πληρώθηκε από τον Ενάγοντα 1 £230 (βλ. απόδειξη Τεκμήριο 27). Σύμφωνα με τον Μ.Υ.2 η συμφωνία του με την Εναγόμενη δεν συμπεριλάμβανε την κατασκευή της πισίνας γι' αυτό και παρατηρήθηκε επιπρόσθετη καθυστέρηση. Σε κάποιο στάδιο μετά τα Χριστούγεννα, ο Μ.Υ.2 σταμάτησε να βλέπει τον Ενάγοντα 1 στην οικοδομή. Για τις έξτρα εργασίες ο Μ.Υ.2 ετοίμασε τιμολόγιο (Τεκμήριο 30) και πληρώθηκε στο ακέραιο από την Εναγόμενη (βλ. αποδείξεις Τεκμήριο 31). Ο Μ.Υ.3 Χρυσόστομος Τσαγγαρίδης είναι ο Γραμματέας της ΣΠΕ Αμαργέτης και Περιχώρων στην οποία διατηρούσε λογαριασμό η Εναγόμενη. Ο Μ.Υ.3 κατάθεσε την κατάσταση του λογαριασμού της Εναγομένης ως Τεκμήριο 33 στην οποία φαίνεται ότι κατατέθηκε αριθμός επιταγών στον εν λόγω λογαριασμό μεταξύ των οποίων και η επιταγή με αριθμό 97231336 της Ελληνικής Τράπεζας για £10.000 που κατατέθηκε στις 2.8.2004 αλλά επιστράφηκε πίσω. Η επιταγή αυτή για άγνωστο λόγο ξανακατατέθηκε στις 10.8.2004 όπου και ξεκαθάρισε στις 17.8.
- Ο Μ.Υ.4 Χριστάκης Χριστοδούλου είναι ο πολιτικός μηχανικός που επέβλεψε τις εργασίες ανέγερσης τεσσάρων κατοικιών για λογαριασμό της Εναγόμενης. Σύμφωνα με το Μ.Υ.4 η κατοικία που αγόρασαν οι Ενάγοντες δεν παραδόθηκε τελικά στις 31.12.2004 λόγω των σημαντικών αλλαγών που ζητήθηκαν εκ των υστέρων όπως σ΄ ότι αφορά τα ξυλουργικά της κουζίνας, πλακάκια, ερμάρια, εξωτερικά μπογιατίσματα, ηλεκτρικές εγκαταστάσεις, προσθήκη πισίνας με εργολάβο των Εναγόντων, κατασκευή σκαλιών και μιας μικρής βεράντας εξωτερικά. Για τις έξτρα εργασίες ο Μ.Υ.4 εξέδωσε τελικό διατακτικό (Τεκμήριο 34) στο οποίο τα τιμολόγια 41, 47 και 454 αφορούν τους Ενάγοντες. Η αξία των αλουμινίων που θα τοποθετούνταν αρχικά είχε συμφωνηθεί στο ποσό των £2.000 και της ξυλείας της κουζίνας σε £1.150 ενώ του γρανίτη σε £
- Από το Γενάρη του 2005 χάλασαν οι σχέσεις μεταξύ των διαδίκων εφόσον ο καθένας επέμενε στις δικές του απόψεις, αλλά ο Ενάγοντας 1 συνέχιζε να πηγαίνει στην οικοδομή μέχρι τον Απρίλη του 2005 και τον έβλεπε που συνομιλούσε με τον εργολάβο και τους κτίστες για τις εργασίες. Οι εργασίες αποπεράτωσης της οικοδομής συνεχίζονταν και μετά τον τερματισμό της συμφωνίας. Σύμφωνα με τον Μ.Υ.4 δεν προβλεπόταν στα σχέδια το κανάλι και το στέγαστρο άλλα έγινε τελικά για να νοιώθει πιο άνετα ο αγοραστής. Αναφορικά με την πισίνα, το Φεβράρη του 2005 ο Μ.Υ.4 πληροφορήθηκε ότι οι Ενάγοντες σταμάτησαν την πληρωμή στην εταιρεία που ανάλαβε την κατασκευή της, γι' αυτό και επικοινώνησε ο ίδιος μαζί της εκ μέρους του εργολάβου για να τελειώσουν τις εργασίες. Το Δεκέμβρη του 2004 είχαν τελειώσει όλες οι οικοδομικές εργασίες εκτός από την τοποθέτηση των κεραμικών στους πάγκους της κουζίνας, της πισίνας και των κορνιζών στο μπάνιο. Το τελικό διατακτικό που αφορούσε τις έξτρα εργασίες και για τις τέσσερις κατοικίες εκδόθηκε τον Μάη του 2005 (βλ. Τεκμήριο 34) και η τελευταία πληρωμή στον εργολάβο έγινε τέλος του
- Η κουζίνα αποπερατώθηκε στις 12.2.2005 με την τοποθέτηση των καπακιών των πάγκων και ήταν η τελευταία φορά που είδε τον Ενάγοντα 1 στην οικοδομή. Με δική του πρωτοβουλία ο Μ.Υ.4 προσπάθησε να συμφιλιώσει τους διαδίκους για την οικονομική διαφορά που προέκυψε μεταξύ τους το Γενάρη του 2005 και οφειλόταν στους Ενάγοντες, οι οποίοι σταμάτησαν μια πληρωμή με την οποία θα πληρωνόταν ο εργολάβος. Ο Μ.Υ.4 έλαβε μέρος στις προσφορές που ζητήθηκαν για την κατασκευή της πισίνας αλλά ο Ενάγοντας 1 προχώρησε μόνος του σε συμφωνία με την εταιρεία Riviera. Μεταξύ του Δεκέμβρη του 2004 και τέλος του Γενάρη του 2005 δεν έγιναν καθόλου εργασίες στην οικοδομή και ο εργολάβος αποπεράτωσε τις εργασίες του το Γενάρη του 2005 ενώ τα μπογιατίσματα χρειάζονταν μόνο ένα φρεσκάρισμα όταν θα τοποθετούνταν οι πάγκοι της κουζίνας. Όσον αφορά τα αποχωρητήρια θα έπρεπε να τελειώσει πρώτα ο εργολάβος γι΄ αυτό και αυτά τοποθετήθηκαν μετά τον τερματισμό της συμφωνίας. Σύμφωνα με τον Μ.Υ.4 η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην παράδοση της κατοικίας οφειλόταν στις αλλαγές που επιθυμούσαν οι Ενάγοντες που δεν ήταν γνωστές από πριν, γι΄ αυτό και ανάλαβαν να πληρώσουν για τις αλλαγές απευθείας οι ίδιοι οι Ενάγοντες. Ο Μ.Υ.5 Γεώργιος Ψωμάς είναι ο αρχιτέκτονας που εκπόνησε τα αρχιτεκτονικά σχέδια και τη μελέτη της επίδικης κατοικίας. Τα σχέδια αυτά προνοούσαν και πισίνα έκτασης 28 τ.μ. που είναι εμφανής στο Τεκμήριο 2 όπως και η πρόβλεψη για σκαλοπάτια. Ο Μ.Υ.5 παραδέχθηκε ότι μεταξύ της πισίνας και της κατοικίας υπήρχε διαφορά επιπέδου. Ο Μ.Υ.6 Ρένος Πίτρος, πολιτικός μηχανικός και εκτιμητής ακινήτων, προέβη σε εκτίμηση της αξίας της επίδικης κατοικίας για σκοπούς δανειοδότησης από την Ελληνική Τράπεζα (Τεκμήριο 5). Του ζητήθηκε εκ νέου το Νιόβρη του 2008 να προβεί σε εκτίμηση της αξίας της κατοικίας για τον Νιόβρη του 2004 και ετοίμασε νέα εκτίμηση, το Τεκμήριο 37, στηριζόμενος στο Τεκμήριο
- Απ΄ ότι θυμάται ο Μ.Υ.6, το Νιόβρη του 2004 δεν ήταν συμπληρωμένη η κατοικία, αλλά υπολειπόταν δουλειά δυο - τριών μηνών, δηλαδή τα πογιατίσματα, μέρος των ξυλουργικών, ελάχιστες εξωτερικές δουλειές και η τοποθέτηση των ειδών υγιεινής γι΄ αυτό και εκτίμησε τη κατοικία σε £157.000, επειδή ήταν ασυμπλήρωτη. Ο Μ.Υ.7 Χριστάκης Ζήνωνος είναι ο κτηματομεσίτης που μεσολάβησε για την πώληση στους Ενάγοντες της επίδικης κατοικίας και πληρώθηκε για τις υπηρεσίες του £8.000 για τις οποίες έδωσε την απόδειξη που είναι το Τεκμήριο
- Ο Μ.Υ.7 δε θυμόταν αν ήταν εγγεγραμμένος στο Φ.Π.Α. ή αν εξέδωσε τιμολόγιο για τις £8.
- Σίγουρα δεν είχε αριθμό εγγραφής κτηματομεσίτη αν και προσωπικά είναι κτηματομεσίτης και υπάλληλος του κ. Λουκά που είναι εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης με αριθμό μητρώου
- Ο Χρύσανθος Κάιζερ (Μ.Υ.8) είναι ένας εκ των διευθυντών της Εναγόμενης (βλ. πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών Τεκμήριο 41) που ασχολείται με την ανάπτυξη γης. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, η Εναγόμενη αφού είχε δώσει διαφημιστικά έγγραφα που περιλάμβαναν τους όρους, αρχιτεκτονικά σχέδια και φωτογραφίες σε διάφορους μεσίτες (Τεκμήριο 44) ενδιαφέρθηκαν οι Ενάγοντες να αγοράσουν μια κατοικία στη βάση των διαφημιστικών μέσω του υπαλλήλου και/ή αντιπροσώπου του Κωστάκη Λουκά, Χριστάκη Ζήνωνος τον οποίον πλήρωσε £8.000 για τις υπηρεσίες που πρόσφερε. Οι διάδικοι κατέληξαν στην υπογραφή της συμφωνίας (Τεκμήριο 2) που όμως δεν περιλάμβανε την κατασκευή πισίνας γιατί δεν την ήθελαν οι αγοραστές. Ταυτόχρονα με την υπογραφή του Τεκμηρίου 2 καταρτίστηκε και η συμπληρωματική συμφωνία (Τεκμήριο 2Α). Η Εναγόμενη υποθήκευσε το ½ μερίδιο του τεμαχίου με αριθμό εγγραφής 6338 για εξασφάλιση του στεγαστικού δανείου των Εναγόντων εκ £121.000 με τόκο 9,05% από τις 23.6.
- Οι Ενάγοντες πλήρωσαν συνολικά έναντι του τιμήματος αγοράς £125.000, όμως δεν πλήρωσαν τις £15.000 που ήταν πληρωτέες στις 30.7.2004, ενώ η επιταγή με αριθμό 97231338 για £20.000 δεν πληρώθηκε κατόπιν εντολής της Ενάγουσας
- Η Εναγομένη με τις επιστολές της (Τεκμήρια 50 και 51) ζήτησε από τους Ενάγοντες τη διευθέτηση των εκκρεμοτήτων τους χωρίς όμως θετική ανταπόκριση. Κατά τη διάρκεια των εργασιών ανέγερσης της κατοικίας οι Ενάγοντες ζήτησαν διάφορες αλλαγές στα σχέδια και η Εναγόμενη συμφώνησε με τη προϋπόθεση ότι η πληρωμή των πιο πάνω ποσών εκ £15.000 και £20.000 γίνει πριν τη παράδοση της κατοικίας που θα καθυστερούσε λόγω των αλλαγών. Στις 29.11.2004 συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων να αφαιρεθεί από την αξία των έξτρα εργασιών ποσό £1.150 για τη κουζίνα και £2.000 για τα αλουμίνια ενώ για τα ερμάρια να αφαιρεθεί ποσό £80 το τ.μ., δηλαδή £1.
