CHRISTOS ALEXANDROU CONSTRUCTIONS LTD ν. ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1067/06, 29.4.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:A29 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1067/06 Μεταξύ: CHRISTOS ALEXANDROU CONSTRUCTIONS LTD, από την Πάφο Εναγόντων Και ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, από τη Λευκωσία Εναγομένου ----------- Ημερομηνία: 29.4.2009 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες: κ. Α. Γεωργιάδης. (Για ν' ακούσει απόφαση η κα Μιχαήλ) Για Εναγόμενο: κ. Α. Μάγος ----------- ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, κατά τη διάρκεια εκτέλεσης οικοδομικού έργου στην Πάφο, προέκυψαν διαφορές μεταξύ εναγόντων, ως εργοληπτών και του Δήμου Γεροσκήπου, ως ιδιοκτητών, οι οποίες παραπέμφθηκαν σε διαιτησία, βάσει του όρου 36 της μεταξύ τους συμφωνίας, ημερομηνίας 5.12.
- Ο εναγόμενος, που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν επιμετρητής ποσοτήτων που αναλάμβανε επ' αμοιβή τη διεκπεραίωση διαιτησιών διορίστηκε διαιτητής εκ μέρους των εναγόντων στην παραπάνω διαιτησία. Οι ενάγοντες, με επιστολή ημερομηνίας 14.2.2001 γνωστοποίησαν τον εν λόγω διορισμό στο Δήμο Γεροσκήπου, τον οποίο αποδέχτηκε προφορικά ο εναγόμενος, κατά ή περί την ίδια μέρα. Σύμφωνα πάντοτε με τους ενάγοντες και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους, ο εναγόμενος, με την αποδοχή του διορισμού του, συμφώνησε να τους παρέχει τις υπηρεσίες του έναντι αμοιβής. Σ' αυτά τα πλαίσια, του κατέβαλαν έναντι, το ποσό των £950,
- Ισχυρίζονται οι ενάγοντες στις παραγράφους 6, 8, 9 και 10 της έκθεσης απαίτησης, ότι: «
- Οι ακόλουθοι ήταν ρητοί και/ή εξυπακουόμενοι όροι της σύμβασης της παρ. 5, παραπάνω, και/ή υποχρεώσεις του εναγόμενου: α. Να εκδώσει τελική απόφαση για τα επίδικα θέματα που είχαν παραπεμφθεί σε διαιτησία. β. Να αναλάβει και διεκπεραιώσει την εν λόγω διαιτησία και εκδώσει απόφαση με λογική ταχύτητα και/ή γενικά με επιμέλεια.
- ................
- Ο εναγόμενος όρισε συναντήσεις στην Πάφο στις 19/03/01, 27/03/01 και 30/03/01 οι οποίες όμως δεν πραγματοποιήθηκαν.
- Κατά παράβαση των ρητών και/ή εξυπακουομένων όρων της σύμβασης των παρ. 5 & 6, παραπάνω, και/ή του καθήκοντος επιμέλειας και/ή των υποχρεώσεών του δυνάμει του αρ. 13
(1)του Περί Διαιτησίας Νόμου, ο εναγόμενος δεν έκδωσε τελική απόφαση μέχρι τις 13/10/05 οπότε και απομακρύνθηκε από διαιτητής από την εν λόγω διαιτησία με διάταγμα του δικαστηρίου, αρ. γενικής αίτησης 109/04, Ε.Δ. Πάφου. 10. Συνεπεία των πιο πάνω, η αντιπαροχή για το ποσό που οι ενάγοντες πλήρωσαν στον εναγόμενο απότυχε πλήρως και/ή οι ενάγοντες περαιτέρω υπόστηκαν απώλεια και ζημιά. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΕΙΔΙΚΩΝ ΖΗΜΙΩΝ α. Ποσό που πλήρωσαν στον εναγόμενο Λ.Κ. 950 β. Έξοδα απομάκρυνσης του εναγόμενου από διαιτητή Λ.Κ. 954 ΣΥΝΟΛΟ Λ.Κ.1,904 » Με την αγωγή τους αξιώνουν εναντίον του εναγόμενου το ποσό των £1.904,00 «.. δυνάμει του αρ. 13
(2)του Περί Διαιτησίας Νόμου και/ή λόγω αποτυχίας ανταλλάγματος και/ή αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή λόγω αμέλειας και/ή παράβασης σύμβασης», πλέον τόκους και έξοδα. Ο εναγόμενος, με την υπεράσπισή του, αναφορικά με τη σχέση του με τους ενάγοντες και όσα αυτοί αναφέρουν στις παραγράφους 3 και 4 της έκθεσης απαίτησης, ισχυρίζεται ότι ήταν προτεινόμενος από αυτούς διαιτητής για την επίλυση της διαφοράς τους με το Δήμο Γεροσκήπου και περαιτέρω, ότι μετήλθε σε συμφωνία μαζί τους να διοριστεί ως προτεινόμενος διαιτητής. Σε σχέση με το ποσό των £950,00 που του κατέβαλαν οι ενάγοντες ισχυρίζεται ότι ούτε κατά διάνοια αντιπροσωπεύει την αμοιβή του, αναφορικά με τις υπηρεσίες που τους προσέφερε. Διατείνεται στην παράγραφο 7 της υπεράσπισης, ότι: « ... προσέφερε στους ενάγοντες σύνολο επαγγελματικών ωρών από το 2001 έως και τα τέλη Σεπτεμβρίου 2006, τουλάχιστο 3 εργάσιμες εβδομάδες, ήτοι: 3Χ40 ώρες @ Λ.Κ.40.-[κατά μέσο όρο] ανά ώρα = Λ.Κ. 4.8000.- μείον πληρωθέν ποσό Λ.Κ.950.- και παραμένει υπόλοιπο οφειλόμενης αμοιβής Λ.Κ.3.850.- το οποίο ποσό ανταπαιτεί κατωτέρω.» Κατά τα λοιπά αρνείται όλους τους ισχυρισμούς των εναγόντων που περιέχονται στις παραγράφους 8, 9 και 10 της έκθεσης απαίτησης, ανωτέρω, «... ως νομικώς και πραγματικώς αστήρικτος και εφεύρημα δεύτερης σκέψης.» Δυνάμει ανταπαίτησης, αξιώνει εναντίον των εναγόντων το ποσό των £3.850,
- Κατά την ακροαματική διαδικασία, για τους ενάγοντες, έδωσαν μαρτυρία η Άντρη Λαζάρου και ο Χρήστος Αλεξάνδρου (Μ.Ε.1 και 2 αντίστοιχα), ο εναγόμενος Δημήτρης Δημητρίου (Μ.Υ. 2) και η δικηγόρος Αρίστη Κορακίδου (Μ.Υ.1). Τη μαρτυρία συμπληρώνει το περιεχόμενο 27 εγγράφων - τεκμηρίων - εκ των οποίων, τα δύο (τεκμήρια 24 και 27) αφορούν αντίστοιχα στη γραπτή δήλωση των Μ.Ε.2 και εναγόμενου, οι οποίοι υιοθέτησαν το περιεχόμενό της, ως την κυρίως εξέτασή τους. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας. Το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και, στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Τα βασικά επίδικα θέματα της υπόθεσης (απαίτησης και ανταπαίτησης) που καλούμαι να επιλύσω, θεωρώ ότι είναι τα εξής: Πρώτο, αν ο εναγόμενος διορίστηκε ή όχι διαιτητής προς επίλυση της διαφοράς που προέκυψε μεταξύ εναγόντων και Δήμου Γεροσκήπου. Δεύτερο και, σε περίπτωση που δοθεί καταφατική απάντηση στο πρώτο, αν ο εναγόμενος απομακρύνθηκε από διαιτητής, με διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, στις 13.10.
- Τρίτο και, σε περίπτωση που δοθεί καταφατική απάντηση και στο προηγούμενο ερώτημα - επίδικο θέμα - αν ο λόγος απομάκρυνσης του εναγόμενου εδραζόταν στο άρθρο 13
(1)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.
- Τέταρτο και, σε περίπτωση που και πάλι δοθεί καταφατική απάντηση στο προηγούμενο ερώτημα, αν ο εναγόμενος, που αναμφίβολα εισέπραξε από τους ενάγοντες το ποσό των £950,00, υποχρεούται να τους το επιστρέψει. Στα ίδια πλαίσια, που θα κριθεί δηλαδή ότι ο εναγόμενος απομακρύνθηκε από διαιτητής με διάταγμα του δικαστηρίου και νοουμένου ότι θα αποδειχθεί ότι οι ενάγοντες επωμίστηκαν το ποσό των £954,00 ως έξοδα απομάκρυνσής του, κατά πόσο νομιμοποιούνται να διεκδικούν εναντίον του και το ποσό αυτό. Πέμπτο και, ανεξάρτητα από την απάντηση που θα δοθεί σ' όλα τα προηγούμενα, αν ο εναγόμενος δικαιούται το ποσό των £3.850,00 που αξιώνει εναντίον των εναγόντων δυνάμει ανταπαίτησης, για τις υπηρεσίες που κατά τους ισχυρισμούς του τους προσέφερε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Μολονότι τα επίδικα θέματα, ως ανωτέρω, τα οποία ασφαλώς προσδιορίζονται από τη δικογραφία, φαίνεται να είναι αρκετά, εντούτοις, επί της ουσίας, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια είναι πολύ πιο περιορισμένα και τούτο γιατί, αρκετοί από τους ισχυρισμούς των εναγόντων, σε σημαντικό βαθμό, κατά την ακροαματική διαδικασία είτε παρέμειναν αναντίλεκτοι είτε αποτέλεσαν και ισχυρισμούς του εναγόμενου, τους οποίους προέβαλε με τη δική του μαρτυρία, σε αντίθεση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του. Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος, που θεωρώ ότι η υπόθεση θα κριθεί, με αναφορά στα πραγματικά γεγονότα, που βασικά, αποτελεί κοινό έδαφος σε επίπεδο προσαχθείσας μαρτυρίας, ότι έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο, παρά, από αυτά για τα οποία προωθήθηκαν διιστάμενες εκδοχές. Τα ακόλουθα γεγονότα θεωρώ πως έχει αποδειχθεί ότι έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο: Οι ενάγοντες, δυνάμει γραπτής συμφωνίας που συνήψαν με το Δήμο Γεροσκήπου (βλ. το τεκμήριο 2) ανέλαβαν για λογαριασμό του την εκτέλεση συγκεκριμένου έργου στη Γεροσκήπου. Επειδή, κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου προέκυψαν διαφορές μεταξύ εναγόντων και Δήμου Γεροσκήπου, οι πρώτοι, με την επιστολή του δικηγόρου τους, ημερομηνίας 29.1.2001 (βλ. το τεκμήριο 3) ζήτησαν από τους δεύτερους την παραπομπή της μεταξύ τους διαφοράς προς επίλυση σε διαιτησία. Στα ίδια πλαίσια, με νέα επιστολή του δικηγόρου τους, ημερομηνίας 14.2.2001 (βλ. το τεκμήριο 4) γνωστοποίησαν στο Δήμο Γεροσκήπου, ότι διόρισαν ως διαιτητή εκ μέρους τους τον εναγόμενο. Με την ίδια επιστολή, απαίτησαν από το Δήμο Γεροσκήπου να ορίσει και αυτός το διαιτητή της δικής του επιλογής. Αναφορικά με τη διαδικασία που ακολούθησαν οι ενάγοντες παραπέμπω και στο άρθρο 36 του τεκμηρίου
- Επειδή ο Δήμος Γεροσκήπου παρέλειψε να ανταποκριθεί στην παραπάνω απαίτηση των εναγόντων, οι τελευταίοι, με επιστολή του δικηγόρου τους προς τον εναγόμενο, ημερομηνίας 27.2.2001, (βλ. το τεκμήριο 5) τον πληροφόρησαν ότι το διορίζουν ως το μόνο διαιτητή, προς επίλυση της διαφοράς τους με το Δήμο Γεροσκήπου. Ο εναγόμενος αποδέχθηκε το σχετικό διορισμό, ενώ, δεν αμφισβητείται από αυτόν, ότι, όσα αναφέρονται στην παράγραφο 6 της έκθεσης απαίτησης, ανωτέρω, αποτέλεσαν ρητούς και/ή εξυπακουόμενους όρους της συμφωνίας που συνήψε με τους ενάγοντες, για να τους προσφέρει τις υπηρεσίες του ως διαιτητής, έναντι αμοιβής. Οι ενάγοντες, στις 29.9.2004 καταχώρησαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, τη γενική αίτηση 109/2004, με την οποία ζητούσαν τα εξής: « α) Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απομακρύνει το Δημήτρη Δημητρίου από διαιτητή της διαφοράς μεταξύ Christos Alexandrou Construction Ltd και Δήμου Γεροσκήπου. β) Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διορίζει τον Άντη Σφήκα, από τη Λευκωσία, ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο και πρόσφορο, για να ενεργεί ως μόνος διαιτητής προς επίλυση της παραπάνω διαφοράς, σε αντικατάσταση του Δημήτρη Δημητρίου. » Η αίτηση, μεταξύ άλλων βασιζόταν και στο άρθρο 13 του περί Διαιτησίας Νόμου και επιδόθηκε τόσο στο Δήμο Γεροσκήπου όσο και στον εναγόμενο. Ο δικηγόρος του εναγόμενου, με επιστολή του προς τον πρωτοκολλητή, η οποία καταχωρήθηκε στο φάκελο της παραπάνω γενικής αίτησης (βλ. το τεκμήριο 1) στις 10.11.2004, τον πληροφόρησε ότι κατόπιν οδηγιών του εναγόμενου, θα εμφανιζόταν στο δικαστήριο στις 12.11.2004 και ώρα 9:00 π.μ. (πρώτη εμφάνιση). Τα γεγονότα επί των οποίων στηριζόταν η αίτηση αναφέρονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Μ.Ε.2 στην παρούσα υπόθεση, Χρήστου Αλεξάνδρου - διευθυντή των εναγόντων και τότε και σήμερα - το περιεχόμενο της οποίας παρατίθεται αυτούσιο: «Εγώ ο Χρήστος Αλεξάνδρου, από την Πάφο, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
- Είμαι διευθυντής των αιτητών, εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβώ στην παρακάτω ένορκη ομολογία και γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα για τα οποία ορκίζομαι.
- Οι αιτητές είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και είναι εγγεγραμμένοι εργολήπτες.
- Με το συμφωνητικό έγγραφο 5/12/97 ο Δήμος Γεροσκήπου ανάθεσε στους αιτητές την εκτέλεση ενός έργου.
- Το άρθρο 36 του συμφωνητικού εγγράφου, τεκμήριο Α, προνοούσε ότι οι αιτητές κάτω από κάποιες, προϋποθέσεις είχαν δικαίωμα να αξιώσουν παραπομπή μιας διαφοράς σε διαιτησία και να διορίσουν διαιτητή της επιλογής τους, και σε περίπτωση παράλειψης των καθ' ων η αίτηση να διορίσουν διαιτητή της δικής τους επιλογής, οι αιτητές να διορίσουν ένα διαιτητή ως το μόνο διαιτητή για να ενεργεί ως ο μόνος διαιτητής.
- Όπως φαίνεται από τις επιστολές ημερ. 20/12/00, 29/1/01, 14/2/01 και 27/1/01, τεκμήρια, Β,Γ.Δ &Ε οι αιτητές διόρισαν το Δημήτρη Δημητρίου ως μόνο διαιτητή για να ενεργεί ως μόνος διαιτητής αναφορικά με τη διαφορά που περιγράφεται στα τεκμήρια Β & Γ.
- Ο διαιτητής θεώρησε ότι είχε τεθεί ενδιάμεσο προκαταρκτικό ζήτημα το οποίο μέχρι σήμερα δεν αποφάσισε με αποτέλεσμα αδικαιολόγητα να μην έχει αποφασισθεί μέχρι σήμερα η διαφορά και η διαδικασία της διαιτησίας να έχει περιπέσει σε αδράνεια παρά τις επιστολές των αιτητών ημερ. 5/11/03 & 28/4/04, τεκμήρια ΣΤ. & Ζ.
- Ο Άντης Σφήκας, πολιτικός μηχανικός, είναι γνωστός ως αμερόληπτος και ικανός διαιτητής επί διαφορών οικοδομικής φύσης και είναι κατάλληλος για να διοριστεί ως ο μόνος διαιτητής προς επίλυση της διαφοράς που αναφέρθηκε σε αντικατάσταση του Δημήτρη Δημητρίου.» Επισημαίνεται ότι, μολονότι, καθώς ήδη έχει αναφερθεί, η σχετική αίτηση επιδόθηκε στον εναγόμενο και ο δικηγόρος του με επιστολή του προς τον πρωτοκολλητή, τον πληροφόρησε ότι θα εμφανιζόταν στο δικαστήριο στις 12.11.2004 κατόπιν οδηγιών του, κάτι τέτοιο δεν έγινε ποτέ. Στις 13.10.2005, το δικαστήριο εξέδωσε εκ συμφώνου διάταγμα απομάκρυνσης του εναγόμενου από διαιτητή της διαφοράς μεταξύ εναγόντων και Δήμου Γεροσκήπου και ταυτόχρονα, διάταγμα διορισμού της Άννας Στυλιανού, ως διαιτητή σε αντικατάσταση του εναγόμενου. Αρκετά από τα παραπάνω γεγονότα και ειδικά, όσα αφορούν τη διαδικασία που ακολουθήθηκε στο πλαίσιο της γενικής αίτησης 109/2004, προκύπτουν από τη μαρτυρία της Μ.Ε.1 Άντρης Λαζάρου, υπεύθυνης του πολιτικού τμήματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, η οποία παρουσίασε στο δικαστήριο και το φάκελο της σχετικής αίτησης (τεκμήριο 1). Μέρος των εν λόγω γεγονότων, απορρέουν απευθείας από το περιεχόμενο του συγκεκριμένου τεκμηρίου. Η μαρτυρία της ΄Αντρης Λαζάρου παρέμεινε αναντίλεκτη και ομολογώ ότι είναι με έκπληξη που ανέγνωσα το περιεχόμενο της παραγράφου 5 της τελικής αγόρευσης του ευπαίδευτου δικηγόρου του εναγόμενου, ο οποίος, ούτε λίγο ούτε πολύ, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η μάρτυρας είπε ψέματα στο δικαστήριο. Παρατίθεται αυτούσιο το περιεχόμενο της συγκεκριμένης παραγράφου: «Οι μάρτυρες της ενάγουσας εταιρίας ήτο αναληθείς, καθόλου θετικοί και οι μαρτυρίες τους σκοπό είχαν να περιπλέξουν τα γεγονότα προς το συμφέρον της ενάγουσας.» Διερωτώμαι ειλικρινά, πού εδράζεται ο παραπάνω ισχυρισμός του εναγόμενου, αν ληφθεί υπόψη, ότι κατά το στάδιο αντεξέτασης της μάρτυρος, της υποβλήθηκαν μόνο τρεις ερωτήσεις, με την ίδια να δίδει απάντηση, με αναφορά στο τεκμήριο 1, χωρίς να της γίνει καμιά υποβολή. Δεν αμφισβητείται από τον εναγόμενο, ότι οι ενάγοντες, έναντι της αμοιβής του του κατέβαλαν το ποσό των £950,
- Βασικά, ούτε ότι κατέβαλαν στο δικηγόρο τους το ποσό των £954,00, υπό μορφή εξόδων για σκοπούς απομάκρυνσής του από διαιτητή, γεγονός το οποίο επιμαρτυρείται και από το περιεχόμενο σχετικής απόδειξης (βλ. το τεκμήριο 8). Το γεγονός δε, ότι, ο κ. Μάγος, δικηγόρος του εναγόμενου, κατά το στάδιο αντεξέτασης του διευθυντή των εναγόντων, το ρώτησε αν ο δικηγόρος του έκανε κατάλογο εξόδων σε σχέση με τα συγκεκριμένα έξοδα ή αν αυτά ήταν κατ' αποκοπή, όχι μόνο δε διαφοροποιεί την προηγούμενη διαπίστωσή μου, αλλά, αντίθετα, θα έλεγα ότι συνιστά έμμεση ομολογία, ότι οι ενάγοντες υπέστησαν τα υπό αναφορά έξοδα για το σκοπό που ανέφεραν. Από την άλλη, ο εναγόμενος, ούτε απέδειξε μα ούτε και δικαιούται το ποσό που αξιώνει από τους ενάγοντες ή οποιοδήποτε άλλο ποσό, με την ανταπαίτησή του, για τις υπηρεσίες που κατά τους ισχυρισμούς του τους προσέφερε. Στο παρόν στάδιο περιορίζομαι να παραθέσω τους λόγους για τους οποίους θεωρώ ότι δεν απέδειξε το ποσό της αξίωσης του εναντίον των εναγόντων. Αργότερα, θα εξηγήσω γιατί ακόμη και αν αποδείκνυε την αξία των υπηρεσιών του, για ποιο λόγο δε θα μπορούσα να ικανοποιήσω τη σχετική αξίωση. Ο διευθυντής των εναγόντων, με τη γραπτή του δήλωση (τεκμήριο 24) ισχυρίστηκε ότι η αμοιβή του εναγόμενου για τις υπηρεσίες που παρείχε στους ενάγοντες ως διαιτητής συμφωνήθηκε στις £35,00 ανά ώρα, όπως ζήτησε ο εναγόμενος, με την επιστολή του ημερομηνίας 11.2.
- Πρόκειται για το τεκμήριο 10 η εν λόγω επιστολή και είναι γεγονός, ότι, με την τελευταία παράγραφο, ο εναγόμενος πρότεινε στους ενάγοντες για τις υπηρεσίες του ως διορισμένου διαιτητή, το ποσό των £35,00 ανά ώρα. Αντεξεταζόμενος, στην ερώτηση αν οι ενάγοντες είχαν κάνει συμφωνία με τον εναγόμενο, αναφορικά με την πληρωμή του ως διαιτητή, απάντησε καταφατικά. Καθώς έχει αναφέρει «Είχαμε συμφωνήσει ένα ποσό με την ώρα, αν θυμάμαι καλά ήταν £35,00 την ώρα;» Στην υποβολή ότι ο εναγόμενος εργάστηκε 40 ώρες απάντησε ότι δεν μπορεί να ξέρει. Ο εναγόμενος, που με τη δική του γραπτή δήλωση (τεκμήριο 27), με αναφορά στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 10, παραδέχεται το διορισμό του ως διαιτητή για επίλυση της διαφοράς μεταξύ εναγόντων και Δήμου Γεροσκήπου, με την παράγραφο 14 της δήλωσής του, ισχυρίζεται τα εξής: « Δεν υπήρξε με τους Ενάγοντες δεσμευτική, έγγραφη συμφωνία επί της αμοιβής μου ως Διαιτητή. Ενώ μου καταβλήθηκε συνολικό ποσό μόνον £950 για τις υπηρεσίες μου μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου, 2004, ο συνολικός επαγγελματικός χρόνος που δαπανήθηκε για την υπόθεση ανήλθε στις τουλάχιστον 3 εργάσιμες εβδομάδες, ήτοι . 3 Χ 40 ώρες @ £40,00 (κατά μέσον όρο) ανά ώρα = £4.800,00 Μείον πληρωθέν ποσό = £950 Ο Εναγόμενος ανταπαιτεί το υπόλοιπο της οφειλόμενης αμοιβής = £3.850,00 (τρεις χιλιάδες, οκτακόσιες πενήντα λίρες Κύπρου)» Θα έλεγα ότι, ο ισχυρισμός του εναγόμενου, ότι δεν υπήρξε δεσμευτική συμφωνία αναφορικά με την αμοιβή του, στην απουσία απόδειξης, ότι το ποσό που απαιτεί από τους ενάγοντες ή οποιοδήποτε άλλο ποσό, αποτελεί την εύλογη αμοιβή του για τις όποιες υπηρεσίες προσέφερε στους ενάγοντες, αναπόφευκτα, οδηγεί σε απόρριψη της σχετικής αξίωσης και κατ' επέκταση της ανταπαίτησής του. Και εναπόκειτο στον ίδιο να αποδείξει τόσο τις υπηρεσίες του προς τους ενάγοντες όσο και το ποσό που αποτελεί την εύλογη αμοιβή του γι' αυτές. Σε σχέση με το δεύτερο, κανένα στοιχείο μαρτυρίας έχει τεθεί ενώπιόν μου, που να καθιστά δυνατό τον καθορισμό της ή για να το πω διαφορετικά, ελλείπει το αναγκαίο βάθρο, επί του οποίου θα μπορούσα να βασιστώ, για να υπολογίσω το ποσό της εύλογης αμοιβής του. Παρά τα πιο πάνω, θα συνεχίσω. Ενώ, σύμφωνα με το περιεχόμενο της παραγράφου 7 της υπεράσπισης, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, ότι το συνολικό ποσό της αμοιβής του, για τις υπηρεσίες που προσέφερε στους ενάγοντες ανέρχεται σε £4.800,00, δε θεωρώ καθόλου πειστική την εξήγηση που έδωσε, προκειμένου να αιτιολογήσει το γεγονός, ότι σύμφωνα με την τελευταία παράγραφο της επιστολής που απέστειλε ο δικηγόρος του προς το δικηγόρο των εναγόντων, (βλ. το τεκμήριο 22) σε απάντηση δικής του επιστολής (βλ. το τεκμήριο 9), καθορίζει το ποσό της αμοιβής του σε £3.000,
- Το ίδιο ισχύει και για την εξήγηση που έδωσε, όταν κλήθηκε να πει, γιατί ενώ με την επιστολή του - τεκμήριο 10 - ζητά ως αμοιβή £35,00 την ώρα, με την παράγραφο 7 της υπεράσπισης την καθορίζει σε £40,00 κατά μέσο όρο την ώρα. Παρά τα προηγούμενα, ο εναγόμενος αντιμετωπίζει και άλλο πρόβλημα, αν ληφθεί υπόψη, τι κατάθεσε ενόρκως, σε σχέση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του. Έτσι, ενώ αποτελεί κοινό έδαφος, σε επίπεδο μαρτυρίας, ότι στις 13.10.2005 απομακρύνθηκε από διαιτητής, με την παράγραφο 7 - πάντοτε - της υπεράσπισης ισχυρίζεται ότι το συνολικό ποσό των £4.800,00 που αφορά στην αμοιβή του, συνίσταται σε 3 εργάσιμες βδομάδες προς 40 ώρες τη βδομάδα επί £40,00 κατά μέσο όρο την ώρα, κατά την περίοδο από το 2001 μέχρι το Σεπτέμβριο του
- Δηλαδή, μέχρι και ένα χρόνο μετά την απομάκρυνσή του από διαιτητή, δυνάμει του σχετικού δικαστικού διατάγματος. Ούτε και μου διαφεύγει, ότι, ο ευπαίδευτος δικηγόρος του υπόβαλε στο διευθυντή των εναγόντων, ότι εργάστηκε 40 ώρες, που με άπλα λόγια σημαίνει, ότι προστίθεται ακόμη μια εκδοχή επί του προκειμένου εκ μέρους του, γεγονός που κλονίζει ακόμη περισσότερο την αξιοπιστία του ως μάρτυρα. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, θα επιχειρήσω τώρα να επιλύσω τα εναπομείναντα επίδικα θέματα μεταξύ των διαδίκων. Δεν έχω καμιά αμφιβολία, ότι η απομάκρυνση του εναγόμενου από διαιτητή, κάτι που έγινε στο πλαίσιο της γενικής αίτησης 109/04 εδραζόταν στο άρθρο 13 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, σύμφωνα με το οποίο: «
(1)Το Δικαστήριο δύναται μετά από αίτηση οποιουδήποτε από τους συμβαλλόμενους, να απομακρύνει το διαιτητή ή επιδιαιτητή ο οποίος αμελεί να ενεργήσει με τη δέουσα ταχύτητα στην ανάληψη και συνέχιση της παραπομπής και την έκδοση της απόφασής του.
(2)Διαιτητής ή επιδιαιτητής ο οποίος απομακρύνθηκε από το Δικαστήριο με βάση το άρθρο αυτό δεν δικαιούται να λάβει οποιαδήποτε αμοιβή για τις υπηρεσίες του.
(3)...............................................................
(4)............................................................... » Το γεγονός ότι στη νομική βάση της αίτησης περιλαμβάνεται και το εν λόγω άρθρο, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του διευθυντή των εναγόντων, επί της οποίας αναφέρονται τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση και τέλος, το περιεχόμενο του διατάγματος ημερομηνίας 13.10.2005 αποτελούν εκείνα τα στοιχεία που καθιστούν την παραπάνω διαπίστωσή μου αναπόφευκτη. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, ο εναγόμενος, που απομακρύνθηκε από διαιτητής δυνάμει του εδαφίου 1 του άρθρου 13 του περί Διαιτησίας Νόμου, ανωτέρω, σε εφαρμογή του εδαφίου 2 του ίδιου άρθρου, δε δικαιούται να λάβει οποιαδήποτε αμοιβή για τις υπηρεσίες του. Αυτονόητο πως, ό,τι έχει λάβει υποχρεούται να το επιστρέψει, αφού, συν τοις άλλοις, διαφορετικά, καθίσταται αδικαιολόγητα πλουσιότερος. Επομένως, θεωρώ αχρείαστη την προσπάθεια που κατέβαλαν οι ενάγοντες, προκειμένου να αποδείξουν τα γεγονότα που αποτέλεσαν το πραγματικό επίκλησης του άρθρου 13 του περί Διαιτησίας Νόμου, προκειμένου να πετύχουν την απομάκρυνση του εναγόμενου από διαιτητή και ταυτόχρονα, μάταιη την προσπάθεια απόδειξης εκ μέρους του τελευταίου, ότι δεν υπήρξε αμελής στην άσκηση των καθηκόντων του ως διαιτητής. Για σχεδόν, όλους τους λόγους που έχει αναφέρει με την ικανή του αγόρευση, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων, θα συμφωνήσω μαζί του, ότι ο εναγόμενος κωλύεται να ισχυρίζεται ότι δεν υπήρξε αμελής κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Για να επαναλάβω, οι ενάγοντες επιδίωξαν και πέτυχαν την απομάκρυνση του από διαιτητή, με αίτηση που καταχώρησαν στο δικαστήριο, η οποία εδραζόταν στο Άρθρο 13 του περί Διαιτησίας Νόμου. Ο ίδιος, μολονότι του επιδόθηκε η σχετική αίτηση, ουδέποτε παρουσιάστηκε στο δικαστήριο. Το διάταγμα απομάκρυνσής του εκδόθηκε στις 13.10.2005 και ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τον ίδιο, με οποιοδήποτε ένδικο μέσο. Επομένως, κατέστη τελεσίδικο και αμετάκλητο. Είμαι της γνώμης πως δε νομιμοποιούμαι να λάβω υπόψη και να αξιολογήσω ισχυρισμούς γεγονότων που είτε τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου που επιλήφθηκε της γενικής αίτησης 109/04 είτε, ενώ θα μπορούσαν να τεθούν δεν τέθηκαν. Κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με επανάνοιγμα της εν λόγω υπόθεσης και θα αποτελούσε αντινομία αλλά και κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Θεωρώ ότι, επί του προκειμένου, για λόγους που θα παραθέσω στη συνέχεια, τυγχάνει απόλυτης εφαρμογής, ο κανόνας αποκλεισμού λόγω δεδικασμένου, με αναφορά σε επίδικο θέμα. Όπως αναφέρεται από το Γ.Π. Κακογιάννη στο σύγγραμμα του «Η Απόδειξη», 1983, σελ. 620, παράγρ. 24-03: « 2. Σε αστικές υποθέσεις, ως αποτέλεσμα του αγώγιμου δικαιώματος του αποκλεισμού ή της προβολής του κανόνα του αποκλεισμού, οι διάδικοι και τα πρόσωπα που έχουν νομική ταύτιση (PRIVITY) μαζί τους, εμποδίζονται ν' αρνηθούν την ύπαρξη ενός γεγονότος που έχει ρητά ή συμπερασματικά αποφασιστεί σε προηγούμενη δίκη, δεδομένου ότι το ζήτημα που εγείρεται σχετίζεται με το ίδιο αντικείμενο (όπως το αντικείμενο της προηγουμένης δίκης) και οι διάδικοι βρίσκονται σε αντιδικία με την ίδια ιδιότητα.» Περαιτέρω, όπως αναφέρεται στο ίδιο σύγγραμμα στη σελ. 621, κάτω από τον υπότιτλο «Εξήγηση του Κανόνα»: «Ο HALSBURY (HALSBURY´S LAWS, 3η Εκδ. Τομ.15 §336) έδωσε τον εξής ορισμό: «Αποκλεισμός από δεδικασμένο (OF RECORD) ή από ημιδεδικασμένο (QUASI-RECORD) εγείρεται όταν ένα επίδικο γεγονός έχει αποφασιστεί δικαστικά με τελεσίδικο τρόπο σε δίκη ανάμεσα στους διαδίκους από ένα δικαστήριο που είχε αποκλειστική ή συντρέχουσα αρμοδιότητα να επιληφθεί με τούτο, και το ίδιο επίδικο γεγονός επαναεμφανίζεται άμεσα σε μεταγενέστερη δίκη ανάμεσα στους ίδιους διάδικους.» «Έτσι (συνέχισε ο τότε Ε.Δ. Αρτεμίδης αφού παράθεσε το πιο πάνω απόσπασμα στην GEORGHIOU -v- VONIATI
(1978)2 J.S.C. 239, στη σελ.243), για να πετύχει η υπεράσπιση του δεδικασμένου πρέπει να συντρέχουν τα εξής στοιχεία: Το αντικείμενο της διένεξης πρέπει να ΄ναι το ίδιο στις δυο δίκες, τούτο πρέπει να ήταν επίδικο μπροστά σ' ένα δικαστήριο που είχε αρμοδιότητα να το κρίνει και το αποτέλεσμα ήταν τελεσίδικο ώστε να δεσμεύει όλα τα άλλα δικαστήρια. Αν υπάρχουν αυτές οι προϋποθέσεις, ένας διάδικος θ' αποκλειστεί να ισχυριστεί το αντίθετο σχετικά με οποιοδήποτε συγκεκριμένο ζήτημα, που, ενώ ήταν ήδη επίδικο και κρίθηκε σαφώς και τελεσίδικα, αποφασίστηκε εναντίον του.» «Το δόγμα επεκτείνεται σε οποιοδήποτε ζήτημα που συμπερασματικά ή κατόπιν παραδοχής ουσιαστικά αποτελούσε το αντικείμενο του σκεπτικού της προηγούμενης απόφασης κι είχε ουσιαστική σημασία γι αυτήν». (Κατά τον τότε Π.Ε.Δ. Στυλιανίδη στη VAKANAS -V- PANTELAKI
(1979)2 J.S.C.366, στη σελ. 369. Βλ. την Αγγλική νομολογία που παρατίθεται στις σελ. 369-374).» Όπως αναφέρεται από τον Τάκη Ηλιάδη, στο σύγγραμμά του «Το Δίκαιο της Απόδειξης» (Μια Πρακτική Προσέγγιση) 1994, σελ. 93-94: «Σύμφωνα με τον δικαστή Diplock, «ένας διάδικος σε πολιτικές διαδικασίες δεν μπορεί να εγείρει εναντίον του άλλου διάδικου, ένα ισχυρισμό που αναφέρεται σε ένα γεγονός ή τα νομικά επακόλουθα γεγονότων, η ορθότητα των οποίων αποτέλεσε ένα βασικό στοιχείο σε προηγούμενη αγωγή ή υπεράσπιση μεταξύ των ιδίων διαδίκων και βρέθηκε από το δικαστήριο ότι ήταν εσφαλμένος, εκτός αν έχει εξεύρει νέα μαρτυρία σχετική με την ορθότητα ή το εσφαλμένο του ισχυρισμού».». Όπως αναφέρεται συναφώς, στη Level Tachexcaνs Ltd (Αρ.2)
(1995)1 Α.Α.Δ. 1105: « Το θέμα του κωλύματος σε σχέση με επίδικο θέμα αναλύεται στον Spencer-Bower and Turner (ανωτέρω) σελ. 149κ.επ. (βλ. επίσης Παναγιώτης Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(1995)1 A.A.Δ. 670). Αποτελεί κλασσική περίπτωση ύπαρξης τέτοιου κωλύματος όταν ήδη εκδόθηκε απόφαση η οποία εμπεριέχει ως στοιχείο της αιτιολογικής της βάσης δικαστική κρίση αναφορικά με όσα επιχειρείται να επανασυζητηθούν σε νέα διαδικασία μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Στην Αγγλία έχει αναγνωριστεί πως δικαιολογείται η επανασυζήτηση τέτοιου θέματος μόνο όπου εξαιρετικές περιστάσεις δείχνουν ότι η άκαμπτη εφαρμογή του κανόνα θα οδηγούσε σε αδικία ενώ, αντιστρόφως, η παράκαμψή του δεν θα απέληγε σε κατάχρηση της διαδικασίας. [Βλ. Arnold v. Natwest Bank PLC [1991] 2 A.C. 93 και The "Indian Grace" [1994] 2 Lloyd´s Rep. 331]. Σύμφωνα με τον Τάκη Ηλιάδη και πάλι (από το σύγγραμμα του, ανωτέρω, σελ. 94), «Ανεξάρτητα από το κατά πόσο το δεδικασμένο είναι cause of action estoppel ή issue estoppel, η εφαρμογή του κανόνα προϋποθέτει την ύπαρξη των πιο κάτω τεσσάρων βασικών στοιχείων: (α) Η απόφαση πρέπει να είναι τελεσίδικη. (β) Πρέπει να υπάρχει ταύτιση διαδίκων. (γ) Πρέπει να υπάρχει ταύτιση ιδιότητας των διαδίκων. (δ) Πρέπει να υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων.» Διαπιστώνω τα ακόλουθα: Αναμφίβολα, το διάταγμα απομάκρυνσης του εναγομένου από διαιτητή, ημερομηνίας 13.10.2005, αποτελεί τελεσίδικη απόφαση και τούτο γιατί, πέραν όσων ήδη έχουν αναφερθεί, πρόκειται για δεσμευτικό δικαστικό διάταγμα, καθοριστικό για την επίλυση της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και των δικαιωμάτων τους, στο πλαίσιο της γενικής αίτησης 109/2004. Όπως αναφέρεται από τον Τ. Ηλιάδη και πάλι, στη σελίδα 95 του συγγράμματός του: « Αν ο εναγόμενος παραλείψει να καταχωρήσει εμφάνιση ή υπεράσπιση και ως αποτέλεσμα εκδίδεται απόφαση εναντίον του ή όταν δέχεται την έκδοση απόφασης, η απόφαση επενεργεί ως δεδικασμένο και τον εμποδίζει από του να εγείρει μια υπεράσπιση που εξετάστηκε στην προηγούμενη απόφαση . » Υπάρχει ταύτιση διαδίκων ανάμεσα στις δυο υποθέσεις, υπό την εξής έννοια: Ο εναγόμενος στην παρούσα υπόθεση, για όλους τους λόγους που έχουν αναφερθεί από τον κ. Γεωργιάδη, με αναφορά στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ v. Dynacon Ltd
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ. 1978 ήταν ο καθ' ου η αίτηση 2 στη γενική αίτηση 109/2004, με αιτητές, στην ίδια υπόθεση, τους ενάγοντες στην παρούσα. Θεωρώ ότι υπάρχει και ταύτιση της ιδιότητας των διαδίκων στις δυο υποθέσεις. Είναι σαφές, από το απόσπασμα που ακολουθεί, από την παραπάνω υπόθεση (Dynacon) ότι οι διάδικοι στην παρούσα αγωγή, ουσιαστικά, υπέχουν την ίδια θέση και ιδιότητα και στη γενική αίτηση 109/2004. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα: « Ο όρος «αγωγή» περιλαμβάνει, σύμφωνα με τον ορισμό ο οποίος παρέχεται τόσο στο Άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου όσο και στον Κ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, κάθε πολιτική διαδικασία, η οποία αρχίζει με κλητήριο ένταλμα ή με άλλο τρόπο που καθορίζεται από το Διαδικαστικό Κανονισμόֺ σ' αυτή την περίπτωση, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Το Άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου προσδιορίζει, επίσης, τα πρόσωπα τα οποία ενέχουν την ιδιότητα του ενάγοντα και του εναγομένου σε πολιτική διαδικασία. Ενάγων είναι κάθε πρόσωπο το οποίο αξιώνει την παροχή θεραπείας από το δικαστήριο εναντίον άλλου προσώπου, σε διαδικασία η οποία εγείρεται με κλητήριο ένταλμα, αίτηση, ή με αναφορά, ή με άλλη εναρκτήρια διαδικασία. Εναγόμενος είναι κάθε πρόσωπο, στο οποίο επιδίδεται το ένταλμα ή άλλο εναρκτήριο διαδικαστικό έγγραφο. » Τέλος, θεωρώ ότι υπάρχει και ταύτιση επίδικων θεμάτων ανάμεσα στις δυο υποθέσεις, υπό την εξής έννοια. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί η αίτηση 109/2004 εδραζόταν στο Άρθρο 13 του περί Διαιτησίας Νόμου. Με αυτό ως δεδομένο, σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του διευθυντή των εναγόντων, που επισυνάπτεται στην εν λόγω αίτηση και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη, ότι στις 13.10.2005 εκδόθηκε το αιτούμενο διάταγμα, με το οποίο απομακρύνθηκε ο εναγόμενος από διαιτητής, προκύπτει συμπερασματικά, ότι αυτός επέδειξε αμέλεια τη εννοία του άρθρου 13
(1)του περί Διαιτησίας Νόμου. Ούτε και μπορεί να εξαχθεί κανένα άλλο συμπέρασμα, καθότι, μόνο γι' αυτό το λόγο επιτρέπεται η απομάκρυνση διαιτητή κατ' επίκληση και σε εφαρμογή του άρθρου 13
(1)του περί Διαιτησίας Νόμου. Και, ο εναγόμενος που δεν εκπροσωπήθηκε στη συγκεκριμένη διαδικασία, κανένα λόγο έχει προβάλει για το γεγονός αυτό, οπότε, σε εφαρμογή όσων έχουν αναφερθεί στις υποθέσεις Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 670 και Level Tachexcaνs Ltd, ανωτέρω, δε δικαιολογείται η επανασυζήτηση του ιδίου θέματοςֺ δηλαδή, του κατά πόσο ο εναγόμενος ως διαιτητής για σκοπούς επίλυσης της διαφοράς μεταξύ εναγόντων και Δήμου Γεροσκήπου, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του υπήρξε ή όχι αμελής. Πολύ περισσότερο, που για να μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο, θα έπρεπε να αναδειχθούν εκείνες οι εξαιρετικές περιστάσεις, που να έδειχναν ότι η άκαμπτη εφαρμογή του παραπάνω κανόνα θα οδηγούσε σε αδικία, ενώ αντιστρόφως, η παράκαμψή του δε θα απέληγε σε κατάχρηση της διαδικασίας. Οι ενάγοντες, όπως επανειλημμένα έχει αναφερθεί αξιώνουν εναντίον του εναγομένου το ποσό των £950,00 που του κατέβαλαν έναντι της αμοιβής του, ως διαιτητή και το ποσό των £954,00 που κατέβαλαν στο δικηγόρο τους, ως έξοδα απομάκρυνσής του από διαιτητή και τα δύο, υπό μορφή ειδικής ζημιάς, σύμφωνα με την παράγραφο 10 της έκθεσης απαίτησης. Είναι η κατάληξή μου ότι δικαιούνται και τα δυο ποσά. Το πρώτο, σε εφαρμογή του άρθρου 13
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου και το δεύτερο, υπό μορφή ειδικής ζημιάς, η οποία έχει αποδειχθεί με το αναγκαίο επίπεδο απόδειξης. Ούτε και αμφισβητήθηκε από τον εναγόμενο, ότι οι ενάγοντες υποβλήθηκαν στη σχετική δαπάνη. Ακολουθεί ότι η αγωγή επιτυγχάνει ενώ η ανταπαίτηση, για όλους τους λόγους που έχουν αναφερθεί θα έχει απορριπτική κατάληξη. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €3.253,18 (£1.904,00), πλέον νόμιμο τόκο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα, με δεδομένη τη συνεκδίκαση των εκατέρωθεν απαιτήσεων, αυτά, όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή (ένα σετ εξόδων) και θα εγκριθούν από το δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος του εναγόμενου. (Υπ.) Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /Θ.Γ. Χ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο