← Κύπρος

Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ ν. Δημήτριος Αντωνιάδης Υιοί Λτδ κ.α., Αρ.Αγωγής: 3111/05, 7.5.09

Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ ν. Δημήτριος Αντωνιάδης Υιοί Λτδ κ.α., Αρ.Αγωγής: 3111/05, 7.5.09 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:A34 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ.Αγωγής: 3111/05 Μεταξύ: Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ, από την Πάφο Ενάγουσα και

  1. Δημήτριος Αντωνιάδης & Υιοί Λτδ, από την Πάφο
  2. Γεώργιου Αντωνιάδη, από την Πάφο
  3. Χριστόδουλου Αντωνιάδη, από την Πάφο Εναγόμενων Ημερομηνία: 7.5.09 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες / Αιτητές: κα Μαριάννα Σωτηρίου για κ. Μάριο Χαρτζιώτη (για να ακούσει απόφαση η κα Ελίνα Κωνσταντινίδου) Για τους Εναγόμενους / Καθ' ων η αίτηση: κ. Ν. Κορακίδης (για να ακούσει απόφαση η κα Πόπη Πέτρου) Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση οι Ενάγοντες / Αιτητές εξαιτούνται διατάγματος του Δικαστηρίου το οποίο να επιτρέπει την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης τους. Προτού υπεισέλθω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης θεωρώ σκόπιμο να κάνω αναφορά στην αξίωση των Αιτητών, την υπεράσπιση των Καθ' ων η αίτηση καθώς και στο μέχρι σήμερα παρουσιασθέν κατά την δίκη μαρτυρικό υλικό. Έτσι, θα γίνει καλύτερα κατανοητή η φύση της αιτούμενης τροποποίησης. Οι Αιτητές φέρονται ως ασφαλιστική εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο, η οποία με γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 4.3.98 συμφώνησε με τους Εναγόμενους 1 και στην βάση της εν λόγω συμφωνίας διόρισε τους Εναγόμενους 1 ως αντιπροσώπους τους και παραγωγούς ασφαλειών στον γενικό κλάδο, μεταξύ άλλων, μηχανοκίνητων οχημάτων. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 με έγγραφο ιδίας ημερομηνίας εγγυήθηκαν προσωπικά και αλληλέγγυα τους Εναγόμενους 1 για την πιστή τήρηση των όρων της συμφωνίας που οι Εναγόμενοι 1 υπέγραψαν με τους Αιτητές και για τις όποιες οικονομικές ή άλλες υποχρεώσεις των Εναγόμενων 1 που απορρέουν από αυτή. Κατά ή περί την 8.8.03 οι Εναγόμενοι 1 εξέδωσαν προασφαλιστήριο έγγραφο (covering note) κατόπιν πρότασης η οποία υπεβλήθη από τον Εναγόμενο 3 για ασφάλιση του οχήματος με αριθμό εγγραφής ΗΝΖ 491 μάρκας HYUNDAI. Αποτελεί περαιτέρω ισχυρισμό των Αιτητών, ότι η έκδοση του εν λόγω προασφαλιστηρίου συνιστά παράβαση των όρων και προνοιών της πιο πάνω αναφερόμενης συμφωνίας διορισμού αντιπροσώπου ημερομηνίας 4.3.98 για τους λόγους που εκτίθενται στην παράγραφο 11 της Έκθεσης Απαίτησης υπό τον τίτλο «Λεπτομέρειες παράβασης των όρων και προνοιών της συμφωνίας διορισμού αντιπροσώπου ημερομηνίας 04/03/98 από τους Εναγόμενους 1». Κατά η περί την 10.8.03 το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΝΖ 491 οδηγούμενο υπό κάποιας Ekaterina Pobery στην Πάφο ενεπλάκη σε τροχαίο δυστύχημα παρασύροντας και τραυματίζοντας δύο πεζούς, τον ένα θανάσιμα, και προκαλώντας στον δεύτερο, ονόματι Giamini Piyasena, σοβαρούς τραυματισμούς. Συνεπεία του τραυματισμού του από το εν λόγω δυστύχημα ο Piyasena κίνησε εναντίον της οδηγού του πιο πάνω οχήματος την αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με αριθμό 1725/04 αξιώνοντας γενικές και ειδικές αποζημιώσεις. Οι Αιτητές θεωρώντας, ότι το προασφαλιστήριο ήταν δεσμευτικό για τα θύματα και, κατ' επέκταση, ότι είχαν υποχρέωση να αποζημιώσουν τον ενάγοντα στην πιο πάνω αγωγή διευθέτησαν εξωδίκως την υπόθεση καταβάλλοντας το συνολικό ποσό των Λ.Κ.17.000,00 σεντ συμπεριλαμβανομένων των δικηγορικών εξόδων. Με την παρούσα αγωγή οι Αιτητές ζητούν την ανάκτηση του πιο πάνω ποσού από τους Εναγόμενους 1 ως αποζημιώσεις για παράβαση από μέρους τους της συμφωνίας διορισμού αντιπροσώπου ημερομηνίας 4.3.98 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως με τους Εναγόμενους 2 και 3 ως εγγυητές. Αξιώνουν, επίσης, νόμιμο τόκο, έξοδα και ΦΠΑ. Με την Υπεράσπισή τους οι Εναγόμενοι αρνούνται τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης. Συγκεκριμένα, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται, ότι: Η Έκθεση Απαίτησης δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα Οι Αιτητές δεν έπρεπε σύμφωνα με τους ισχυρισμούς και των ιδίων να πληρώσουν οποιοδήποτε ποσό για το ισχυριζόμενο ατύχημα και, επομένως, κακώς αποζημίωσαν Διαζευκτικά οι Αιτητές θα μπορούσαν να ανακτήσουν το υπό αυτών καταβληθέν ποσό από την οδηγό του αυτοκινήτου Οι Αιτητές πλήρωσαν το ποσό που επικαλούνται με δική τους ευθύνη Οι Εναγόμενοι δεν παραβίασαν καμία συμφωνία μεταξύ αυτών και των Αιτητών. Η ακροαματική διαδικασία ξεκίνησε με την προφορική κατάθεση του πρώτου μάρτυρα των Αιτητών, του κύριου Άντρου Ευσταθίου, ο οποίος τυγχάνει να είναι το πρόσωπο που ορκίσθηκε την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Ο εν λόγω μάρτυρας ερωτηθείς κατά την κυρίως εξέταση ποια είναι η διαδικασία που ακολουθείται αφού συμπληρωθούν από την Καθ' ης η αίτηση 1 τα έντυπα για την πρόταση υποβολής ασφάλισης καθώς και για την έκδοση προασφαλιστηρίου απάντησε, ότι το έγγραφο πρότασης ασφάλισης και το προασφαλιστήριο πρέπει να επιστραφούν στους Αιτητές εντός 48 ωρών. Σε περαιτέρω ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου των Αιτητών από πού καθορίζεται η προθεσμία αυτή ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση ενέστη για τον λόγο, ότι ο εν λόγω ισχυρισμός ήταν εκτός των δικογραφημένων θέσεων των Αιτητών. Η ευπαίδευτη συνήγορος των Αιτητών απέσυρε, τότε, την ερώτηση και υπέβαλε αίτημα για αναβολή της συνέχισης της ακρόασης ώστε να της δοθεί η δυνατότητα να υποβάλει γραπτό αίτημα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης, ώστε να συμπεριληφθεί ισχυρισμός που να καταδεικνύει από πού καθορίζεται η προθεσμία των 48 ωρών. Το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα για αναβολή. Δύο μέρες αργότερα υποβλήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Με αυτήν ζητείται η διαγραφή της υποπαραγράφου (α) της παραγράφου 11 με τον τίτλο «Λεπτομέρειες παράβασης των όρων και προνοιών της συμφωνίας διορισμού αντιπροσώπου ημερομηνίας 04/03/98 από τους Εναγόμενους 1» και η αντικατάστασή της με την ακόλουθη νέα υποπαράγραφο: «(α) Κατά παράβαση των όρων και/ή οδηγιών και/ή κανονισμών που είναι δεσμευτικοί και αναγράφονται στα έντυπα των προασφαλιστηρίων εγγράφων (covering notes) των Εναγόντων, παρέλειψαν και/ή αμέλησαν να αποστείλουν και/ή ταχυδρομήσουν στους Ενάγοντες αντίγραφο του προασφαλιστηρίου εγγράφου που εξέδωσαν στις 08/08/03 με αύξοντα αριθμό Β059419 εντός 48 ωρών από της έκδοσής του, με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να λάβουν γνώση περί της ύπαρξης και/ή της έκδοσης του συγκεκριμένου προασφαλιστηρίου εγγράφου πολύ μεταγενέστερα και ειδικότερα μετά την καταχώρηση της αγωγής αρ. 1725/04 Ε.Δ. Πάφου σε σχέση με τροχαίο δυστύχημα όπου ενεπλάκη το ασφαλιζόμενο με το προασφαλιστήριο έγγραφο όχημα». Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στην Διάταξη 25, θεσμοί 1-6 και στην Διάταξη 48, θεσμοί 1-4 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Υποστηρίζεται δε από ένορκο δήλωση του Άντρου Ευσταθίου, ο οποίος είναι στην υπηρεσία των Αιτητών, γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένος από τους Αιτητές να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των Καθ' ων η αίτηση, η οποία υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση της κυρίας Πόπης Πέτρου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου των Καθ' ων η αίτηση. Στο σώμα της Ένστασης παρατίθενται επτά λόγοι ένστασης. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την Ένσταση αντίστοιχα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζοντας τις θέσεις του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί και οι οποίες εκτίθενται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις. Η Δ.25, θ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας βασίζεται η αίτηση προβλέπει πως: «Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε από τους διαδίκους να μεταβάλει ή να τροποποιήσει την οπισθογράφηση του ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες αυτές οι τροποποιήσεις θα γίνουν αν είναι αναγκαίες για σκοπούς καθορισμού των πραγματικών ζητημάτων που αμφισβητούνται μεταξύ των διαδίκων». Το αίτημα τροποποίησης εγγράφων προτάσεων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου αναλύθηκαν εκτενώς σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αρχές αυτές έχουν καλά θεμελιωθεί και αποτελεί πλέον αξίωμα ότι ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε αμέλεια ή απροσεξία που έχει επιδειχθεί στα δικόγραφα ή το καθυστερημένο της προτεινόμενης τροποποίησης, αυτή κατά κανόνα επιτρέπεται, όταν μπορεί να γίνει χωρίς να επέλθει αδικία στην άλλη πλευρά. Θεωρείται ότι δεν υπάρχει αδικία αν μπορεί να υπάρξει ικανοποιητική αποζημίωση της άλλης πλευράς με την επιδίκαση των εξόδων. Αποτελεί, επίσης, γενική αρχή, ότι πριν την έναρξη της δίκης είναι ευκολότερο να επιτραπεί η τροποποίηση, ενώ μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας το Δικαστήριο δεν επιτρέπει με ευκολία την τροποποίηση, ιδιαίτερα, όταν η αναγκαιότητα για την τροποποίηση διεφάνη από πριν και δεν ζητήθηκε έγκαιρα. Όσο πιο καθυστερημένο είναι το στάδιο υποβολής της αίτησης, τόσο και πιο μεγάλο είναι το βάρος που έχει να αποσείσει ο αιτητής πριν επιτραπεί η σκοπούμενη τροποποίηση. Η αρχή που επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd

(1970)2 All ER 754 έχει υιοθετηθεί και στην Κύπρο σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου μεταξύ των οποίων οι Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 CLR 1, Δόμνα Χριστοδούλου v. Α. Ι. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934 και Saba & Co (TMP) v. TMP Agents
(1994)1 AAΔ 426. Στην πιο πάνω αναφερόμενη Αγγλική υπόθεση ο Λόρδος Denning ανέφερε σχετικά τα ακόλουθα: «I start with the principle well settled that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money». Σε μετάφραση: «Ξεκινώ από την αρχή, η οποία είναι καλά θεμελιωμένη, πως η τροποποίηση θα πρέπει να επιτρέπεται, έστω και αν υποβάλλεται καθυστερημένα, αν είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη ανάμεσα στους διαδίκους, νοουμένου ότι οποιαδήποτε δυσχέρεια που προκαλείται εξ' αιτίας της μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα». Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd and another
(1989)1 AAΔ.33 συνοψίζονται οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι αρχές αυτές είναι οι ακόλουθες:
  1. «Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
  2. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης . συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
  3. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή, ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του διατάγματος.
  4. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο όμως αυτό η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.». Στην υπόθεση Geto Trading Import-Export Ltd v. Το Πλοίο Μ/V Vladimir Vaslyayev (aρ. 4)
(1993)1 ΑΑΔ 714 (υπόθεση Ναυτοδικείου) λέχθηκε πως (στην σελίδα 716): «Ο κυρίαρχος λόγος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του τις πραγματικές επίδικες διαφορές». Σημειώνεται, ότι η εξουσιοδότηση της τροποποίησης σε υποθέσεις Ναυτοδικείου ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται στη βάση κριτηρίων ανάλογων με εκείνα τα οποία διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου βάση του αντίστοιχου θεσμού της Πολιτικής Δικονομίας, ήτοι της Διάταξης 25, θεσμός 1 (Βλ. Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co Ltd
(1990)1 AAΔ 24). Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 προβάλλεται η σύγχρονη τάση αντιμετώπισης του θέματος: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής . Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγοντας της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια». Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου v. Α.Ι. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934 αναφέρθηκε πως: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σύγχρονη Νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα». Η αρχή που διακηρύχθηκε στη Δόμνα Χριστοδούλου v. Α.Ι. Χριστοδούλου κ.α., πιο πάνω, περιορίσθηκε από μεταγενέστερη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέας Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, όπου στη σελίδα 562 της απόφασης λέχθηκε πως: «Όσο φιλελεύθερη και να δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών και η εισήγηση των εφεσειόντων στην έκταση που την θέλει να ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, ανεξάρτητα, δηλαδή, από οτιδήποτε άλλο, δεν μας βρίσκει σύμφωνους». Παρά το γεγονός, ότι στο θέμα της τροποποίησης επικρατεί, όπως προκύπτει από την νομολογία, μια φιλελεύθερη τάση, ιδιαίτερα, όταν αυτή υποβάλλεται πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δεν παύει, εν τούτοις, να εξακολουθεί να υφίσταται η υποχρέωση του αιτητή να δικαιολογήσει τους λόγους για τους οποίους υποβάλλει το αίτημα, συμπεριλαμβανομένης και οποιασδήποτε τυχόν καθυστέρησης στην υποβολή του. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223 τονίσθηκε, ότι είναι η θέση της νομολογίας, ότι όπου υπάρχει καθυστέρηση απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Θα εξετάσω πρώτα τον έκτο λόγο ένστασης. Με αυτόν προβάλλεται η θέση, ότι με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται η ριζική αναδιάρθρωση της Έκθεσης Απαίτησης. Ο λόγος αυτός υποστηρίζεται από την παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Ένσταση. Σύμφωνα με αυτήν με την τροποποίηση επιδιώκεται να εισαχθεί ισχυρισμός που δεν αφορά την παράβαση της συμφωνίας ημερομηνίας 4.3.98 αλλά όρους του προασφαλιστηρίου. Συνεπώς, με την τροποποίηση η αγωγή θα ξεφύγει από την αρχική της πορεία που έχει ως βάση την παράβαση της συμφωνίας διορισμού αντιπροσώπου και τις συνέπειές της και θα μπει σε μια νέα πορεία εντελώς ξένη με την αρχική. Εν πρώτοις, η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν οδηγεί δίχως άλλο σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση (Βλ. Saba & Co (TMP) v. TMP Agents
(1994)1 AAΔ 426). Περαιτέρω, στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 γίνεται αναφορά στην Ετήσια Πρακτική του 1959 (Annual Practice) και παρατίθεται απόσπασμα από την σελίδα 627 του πιο πάνω συγγράμματος, το οποίο έχει ως ακολούθως: «The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Murdoch, 1 Ch. D. 42 Hubbuck v. Helms, 56 L.J. Ch. p. 539). But it will do so where the amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action (Raleigh v. Goschen,
(1898)1 Ch. p. 81)». Σε μετάφραση: «Το Δικαστήριο δεν θα αρνηθεί να επιτρέψει τροποποίηση απλά διότι με αυτή εισάγεται νέα υπόθεση (Budding v. Murdoch, 1 Ch. D. 42 Hubbuck v. Helms, 56 L.J. Ch. p. 539). Θα αρνηθεί όμως να την επιτρέψει αν με την τροποποίηση η αγωγή μεταβάλλεται σε αγωγή με ουσιωδώς διαφορετικό χαρακτήρα που θα ήταν βολικότερο να αποτελέσει το αντικείμενο μιας νέας αγωγής (Raleigh v. Goschen,
(1898)1 Ch. p. 81)». Πέρα, όμως, από τα πιο πάνω δεν είμαι διατεθειμένος να συμμεριστώ την άποψη, ότι η αιτούμενη τροποποίηση θα δημιουργήσει νέα βάση αγωγής ή ότι ως αποτέλεσμα αυτής η αγωγή θα ξεφύγει από την αρχική της πορεία και θα μπει σε μια πορεία εντελώς ξένη με την αρχική ή ότι με την τροποποίηση θα μεταβληθεί ουσιωδώς ο χαρακτήρας της αγωγής. Και αν ακόμα δεν θα μπορούσε να λεχθεί, ότι από την Έκθεση Απαίτησης προκύπτει με ευκρίνεια, ότι παράβαση του όρου του προασφαλιστηρίου, που με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται να εισαχθεί στην Έκθεση Απαίτησης, συνιστά παράβαση της συμφωνίας διορισμού αντιπροσώπου, θα μπορούσε να λεχθεί, ότι από την Έκθεση Απαίτησης προκύπτει, ότι η παράβαση όρων του προασφαλιστηρίου αποτελεί ξεχωριστή βάση αγωγής. Ενδεικτικό τούτου είναι η υποπαράγραφος (στ) της παραγράφου 11 της Έκθεσης Απαίτησης στην οποία γίνεται αναφορά σε παράβαση άλλου όρου του προασφαλιστηρίου. Η αιτούμενη τροποποίηση συνιστά, επομένως, επέκταση αυτής της βάσης αγωγής. Εν πάση περιπτώσει και αν ακόμα η πιο πάνω κρίση μου είναι εσφαλμένη δεν θεωρώ, πως με την αιτούμενη τροποποίηση κινδυνεύει να αλλάξει ουσιωδώς ο χαρακτήρας της αγωγής ή να προκληθεί ριζική αναδιάρθρωση της Έκθεσης Απαίτησης. Ο λόγος αυτός, επομένως, δεν ευσταθεί. Ακολούθως, θα προχωρήσω να εξετάσω τον τέταρτο λόγο ένστασης. Με αυτόν προβάλλεται, μεταξύ άλλων, η θέση, ότι η νομική βάση της αίτησης δεν υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. O λόγος αυτός υποστηρίζεται από την παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Ένσταση, όπου και μνημονεύεται, μεταξύ άλλων, ότι η Διαταγή 64 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, που περιέχεται στην νομική βάση της αίτησης, δεν μπορεί να στηρίξει το αίτημα για τροποποίηση. Και επί του σημείου τούτου θεωρώ, πως δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Στην νομική βάση της αίτησης περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η Διάταξη 48, θεσμοί 1, 2 και 3 καθώς και η Διάταξη 25 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Η τελευταία διάταξη παρέχει στο Δικαστήριο την διακριτική ευχέρεια να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφων. Οι πιο πάνω θεσμικές διατάξεις παρέχουν, επομένως, έρεισμα στο αίτημα για τροποποίηση. Στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Ένσταση προβάλλεται, επίσης, ο ισχυρισμός, ότι δεν επεξηγήθηκε ικανοποιητικά ο λόγος που στην Έκθεση Απαίτησης δεν περιλήφθηκε εξ αρχής ο ισχυρισμός, που με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται να εισαχθεί. Είναι δε τέτοια η δικαιολογία που προβάλλεται που καταδεικνύει την μη γνησιότητα του αιτήματος. Συναφής με τα πιο πάνω είναι ο τέταρτος και ο πέμπτος λόγος ένστασης σύμφωνα με τους οποίους η πραγματική βάση της αίτησης δεν υποστηρίζει το αίτημα για τροποποίηση όπως και ο πρώτος λόγος ένστασης σύμφωνα με τον οποίο η αίτηση δεν είναι γνήσια. Με τον δεύτερο λόγο ένστασης προβάλλεται η θέση ότι η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση. O λόγος αυτός υποστηρίζεται από την παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Ένσταση στην οποία υποστηρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η δικαιολογία που προβάλλεται για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος δεν είναι, επίσης, ικανοποιητική. Ισχυρισμός αναφορικά με το τελευταίο εκτίθεται και στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Ένσταση. Θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω πρώτα το ζήτημα της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης. Είναι σαφώς νομολογημένο, ότι ο παράγοντας καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για τροποποίηση μπορεί κάτω από ορισμένες περιστάσεις να επηρεάσει το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd and another
(1989)1 AAΔ.33 υποστηρίχθηκε, όπως και πιο πάνω είδαμε, ότι το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του διατάγματος. Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 λέχθηκε, πως: «Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγοντας της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια». Αναμφίβολα, παρατηρείται καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, αφού ενώ το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 17.10.05, η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε στις 18.2.09, ήτοι 3 χρόνια και πλέον αργότερα. Η σημασία της καθυστέρησης στην υποβολή αιτήματος για τροποποίηση διασαφηνίσθηκε στην υπόθεση Astor Manufacturing & Export Co. κ.α. v. Leventis Company (Nigeria) Ltd και άλλοι
(1993)1 ΑΑΔ 726. Στην εν λόγω υπόθεση αναφέρθηκαν, συγκεκριμένα, τα ακόλουθα: «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον καθένα από την σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης. Έτσι προσέγγισε το θέμα και το πρωτόδικο Δικαστήριο . Ο χρόνος που παρήλθε δεν κρίθηκε ως αυτοτελής λόγος απόρριψης της αίτησης. Θεωρήθηκε ότι αποκτούσε σημασία κυρίως ενόψει της φύσης των τροποποιήσεων». Προκύπτει από την πιο πάνω απόφαση, αλλά και από την νομολογία, γενικότερα, ότι ο παράγοντας καθυστέρηση εξετάζεται σε συνάρτηση με τους ουσιαστικότερους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και οι οποίοι είναι, βασικά, η προβολή των αληθινών και πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης και, κατ' επέκταση, ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς και ο τυχόν επηρεασμός στα δικαιώματα του καθ' ου η αίτηση. Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 η αίτηση για τροποποίηση υποβλήθηκε από την εφεσείουσα / ενάγουσα στα πρώτα στάδια της δίκης και αφού κατέθεσε ο πρώτος μάρτυρας που είχε καλέσει η εφεσείουσα. Ο πρωτόδικος δικαστής απέρριψε την αίτηση ως απαράδεκτη για τον λόγο ότι τυχόν έγκριση της προτεινόμενης τροποποίησης θα άλλαζε άρδην την βάση της αγωγής και θα αποτελούσε προσπάθεια ευθυγράμμισης της μαρτυρίας που είχε μέχρι τότε προσαχθεί με τα νέα δεδομένα της αίτησης. Το Εφετείο αφού αποδοκίμασε το σκεπτικό της πρωτόδικης κρίσης υποστηρίζοντας, ότι με την τροποποίηση δεν άλλαζε η βάση της αγωγής αλλά και ότι δεν είναι νομικά επιλήψιμη η επιδίωξη τροποποίησης ώστε να συνάδει η προσαχθείσα μαρτυρία με το δικόγραφο διαδίκου, αποφάσισε, ότι η αίτηση έπρεπε υπό τις περιστάσεις αναπόφευκτα να επιτραπεί. Το ζήτημα της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης απασχόλησε το Εφετείο και έτυχε εκτενούς σχολιασμού. Λήφθηκε σοβαρά υπόψη η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από την νομολογία ότι η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών και ότι η αίτηση είχε υποβληθεί μόλις κατά την αφετηρία της δίκης. Με βάση τα πιο πάνω κρίθηκε, ότι η αίτηση έπρεπε να επιτραπεί. Τονίσθηκε, επίσης, με αναφορά τόσο σε Κυπριακή όσο και Αγγλική νομολογία η διαφορά στην προσέγγιση του Δικαστηρίου ανάμεσα στην περίπτωση που αίτηση για τροποποίηση υποβάλλεται στα αρχικά στάδια της δίκης και στην περίπτωση που αίτηση τροποποίησης υποβάλλεται κατά το τέλος της δίκης. Έγινε, επίσης, αναφορά σε απόσπασμα από την απόφαση στην Αγγλική υπόθεση Ketteman v. Hansel Properties Ltd
(1988)1 All E R 38, η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σε προγενέστερες αποφάσεις του και το οποίο έχει ως ακολούθως: «Furthermore, to allow an amendment before a trial begins is quite different from allowing it at the end of the trial to give an apparently unsuccessful defendant an opportunity to renew the fight on an entirely different defence». Σε μετάφραση: «Περαιτέρω, το να επιτρέψεις τροποποίηση πριν αρχίσει η δίκη είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από το να επιτρέψεις τροποποίηση κατά το τέλος της δίκης για να δώσεις σε ένα εμφανώς ανεπιτυχή εναγόμενο την ευκαιρία να ανακινήσει τον (δικαστικό) αγώνα στην βάση μιας εντελώς διαφορετικής υπεράσπισης». Στην υπόθεση Δόμνα Νικόλα Χριστοδούλου ν. Αθηναϊδος Ιωάννου Χριστοδούλου & Άλλης
(1991)1 ΑΑΔ 934 η εφεσείουσα / ενάγουσα ζήτησε άδεια για να τροποποιήσει την Έκθεση Απαίτησής της μετά την έναρξη της ακρόασης και αφού είχαν ακουσθεί επτά μάρτυρές της και είχε διεξαχθεί επιτόπια έρευνα από το Κτηματολόγιο στην βάση των δικογράφων. Ο πρωτόδικος δικαστής απέρριψε το αίτημα. Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας προσμέτρησαν η καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, ότι η αναγκαιότητα για την τροποποίηση έπρεπε να ήταν έκδηλη πολύ πριν από την ακρόαση και ότι η επιτόπια εξέταση που είχε διεξαχθεί από το Κτηματολόγιο είχε στηριχθεί στα δικόγραφα, όπως ήταν τότε, πράγμα που σήμαινε, ότι αν επιτρεπόταν η τροποποίηση θα ήταν κατά πάσα πιθανότητα αναγκαία μια νέα επιτόπια έρευνα. Η ζημιά, η οποία θα προκαλείτο στους εναγόμενους δεν θα μπορούσε, σύμφωνα με τον πρωτόδικο δικαστή, να αποζημιωθεί με έξοδα υπό τις περιστάσεις. Το Ανώτατο Δικαστήριο τονίζοντας την σύγχρονη τάση της νομολογίας ανέφερε, ότι δεν δικαιολογείτο από τα γεγονότα η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εναντίον της εφεσείουσας. Η τροποποίηση ήταν αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη στους διαδίκους και η δυσχέρεια που θα μπορούσε να προκληθεί μπορούσε χωρίς αμφιβολία να αποζημιωθεί με την καταβολή των εξόδων που θα χάνονταν λόγω της τροποποίησης. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 ΑΑΔ 44 αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης και της Απάντησης υποβλήθηκε 12 και πλέον χρόνια μετά την καταχώρηση του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και 12 σχεδόν χρόνια μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης. Η μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης δεν κρίθηκε ως παράγοντας ικανός να αποκλείσει την δυνατότητα έγκρισης του αιτήματος. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από τις σελίδες 53-54 της απόφασης το οποίο παρατίθεται αυτούσιο πιο κάτω: «Αναφορικά με την έκταση της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος για τροποποίηση, θα λέγαμε ότι ενώ η σύνδεση με την μακρά εκκρεμότητα της αγωγής μοιάζει αυτονόητη και επιτείνει την ανησυχία σχετικά με την τήρηση της συνταγματικής επιταγής για εκδίκαση της αγωγής εντός εύλογου χρόνου, εντούτοις εύστοχα ήταν που σημειώθηκε πρωτόδικα ότι η μακρά εκκρεμότητα της αγωγής "δεν μπορεί να ενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα" αλλά αποτελεί παράγοντα "ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση". Εν τέλει το κατά πόσο η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός εύλογου χρόνου συνιστά, σύμφωνα με την προαναφερθείσα απόφαση του Εφετείου σε αυτή την υπόθεση (Πολ. Έφ. 9520, ημερ. 7 Ιουλίου 1998, ανωτέρω) ζήτημα ενταγμένο στο πλαίσιο της δίκης. Κατανοούμε πλήρως την ανησυχία του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Όμως εδώ η καθυστέρηση από καμιά άποψη δεν θα μπορούσε αφεαυτής να αποκλείσει τη δυνατότητα έγκρισης του αιτήματος για τροποποίηση». Στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co Ltd
(1990)1 AAΔ 24 (υπόθεση Ναυτοδικείου) αίτημα για τροποποίηση υποβλήθηκε στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων και αφού είχε ολοκληρωθεί η αγόρευση της μιας πλευράς. Η αίτηση βασίζετο στον Κανονισμό 90 των Κυπριακών Θεσμών Ναυτοδικείου. Στην σελίδα 26 της απόφασης αναφέρονται τα ακόλουθα: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης». Στην υπό εξέταση περίπτωση σχετικό με το ζήτημα της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης είναι κατά την άποψή μου και το ιστορικό της αντιδικίας, στο οποίο δεν θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ εκτενώς. Αξίζει, όμως, να αναφερθεί, ότι πριν την 16.2.09 που άρχισε η ακροαματική διαδικασία η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση υπέβαλε αίτημα για αναβολή της ακρόασης σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις, ήτοι στις 8.5.07, στις 5.10.07 και στις 15.1.09. Σημειώνεται, ότι κατά την τελευταία ημερομηνία το αίτημα υποβλήθηκε γραπτώς. Το πιο πάνω γεγονός αποδυναμώνει κατά την άποψή μου το παράπονο των Καθ' ων η αίτηση για καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης, αν μη τι άλλο, δεν επιτείνει την ανησυχία του Δικαστηρίου αναφορικά με την τήρηση της συνταγματικής επιταγής για εκδίκαση της αγωγής εντός εύλογου χρόνου. Υποστηρίζεται, επίσης, με την παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Ένσταση, ότι ο λόγος που προβάλλεται για το ότι δεν περιλήφθηκε στην Έκθεση Απαίτησης εξ αρχής ο ισχυρισμός, που με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται να εισαχθεί, θα πρέπει να κριθεί ως αβάσιμος και ανεπαρκής και ως τέτοιος θα πρέπει να προσμετρήσει εις βάρος των Αιτητών. Ο προβληθείς λόγος, σε αντίθεση με την θέση που επί του προκειμένου εκφράσθηκε μέσα από την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση, είναι σαφής και δεν επιδέχεται πολλών ερμηνειών. Στην πιο πάνω παράγραφο αναφέρεται, ότι κατά τον χρόνο που δόθηκαν στους δικηγόρους των Αιτητών οδηγίες και στοιχεία για σκοπούς σύνταξης της Έκθεσης Απαίτησης δεν παραδόθηκε το πρωτότυπο του προασφαλιστηρίου. Το έγγραφο αυτό περιείχε στο πίσω μέρος του τον όρο, που με την υπό κρίση αίτηση επιχειρείται να εισαχθεί στην Έκθεση Απαίτησης. Στους δικηγόρους των Αιτητών παραδόθηκε φωτοαντίγραφο του προασφαλιστηρίου, το οποίο δεν περιλάμβανε το πίσω μέρος του. Έτσι, οι Αιτητές παρέλειψαν να δώσουν στους δικηγόρους τους πλήρη εικόνα των όρων που περιέχονταν στο προασφαλιστήριο με αποτέλεσμα ο υπό συζήτηση όρος ουδέποτε να έλθει στην αντίληψη των τελευταίων. Σημειώνεται, ότι τα όσα αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο δεν αμφισβητήθηκαν από την ενόρκως δηλούσα των Καθ' ων η αίτηση. Στην ίδια παράγραφο αναφέρεται, ότι η εν λόγω παράλειψη οφείλεται σε αβλεψία και/ή παραδρομή των Αιτητών. Στην υπόθεση Δόμνα Νικόλα Χριστοδούλου ν. Αθηναϊδος Ιωάννου Χριστοδούλου & Άλλης
(1991)1 ΑΑΔ 934 είδαμε, ότι το γεγονός ότι η τροποποίηση είναι αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, αμέλειας ή παραδρομής δεν αποτελεί εμπόδιο στην έγκριση αιτήματος για τροποποίηση. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω, πως ο υπό των Αιτητών πιο πάνω προβληθείς λόγος δεν θα πρέπει να προσμετρήσει ως λόγος απόρριψης της αίτησης. Αναφορικά, όμως, με την δικαιολογία που δόθηκε για την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης δεν μπορώ να δεχθώ, ότι αυτή είναι ικανοποιητική. Και αυτό για τους ακόλουθους λόγους. Στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Ένσταση, αναφέρεται, ότι η παράλειψη, για την οποία λόγος γίνεται στην παράγραφο 4, όπως πιο πάνω είδαμε, διαπιστώθηκε κατά την κυρίως εξέταση του πρώτου μάρτυρα των Αιτητών. Το ερώτημα, όμως, που εύλογα αναφύεται είναι πώς λογικά θα μπορούσε να διαπιστωθεί η παράλειψη κατά την δίκη και ενόσω ο μάρτυρας βρισκόταν στο εδώλιο του μάρτυρα και κατέθετε αφ' ης στιγμής η εν λόγω συνήγορος δεν γνώριζε, σύμφωνα με την ένορκο δήλωση του κύριου Ευσταθίου, την ύπαρξη του όρου και την παράλειψη των Αιτητών να παραδώσουν στους δικηγόρους τους πλήρες αντίγραφο του προσφαλιστηρίου. Από όση δε μαρτυρία δόθηκε από τον πρώτο μάρτυρα των Αιτητών κατά την δίκη συνάγεται, ότι η ευπαίδευτη συνήγορος των Αιτητών γνώριζε για τον εν λόγω όρο πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, αφού κατά την διάρκειά της αυτή υπέβαλε ερωτήσεις στον μάρτυρα, οι οποίες αποσκοπούσαν στο να δοθεί μαρτυρία σε σχέση με τον όρο αυτό. Παραθέτω αυτούσιο σχετικό απόσπασμα από την κυρίως εξέταση του μάρτυρα: «Ε: Η Εναγόμενη εταιρεία 1 είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο της αγωγής, είχε στην κατοχή της τέτοια έντυπα; Α: Ναι, είχε. Ε: Από πού τα είχε προμηθευτεί; Α: Όλα τα έντυπα τους τα παρέχουμε ή τους τα παρέχει η ασφαλιστική εταιρεία, στην προκειμένη περίπτωση η Μινέρβα .................................. Ε: Όταν συμπληρωθούν, κατά τον ουσιώδη χρόνο της αγωγής, αυτά τα έντυπα όταν συμπληρώνονταν από την Εναγόμενη 1 εταιρεία στην συνέχεια τι εγίνετο; Δ: Ποια έντυπα; Ε: Τόσο για την έκδοση προασφαλιστηρίου όσο και για την πρόταση υποβολής ασφάλισης. Αφού συμπληρώνονταν από την Εναγόμενη εταιρεία στην συνέχεια τι εγίνετο; Α: Όλα τα έγγραφα πρότασης ασφάλισης και προασφαλιστήριο πρέπει να επιστρέφονται στην εταιρεία εντός 48 ωρών. Ε: Η προθεσμία αυτή που αναφέρατε κύριε μάρτυρα από πού καθορίζεται; κ. Κορακίδης: Ένσταση». Περαιτέρω, θα συμφωνήσω με την θέση που προβάλλεται μέσα από την παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Ένσταση, ότι η ανάγκη για την τροποποίηση θα μπορούσε εύλογα να διαπιστωθεί ενωρίτερα αν επιδεικνυόταν η δέουσα επιμέλεια και προσοχή κατά την προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση. Στην υπόθεση Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Επίσημου Παραλήπτη και Εφόρου Εταιρειών ως εκκαθαριστή της εταιρείας Always Travel Holidays Limited κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 607 τονίσθηκε, ότι η ανάγκη για τροποποίηση προκύπτει όταν τα γεγονότα τα οποία θεμελιώνουν την τροποποίηση είναι γνωστά ή εύλογα θα μπορούσαν να εντοπισθούν από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Αξίζει να σημειωθεί, ότι κανένας ισχυρισμός δεν υπάρχει στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση περί του αντιθέτου. Ούτε και προβάλλεται οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί, ότι η έγκαιρη διαπίστωση της ανάγκης για τροποποίηση ήταν αδύνατη ή ανέφικτη. Υπό το φως όλων των πιο πάνω θεωρώ, ότι η δικαιολογία που προβλήθηκε εκ μέρους των Αιτητών για τον χρόνο που παρήλθε και, κατά συνέπεια, την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης δεν μπορεί να κριθεί ικανοποιητική. Το ερώτημα που θα πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι πόση βαρύτητα και σημασία θα πρέπει να δοθεί στην ανεπαρκή δικαιολογία που προβλήθηκε από μέρους των Αιτητών για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος. Για την σημασία της δικαιολόγησης της καθυστέρησης στην υποβολή αιτήματος για τροποποίηση δικογράφων χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Saba & Co (TMP) v. TMP Agents
(1994)1 AAΔ 426: «Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. ..................................................................................................................... Στην Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, όπου το Εφετείο θεώρησε πως η χρονική διάσταση αποτελούσε παράγοντα που δεν επέτρεπε αποδοχή του αιτήματος για τροποποίηση, κατ' ουσία τη συνάρτησε, όπως προκύπτει από το ιστορικό, με την έλλειψη καλής πίστης που εκ προοιμίου καθιστούσε αδικαιολόγητη την καθυστέρηση». Δεν διέκρινα οποιαδήποτε κακοπιστία από μέρους των Αιτητών στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης σε αντίθεση με την θέση που προβάλλεται εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση επί του προκειμένου και η οποία θέλει την υπό κρίση αίτηση να μην είναι γνήσια. Η μη γνησιότητα της υπό κρίση αίτησης προκύπτει, σύμφωνα με την παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση, και όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, από την μη επαρκή δικαιολογία που δόθηκε για την μη συμπερίληψή της στην Έκθεση Απαίτησης εξ αρχής. Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co and Others v. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd
(1993)1 CLR 726 το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως η αίτηση για τροποποίηση δεν είχε υποβληθεί καλόπιστα ενόψει της ασάφειας των λόγων που, κατά την ένορκο δήλωση που την συνόδευε, την καθιστούσαν αναγκαία και γενικά ενόψει του τρόπου με τον οποίο οι λόγοι εκείνοι είχαν διατυπωθεί. Το Ανώτατο Δικαστήριο διαφωνώντας με την πρωτόδικη κρίση ανέφερε επί του προκειμένου τα ακόλουθα: «Είναι ορθό πως η ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για τροποποίηση παραπέμπει σε σειρά διαζευκτικών εξηγήσεων της μη συμπερίληψης των αναγκαίων, όπως θεωρήθηκαν, λεπτομερειών στην αρχική έκθεση απαιτήσεως και δεν μπορεί να διεκδικήσει σαφήνεια. Είναι όμως ένα θέμα η αποτυχία θεμελίωσης ορισμένου ισχυρισμού εξ αιτίας της ασάφειας ή γενικά της ανεπάρκειας της μαρτυρίας που προσάγεται και άλλο το κίνητρο που εξωθεί στην διατύπωση του ισχυρισμού. Δεν θα λέγαμε πως τα δύο είναι οπωσδήποτε ασύνδετα αλλά δεν μπορούμε και να δεχθούμε πως η ασάφεια ή ο τρόπος της διατύπωσης, χωρίς άλλο, δείχνει κακοπιστία, ιδιαίτερα κάτω από τις συνθήκες της παρούσης υπόθεσης . Κάτω από αυτές τις συνθήκες και στην απουσία οποιουδήποτε άλλου στοιχείου, δεν θα μπορούσε να λεχθεί ότι η αίτηση για τροποποίηση δεν υποβλήθηκε σε μια γνήσια προσπάθεια κάλυψης όσων εκλήφθηκαν ως ελλείψεις της εκθέσεως απαιτήσεως και ότι δεν υποβλήθηκε καλόπιστα». Καθίσταται έκδηλο από το πιο πάνω απόσπασμα, ότι το ζητούμενο, όταν το Δικαστήριο έχει να αποφασίσει περί κακοπιστίας, είναι το κίνητρο και μόνο που εξωθεί στην διατύπωση ενός ισχυρισμού. Στην υπό εξέταση περίπτωση ο λόγος που προβλήθηκε ως δικαιολογία για το ότι οι νέοι ισχυρισμοί δεν συμπεριλήφθηκαν εξ αρχής στην Έκθεση Απαίτησης δεν θα μπορούσε από μόνος του και υπό τις δοσμένες περιστάσεις να στοιχειοθετήσει έλλειψη γνησιότητας ή να καταλογίσει στο αίτημα των Αιτητών κακοπιστία. Τουναντίον, ενόψει και της αναγκαιότητας της τροποποίησης θεωρώ, ότι το αίτημα υποβάλλεται σε μια προσπάθεια κάλυψης πραγματικής και σημαντικής ανάγκης. Είναι, επίσης, σημαντικό να λεχθεί, ότι μέρος της αιτούμενης τροποποίησης αποσκοπεί στο να συνάδει η μαρτυρία με την Έκθεση Απαίτησης, αφού ο μάρτυρας των Αιτητών κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε, ότι το υπό των Καθ' ων η αίτηση 1 εκδοθέν προασφαλιστήριο όφειλε να επιστραφεί στους Αιτητές εντός 48 ωρών από της έκδοσής του. Αποτελεί θέση των Καθ' ων η αίτηση, ότι ο πιο πάνω σκοπός είναι νομικά αβάσιμος. Εξειδικεύεται στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Ένσταση, ότι δεν μπορεί να ικανοποιήσει αίτημα για τροποποίηση. Δεν θα συμφωνήσω με την πιο πάνω θέση. Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 λέχθηκε, ότι: «... δεν είναι ... νομικά επιλήψιμη η επιδίωξη τροποποίησης για να συνάδει η προσαχθείσα μαρτυρία με το δικόγραφο του διαδίκου .». Περαιτέρω, στην σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ιωάννης Νικολάου ν.
  1. Ζωή Μιλτιάδους ,
  2. Άννα Οικονομίδου υπό την ιδιότητά τους ως διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος Παύλου Κ. Μιλτιάδους ΠΕ 96/06, ημερομηνίας 27.7.07 αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ο πρωτόδικος Δικαστής ότι δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς η καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης, δίδοντας υπερβολική βαρύτητα στον παράγοντα αυτό. Αυτό δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Εν όψει της νομολογίας, κρίνουμε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι, όπως τονίσαμε και πιο πάνω, να δοθεί η ευκαιρία στους διάδικους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους». Στο στάδιο αυτό θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω ως συναφή με το ζήτημα της καθυστέρησης τον έβδομο λόγο ένστασης σύμφωνα με τον οποίο η έγκριση της τροποποίησης θα θέσει τους Καθ' ων η αίτηση σε δυσμενή θέση, πράγμα που σημαίνει, ότι δεν θα μπορέσουν να αποζημιωθούν με διαταγή ως προς τα έξοδα. Ο λόγος αυτός υποστηρίζεται από την παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Ένσταση σύμφωνα με την οποία αν εγκριθεί η τροποποίηση οι Καθ' ων η αίτηση θα βρίσκονται σε πολύ δυσμενή θέση διότι θα πρέπει να αναζητήσουν μαρτυρία 5 χρόνια προηγουμένως αναφορικά με το πότε στάλθηκε το προασφαλιστήριο στους Αιτητές με ενδεχόμενο να μην μπορέσουν να παρουσιάσουν την μαρτυρία την οποία θα ήταν ικανοί να παρουσιάσουν αν ο ισχυρισμός αυτός είχε εξ αρχής περιληφθεί στην Έκθεση Απαίτησης. Με όσα πιο πάνω προβάλλονται δεν μπορώ να δεχθώ, ότι ο ισχυρισμός για δυσμενή επηρεασμό των Καθ' ων η αίτηση έχει δεόντως τεκμηριωθεί. Η αναφορά σε δυσμενείς επιπτώσεις που θα υποστούν οι Καθ' ων η αίτηση αν εγκριθεί η τροποποίηση δεν στηρίζεται σε κάποιας μορφής ειδικά στοιχεία ικανά να καταδείξουν, ότι η δυνατότητα να υποβάλουν και τελικά να θεμελιώσουν την υπεράσπισή τους θα ήταν μεγαλύτερη αν οι συζητούμενοι νέοι ισχυρισμοί προβάλλονταν εξ αρχής. Ενδεικτικό τούτου είναι ότι ό,τι μέσα από το μαρτυρικό υλικό που παρουσιάσθηκε προς υποστήριξη της Ένστασης προβάλλεται είναι ένα ενδεχόμενο επηρεασμού. Ελλείπει θετική μαρτυρία, με την οποία να καταδεικνύεται, ότι ο κίνδυνος δυσμενούς επηρεασμού στην υπεράσπιση των Καθ' ων η αίτηση αν η αιτούμενη τροποποίηση επιτραπεί είναι υπαρκτός, συγκεκριμένος και απτός. Υπό το φως των πιο πάνω θεωρώ, ότι υπό τις δοσμένες περιστάσεις δεν ευσταθεί η θέση, ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος θα παραβλάψει τα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση υπό την έννοια, ότι θα προκληθεί σε αυτούς βλάβη και, κατ' επέκταση, δυσμένεια εις βάρος τους στον δικαστικό αγώνα. Τέλος, με τον τρίτο λόγο ένστασης προβάλλεται η θέση, ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αχρείαστη. Και αυτό γιατί, όπως από την παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση προκύπτει, οι Αιτητές ήδη με την παράγραφο 10 της Έκθεσης Απαίτησης επικαλούνται ακυρότητα του προασφαλιστηρίου. Δεν θα συμφωνήσω με την πιο πάνω θέση. Δεν υπάρχει ρητός ισχυρισμός περί ακυρότητας του προασφαλιστηρίου στην πιο πάνω παράγραφο, παρά μόνο ισχυρισμός περί ύπαρξης όρου στο προασφαλιστήριο η παράβαση του οποίου έχει ως συνέπεια την ακυρότητά του. Συν τοις άλλοις, οι Αιτητές με την παράγραφο 14 της Έκθεσης Απαίτησης διατείνονται, ότι το προασφαλιστήριο είναι δεσμευτικό γι' αυτούς. Γι' αυτό και, άλλωστε, αυτοί θεώρησαν ορθό να αποζημιώσουν τον ενάγοντα στην αγωγή 1725/
  3. Ισχυρίζονται, επίσης, ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αντιφατική και θα περιπλέξει την δίκη. Δεν μπορώ, όμως, να αντιληφθώ την πιο πάνω θέση, αφ' ης στιγμής στην ίδια παράγραφο προβάλλεται η θέση, ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν διαφοροποιείται από τις παραγράφους 6(γ) και 10 της Έκθεσης Απαίτησης. Όπως και να έχει, θεωρώ, ότι η ουσία του πράγματος έγκειται στο ότι με την αιτούμενη τροποποίηση και σε συνδυασμό με την παράγραφο 10 της Έκθεσης Απαίτησης το ζήτημα της εγκυρότητας του προασφαλιστηρίου τείνει να αποκρυσταλλωθεί. Τούτο κάθε άλλο παρά αχρείαστο καθιστά το αίτημα. Αφού έλαβα υπόψη όλα τα πιο πάνω και, συγκεκριμένα, ότι ο χρόνος που έχει παρέλθει δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας, ότι η τροποποίηση είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς αλλά και για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου οι πραγματικές επίδικες διαφορές, ότι η τροποποίηση επιζητείται κατά την αφετηρία της δίκης, ότι με την τροποποίηση δεν εισάγεται νέα βάση αγωγής, ούτε και μεταβάλλεται η αγωγή σε αγωγή με ουσιωδώς διαφορετικό χαρακτήρα, ότι μέρος των ισχυρισμών που επιχειρούνται να εισαχθούν αποτελούν ήδη μέρος της μαρτυρίας, ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν θα υποστούν οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό στην υπεράσπισή τους από τυχόν έγκριση της τροποποίησης θεωρώ και, κατά συνέπεια, δεν θα προκληθεί σε αυτούς ζημία άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα, κρίνω, ότι η διακριτική μου ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ των Αιτητών. Η έλλειψη καλής δικαιολογίας για την καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης δεν θα ήταν δίκαιο υπό το φως των πιο πάνω να προσμετρήσει σε βαθμό ώστε να μην εγκριθεί το παρόν αίτημα. Απόρριψη της αίτησης για τον πιο πάνω λόγο θα συνεπάγετο, κατά την άποψή μου, την απόδοση υπέρμετρης βαρύτητας στον παράγοντα αυτό κάτι το οποίο κρίνω, πως δεν δικαιολογείται υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων. Συνεκτίμηση των αρχών και η εφαρμογή τους στα πλαίσια των γεγονότων της υπό εξέταση υπόθεσης, όπως πιο πάνω ενδεικτικά αναφέρθηκε, δικαιολογεί την έγκριση του αιτήματος για τροποποίηση. Δεν παραγνωρίζω, ότι η τροποποίηση θα προκαλέσει καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της εκδίκασης της υπόθεσης. Απόρριψή της, όμως, θα αντιστρατευόταν τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης, όπως προσδιορίζονται στην προκείμενη υπόθεση, και δεν θα επέτρεπε την επίλυση όλων των μεταξύ των διαδίκων εγειρόμενων στην υπόθεση διαφορών. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω, πως τυχόν έγκριση της αίτησης υπό τις δοσμένες περιστάσεις δεν θα καταστρατηγούσε το δικαίωμα των Καθ' ων η αίτηση για δίκη εντός εύλογου χρόνου, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Για όλους τους πιο πάνω λόγους θεωρώ, ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως η αίτηση εγκριθεί. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα για τροποποίηση ως η παράγραφος 1(α) της αίτησης. Η τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Υπεράσπιση στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από της παράδοσης της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Τυχόν Απάντηση να καταχωρηθεί εντός περαιτέρω 3 ημερών. Το παρόν διάταγμα να συνταχθεί το αργότερο μέχρι 11.5.
  4. Τα έξοδα της αίτησης όπως και αυτά που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των Αιτητών και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.)............................................ Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.