- Ακολούθως χωρίς να ενημερωθεί προηγουμένως, οι Ενάγοντες συμφώνησαν με την εταιρεία Riviera για την κατασκευή πισίνας. Τελικά η Εναγομένη πλήρωσε για τις επιπρόσθετες ηλεκτρολογικές εργασίες £372,40 και στον εργολάβο άλλες £2.
- Στις 17.1.2005 η επιταγή για £20.000 που ήταν πληρωτέα στις 31.12.2004, επιστράφηκε ανεξαργύρωτη και ο Ενάγοντας 1 του έδωσε επιταγή για £5,000 έναντι του ποσού των £15,000 της επιταγής που ήταν πληρωτέα στις 30.7.2004, την οποία όμως δεν αποδέχθηκε. Τότε ο Ενάγοντας 1 απαίτησε την άμεση μεταβίβαση της κατοικίας στο όνομα των Εναγόντων και πληροφόρησε τον Μ.Υ.8 ότι θα πλήρωνε για τις έξτρα εργασίες κατά τη μεταβίβαση της κατοικίας. Αυτή η απαίτηση θεωρήθηκε από την Εναγόμενη εντελώς απαράδεκτη γι' αυτό και προέβη σε τερματισμό της συμφωνίας με την επιστολή της δικηγόρου της ημερομηνίας 3.2.
- Παρά τον τερματισμό ο Ενάγοντας 1 συνέχιζε να επισκέπτεται την κατοικία και να δίνει οδηγίες και διαταγές στους τεχνικούς που δυστυχώς εκτελούνταν. Η Εναγόμενη προέβη επιπρόσθετα και στις ακόλουθες πληρωμές: £534,75 για τα πλακάκια του μπάνιου κατά την επαναφορά τους όπως προβλεπόταν στα σχέδια, £557,79 για πλακάκια, κορνίζα και άλλες εργασίες για το μπάνιο, £448,50 διαφορά από τη τοποθέτηση πέτρας Καρύστου, £384,10 για ξυλουργικά και £2.500 (βλ. Τεκμήριο 69) για επαναφορά των χρωματισμών που συμφωνήθηκαν. Είναι ισχυρισμός του Μ.Υ.8 ότι η Εναγόμενη τερμάτισε τη συμφωνία γιατί οι Ενάγοντες δεν έκαμαν τις πληρωμές στις ημερομηνίες που συμφωνήθηκαν. Σύμφωνα με τον Μ.Υ.8 και οι δύο συμφωνίες ετοιμάστηκαν από την κα Ευαγγελία Πουλλά που ήταν η δικηγόρος και Γραμματέας της Εναγομένης. Η επίδικη ήταν η πρώτη κατοικία που πώλησε η Εναγόμενη και είχε ήδη ολοκληρωθεί η κατασκευή του σκελετού της όταν συμφώνησαν στην πώληση της. Ο Μ.Υ.8 αναφέρθηκε επίσης σε μια άλλη επιστολή που στάληκε από την κα Πουλλά πριν τον τερματισμό της συμφωνίας. Ο Μ.Υ.8 παραδέχθηκε ότι το σημείο στην κατάθεση του (Τεκμήριο 40) που αναφέρει ότι το ποσό που αφορά η επιταγή 97231337 πληρώθηκε τελικά σε μετρητά είναι λάθος εφόσον η πραγματικότητα είναι ότι εξαργυρώθηκε η επιταγή στις 7.12.
- Εκείνο που γνωρίζει όμως είναι ότι ο ίδιος την πήρε στην Τράπεζα να την εξαργυρώσει και του λέχθηκε ότι δεν πληρωνόταν. Είναι η θέση του ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε για δικαίωμα των Εναγόντων να κάνουν παραγγελίες υλικών για λογαριασμό της Εναγομένης. Όσον αφορά τις προσθήκες-μετατροπές ο Ενάγοντας 1 τους πληροφορούσε τη τελευταία στιγμή χωρίς να προηγηθεί επιστολή ή τιμολόγιο και ο ίδιος συμφωνούσε γιατί δεν είχε άλλη εκλογή όπως και για τη πισίνα. Το σπίτι τελείωσε τελικά τέλος του Μάρτη του 2005 αλλά όταν θα μετακόμιζε ο ίδιος μέσα προέβη σε διάφορες αλλαγές. Ο Μ.Υ.9 Γεώργιος Αραούζος Επιθεωρητής του Συμβουλίου Εγγραφής Κτηματομεσιτών ανάφερε ότι ο Κώστας Λουκά που ασθενεί εδώ και καιρό είναι εγγεγραμμένος και αδειούχος κτηματομεσίτης όχι όμως και ο Χριστάκης Ζήνωνος που υπόγραψε το Τεκμήριο 39, το οποίο ο μάρτυρας θεωρεί άκυρο. Η Μ.Υ.10 Πόπη Αϊφωτίτη, ασφαλιστική λειτουργός στο Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων Πάφου ανάφερε ότι ο Χριστάκης Ζήνωνος είναι ασφαλισμένος στο Σχέδιο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως αυτοτελώς εργαζόμενος κτηματομεσίτης από τις 5.4.
- Στις αγορεύσεις τους οι δικηγόροι των διαδίκων υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους και αναφέρθηκαν σε νομολογία. Ιδιαίτερη αναφορά στις επί μέρους εισηγήσεις τους θα γίνει πιο κάτω στα σημεία που κρίνει σκόπιμο το Δικαστήριο. Με τη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί είναι φανερό ότι η επίδικη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων δεν έμελλε να τελεσφορήσει. Αντίθετα οι διάδικοι ενεπλάκησαν σε διαφωνίες για θέματα που μπορούσαν να επιλυθούν άνετα μεταξύ τους. Φαίνεται ότι έγιναν προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση τόσο πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής όσο και μετά που όμως απέτυχαν λόγω της επιμονής των δύο πλευρών στις δικές τους απόψεις. Εκείνο το οποίο διαφάνηκε κατά την ακρόαση είναι ότι στην προσπάθεια τους να πείσουν το Δικαστήριο να δεχθεί τις θέσεις τους ο Ενάγοντας 1 και ο Μ.Υ.8, δεν ήσαν απόλυτα ειλικρινείς για όσα πραγματικά συνέβησαν στην πορεία εκτέλεσης των όσων συμφωνήθηκαν. Το Δικαστήριο ανάλωσε πολύ χρόνο για την ολοκλήρωση της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης παρόλο που αρκετά θέματα ήταν τεχνικά και θα μπορούσαν κάλλιστα να παραπεμφθούν για επίλυση σε διαιτητή όπως σε ότι αφορά τις έξτρα εργασίες ή αλλαγές στα σχέδια που έγιναν και δεν περιλαμβάνονταν στους όρους που συμφωνήθηκαν ή το χρόνο και τα έξοδα που απαιτούνταν για την κάθε εργασία. Εκτός από την προφορική μαρτυρία κατατέθηκε επίσης και ένας μεγάλος αριθμός εγγράφων ως τεκμήρια σε ορισμένα από τα οποία θα γίνει ειδική αναφορά πιο κάτω στα κατάλληλα σημεία. Κατά τη διάρκεια της ακρόασης εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι η επιστολή της δικηγόρου της Εναγόμενης ημερομηνίας 3.2.2005 με την οποία προέβη σε τερματισμό της συμφωνίας, επιδόθηκε στους Ενάγοντες στις 8.2.
- Την εγκυρότητα αυτού του τερματισμού αμφισβητούν οι Ενάγοντες γι΄ αυτό και προχώρησαν στην καταχώρηση της παρούσας Αγωγής. Άλλα επιμέρους θέματα είναι κατά πόσο συμφωνήθηκε η κατασκευή της πισίνας ή αποτελεί επιπρόσθετο έργο και αν με νέα συμφωνία παρατάθηκε η παράδοση της κατοικίας όχι όμως η πληρωμή της μεταχρονολογημένης επιταγής για £20.
- Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου είναι παραδεκτά τα εξής γεγονότα: Στις 20.5.2004 υπογράφηκαν μεταξύ των διαδίκων η κυρίως συμφωνία (Τεκμήριο 2) και η συμπληρωματική συμφωνία (Τεκμήριο 2Α) με τις οποίες η Εναγόμενη πώλησε στους Ενάγοντες μια υπό ανέγερση κατοικία στα Κονιά, αντί του ποσού των £160.
- Έναντι του τιμήματος αγοράς οι Ενάγοντες κατέβαλαν συνολικά το ποσό των £125.000 μέχρι τις 3.2.2005 που τερματίστηκε η συμφωνία από την Εναγόμενη και πρότειναν την πληρωμή επιπλέον ποσού £5.000 με επιταγή ημερομηνίας 31.1.2005 (Τεκμήριο 56) που όμως δεν αποδέχθηκε η Εναγόμενη. Επίσης στις 30.12.2004 η Ενάγουσα 1 προέβηκε σε ανάκληση πληρωμής της μεταχρονολογημένης επιταγής για £20.000 που ήταν πληρωτέα στις 31.12.
- Οι Ενάγοντες εξασφάλισαν στεγαστικό δάνειο από την Ελληνική Τράπεζα για αποπληρωμή του τιμήματος αγοράς και η Εναγόμενη παραχώρησε στις 23.6.2004 την Υποθήκη με αρ. Υ2207/04 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου. Για τα πιο πάνω προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Η δικηγόρος της Εναγόμενης εισηγήθηκε κατά την αγόρευση της ότι ο τερματισμός της συμφωνίας ήταν καθόλα δικαιολογημένος για τους λόγους που αναφέρονται στην επιστολή τερματισμού και όπως αποκρυσταλλώθηκαν με τη μαρτυρία του Μ.Υ.8 και το μαρτυρικό υλικό που κατέθεσε, γι΄ αυτό και καταχώρησε Ανταπαίτηση. Κατά συνέπεια το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να επιληφθεί κατά πρώτο του θέματος του δικαιολογημένου ή μη του τερματισμού της συμφωνίας που θεωρεί ότι είναι και το κύριο επίδικο ζήτημα. Η καλύτερη μαρτυρία όσον αφορά τους λόγους που η Εναγόμενη τερμάτισε την συμφωνία είναι η ίδια η επιστολή τερματισμού που είναι το Τεκμήριο
- Σ΄ αυτήν προβάλλονται πολλοί ισχυρισμοί και καταλήγει σε ένα λόγο τερματισμού, δηλαδή στο θέμα της καθυστέρησης στην πληρωμή των δόσεων και της μη πληρωμής της επιταγής των £20,000 που ήταν πληρωτέα στις 31.12.2004 και η οποία επιστράφηκε ανεξαργύρωτη λόγω ανάκλησης πληρωμής της από την Ενάγουσα
- Είναι ισχυρισμός του Μ.Υ.8 στη μαρτυρία του ότι η Εναγόμενη τερμάτισε τη συμφωνία γιατί οι Ενάγοντες δεν πλήρωσαν τη δόση των £15,000 στις 30.7.2004 που προβλεπόταν στην κυρίως συμφωνία (Τεκμήριο 2) και σταμάτησαν την πληρωμή της επιταγής με αρ. 9723138 για £20,000 που ήταν πληρωτέα στις 31.12.2004, που ήταν η συμφωνηθείσα μέρα παράδοσης της κατοικίας. Συνεπώς η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο είναι δικαιολογημένος ο τερματισμός της συμφωνίας που έγινε με την επιστολή της δικηγόρου της Εναγόμενης ημερομηνίας 3.2.2005, εξαρτάται από το κατά πόσο ο χρόνος πληρωμής των δόσεων και εξόφλησης του τιμήματος αγοράς ήταν ουσιώδης όρος ως η θέση της Εναγόμενης. Στο σημείο αυτό θα προβώ σε μια συνοπτική αναφορά στους όρους των δυο συμφωνιών που σχετίζονται με την πληρωμή του τιμήματος αγοράς. Με βάση την παράγραφο 2 της κυρίως συμφωνίας, το τίμημα αγοράς που συμφωνήθηκε στο ποσό των £160.000, θα πληρωνόταν ως εξής: α) £50.000 με την υπογραφή του Τεκμηρίου 2 β) £80.000 στις 28.5.2004 γ) £15.000 στις 30.6.2004 και β) £15.000 στις 30.7.
- Ο ίδιος όρος προβλέπει επίσης όπως οποιαδήποτε καθυστέρηση στην πληρωμή των δόσεων καθώς και οποιοδήποτε υπόλοιπο από την ημερομηνία παράδοσης του ακινήτου μέχρι εξόφλησης του θα φέρει τόκο προς 9% ετησίως. Επιπλέον αναφέρει ότι πληρωμή θεωρείται ότι εισπράχθηκε μόνο όταν ξεκαθαρίσει στον τραπεζικό λογαριασμό της Εναγομένης. Με τη συμπληρωματική συμφωνία (Τεκμήριο 2Α) επίσης ημερομηνίας 20.5.2004 καθορίζεται ο τρόπος πληρωμής του ποσού των £50.000 της προκαταβολής ως εξής: α) £10.000 την 1.7.2004 με την μεταχρονολογημένη επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας με αρ.
- β) £10.000 την 1.8.2004 με την μεταχρονολογημένη επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας με αρ.
- γ) £10.000 την 1.10.2004 με την μεταχρονολογημένη επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας με αρ.
- δ) £20.000 την ημέρα της παράδοσης, δηλαδή στις 31.12.2004 με τη μεταχρονολογημένη επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας με αρ.
- Τόσο η κυρίως συμφωνία (όρος 19 του Τεκμηρίου 2) όσο και η συμπληρωματική (όρος 3 του Τεκμηρίου 2Α) προνοούν ότι όλοι οι όροι και των δυο συμφωνιών είναι ουσιώδεις. Επιπλέον ο όρος 3 της συμπληρωματικής συμφωνίας προβλέπει ότι παράβαση οποιουδήποτε όρου της θα ακυρώνει το Τεκμήριο 2Α και θα υπάγεται στους όρους της κυρίως συμφωνίας. Ο όρος 2 της συμπληρωματικής συμφωνίας και ο όρος 17 της κυρίως συμφωνίας προνοούν ότι σε περίπτωση που οι επιταγές δεν τιμηθούν για οποιοδήποτε λόγο η δεν γίνουν οι πληρωμές στις ημερομηνίες που συμφωνήθηκαν, τότε η Εναγόμενη δικαιούται να τερματίσει τη συμφωνία και να μη παραδώσει την κατοικία αλλά να την μεταπωλήσει και το μόνο που θα υποχρεούται είναι σε επιστροφή του πληρωθέντος τιμήματος αγοράς κατά το χρόνο της μεταπώλησης. Επίσης σχετικός με την πληρωμή των δόσεων είναι και ο όρος 14 του Τεκμηρίου 2 ο οποίος επί λέξει προνοεί τα εξής: «Εάν οι Β΄ Συμβαλλόμενοι καθυστερήσουν την πληρωμή μιας δόσεως ή μέρος δόσεως πέραν των 10 (δέκα) ημερών τότε οι Α΄ Συμβαλλόμενοι θα δικαιούνται να ειδοποιήσουν τους Β΄ Συμβαλλόμενους με συστημένη επιστολή και αφού οι τελευταίοι δεν ανταποκριθούν στην προθεσμία που θα τους δοθεί θα δικαιούνται να τερματίσουν την παρούσα συμφωνία. Καθυστέρηση πληρωμής οποιασδήποτε ή μέρος δόσεως θα φέρει τόκο 9% από της ημερομηνίας πληρωμής.» Όσον αφορά τη σημασία των όρων πληρωμής σχετική είναι η υπόθεση Καλησπέρας ν. Δρυάδη κ.α.
(1998)1 A.A.Δ. 867, όπου στη σελ. 877 έχουν λεχθεί τα εξής: «Ο χρόνος εκπλήρωσης συμβατικών υποχρεώσεων δεν αποτελεί αφ΄ εαυτού, ουσιώδη όρο της σύμβασης εκτός εάν αυτή είναι η πρόθεση των μελών όπως διαγράφεται από τους όρους της - (βλ. Άρθρο 55 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου διαφωτίζει πότε συμβατικός όρος, ως προς το χρόνο εκπλήρωσης υποχρεώσεων, μπορεί να θεωρηθεί ως ουσιώδης και πότε μπορεί να καταστεί ουσιώδης, όπου δεν προβλέπεται από τη σύμβαση, μετά την παροχή λογικής προειδοποίησης προς συμμόρφωση - (βλ. μεταξύ άλλων, Charalambous ν. Vakana
(1982)1 C.L.R. 310˙ Paraskeva & Others ν. Lantas
(1988)1 C.L.R. 285˙ Rodouli ν. Papasavvas
(1988)1 C.L.R. 540).» Είναι φανερό ότι οι διάδικοι συμφώνησαν ότι ο όρος πληρωμής του τιμήματος αγοράς ήταν ουσιώδης στη βάση των όρων 19 και 3 των Τεκμηρίων 2 και 2Α αντίστοιχα. Εκτός αυτού και οι όροι 2 και 17 των Τεκμηρίων 2Α και 2 αντίστοιχα καθιστούν το χρόνο, όρο ουσιώδους σημασίας καθότι η παράλειψη καταβολής δόσης παρείχε δικαίωμα στην Εναγόμενη να τερματίσει τη συμφωνία. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω τη μαρτυρία που έχει δοθεί όσον αφορά τις πληρωμές που έγιναν από τους Ενάγοντες στην Εναγομένη έναντι του τιμήματος αγοράς, καθώς και τη συμπεριφορά που επέδειξαν οι διάδικοι στην πορεία για να διαφανεί αν ο όρος πληρωμής παρέμεινε μέχρι τέλους ουσιώδης όρος. Ουσιώδης μαρτυρία για το θέμα που εξετάζεται είναι εκτός από αυτές του Ενάγοντα 1 και Μ.Υ.8, που θεωρώ ως τους πρωταγωνιστές της υπόθεσης, η μαρτυρία του Μ.Υ.3 υπαλλήλου της ΣΠΕ Αμαργέτης και Περιχώρων στην οποία διατηρούσε λογαριασμό η Εναγομένη και στον οποίο γίνονταν οι πληρωμές κατόπιν απαίτησης της Εναγόμενης. Το γεγονός ότι η ίδια η Εναγόμενη ζήτησε να γίνονται οι πληρωμές σ΄ αυτόν ειδικά το λογαριασμό δεν φαίνεται να αμφισβητείται και ούτε αντεξετάστηκε ο Μ.Υ.8 στο συγκεκριμένο σημείο της μαρτυρίας του. Με βάση τη μαρτυρία του Μ.Υ.3 και την Κατάσταση Λογαριασμού (Τεκμήριο 33) αλλά και τις αποδείξεις (Τεκμήριο 48) κατατέθηκαν στο λογαριασμό της Εναγόμενης από μέρους των Εναγόντων τα εξής ποσά: £70.000 με έμβασμα στις 23.6.2004, £10.000 με επιταγή στις 12.7.2004, £25.000 με επιταγή στις 20.7.2004, £10.000 με επιταγή στις 17.8.2004 και τέλος £10.000 στις 7.12.2004 πάλι με επιταγή. Θα πρέπει να λεχθεί ότι ο Μ.Υ.3 μου φάνηκε ειλικρινής, τον θεωρώ ανεξάρτητο μάρτυρα και δέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητά της. Οι πιο πάνω ημερομηνίες με βάση τη μαρτυρία του Μ.Υ.3, είναι εκείνες κατά τις οποίες ξεκαθάρισαν οι πληρωμές στο λογαριασμό της Εναγόμενης που σύμφωνα με τον όρο 2.5 του Τεκμηρίου 2 τότε μόνο θεωρείται ότι εισπράχθηκαν. Αν και στα δικόγραφα τους οι διάδικοι συμφωνούν στο ποσό της κάθε δόσης που πληρώθηκε, εντούτοις υπάρχει μεταξύ τους διαφωνία ως προς τις ημερομηνίες που πληρώθηκαν τα πιο πάνω ποσά. Διαφωνία επίσης στις ημερομηνίες πληρωμής υπάρχει μεταξύ των δικογράφων και της μαρτυρίας του Μ.Υ.
- Δεν αποκλείω το ενδεχόμενο η διαφορά να οφείλεται στο ότι οι ημερομηνίες κατάθεσης των επιταγών δεν συμπίπτουν με τις ημερομηνίες που ξεκαθάρισαν οι επιταγές στο λογαριασμό. Ο Ενάγοντας 1 προσπάθησε να ισχυριστεί ότι πάντοτε ήταν συνεπής στις οικονομικές του υποχρεώσεις αν και παραδέχεται ότι δεν πλήρωσε τις δόσεις που ήταν πληρωτέες στις 30.7.2004 και 31.12.
- Στη μαρτυρία τους όμως οι Μ.Υ.3 και Μ.Υ.8 πρόβαλαν αντίθετη άποψη. Κατόπιν σύγκρισης των πληρωμών στις οποίες έκαμε αναφορά ο Μ.Υ.3 και επιβεβαιώνονται με τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν, με τις δόσεις που προνοούνταν στις συμφωνίες (Τεκμήρια 2 και 2Α) και με εκείνες που αναφέρονται στην Υπεράσπιση, διαφαίνεται ότι όχι μόνο δεν συμπίπτουν οι ημερομηνίες πληρωμής με εκείνες που συμφωνήθηκαν αλλά ούτε και τα ποσά που πληρώθηκαν κάθε φορά συμφωνούν με τα ποσά των δόσεων που προνοούνταν στις συμφωνίες. Όπως το έμβασμα των £70.000, που πολύ πιθανό να είναι μέρος της δόσης των £80.000 που ήταν πληρωτέα στις 28.5.2004, κατατέθηκε στο λογαριασμό της Εναγομένης στις 24.6.2004, ενώ η επιταγή με αρ. 97231336 για £10.000 που ήταν πληρωτέα την 1.8.2004 χρειάστηκε να κατατεθεί δυο φορές για να ξεκαθαρίσει τελικά στις 17.8.
- Επίσης αντί να πληρωθεί ποσό εκ £15.000 στις 30.6.2004, στην Κατάσταση Λογαριασμού φαίνεται κατάθεση ποσού £25.000 στις 20.7.
- Το γεγονός ότι οι Ενάγοντες δεν ήσαν συνεπείς με το χρονοδιάγραμμα που συμφωνήθηκε στην πληρωμή των δόσεων όχι μόνο παραδέχεται ο Μ.Υ.8 στη μαρτυρία του αλλά ήταν και μια από τις θέσεις της δικηγόρου της Εναγόμενης στην αγόρευση της. Μάλιστα ο Μ.Υ.8 ανέφερε ότι δεν ήταν σύμφωνος με αυτή την τακτική των Εναγόντων αλλά μέχρι τότε είχαν πολύ καλές σχέσεις μεταξύ τους οι διάδικοι. Ειδικά όσον αφορά την επιταγή με αρ. 97231337 που ήταν πληρωτέα την 1.10.2004, ισχυρίστηκε ότι ο Ενάγοντας 1 του έλεγε να μην την καταθέσει γιατί είχαν οικονομικά προβλήματα. Ο Μ.Υ.8 πρόβαλε τη θέση ότι η δικηγόρος της Εναγόμενης έστειλε στους Ενάγοντες δύο επιστολές, όχι συστημένες, ημερομηνίας 25.8.2004 και 23.12.2004 (Τεκμήρια 50 και 51 αντίστοιχα) με τις οποίες τους καλούσε να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους και να ξοφλήσουν την δόση των £15.000 που ήταν πληρωτέα στις 30.7.2004 προς αποφυγή δυσάρεστων καταστάσεων. Εκτός από αυτές τις δυο επιστολές, σύμφωνα πάντοτε με τον Μ.Υ.8, η δικηγόρος έστειλε και άλλη επιστολή (Τεκμήριο 55) με την οποία επαναλαμβάνει τις παρατηρήσεις της για το καθυστερημένο της πληρωμής των δόσεων και επιπρόσθετα καλούσε τους Ενάγοντες να ξοφλήσουν και την επιταγή για τις £20.000 που ήταν πληρωτέα στις 31.12.
- Αντίθετη εκδοχή πρόβαλε ο Ενάγοντας 1 στη μαρτυρία του ο οποίος αρνήθηκε ότι έλαβε ποτέ τις πιο πάνω ή οποιεσδήποτε άλλες επιστολές πριν την ειδοποίηση τερματισμού της συμφωνίας, χαρακτηρίζοντας τις μάλιστα ως εκ των υστέρων κατασκεύασμα της Εναγόμενης. Για ενίσχυση αυτής της θέσης του αναφέρθηκε στην ένορκη δήλωση του Μ.Υ.8 που συνόδευε την ένσταση για το προσωρινό διάταγμα, όπου καμία αναφορά γίνεται σ' αυτές τις επιστολές. Έχω μελετήσει τη συγκεκριμένη ένορκη δήλωση που είναι στο φάκελο της υπόθεσης αλλά κατατέθηκε και ως Τεκμήριο 12 κατά την ακρόαση και όχι μόνο καμία αναφορά κάνει ο Μ.Υ.8 για την αποστολή ή έστω ύπαρξη των πιο πάνω ειδοποιήσεων που θεωρώ βασικές για το θέμα που εξετάζεται, αλλά στην παράγραφο 43 της ένορκης του δήλωσης αναφέρεται μόνο σε προφορικές ειδοποιήσεις προς τους Ενάγοντες για διευθέτηση των υποχρεώσεων τους. Επίσης ούτε για την καθυστέρηση πληρωμής της δόσης των £15.000 που ήταν πληρωτέα στις 30.7.2004 γίνεται αναφορά στην ένορκη δήλωση. Είναι φανερό ότι η μοναδική μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον μου όσον αφορά τις ισχυριζόμενες επιστολές με τις οποίες καλούνταν οι Ενάγοντες να διευθετήσουν τις οικονομικές υποχρεώσεις τους είναι του Μ.Υ.8 ο οποίος όμως δεν είναι ούτε ο συντάξας αλλ΄ ούτε και ο αποστολέας τους. Επιπλέον καμιά μαρτυρία έχει προσαχθεί ως προς το αν ταχυδρομήθηκαν οι εν λόγω ειδοποιήσεις και αν ναι την ημερομηνία που ταχυδρομήθηκαν, αν παραλήφθηκαν από τους Ενάγοντες και πότε ή έστω ότι δεν επιστράφηκαν ανεπίδοτες αν και ταχυδρομήθηκαν κανονικά, που θα αποτελούσε εκ πρώτης όψεως μαρτυρία παράδοσης των επιστολών στους Ενάγοντες. Σχετική με το θέμα αυτό είναι η υπόθεση Theodorou v. The Abbot of Kykko Monastery, Mr Chrysostomos and others
(1965)1 C.L.R. 9, όπου το Δικαστήριο στη σελίδα 18 αναφέρει τα εξής: "There is a presumption that a letter shown to have been posted, and not returned by the post office, is prima facie evidence of its delivery to the person to whom it is addressed, a presumption which was, after consideration of the authorities, re-affirmed by Parker J., in the case of Re Struve's Trusts
(1912)W.M. 149, 56 Sol. Jo. 551; see also Gilbert n. Gilber
(1948)2 All E.R. 64." Για τους πιο πάνω λόγους, ο ισχυρισμός της Εναγομένης όπως προβάλλεται με τη μαρτυρία του Μ.Υ.8 ότι κλήθηκαν οι Ενάγοντες και γραπτώς με τα Τεκμήρια 50, 51 και 55 να διευθετήσουν τις υποχρεώσεις τους και να εξοφλήσουν τις καθυστερημένες δόσεις προς αποφυγή δυσάρεστων καταστάσεων ακόμα και τερματισμού της συμφωνίας, δεν έχει αποδειχθεί και απορρίπτεται. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης βρίσκω ότι οι Ενάγοντες μέχρι που τερματίστηκε η συμφωνία δεν ήσαν συνεπείς με το χρονοδιάγραμμα που συμφωνήθηκε για την πληρωμή του τιμήματος αγοράς, συμπεριφορά που ανέχθηκε η Εναγόμενη. Επίσης από την προσκομισθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί ότι παρά την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην πληρωμή των δόσεων από μέρους των Εναγόντων, οι δοσοληψίες μεταξύ των διαδίκων συνεχίζονταν όπως και οι εργασίες ολοκλήρωσης της οικοδομής. Μάλιστα ακόμη και μετά τον τερματισμό ο Ενάγοντας 1 συνέχισε να επισκέπτεται την κατοικία και να δίνει οδηγίες στους τεχνικούς. Προχωρά με την τοποθέτηση των καπακιών των εντοιχισμένων ερμαριών στην κουζίνα στις 12.2.2005, γεγονός που επιβεβαιώνει και ο Μ.Υ.4, και με την κατασκευή της πισίνας, που επιβεβαιώνει με τη μαρτυρία του ο Μ.Υ.
- Τόσο η μαρτυρία του Μ.Υ.4 όσο και του Μ.Υ.2 εντυπωσίασαν θετικά το Δικαστήριο. Για τα πιο πάνω γεγονότα που έχουν αποδειχθεί προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι και μετά τις 30.7.2004 που κατέστη πληρωτέα η δόση των £15.000 δυνάμει της κυρίως συμφωνίας, η Εναγόμενη είσπραξε και άλλες δόσεις δηλαδή £10.000 που αφορούσε η μεταχρονολογημένη επιταγή με αριθμό 97231336 (που προνοείτο στη συμπληρωματική συμφωνία) και ήταν πληρωτέα την 1.8.2004 αλλά κατατέθηκε δυο φορές για να εξαργυρωθεί και £10.000 στις 7.12.2004 που αφορούσε η μεταχρονολογημένη επιταγή με αριθμό 97231337 που ήταν πληρωτέα την 1.10.
- Όπως εξελίχθηκαν τα γεγονότα, η αποδοχή από μέρους της Εναγόμενης δόσεων μεταγενέστερα από τις ημερομηνίες που έπρεπε να πληρωθούν ενίοτε με διαφορετικά ποσά από τα συμφωνηθέντα και ενώ καθυστερούντο άλλες δόσεις, σε συνδυασμό με την ανοχή και απραξία της έχουν ως αποτέλεσμα οι όροι πληρωμής του τιμήματος αγοράς να παύσουν να είναι στην πορεία ουσιώδεις. Ως εκ τούτου, η επιστολή ημερομηνίας 3.2.2005 δεν τερμάτισε τη συμφωνία, εφόσον προτού την αποστείλει, η Εναγόμενη δεν κατέστησε τον όρο αναφορικά με το χρόνο και τρόπο πληρωμής του τιμήματος αγοράς ουσιώδη, δίνοντας εύλογη ειδοποίηση προς τους Ενάγοντες να πληρώσουν τις καθυστερημένες δόσεις και να ξοφλήσουν το τίμημα αγοράς (βλ. Στέλλα Ανδρέα Ζακχαίου & άλλος ν. Θεόδουλου Νικόλα Καλογήρου, Πολιτική Έφεση 199/05, ημερ. 20.2.2008). Όχι μόνο δεν το έκαμε αλλ΄ ούτε και συμμορφώθηκε με τις πρόνοιες του όρου 14 της κυρίως συμφωνίας ( Τεκμήριο 2) που προνοεί ρητά για το δικαίωμα της Εναγόμενης να τερματίσει τη συμφωνία σε περίπτωση καθυστέρησης μιας δόσης ή μέρους της πέραν των 10 ημερών αφ΄ ης στιγμής καθίσταται πληρωτέα, αφού προηγουμένως δώσει προθεσμία στους Ενάγοντες με συστημένη επιστολή και αυτοί δεν ανταποκριθούν. Εν πάση περιπτώσει ούτε συστημένη αλλ΄ ούτε και με απλό ταχυδρομείο έχει αποδειχθεί ότι αποστάληκε ή λήφθηκε από τους Ενάγοντες οποιαδήποτε ειδοποίηση πριν τον τερματισμό της συμφωνίας. Με αυτή της την παράλειψη να καταστήσει δηλαδή εκ νέου τους όρους πληρωμής ουσιώδεις με την αποστολή συστημένης επιστολής με την οποία να δίνει στους Ενάγοντες προθεσμία για συμμόρφωση, η Εναγόμενη απώλεσε το δικαίωμα της να τερματίσει τη συμφωνία για παράβαση της από μέρους των Εναγόντων, για τους λόγους που εισηγείται στην επιστολή τερματισμού. Ειδικότερα όσον αφορά την τελευταία δόση της προκαταβολής των £20.000 υπήρξε διαφωνία μεταξύ των διαδίκων και ως προς το κατά πόσο η δόση αυτή ήταν πληρωτέα στις 31.12.
- Ο Ενάγοντας 1 ισχυρίστηκε ότι η πληρωμή της δόσης αυτής εξαρτάτο από την παράδοση της κατοικίας που ήταν αδύνατο να γίνει στις 31.12.
- Από την άλλη ο Μ.Υ.8 υποστήριξε στη μαρτυρία του ότι η κατοικία ήταν έτοιμη για παράδοση στις 31.12.2004, απλά μερικές εργασίες που υπολείπονταν να γίνουν εξαρτώντο από την ολοκλήρωση των αλλαγών στα σχέδια της κατοικίας που επέφεραν οι Ενάγοντες. Ο Μ.Υ.8 παραδέχθηκε στη μαρτυρία του ότι συμφώνησε γι΄ αυτές τις αλλαγές γνωρίζοντας ότι θα προκαλούσαν καθυστέρηση στην παράδοση της κατοικίας, νοουμένου ότι πληρωνόταν κανονικά η μεταχρονολογημένη επιταγή με αριθμό 97231338 για £20.000 στις 31.12.
- Πρόβαλε δηλαδή τη θέση για την ύπαρξη μεταγενέστερης προφορικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων με την οποία παρατάθηκε μόνο η ημερομηνία παράδοσης της κατοικίας όχι όμως η ημερομηνία πληρωμής του ποσού των £20.
- Ο Ενάγοντας 1 όχι μόνο αρνήθηκε ότι έγινε τέτοια συμφωνία αλλά επέμενε ότι οι αλλαγές στα αρχικά σχέδια δεν συνέτειναν καθόλου στην καθυστέρηση παράδοσης της οικοδομής. Έχω μελετήσει όλη τη μαρτυρία που έχει δοθεί και ιδιαίτερα εκείνων των μαρτύρων που ασχολήθηκαν με τις εργασίες κατασκευής της κατοικίας και επίβλεψης των εργασιών. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι μελετώντας τη μαρτυρία του Ενάγοντα 1 και Μ.Υ.8 μου έδωσαν την εντύπωση ότι κατέθεσαν όχι αποκλειστικά με γνώμονα την παρουσίαση στο Δικαστήριο των γεγονότων όπως έχουν εξελιχθεί στην πραγματικότητα, αλλά και οι δυο προσπάθησαν να υπερτονίσουν τις δικές τους θέσεις που θεωρούσαν ότι είχαν δίκαιο, προβάλλοντας ταυτόχρονα τις αδυναμίες της άλλης πλευράς. Αναφορικά με το θέμα των αλλαγών στα σχέδια της κατοικίας δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι οι αλλαγές αυτές από μέρους των Εναγόντων κατέστησαν αδύνατη την παράδοση της κατοικίας στις 31.12.2004, λόγω καθυστερήσεων που προκάλεσαν οι αλλαγές στην ολοκλήρωση των εργασιών, για τις οποίες συμφώνησε ο Μ.Υ.
- Για το θέμα αυτό προτίμησα τη μαρτυρία των Μ.Υ.2 και Μ.Υ.4 αντί αυτής του Ενάγοντα
- Οι Μ.Υ.2 και Μ.Υ.4 ήσαν οι πλέον αρμόδιοι να γνωρίζουν το λόγο που η κατοικία δεν ήταν έτοιμη για παράδοση στις 31.12.2004 εφόσον ο Μ.Υ.2 ήταν ο εργολάβος που ανέλαβε τις οικοδομικές εργασίες και ο Μ.Υ.4 ο επιβλέπων μηχανικός. Ειδικά ο Μ.Υ.2 αναφέρθηκε με κάθε λεπτομέρεια στις οδηγίες που του έδινε ο Ενάγοντας 1 απευθείας, τις εργασίες που εκτέλεσε και πώς προχωρούσαν οι εργασίες. Συνεπώς βρίσκω ότι κατά τη διάρκεια των εργασιών ο Ενάγοντας 1 έδινε οδηγίες για διάφορες αλλαγές στα αρχικά σχέδια, η εκτέλεση των οποίων απαιτούσε επιπρόσθετο χρόνο και δαπάνη, με τις οποίες συμφώνησε η Εναγόμενη. Θα πρέπει να τονιστεί ότι ο Μ.Υ.8 παραδέχθηκε ότι συμφώνησε με τις αλλαγές στα σχέδια αν και πληροφορείτο την υστάτη, χωρίς ποτέ να απαιτήσει συμμόρφωση με τις πρόνοιες του όρου 9 της κυρίως συμφωνίας που αναφέρεται σε δικαίωμα των Εναγόντων για προσθήκες και αλλαγές στα σχέδια αφού τηρηθούν ορισμένες προϋποθέσεις, καθιστώντας με την εν λόγω συμπεριφορά του και αυτό τον όρο στην πορεία μη ουσιώδη. Όσον αφορά την επίκληση από τον Μ.Υ.8 μεταγενέστερης προφορικής συμφωνίας δεν κρίνεται αποδεκτή. Αν υπήρχε τέτοια συμφωνία μεταξύ των διαδίκων σίγουρα θα γινόταν σχετική αναφορά στην επιστολή τερματισμού (Τεκμήριο 14), που δεν υπάρχει. Κατά συνέπεια εφόσον δεν είχε συμφωνηθεί διαφορετικά μεταξύ των διαδίκων, η Εναγόμενη δεν είχε τη δυνατότητα μονομερώς να τροποποιήσει ή αντικαταστήσει τους όρους της αρχικής συμφωνίας. Το κατά πόσο η πληρωμή των £20.000 εξαρτάτο από την παράδοση της κατοικίας είναι θέμα ερμηνείας της συμπληρωματικής συμφωνίας. Κριτήριο ερμηνείας μιας συμφωνίας αποτελεί η διαπίστωση της έννοιας που μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Οι επίμαχοι συμβατικοί όροι εξετάζονται όχι απομονωμένα αλλά στο πλαίσιο της συμφωνίας ως συνόλου. Η αποκάλυψη του υποβάθρου της συμφωνίας εξαιρουμένων των διαπραγματεύσεων, μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων, αποτελεί πάντοτε χρήσιμο οδηγό βλ. Θεοχάρους ν. Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ. 249 στη σελίδα 246, Saab and Another v. Holy Monastery of Ag. Neophytos
(1982)1 A.A.Δ. 499, Γεωργική Εταιρεία Δ.Γ. Φουτάς ν. Εταιρεία Βάσος, Εμπόρου Γεωργικών Προϊόντων Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ. 168, American Express Assurance Co v. Εταιρεία Κατασκευών ΔΡΕΚΑ Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 597, Στέλιος Θεοδούλου ν. ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ
(1997)1(Δ) Α.Α.Δ. 1551, Ταμείο Προνοίας των Διευθυντών Συμβούλων των Π.Κ. Ορεινός Λτδ και ΣΑΔΟΛΙΝ ΠΕΙΝΤΣ (ΚΥΠΡΟΣ) ΛΤΔ & άλλος ν. Φρίξου Φιλίππου
(2004)1 Α.Α.Δ. 2013). Σκοπός της ερμηνείας μιας σύμβασης είναι να ανακαλυφθεί η πρόθεση του συγγραφέα και συνεπώς η ερμηνεία πρέπει να είναι όσο το δυνατό πλησιέστερη στο μυαλό και στη φανερή πρόθεση των μερών. Η πρόθεση πρέπει να απορρέει από το έγγραφο και το Δικαστήριο πρέπει να βεβαιώσει τι εννοούσαν τα μέρη με τη διατύπωση που χρησιμοποίησαν, να δηλώνει το νόημα του περιεχομένου του εγγράφου και όχι του τι υπήρχε πρόθεση να γραφτεί, να εφαρμόσει την πρόθεση όπως έχει εκφραστεί. Δεν επιτρέπεται να εικάζεται η πρόθεση των μερών και να αντικαθίσταται η ρητή με την τεκμαιρόμενη πρόθεση. (Βλ. Οικονόμου κ.α. ν. Ττοφινή κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 436 στις σελίδες 440, 441 και Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 Α.Α.Δ. 168.) Όταν μια συμφωνία διατυπώνεται εγγράφως κατόπιν επιθυμίας των συμβαλλομένων, εξωγενής μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή για να αντικρούσει, τροποποιήσει, αφαιρέσει ή προσθέσει στους όρους που έχουν διατυπωθεί στο έγγραφο (βλ. Jacobs v. Batavia and General Plantations Trust
(1924)1 Ch. 287). Στην υπόθεση ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ ΧΟΤΕΛΣ ΛΤΔ ν. Γεώργιος Ν. Μούτση,
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. αναφέρθηκαν τα εξής: «Ένας βασικός κανόνας ερμηνείας ενός εγγράφου είναι ότι οι λέξεις που χρησιμοποιούνται πρέπει να ερμηνεύονται κατά γράμμα (literal meaning), όπως είναι γενικά κατανοητές (Robertson v. French
(1803)4 East 130). Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Beard v. Moira Colliery Co
(1915)1 Ch. 257). ¨Στην ερμηνεία ενός εγγράφου πρέπει να αποδίδεται σε συνηθισμένες λέξεις η απλή και συνηθισμένη ερμηνεία τους.¨» Διαβάζοντας το συγκεκριμένο όρο στο Τεκμήριο 2Α δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πληρωμή του ποσού των £20.000 από τους Ενάγοντες συνδεόταν με την ημέρα της παράδοσης, δηλαδή 31.12.
- Η υποχρέωση της πληρωμής των £20.000 και της παράδοσης της κατοικίας ενόψει του λεκτικού του σχετικού όρου, θα πρέπει να εκπληρωθούν ταυτόχρονα ως εξαρτημένες αμοιβαίως, με την έννοια του άρθρου 51 του περί Συμβάσεων Νόμου. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο όρος 3 της κυρίως συμφωνίας (Τεκμήριο 2) επιβεβαιώνει ότι η παράδοση κατοχής της κατοικίας θα γίνει στις 31.12.
- Οι όροι για πληρωμή και συγχρόνως παράδοση της κατοικίας, καθιστούσαν αμοιβαίες τις υποσχέσεις και συνεπώς ενόψει απόρριψης του ισχυρισμού της Εναγόμενης για μεταγενέστερη προφορική συμφωνία παράτασης της παράδοσης της κατοικίας όχι όμως και της υποχρέωσης πληρωμής των £20.000, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι Ενάγοντες αθέτησαν την δική τους υπόσχεση για πληρωμή των £20.000 κατά την ορισθείσα ημερομηνία. Όπως είναι διατυπωμένος ο σχετικός όρος στη συμφωνία, η πληρωμή των £20.000 είναι εξαρτημένη με την παράδοση της κατοικίας εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά που δεν έχει αποδειχθεί να έγινε κάτι τέτοιο στην παρούσα περίπτωση, όπως αποφάσισα ανωτέρω. Κατά συνέπεια εφόσον η Εναγόμενη παρέμεινε σιωπηλή και δεν έδωσε γραπτή προειδοποίηση 20 ημερών σύμφωνα με τον όρο 6 του Τεκμηρίου 2 για την πληρωμή των £20.000 κατ΄ επίκληση του ουσιώδους όρου της συμφωνίας, εκφράζοντας ταυτόχρονα και την προθυμία και ετοιμότητα της να παραδώσει την κατοικία δεν μπορούσε να καταλογίσει ευθύνη στους Ενάγοντες για παράβαση ουσιώδους όρου της συμφωνίας παρέχοντας δικαίωμα τερματισμού της. Η στάση της Εναγόμενης είχε ως αποτέλεσμα την αποδυνάμωση του αρχικού ουσιώδους όρου (βλ. Χατζημιχαήλ ν. Αντρέου, Πολιτική Έφεση 270/06, ημερ. 18.4.2008). Από την άλλη, οι Ενάγοντες με την επιστολή του δικηγόρου τους (Τεκμήριο 15) που στάληκε σε απάντηση του Τεκμηρίου 14 κάλεσε μεταξύ άλλων την Εναγόμενη να προσδιορίσει το χρόνο που θα είναι έτοιμη για παράδοση η κατοικία αλλά από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου δε φαίνεται να υπήρξε ανταπόκριση από μέρους της Εναγόμενης. Εκτενής ανάλυση του άρθρου 51 του περί Συμβάσεων Νόμου έγινε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Σπύρου ν. Aristo Developers
(2004)1 A.A.Δ. 1159 όπου στη σελ. 1166 αναφέρθηκαν τα εξής: «Στην παρούσα υπόθεση, η στάση και των δύο συμβαλλομένων ως προς την εκπλήρωση των αμοιβαίων υποσχέσεων τους κατά την κοινή και για τους δύο ταχθείσα ημερομηνία, κατά την ευνοϊκότερη για τον εφεσείοντα εκδοχή, αφαιρουμένης δηλαδή της κρίσης πως δεν ήταν πράγματι έτοιμος και πρόθυμος τότε ήταν ακριβώς η ίδια. Δεν επικοινώνησαν μεταξύ τους και ουδείς εξέφρασε προθυμία και δυνατότητα εκπλήρωσης. Τούτου δοθέντος, ουδείς απέκτησε ιδιαίτερο δικαίωμα έναντι του άλλου, απλώς με αναφορά στην ημερομηνία που τάχθηκε. Εφόσον δε αναφερόμαστε στον εφεσείοντα, αυτός δεν μπορούσε, ενώ παρέμεινε σιωπηλός και δεν ζήτησε πληρωμή κατ΄ επίκληση του ουσιώδους του χρόνου, εκδηλώνοντας και την προθυμία και ετοιμότητά του να μεταβιβάσει ταυτοχρόνως, να καταλογίσει στους εφεσίβλητους παράβαση ουσιώδους όρου της σύμβασης παρέχουσας, άνευ ετέρου, δικαίωμα τερματισμού ή ακύρωσής της. Η σύμβαση, βεβαίως, παρέμεινε ζωντανή αλλά, πλέον με αποδυναμωμένους τους όρους για το ουσιώδες του χρόνου εκπλήρωσης. Από εκεί και πέρα, ήταν θέμα του καθενός να ενεργήσει και το ζήτημα δεν αφορά στο ποιος πρόλαβε να κάμει τι. Οι εφεσίβλητοι θα ήταν ένοχοι παράλειψης αν σε πρόσκληση για πληρωμή και μεταβίβαση σε ορισμένο νέο ευλόγως τιθέμενο χρόνο, δεν ανταποκρίνονταν. Ο εφεσείων δεν μπορούσε, όπως ορθά έκρινε το πρωτόδικο Δικαστήριο, απλώς να τερματίσει τη σύμβαση.» Και σε περίπτωση ακόμα που γινόταν δεκτή από το Δικαστήριο η θέση του Μ.Υ.8 για μεταγενέστερη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων που αποδέσμευε την πληρωμή των £20.000 από την παράδοση, θέση που εν πάση περιπτώσει δεν έγινε δεκτή από το Δικαστήριο, η παράλειψη της Εναγόμενης να καταστήσει ξανά ουσιώδεις τους όρους πληρωμής του τιμήματος αγοράς που είχαν αποδυναμωθεί στην πορεία και να τους δώσει προθεσμία συμμόρφωσης, της στερούσε το δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας λόγω μη πληρωμής της πιο πάνω δόσης στις 31.12.2004. Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων μου με το να προβεί η Εναγόμενη σε τερματισμό της συμφωνίας, αυτή της η συμπεριφορά δίνει δικαίωμα στους Ενάγοντες να θεωρήσουν τη συμφωνία είτε ότι έχει ακυρωθεί ή παραβιαστεί από μέρους της Εναγόμενης η οποία υποχρεούται στην πληρωμή αποζημιώσεων (βλ. Paraskeva & Others v. Lantas
(1988)1 C.L.R. 285). Αν και αρχικά οι Ενάγοντες αξίωναν με την Αγωγή τους και ειδική εκτέλεση της συμφωνίας, εντούτοις στο στάδιο των αγορεύσεων η αξίωση τους περιορίστηκε μόνο σε αποζημιώσεις για διάρρηξή της. Ως εκ τούτου με τον εντοπισμό του υπαίτιου της διάρρηξης της συμφωνίας που είναι η Εναγόμενη, το επόμενο ερώτημα είναι η μορφή των αποζημιώσεων που δικαιούνται οι Ενάγοντες. Απ΄ ότι φαίνεται από την Έκθεση Απαίτησης και την αγόρευση του δικηγόρου τους, οι Ενάγοντες αξιώνουν επιστροφή του ποσού που δόθηκε στην Εναγόμενη έναντι του τιμήματος αγοράς δηλαδή £125.000, £17.595 ως χρήματα που πλήρωσαν για προσθηκομετατροπές, £2.109 δικαιώματα για υποθήκη και £15.000 διαφορά της αξίας της κατοικίας. Στόχος και σκοπός του άρθρου 73 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 όταν εξετάζεται ο υπολογισμός των αποζημιώσεων για παράβαση συμφωνίας, είναι η αποκατάσταση του αθώου μέρους, στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. Οι αποζημιώσεις στοχεύουν στην επαναφορά του αθώου μέρους στη θέση που θα βρισκόταν αν η συμφωνία ολοκληρωνόταν (βλ. Saab v. Holy Monastery of Ayios Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499 και Μαγδαληνή Θεοδούλου Καλογήρου ν. Α. Zakheos Estates Ltd & άλλος, Πολιτική Έφεση 183/07, ημερ. 18.12.2008). Ο γενικός κανόνας είναι ότι οι αποζημιώσεις θα πρέπει να υπολογίζονται κατά την ημερομηνία που προκύπτει το αγώγιμο δικαίωμα. Επίκεντρο δε είναι η διαφορά μεταξύ του τιμήματος αγοράς και της αγοραίας αξίας του ακινήτου κατά το χρόνο της διάρρηξης. (Βλ. Ερωτοκρίτου ν. Θεοδώρου & άλλης
(1997)1(Γ) A.A.Δ. 1800 και Καλησπέρας ν. Δρυάδη (ανωτέρω)). Ταυτόχρονα, στις πιο πάνω αποφάσεις αναγνωρίζεται νομολογιακά η δυνατότητα καθορισμού των αποζημιώσεων σε χρόνο μεταγενέστερο της παράβασης της συμφωνίας. Αυτό εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Όταν, για παράδειγμα για ένα καλό λόγο, η επιθυμία για ολοκλήρωση της συμφωνίας εξακολουθεί να υφίσταται (βλ. Δρουσιώτης ν. Ιερωνυμίδης
(1990)1 Α.Α.Δ. 1026). Ερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης η εκδήλωση πρόθεσης της Εναγόμενης για μη υλοποίηση της συμφωνίας έγινε με σαφή τρόπο με την επιστολή της δικηγόρου της ημερομηνίας 3.2.2005 που παραλήφθηκε από τους Ενάγοντες στις 8.2.2005 αλλά και με την παράλειψη της να απαντήσει στην επιστολή του δικηγόρου των Εναγόντων ημερομηνίας 9.2.2005 (Τεκμήριο 15) που την καλούσε να αποσύρει τον τερματισμό και να τους δώσει ένδειξη του χρόνου παράδοσης της κατοικίας. Συνεπώς βρίσκω ότι είναι ορθό να επιλεγεί ως χρονικό σημείο που οριστικοποιήθηκε η πρόθεση της Εναγόμενης να μην υλοποιήσει τη συμφωνία την ημερομηνία 8.2.2005, έστω και αν ο Ενάγοντας 1 συνέχισε να επισκέπτεται την οικοδομή και να φροντίζει να τοποθετούνται υλικά και να γίνονται διάφορες εργασίες μέχρι τα μέσα του Φεβρουαρίου του
- Στην παρούσα περίπτωση οι Ενάγοντες αξιώνουν τα χρήματα που πλήρωσαν, δηλαδή £125.
- Το ποσό αυτό καταβλήθηκε στην Εναγόμενη έναντι ανταλλάγματος το οποίο δεν έχει δοθεί οπότε είναι ανακτητέο ως χρέος (βλ. Καλησπέρας ν. Δρυάδη κ.α. (ανωτέρω)). Η κατοικία ουδέποτε περιήλθε στην κατοχή των Εναγόντων. Ήταν από ανέκαθεν στην κατοχή της Εναγόμενης και σήμερα διαμένει σ΄ αυτή, με βάση τη δοθείσα μαρτυρία, ο Μ.Υ.
- Με αυτά τα δεδομένα στην απουσία ανταλλάγματος, η υποχρέωση της Εναγόμενης να επιστρέψει το ποσό των £125.000 για αποκατάσταση των Εναγόντων καθίσταται απόλυτη. Περαιτέρω οτιδήποτε έχει δαπανηθεί από τους Ενάγοντες είτε για λογαριασμό της Εναγόμενης είτε από προσωπική τους επιθυμία και τοποθετήθηκαν στην οικοδομή με τη σύμφωνη γνώμη της Εναγόμενης, σαφώς προσφέρθηκαν για σκοπό που έπαψε να υφίσταται με υπαιτιότητα της Εναγόμενης. Η επιδίκαση και αυτών των εξόδων είναι ένα μέτρο αποζημίωσης των Εναγόντων για τη μη ολοκλήρωση της συμφωνίας, που πηγάζει άμεσα από τον τερματισμό της. Οι Ενάγοντες αξιώνουν £230, ποσό που πλήρωσαν στον Μ.Υ.2 για εκσκαφή του χώρου της πισίνας. Για το κονδύλι αυτό εκτός από τον Ενάγοντα 1 και ο Μ.Υ.2 επιβεβαιώνει ότι του πληρώθηκε το ποσό αυτό από τον Ενάγοντα 1 για την εκσκαφή και εξέδωσε την απόδειξη πληρωμής (Τεκμήριο 27). Συνεπώς οι Ενάγοντες δικαιούνται και σ΄ αυτό το ποσό. Επίσης αξιώνουν με την Αγωγή τους το ποσό των £6.082,92 που ισχυρίζονται ότι πλήρωσαν για την προμήθεια και τοποθέτηση πορτοπαραθύρων PVC σε αντικατάσταση των αλουμινίων που συμφωνήθηκαν αρχικά με την Εναγόμενη. Για το κονδύλι αυτό εκδόθηκε το τιμολόγιο (Τεκμήριο 6Α) για το ποσό των £5.500 ημερομηνίας 30.11.2004 στη βάση προσφοράς (Τεκμήριο 6). Δεν αμφισβητείται από την άλλη πλευρά η τοποθέτηση των πορτοπαραθύρων PVC αντί αλουμινίων, το μόνο παράπονο της είναι ότι δεν ήταν δική της εκλογή εφόσον προτιμούσε αλουμίνια και πρόβαλε τη θέση ότι για ορισμένα αντιμετωπίζει προβλήματα. Βρίσκω ότι έχει αποδειχθεί η πληρωμή του ποσού των £5.500 για τα πορτοπαράθυρα PVC για το οποίο οι Ενάγοντες δικαιούνται απόφασης. Για τα εντοιχισμένα έπιπλα κουζίνας και υπνοδωματίων ο Ενάγοντας 1 ισχυρίστηκε ότι πλήρωσε συνολικά £6.000, δυνάμει τιμολογίου που εξέδωσε η εταιρεία Απόστολος Δημητρίου Επιχειρήσεις Λτδ, ημερομηνίας 12.2.2005 (Τεκμήριο 7) και εκδόθηκαν οι δύο αποδείξεις πληρωμής (Τεκμήριο 7Α) για το ποσό των £3.000 η κάθε μια. Η πρώτη απόδειξη είναι ημερομηνίας 10.12.2004 και η άλλη 14.2.
- Δεν αμφισβητήθηκε η τοποθέτηση των εντοιχισμένων επίπλων που αναφέρονται στο πιο πάνω τιμολόγιο στην κατοικία και συνεπώς με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε βρίσκω ότι έχει αποδειχθεί και αυτή η ζημιά. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τον Μ.Υ.4 ήδη είχαν τοποθετηθεί τα έπιπλα αυτά μέχρι τον τερματισμό της συμφωνίας και απλά στις 12.2.2005 τοποθετήθηκε το καπάκι του πάγκου. Από τη μαρτυρία φαίνεται να δαπανήθηκε επίσης ποσό εκ £1.100 για αγορά κεραμικών από την εταιρεία Rialas Bathroom Gallery και εκδόθηκε τιμολόγιο (Τεκμήριο 8). Το ποσό αυτό βρίσκω ότι πληρώθηκε από τους Ενάγοντες και εκδόθηκε η απόδειξη (Τεκμήριο 8Α), κατόπιν άρνησης της Εναγόμενης να αποδεχθεί το σχετικό τιμολόγιο. Τη δοσοληψία αυτή επιβεβαιώνει και η Μ.Ε.4, τη μαρτυρία της οποίας δέχομαι ως αληθή. Από τη μαρτυρία έχει αποδειχθεί ότι τα πλακάκια που αφορά το Τεκμήριο 8 τοποθετήθηκαν στην υπό ανέγερση οικοδομή, γεγονός που επιβεβαιώνει και ο Μ.Υ.2 στη μαρτυρία του. Συνεπώς οι Ενάγοντες δικαιούνται σε ανάκτηση και αυτού του ποσού. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται επίσης ότι πλήρωσαν £3.783,50 στην εταιρεία Riviera Swimming Pools Ltd (που στο εξής θα καλείται «Riviera» για την κατασκευή πισίνας για λογαριασμό της Εναγόμενης, ποσό που αξιώνουν. Αμφισβητήθηκε από την Εναγόμενη ότι η πισίνα περιλαμβανόταν στις συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων και υποστήριξε ότι η κατασκευή της ήταν έξτρα εργασία. Το ίδιο το κείμενο της κυρίως συμφωνίας όμως τη διαψεύδει. Η περιγραφή του πωλούμενου ακινήτου δίνεται στη παράγραφο 1 της κυρίως συμφωνίας (Τεκμήριο 2) που είναι η εξής: "
- Οι Α' Συμβαλλόμενοι συμφωνούν να πουλήσουν στους Β' Συμβαλλόμενους μια κατοικία 3 υπνοδωματίων (μαιζονέττα) αρ. 2, που ανεγείρεται στο τεμάχιο με αρ. εγγραφής 6338 του Φ/Σ.51/04, τεμ. 1068 που βρίσκεται στη τοποθεσία Σταυρός του χωριού Κονιά από τους Α' Συμβαλλομένους και όπως εμφαίνεται στην επισυνημμένη, μονογραφημένη και χρωματισμένη με χρώμα κίτρινο κάτοψη αρχιτεκτονικών σχεδίων, οι οποίοι συμφωνούν να αγοράσουν την αναφερόμενη κατοικία που στη συνέχεια θα αναφέρεται σαν το Ακίνητο". Επίσης ο όρος 4 του Τεκμηρίου 2 αναφέρει τα εξής: «
- Η κατοικία θα ανεγερθεί σύμφωνα με τα αρχιτεκτονικά σχέδια και τεχνικούς όρους που επισυνάπτονται στο παρόν έγγραφο και σύμφωνα με όλους τους κανόνες τέχνης και επιδεξιότητας και υπογράφονται από αμφότερους τους Συμβαλλόμενους.» Στην κυρίως συμφωνία επισυνάφθηκε κάτοψη αρχιτεκτονικών σχεδίων στην οποία φαίνεται σχεδιασμένη η πισίνα με τις ακριβείς διαστάσεις της, γεγονός που επιβεβαιώνει ο ίδιος ο αρχιτέκτονας που εκπόνησε τα σχέδια (Μ.Υ.5). Το αρχιτεκτονικό σχέδιο έχει μονογραφηθεί από τους διαδίκους και χρωματιστεί με κίτρινο χρώμα. Στην κάτοψη, με βάση τη μαρτυρία του Μ.Υ.5, την οποία αποδέχομαι ως αληθή, περιγράφεται και πισίνα έκτασης 28 τετραγωνικών μέτρων μαζί με την περιγραφή των υπόλοιπων χώρων και την έκταση που καταλαμβάνει ο καθένας. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Λάμπρου v. Παράσχου κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 397 όπου έχει επισυναφθεί τοπογραφικό σχέδιο σε συμφωνία πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας με την πρόνοια ότι τούτο αποτελεί μέρος της συμφωνίας, τότε το τοπογραφικό καθίσταται μέρος της συμφωνίας η οποία πρέπει να ερμηνευθεί με αναφορά στο τοπογραφικό σχέδιο. Αναφορικά με τη νομική σημασία του σχεδίου που ενσωματώνεται σε σύμβαση το Σύγγραμμα Odger´s Constructions of Deeds and Statutes, 5η έκδοση στη σελίδα 181 αναφέρει τα εξής: "If the plan is incorporated by reference into the deed, it becomes part of the deed and must be constructed together with the deed itself." Στην προκειμένη περίπτωση όχι μόνο έχει μονογραφηθεί το αρχιτεκτονικό σχέδιο από τους διαδίκους και μάλιστα στο χώρο που έχει σχεδιαστεί η πισίνα, αλλά και η πισίνα είναι χρωματισμένη με κίτρινο χρώμα όπως η υπόλοιπη οικοδομή. Συνεπώς οι όροι της συμφωνίας όσον αφορά τις εργασίες που ανέλαβε να κάμει η Εναγόμενη, είναι σαφείς και δεν υπάρχει οτιδήποτε που να χρειάζεται διευκρίνησης ή διασάφησης. Ακόμα και να υπήρχε οποιαδήποτε αμφιβολία, με τη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί δεν έχει αποδειχθεί ότι η πισίνα εξαιρείτο της συμφωνίας. Ένα από τα επιχειρήματα που η δικηγόρος της Εναγομένης πρόβαλε κατά την αγόρευση της γιατί η κατασκευή της πισίνας δεν προβλεπόταν στη συμφωνία, είναι ότι οι Ενάγοντες συμφώνησαν από μόνοι τους με την εταιρεία Riviera για τη κατασκευή της στην οποία μάλιστα έκαμαν και πληρωμές, παραμένοντας μόνο ένα υπόλοιπο. Από τη μαρτυρία όμως διαφάνηκε ότι δεν ήταν η μοναδική παραγγελία που έκαμαν από μόνοι τους οι Ενάγοντες εν γνώσει και με την ανοχή της Εναγόμενης εφόσον παράγγειλαν εντοιχισμένα έπιπλα, πορτοπαράθυρα, πλακάκια, κεραμικά και άλλα υλικά. Εξάλλου ο Ενάγοντας 1 επεξήγησε στη μαρτυρία του ότι η παραγγελία που έκανε για την πισίνα ήταν με την έγκριση και για λογαριασμό της Εναγόμενης και ήταν και ένας από τους λόγους που δεν πλήρωσε τη δόση των £15.000 στις 30.7.2004 γιατί η αξία της πισίνας θα αφαιρείτο από τη δόση αυτή. Για υποστήριξη του ισχυρισμού του ότι η κατασκευή της πισίνας δεν περιλαμβανόταν στη συμφωνία, ο Μ.Υ.8 κατάθεσε ως Τεκμήριο 44 φάκελο με διάφορα διαφημιστικά έγγραφα που αφορούν κατασκευαστικά έργα της Εναγόμενης περιλαμβανομένης και της επίδικης κατοικίας. Στα έγγραφα αυτά υπάρχει αναφορά ότι η αξία της πισίνας δεν περιλαμβάνεται στην τιμή. Σύμφωνα με τον Μ.Υ.8 οι Ενάγοντες γνώριζαν αυτό το γεγονός εφόσον με βάση αυτά τα έγγραφα κατέληξαν στην επίδικη συμφωνία. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι αν και ο Ενάγοντας 1 αντεξετάστηκε εν εκτάσει από τη δικηγόρο της Εναγόμενης εντούτοις δεν του υποβλήθηκε η θέση αυτή για να τοποθετηθεί. Επιπλέον, δεν υπάρχει καμιά αναφορά στις γραπτές συμφωνίες (Τεκμήρια 2 και 2Α) ότι τα διαφημιστικά αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας, όπως έγινε με την κάτοψη των αρχιτεκτονικών σχεδίων. Επίσης οι διαστάσεις της επίδικης κατοικίας όπως περιγράφονται στα επισυναπτόμενα στο Τεκμήριο 2 σχέδια, δεν φαίνεται να συμφωνούν με την περιγραφή της στα διαφημιστικά φυλλάδια. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει στο Τεκμήριο 44 οποιαδήποτε βαρύτητα. Σε σχέση με τις αναφορές των Μ.Υ.2, Μ.Υ.4 και Μ.Υ.5 στη μαρτυρία τους αν περιλαμβανόταν ή όχι στη συμφωνία η υποχρέωση κατασκευής πισίνας από την Εναγόμενη, από τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί δεν έχω πειστεί ότι τα πρόσωπα αυτά ήταν σε θέση να γνωρίζουν τι ακριβώς συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων. Από την άλλη αν η πισίνα δεν προβλεπόταν στη συμφωνία τότε δεν υπήρχε λόγος ο Μ.Υ.4 που ήταν ο επιβλέπων μηχανικός και διορίστηκε από την Εναγόμενη, να λάβει μέρος στις προσφορές που ζητήθηκαν για τη κατασκευή της. Επίσης το γεγονός ότι η κατασκευή πισίνας δεν ήταν μέσα στις υποχρεώσεις του Μ.Υ.2 με βάση τη συμφωνία που υπέγραψε με την Εναγόμενη (Τεκμήριο 26), δεν σημαίνει από μόνο του ότι δεν έγινε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για την κατασκευή της. Εν πάση περιπτώσει από τη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί και από τις δυο πλευρές βρίσκω ότι η κατασκευή πισίνας με τις διαστάσεις που φαίνονται στα σχέδια περιλαμβανόταν στη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων. Αυτή παραγγέλθηκε από τους Ενάγοντες και κατασκευάστηκε από τη Riviera με την ανοχή και έγκριση της Εναγόμενης, η οποία μάλιστα ανάλαβε την ολοκλήρωση των εργασιών κατασκευής της, εφόσον με την παράλειψη των Εναγόντων να πληρώσουν το υπόλοιπο της αμοιβής της εταιρείας Riviera, αυτή σταμάτησε τις εργασίες. Από τη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί βρίσκω ότι έχει αποδειχθεί ότι οι Ενάγοντες πλήρωσαν συνολικά £3.783,50 για την πισίνα και εκδόθηκαν οι αποδείξεις πληρωμής που είναι τα Τεκμήρια 10Α, 10Β και 10Γ. Συνεπώς οι Ενάγοντες δικαιούνται και σε αυτό το ποσό. Οι Ενάγοντες αξιώνουν επίσης το ποσό των £400 για γύψινες κορνίζες που αγόρασαν από το κατάστημα The Andri Paint και εκδόθηκε η απόδειξη (Τεκμήριο 11) για το οποίο επίσης δικαιούνται απόφασης. Όσον αφορά την αξία του γλυπτού εκ £700 βρίσκω ότι η σχετική αξίωση δεν έχει αποδειχθεί και απορρίπτεται εφόσον καμιά μαρτυρία έχει προσαχθεί για απόδειξη της πληρωμής του. Σε σχέση με την αξίωση για δικαιώματα υποθήκης καμιά σχετική μαρτυρία έχει προσαχθεί προς απόδειξη της, γι΄ αυτό και απορρίπτεται. Το άλλο σκέλος της αποζημίωσης που διεκδικούν οι Ενάγοντες είναι η διαφορά μεταξύ της αγοραίας αξίας της κατοικίας και του τιμήματος αγοράς εφόσον ισχυρίζονται ότι η αξία της έχει αυξηθεί μέχρι τον τερματισμό της συμφωνίας. Σχετικές με το θέμα αυτό είναι οι μαρτυρίες των Μ.Ε.2 και Μ.Υ.6 που είναι εγγεγραμμένοι εκτιμητές και ετοίμασαν γραπτές εκθέσεις. Ο Μ.Ε.2 στην εκτίμησή του (Τεκμήριο 18) που την ετοίμασε στις 30.11.2006, υπολογίζει την αξία της κατοικίας κατά την 1.1.2005 σε £182.700 περιλαμβανομένης της αξίας της πισίνας εκ £10.000, ενώ ο Μ.Υ.6 στις εκτιμήσεις του (Τεκμήρια 5 και 37) τέλος του Νιόβρη του 2004 την υπολογίζει σε £166.500 εξαιρουμένης της αξίας της πισίνας που πιθανότατα να μην υπήρχε κατά την επίσκεψη του. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Ενάγοντας 1 πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι το Γενάρη του 2005 διαπίστωσε ότι το εμβαδόν της κατοικίας ήταν μικρότερο από εκείνο που συμφωνήθηκε και έκαμε σχετικό παράπονο στον Μ.Υ.8 με αποτέλεσμα να ξεκινήσουν τα προβλήματα μεταξύ των διαδίκων. Όμως η θέση αυτή δεν είναι δικογραφημένη και συνεπώς δεν μπορεί να σχολιαστεί από το Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει δεν τίθεται θέμα διαφοράς στο εμβαδόν μετά τη μαρτυρία του Μ.Υ.4 ότι η κατοικία έχει το εμβαδόν που συμφωνήθηκε και φαίνεται στα σχέδια, δηλαδή 186 τ.μ. Συγκρίνοντας τις δύο αξίες που υπολόγισαν οι εκτιμητές, δε φαίνεται να έχουν μεγάλη διαφορά όταν προστεθεί στην εκτίμηση του Μ.Υ.6 και η αξία της πισίνας. Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αγοραίας αξίας της επίδικης κατοικίας είναι η ημερομηνία 8.2.2005 που είναι η ημερομηνία διάρρηξης της συμφωνίας και η ημερομηνία υπολογισμού των αποζημιώσεων. Από τη σύγκριση των δυο εκτιμήσεων σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης, κρίνω δίκαιο όπως στηριχθώ στην εκτίμηση του Μ.Υ.6 για καθορισμό των αποζημιώσεων που δικαιούνται οι Ενάγοντες, που είναι η διαφορά της αγοραίας αξίας της κατοικίας στις 8.2.2005 από το τίμημα αγοράς της. Προτίμησα την εκτίμηση του Μ.Υ.6 αν και αυτή αναφέρεται στην αγοραία αξία της κατοικίας ένα μήνα πριν την 1.1.2005 που πήρε ως βάση ο Μ.Ε.2, γιατί ο Μ.Υ.6 είχε επισκεφθεί την οικοδομή το χρόνο που διεξάγονταν οι εργασίες και ήταν σε καλύτερη θέση να εκτιμήσει την αξία της από τον Μ.Ε.2 που επισκέφθηκε την οικοδομή μετά δυο χρόνια περίπου και την εξέτασε μόνο εξωτερικά. Με την εκτίμηση του Μ.Υ.6 φαίνεται να συμφωνούν και οι Ενάγοντες εφόσον ουσιαστικά δεν τον αντεξέτασαν. Από την άλλη οι δυο πωλήσεις που χρησιμοποίησε στην εκτίμηση του ο Μ.Ε.2 αναφέρονται στο έτος 2006 και δεν έδωσε σαφείς εξηγήσεις για την αναπροσαρμογή που έκαμε για να καταλήξει στην εκτίμηση του. Στο ποσό της εκτίμησης του Μ.Υ.6 θα πρέπει όμως να προστεθεί η αξία της πισίνας που ασφαλώς δεν λήφθηκε υπόψη γιατί κατασκευάστηκε μετά την επίσκεψή του. Κρίνω ότι ο καλύτερος οδηγός για υπολογισμό της αξίας της πισίνας είναι η συμφωνηθείσα αμοιβή της εταιρείας Riviera για την κατασκευή της (βλ. συμβόλαιο Τεκμήριο 9) που είναι το ποσό των £5.405. Συνεπώς με βάση την εκτίμηση του Μ.Υ.6 η αγοραία αξία της επίδικης κατοικίας τέλος του Νιόβρη του 2004 είναι £166.500, πλέον £5.405 αξία της πισίνας, δηλαδή σύνολο £171.905. Καταλήγοντας, οι Ενάγοντες δικαιούνται σε £11.905 δηλαδή €20.340,90 ως αποζημιώσεις (£171.905 - £160.000 = £11.905 δηλαδή €20.340,90), που είναι η διαφορά της αγοραίας αξίας της κατοικίας με το τίμημα αγοράς. Όσον αφορά την Ανταπαίτηση, αυτή θα πρέπει να απορριφθεί λόγω της κατάληξης μου ότι η Εναγόμενη ευθύνεται για τον τερματισμό της συμφωνίας. Όμως σε περίπτωση που η απόφαση μου όσον αφορά τον υπαίτιο της διάρρηξης της συμφωνίας ήθελε κριθεί λανθασμένο, θα προχωρήσω να ασχοληθώ πολύ περιληπτικά με την Ανταπαίτηση. Ειδικά για το θέμα της αμοιβής του κτηματομεσίτη εκ £8.000 που ζητείται ανταπαιτητικά, η Εναγόμενη δεν θα δικαιούταν σε ανάκτηση του εν λόγω ή οποιουδήποτε ποσού ως αμοιβή του Μ.Υ.7 για τον εξής λόγο: Από τη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί είναι φανερό ότι η συμφωνία στην οποία κατέληξαν οι διάδικοι ήταν το άμεσο αποτέλεσμα της μεσολάβησης του Μ.Υ.7 οπότε σίγουρα αυτός θα δικαιούταν προμήθειας (βλ. Κυριάκος Χατζηκυριάκος v. Κώστας Σεβέρης
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 92), νοουμένου βέβαια ότι είναι εγγεγραμμένος μεσίτης. Διαφορετικά αν δεν ήταν εγγεγραμμένος σύμφωνα με το άρθρο 9
(1)(β) του Περί Κτηματομεσιτών Νόμου του 1987 που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή στις 20.5.2004 όταν καταρτίστηκε η συμφωνία, δεν θα μπορούσε να εισπράξει την αμοιβή του εφόσον προέρχεται από παράνομη σύμβαση (βλ. Δρουσιώτη ν. Ιερωνυμίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 1026 στις σελίδες 1035 - 1036). Από τη μαρτυρία του ιδίου του Μ.Υ.7 είναι ξεκάθαρο ότι δεν ήταν στις 20.5.2004 εγγεγραμμένος στο Μητρώο Εγγραφής Κτηματομεσιτών. Ο Μ.Υ.7 όταν πιέστηκε κατά την αντεξέταση, πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι ενεργούσε ως υπάλληλος του Κώστα Λουκά που ήταν εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης. Όμως η απόδειξη που έδωσε ο ίδιος παραλαβής του ποσού των £8.000 και η μαρτυρία της Μ.Υ.10, υπαλλήλου του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων ότι ήταν ασφαλισμένος ως αυτοτελώς εργαζόμενος στο Σύστημα Κοινωνικών Ασφαλίσεων κατά τον ουσιώδη χρόνο, την οποία αποδέχομαι στο σύνολο της, τον διαψεύδουν. Εν πάση περιπτώσει ακόμα και να γινόταν δεκτή η θέση του ότι ενεργούσε ως υπάλληλος του Κώστα Λουκά πάλι δεν θα δικαιούταν αμοιβής γιατί η αμοιβή του θα προερχόταν από παράνομη σύμβαση, εφόσον έχει αποδειχθεί ότι ήταν ο διαμεσολαβητής στην επίτευξη της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, δηλαδή ασχολήθηκε με την καθαυτό κτηματομεσιτική εργασία που μόνο εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης μπορούσε να κάμει. Το θέμα αυτό απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Karis v. Africanos Real Estate Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 517 όπου στη σελίδα 523 αναφέρθηκαν τα εξής: «Είναι κατά την άποψή μας, προφανές πως ο διορισμός μη αδειούχου για να ασχολείται με κτηματομεσιτική εργασία ως αντιπρόσωπος αδειούχου κτηματομεσίτη, αντιμαχόταν, κατάφωρα μάλιστα, το σχετικό νόμο ο οποίος απέβλεπε όπως το ίδιο αποβλέπει και ο αντίστοιχος νεότερος, αφενός στην κατοχύρωση του επαγγέλματος, και αφετέρου στην προστασία του κοινού.» Μια από τις αξιώσεις της Εναγόμενης στην Ανταπαίτηση της είναι ότι σε περίπτωση που ήθελε επιδικαστεί οποιοδήποτε ποσό υπέρ των Εναγόντων, αυτό να διατεθεί για εξόφληση της Υποθήκης (βλ. Τεκμήριο 4). Είναι παραδεκτό ότι η Εναγόμενη παραχώρησε την Υποθήκη με αρ. Υ2207/04 επί του ½ μεριδίου του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/6338 επί του οποίου θα ανεγειρόταν η επίδικη κατοικία, για εξασφάλιση δανείου της Ενάγουσας 2 από την Ελληνική Τράπεζα (βλ. Τεκμήριο 3). Όμως εκτός από μια γενική αναφορά του Μ.Ε.3 δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου καταστάσεις λογαριασμού όσον αφορά την κίνηση του και τυχόν υπόλοιπο ή άλλες λεπτομέρειες για να ήταν σε θέση το Δικαστήριο να ασχοληθεί με το θέμα αυτό. Εν πάση περιπτώσει, η εν λόγω Υποθήκη είναι ξεχωριστή σύμβαση με διαφορετικά συμβαλλόμενα μέρη και εκείνο που ζητείται είναι άσχετο με τα επίδικα θέματα. Όσον αφορά τις υπόλοιπες αξιώσεις της Εναγόμενης στην Ανταπαίτηση της για διάφορες πληρωμές που έκαμε είτε για αποκατάσταση ζημιών ή επαναφορά της κατοικίας στην κατάσταση που φαίνεται στα σχέδια ή για έξτρα εργασίες, η μαρτυρία που δόθηκε δεν ήταν αρκετά σαφής εφόσον σε πολλά τιμολόγια και αποδείξεις περιλαμβάνονται και ποσά για εργασίες που αφορούσαν άλλες οικοδομές της Εναγόμενης . Επιπλέον όλες έγιναν με τη συγκατάθεση και ανοχή της Εναγόμενης και ήταν αποτέλεσμα των διαφόρων αλλαγών που έγιναν στην πορεία, οι οποίες παρέμειναν στην κατοικία και κατά συνέπεια στην κατοχή της Εναγόμενης. Ενόψει της κατάληξης μου ότι υπαίτιος του τερματισμού της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας ήταν η Εναγόμενη, δεν κρίνω σκόπιμο να ασχοληθώ με τα υπόλοιπα θέματα που ήγειρε η δικηγόρος της Εναγόμενης στην αγόρευσή της. Ειδικά όσον αφορά τον ισχυρισμό της δικηγόρου της Εναγόμενης ότι η Αγωγή είναι πρόωρη, σύμφωνα με τις πρόνοιες του όρου 17 της κυρίως συμφωνίας, όπως είναι διατυπωμένος ο όρος αυτός σε καμιά περίπτωση μπορεί να εκληφθεί ως ποινική ρήτρα. Παραθέτω αυτούσιο τον όρο 17 για σκοπούς καλύτερης παρακολούθησης: «17. Εάν οι αγοραστές δεν πληρώσουν στις ημερομηνίες πληρωμής οι οποίες συμφωνήθηκαν τότε οι Πωλητές δικαιούνται να τερματίσουν την παρούσα συμφωνία, και έχουν δικαίωμα να μην παραδώσουν το Ακίνητο. Έχουν δικαίωμα να μεταπουλήσουν το πωλούμένο ακίνητο σε οποιοδήποτε πρόσωπο και το μόνο που θα υποχρεούνται είναι σε επιστροφή του πληρωθέντος ποσού και στο χρόνο μεταπώλησης του Ακινήτου.» Για να έχουμε ποινική ρήτρα θα πρέπει να προνοείται στη σύμβαση κάποια υποχρέωση, η οποία, αν δεν εκπληρωθεί, δημιουργεί σύμφωνα με άλλο όρο της σύμβασης την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης υπερβολικής υπό τις περιστάσεις. Γι΄ αυτό και ο σχετικός όρος περιέχει την έννοια της τιμωρίας. Σκοπός της ποινικής ρήτρας είναι ο εκφοβισμός ενός των συμβαλλομένων, μέσω υπερβολικών αποζημιώσεων, ούτως ώστε να εξασφαλίζεται η τήρηση των όρων της σύμβασης (βλ. Νίκος Λιλλής ν. Παρασκευούλας Ξενή, Πολιτική Έφεση 46/07, ημερ. 27.2.2009). Στην περίπτωση μας η επιστροφή του καταβληθέντος ποσού στους αγοραστές όταν πωληθεί το ακίνητο μετά τον τερματισμό της συμφωνίας υπαιτιότητι των αγοραστών, σε καμιά περίπτωση μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά υπερβολική αποζημίωση του πωλητή ή οποιουδήποτε των συμβαλλομένων για εκφοβισμό τήρησης των όρων της σύμβασης. Εν πάση περιπτώσει σύμφωνα με τη Νομολογία η συμφωνία παύει να ισχύει από την ημέρα που επενεργεί η ακύρωση. Συνεπώς από τις 3.2.2004 που η Εναγόμενη φέρεται να προέβη σε τερματισμό της συμφωνίας παύει η συμφωνία να αποτελεί πηγή συμβατικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (βλ. Α. Ν. Stasis Estates Co. Ltd v. George Evans Edwards & άλλης
(1995)1 A.A.Δ. 385). Ενόψει των πιο πάνω βρίσκω ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται στο ποσό των £142.013,50 που είναι το άθροισμα των £125.000, £230, £5.500, £6.000, £1.100, £3.783,50 και £400 που ανέλυσα πιο πάνω, δηλαδή δικαιούται συνολικά στο ισάξιο σε Ευρώ 242.644,
- Επίσης δικαιούνται στο ποσό των £11.905 διαφορά μεταξύ της αγοραίας αξίας της κατοικίας και του τιμήματος αγοράς, δηλαδή το ισάξιο σε Ευρώ 20.340,
- Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €262.985,37 με νόμιμο τόκο. Επιπρόσθετα, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης τα έξοδα της Αγωγής, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Με γνώμονα την πιο πάνω κατάληξή μου επί της ουσίας της Αγωγής η Ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα, εφόσον η ακρόαση της ήταν αναπόσπαστο μέρος της ακρόασης της Αγωγής. (Υπ.) ................... Α. Πούγιουρου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής ../Λ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο