ALPHA BANK LTD ν. Σάββα Πίττα άλλως Σάββα Μενελάου Πίττα κ.α., Αρ. Αγωγής: 2244/01, 15 Μαΐου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:A35 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Πούγιουρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2244/01 Μεταξύ: ALPHA BANK LTD εκ Λευκωσίας Εναγόντων Και
- Σάββα Πίττα άλλως Σάββα Μενελάου Πίττα από την Πέγεια
- Αλέκκου Αρκαδίου από την Πέγεια
- Χριστάκη Παρασκευά από την Πέγεια
- Μιχαλάκη Μενελάου Πίττα από την Πέγεια
- Νιόβη Στεφάνου Σάββα από την Γιόλου Εναγομένων ----------------- Αίτηση ημερ. 14.4.2008 Ημερομηνία: 15 Μαΐου 2009 Για Εναγόμενο 3 - Αιτητή: κ. Μ. Σάββα Για Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Κ. Φακοντής (κα Α. Φακοντή για ν΄ ακούσει απόφαση) ----------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση ο Εναγόμενος 3 - Αιτητής αιτείται από το Δικαστήριο την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να αναστέλλεται η εκτέλεση της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 18.1.2005 που λήφθηκε εναντίον του και να εμποδίζεται ο Εναγόμενος 1 να αποξενώσει την περιουσία του ή τα οικονομικά του στοιχεία ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η εξ αποφάσεως οφειλή ή μέρος της. Η Αίτηση στηρίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.48 θ.1, 2, 3, 4, 8 και 9, στον Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο Ν. 197
(1)/2003 όπως έχει τροποποιηθεί, άρθρα 1-15 και στις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Αιτητή ημερ. 14.4.
- Πολύ συνοπτικά αναφέρει ότι στις 18.1.2005 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του και υπέρ των Εναγόντων αλληλέγγυα και κεχωρισμένα με τον Εναγόμενο 1 για το ποσό των £80.540,98 με τόκο 8% ετησίως από 1.1.2001 μέχρι πλήρους εξόφλησης και επιπλέον για τα έξοδα της αγωγής που έχουν υπολογιστεί από τον Πρωτοκολλητή στο ποσό των £2.389 πλέον νόμιμο τόκο και Φ.Π.Α. Η απόφαση σε βάρος του αφορούσε εγγύηση που είχε δώσει στην Τράπεζα για τον Εναγόμενο 1 που ήταν ο πρωτοφειλέτης. Απ΄ ότι έχει πληροφορηθεί, ο Εναγόμενος 1 έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία που εκ πρώτης όψεως έχει τέτοια αξία που είναι αρκετή να ικανοποιήσει την πιο πάνω απόφαση. Συγκεκριμένα είναι κάτοχος της εξής περιουσίας: (α) Ακίνητο στην Πέγεια με αρ. εγγραφής 46160, τεμ. 456, Φυλ./Σχ. 45/17, έκταση 4.348 τ.μ., το όλο μερίδιο. (β) Ακίνητο στην Πέγεια με αρ. εγγραφής 46161, τεμ. 460, Φυλ./Σχ. 45/17, έκταση 3.011 τ.μ., το όλο μερίδιο. (γ) Ακίνητο στην Πέγεια με αρ. εγγραφής 43872, τεμ. 28, Φυλ./Σχ. 45/25, έκταση 10.368 τ.μ., ½ μερίδιο επί του οποίου έχει ανεγερθεί ξενοδοχείο με 85 δωμάτια. (δ) Ακίνητο στην Πέγεια με αρ. εγγραφής 45465, τεμ. 232, Φυλ./Σχ. 45/25, έκταση 409 τ.μ., το όλο μερίδιο. Εισηγείται ότι η σημερινή αγοραία αξία των πιο πάνω κτημάτων είναι πέραν των €4.000.000, ποσό που υπερκαλύπτει το εξ αποφάσεως χρέος. Εναντίον του Αιτητή καταχωρήθηκε η Αίτηση Πτώχευσης με αρ. 79/08 που εκκρεμεί και απ΄ ότι πληροφορείται, οι Ενάγοντες σκοπεύουν να λάβουν και άλλα μέτρα εκτέλεσης της απόφασης εναντίον του. Καταλήγοντας ο Αιτητής αποδίδει την κάποια καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης στο ότι ανέμενε το αποτέλεσμα της έρευνας που ζήτησε από το Κτηματολόγιο. Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου και πριν την καταχώρηση της ένστασης ο Αιτητής καταχώρησε και συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 7.11.2008 στην οποία επισύναψε αντίγραφα πιστοποιητικών εγγραφής της πιο πάνω ακίνητης ιδιοκτησίας του Εναγόμενου 1 και δυο εκθέσεις εκτίμησης του Γλαύκου Αγαθαγγέλου, η μια για τα ακίνητα που αφορούν τα εν λόγω πιστοποιητικά εγγραφής και η άλλη για τα τεμάχια με αρ. 74 και 76 που βρίσκονται στην Πέγεια και για τα τεμάχια με αρ. 442 και 443 που βρίσκονται στη Γιόλου και τα οποία ανήκουν στην Εναγόμενη
- Με βάση την εκτίμηση, η τρέχουσα αγοραία αξία των τεσσάρων ακινήτων του Εναγόμενου 1 ανέρχεται σε €4.701.000 και των άλλων δυο στην Πέγεια σε €247.
- Οι Ενάγοντες - Καθ΄ ών η Αίτηση καταχώρησαν ένσταση στις 20.1.2009 η οποία στηρίζεται στον Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο του 2003 μέχρι 2006 [Ν.197
(1)/03, Ν.8
(1)/04, Ν.7
(1)/06, αρ. 9, 10 και 13
(1)
(2)], στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, θ.1, 2, 3, 4, 5 και επί των συμφυών εξουσιών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. Στην ένσταση εκτίθενται 7 λόγοι ένστασης τους οποίους θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους: "
- Ο πρωτοφειλέτης δεν έχει την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης της εγγύησης.
- Η ακίνητος περιουσία του πρωτοφειλέτου που αναφέρεται στην παρ. 3 της ενόρκου ομολογίας του αιτητού ημερ. 14.4.08 και στην παρ. 4 της συμπληρωματικής ενόρκου ομολογίας του αιτητού δεν υπερβαίνει η αγοραία αξία ταύτης τα €592.000.- και σε περίπτωση αναγκαστικής πώλησης της τα €474.
- Η αναφερόμενη στην παρ. 3 της ενόρκου ομολογίας του αιτητού ημερ. 14.4.08 και στην παρ. 4 της συμπληρωματικής ενόρκου ομολογίας του αιτητού ακίνητος περιουσία του πρωτοφειλέτου επιβαρύνεται με εμπράγματα βάρη, υποθήκες και ΜΕΜΟ, πέραν των €3.300.00.- τα οποία παραλείπει ο αιτητής να αναφέρει στην αίτηση του.
- Βάσει του άρθρου 10 γ) του Νόμου 197
(1)/03, διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης που εξεδόθη κατά του εγγυητή δεν μπορεί να εκδοθεί εκτός εάν ο πρωτοφειλέτης είναι μέρος της διαδικασίας, που στην παρούσα περίπτωση δεν είναι.
- Ο αιτητής στην παρ. 2 της συμπληρωματικής ενόρκου ομολογίας του αναφέρεται σε εκτιμήσεις ακινήτων άσχετων με την παρούσα υπόθεση, τα 2 πρώτα εκ των οποίων ανήκουν στον εναγόμενο 4 και είναι υποθηκευμένα εις τους καθ΄ ων η αίτηση δια της υποθήκης Υ1279/99 Κτηματολογίου Πάφου δια εξασφάλιση των εναγόντων εις την αναφερόμενη ανωτέρω αγωγή και καθ΄ ων η παρούσα αίτηση μέχρι ποσού €17.086.- (Λ.Κ.10.000) πλέον τόκους προς 8% το χρόνο επί του ποσού τούτου από 9/06/99 μέχρι εξοφλήσεως και δια την οποία υποθήκη οι καθ΄ ων η αίτηση έλαβαν μέτρα εκποίησης της από 29/06/06 μέσω του Κτηματολογίου Πάφου.
- Τα επόμενα 2 ακίνητα τα οποία αναφέρονται στην παρ. 2 της συμπληρωματικής ενόρκου ομολογίας του αιτητού ήτο υποθηκευμένα εις τους καθ΄ ων η αίτηση δια της υποθήκης Υ1301/99 Κτηματολογίου Πάφου υπό της εναγόμενης 5 Νιόβης Στεφάνου Σάββα από την Γιόλου δια εξασφάλιση των εναγόντων εις την αναφερόμενη ανωτέρω αγωγή και καθ΄ ων η παρούσα αίτηση μέχρι ποσού €80.304.- (Λ.Κ.47.000.-) πλέον τόκους προς 8% το χρόνο επί του ποσού τούτου από 10/06/99 μέχρι εξοφλήσεως, η οποία έχει εξοφλήσει το ποσό της απαίτησης που εξεδόθη εναντίον της εις την άνω αγωγή που ήτο ενυπόθηκος εγγυητής μόνο δια το αναφερόμενο ανωτέρω ποσό και η αναφερόμενη υποθήκη Υ1301/99 έχει εξαλειφθεί από το Κτηματολόγιο Πάφου από το τέλος Ιουλίου
- Εκ των κτημάτων του πρωτοφειλέτου που αναφέρονται στην αίτηση το τεμάχιο 28 (1/2 μερίδιο) και το τεμάχιο 232 (1/2 μερίδιο) είναι υποθηκευμένα σε τρίτους, δυνάμει της Υποθήκης Υ2517/98 ημερ. 18/11/98 Κτηματολογίου Πάφου δια ποσόν €948.273,83 σ. πλέον τόκους προς 8% ετησίως από 18/11/98 μέχρι εξοφλήσεως, ως και δυνάμει της υποθήκης Υ1452/98 ημερ. 1/07/99, δια ποσό €85.430,07 σ. πλέον τόκους προς 8% ετησίως από 1/07/99 μέχρι εξοφλήσεως, το τεμάχιο 456 και το τεμάχιο 460 είναι υποθηκευμένα δυνάμει της υποθήκης Υ1610/98 ημερ. 14/07/98 Κτηματολογίου Πάφου δια €37.589.- πλέον τόκους προς 8% ετησίως από 14/07/98 μέχρι εξοφλήσεως, και απαγόρευση εκ μέρους του Δικαστηρίου δεν μπορεί να τεθεί στον πρωτοφειλέτη ή να ισχύσει δια μη αποξένωση των αναφερόμενων ακινήτων, εις περίπτωση έκδοσης διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης υπέρ του εναγομένου 3, αιτητού (άρθρο 10 (γ) του Νόμου 197
(1)/03)." Η ένσταση συνοδεύεται από δυο ένορκες δηλώσεις, η μια της Λίζας Χαραλάμπους, υπαλλήλου των Εναγόντων - Καθ΄ ων η Αίτηση, η οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και η άλλη του Ιωάννη Πολυβίου, εκτιμητή ακινήτων. Στην ένορκη δήλωση της Λίζας Χαραλάμπους, επισυνάπτεται πιστοποιητικό έρευνας του Κτηματολογίου στο οποίο φαίνονται όλα τα εμπράγματα βάρη και επιβαρύνσεις που βαρύνουν τα κτήματα του Εναγόμενου 1 με αρ. τεμαχίου 456, 460, 28 και 232 που ανέρχονται σε €3.095.369 και σε €38.506 έξοδα πλέον τόκοι. Επίσης διευκρινίζει ότι δύο από τα ακίνητα στα οποία κάμνει αναφορά ο Αιτητής ανήκουν στον Εναγόμενο 4 και τα άλλα δύο στην Εναγόμενη 5. Καταλήγοντας αναφέρει ότι ο Εναγόμενος 1 τα τελευταία 3 - 4 χρόνια διαμένει σε άγνωστη διεύθυνση στο εξωτερικό οπότε είναι αδύνατη η εκτέλεση της απόφασης εναντίον του. Στην ένορκη του δήλωση ο Ιωάννης Πολυβίου ισχυρίζεται ότι επιθεώρησε τα τέσσερα κτήματα του Εναγόμενου 1 στις 5.6.2008 και σε μεταγενέστερες ημερομηνίες με σκοπό τον υπολογισμό της αξίας τους και ετοίμασε την αιτιολογημένη έκθεση εκτίμησης του ημερ. 30.7.2008 που επισύναψε στην ένορκη του δήλωση. Κατά την ακρόαση της Αίτησης οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε προφορικές αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις αντίστοιχες θέσεις τους χωρίς να γίνει αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Η εξουσία του Δικαστηρίου για αναστολή της εκτέλεσης δικαστικής απόφασης εναντίον εγγυητή παρέχεται από το άρθρο 9 του Νόμου 197
(1)/03 Το εν λόγω άρθρο προνοεί τα εξής: «9. Παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εκάστοτε σε ισχύ Νόμου, για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου παρέχεται εξουσία σε δικαστήριο να διατάξει καθ΄ όσον αφορά τον εγγυητή, αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης εναντίον του στην έκταση που αφορά κατάσχεση και πώληση κινητής ιδιοκτησίας του ή πώληση ή επιβάρυνση (memo) της ακίνητης ιδιοκτησίας του ως ακολούθως: (α) ............................ (β) σε περίπτωση έκδοσης απόφασης και τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 10, οποτεδήποτε μετά την έκδοση της απόφασης με τη συγκατάθεση του πιστωτή και του πρωτοφειλέτη ή χωρίς τέτοια συγκατάθεση. Το άρθρο 10
(1)(γ) του Νόμου 197
(1)/03 καθορίζει τις περιπτώσεις που είναι δυνατή η έκδοση τέτοιου διατάγματος από το Δικαστήριο. Παραθέτω αυτούσιο το άρθρο 10
(1)(γ) για σκοπούς καλύτερης παρακολούθησης: «10
(1)Δικαστήριο διατάσσει δυνάμει του άρθρου 9, όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο και ορθό, την αναστολή της εκτέλεσης απόφασης καθ΄ όσον αφορά τον εγγυητή, και ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η οφειλή, στις πιο κάτω περιπτώσεις: (α) ............................ (β) ............................ (γ) όταν υποβληθεί από τον εγγυητή αίτηση για αναστολή οποτεδήποτε μετά την έκδοση απόφασης και το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία που εκ πρώτης όψεως είναι τέτοιας αξίας ώστε να είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την εξ΄ αποφάσεως οφειλή, που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης: Νοείται ότι κατά την έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης απόφασης εναντίον του εγγυητή το δικαστήριο αναφέρει τα οικονομικά στοιχεία ή και προσδιορίζει την περιουσία για την οποία το δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ή για την οποία ο πιστωτής, ο εγγυητής και ο πρωτοφειλέτης συμφωνούν, ανάλογα με την περίπτωση, ότι είναι δυνατόν εκ πρώτης όψεως να ικανοποιήσει την εξ΄ αποφάσεως οφειλή και απαγορεύει στον πρωτοφειλέτη να αποξενώσει την προσδιοριζόμενη στο διάταγμα περιουσία ή τα οικονομικά στοιχεία, ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η εξ΄ αποφάσεως οφειλή ή οποιοδήποτε μέρος της: Νοείται περαιτέρω ότι απαγόρευση εναντίον πρωτοφειλέτη να αποξενώσει περιουσία του δεν επηρεάζει τη λήψη ή υλοποίηση οποιωνδήποτε μέτρων εναντίον της περιουσίας, προς εκτέλεση άλλης προϋπάρχουσας δικαστικής απόφασης εναντίον του πρωτοφειλέτη ή την εκποίησή της στα πλαίσια εκτέλεσης υποθήκης ή άλλης επιβάρυνσης που υφίστατο ήδη κατά το χρόνο της απαγόρευσης, καθώς επίσης και τη λήψη ή υλοποίηση οποιωνδήποτε μέτρων από τον πιστωτή εναντίον της περιουσίας, προς εκτέλεση της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε υπέρ του και εναντίον του πρωτοφειλέτη, περιλαμβανομένου και του μέτρου της εκποίησης υποθήκης ή άλλης επιβάρυνσης που παραχωρήθηκε προς εξασφάλιση της αποπληρωμής της οφειλής.» Είναι φανερό ότι εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει την αναστολή όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο και ορθό νοουμένου ότι είναι ικανοποιημένο ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία που εκ πρώτης όψεως είναι αρκετή να ικανοποιήσει την απόφαση. Κρίνω σκόπιμο να εξετάσω κατά πρώτο την εισήγηση του δικηγόρου των Καθ΄ ών η Αίτηση ότι η Αίτηση δεν θα πρέπει να πετύχει γιατί δεν έλαβε μέρος στη διαδικασία ο πρωτοφειλέτης του οποίου η παρουσία κρίνεται αναγκαία με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 10
(1)(γ) του Νόμου 197
(1)/03. Ερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας Αίτησης, ένα από τα διατάγματα που ζητούνται με την Αίτηση είναι διάταγμα που να απαγορεύει στον πρωτοφειλέτη, που στην παρούσα περίπτωση είναι ο Εναγόμενος 1, να αποξενώσει την περιουσία του ή τα οικονομικά του στοιχεία ενόσω παραμένει ανικανοποίητο το εξ αποφάσεως χρέος ή μέρος του. Από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης η Αίτηση δεν φαίνεται να επιδόθηκε στον Εναγόμενο 1 στον οποίον αφορά αποκλειστικά το διάταγμα που ζητείται στην παράγραφο (β) της Αίτησης. Λόγω της φύσης των διαταγμάτων που ζητούνται με την Αίτηση και ειδικότερα του διατάγματος όπως ο Εναγόμενoς 1 μη αποξενώσει την περιουσία του, σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του άρθρου 10
(1)(γ) πιο πάνω, το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι η παρουσία του πρωτοφειλέτη είναι απαραίτητη στη διαδικασία της παρούσας Αίτησης. Συνεπώς κρίνω ότι ο Εναγόμενος 1 θα έπρεπε να λάβει γνώση των παρόντων διαβημάτων εφόσον αφορούν συγκεκριμένη προσωπική του περιουσία την οποία καλείται να μην αποξενώσει. Είναι κατάληξη μου ότι η μη συμπερίληψη του Εναγόμενου 1 στην παρούσα Αίτηση ή έστω η επίδοση σ΄ αυτόν της Αίτησης για να λάβει γνώση των παρόντων διαβημάτων είναι μοιραία για την τύχη της Αίτησης. Παρά την πιο πάνω απόφαση μου, θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της Αίτησης σε περίπτωση που ήθελε αποφασιστεί μελλοντικά ότι ο πρωτοφειλέτης δεν είναι αναγκαίος διάδικος. Η μαρτυρία σε αιτήσεις δίνεται με ένορκη ή ένορκες δηλώσεις σύμφωνα με τη Δ.48 θ.1 και 2 και η ακρόαση διεξάγεται με βάση τα γεγονότα που περιέχονται σ΄ αυτές με δικαίωμα αντεξέτασης (βλ. Iacovou Brothers (Constr.) Ltd v. Fashionwise
(2000)1 Α.Α.Δ. 1377 στη σελ. 1380). Η πλευρά του Αιτητή δεν έκανε χρήση της δυνατότητας που παρέχει η Δ.48, θ.4
(2)των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών για αντεξέταση της Λίζας Χαραλάμπους και Ιωάννη Πολυβίου που προέβησαν στις ενόρκους δηλώσεις που συνοδεύουν την ένσταση, όπως προνοείται από τη Δ.
- Κατά συνέπεια το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων των δυο αυτών προσώπων παρέμεινε αδιαμφισβήτητο. Τα πιο πάνω πρόσωπα αμφισβητούν με τις ενόρκους δηλώσεις τους τους βασικούς ισχυρισμούς του Αιτητή που προβάλλονται με τις δυο ενόρκους δηλώσεις του και κυρίως την αγοραία αξία των ακινήτων που είναι εγγεγραμμένα επ΄ ονόματι του Εναγόμενου 1 καθώς και το ύψος των ποσών που εξασφαλίζουν οι επιβαρύνσεις˙ για να καταλήξουν στο ότι η περιουσία του Αιτητή δεν είναι αρκετή για ικανοποίηση της απόφασης. Συνεπώς ο Αιτητής έπρεπε να ήταν έτοιμος να αποδείξει την αγοραία αξία της συγκεκριμένης περιουσίας του Εναγόμενου 1 που αφορά η παρούσα Αίτηση και τις επιβαρύνσεις που τη βαρύνουν, είτε με την καταχώρηση απαντητικής ένορκης δήλωσης ή αντεξέτασης, κάτι που δεν έχει κάνει για σκοπούς της παρούσας Αίτησης. Με βάση την ένορκη δήλωση της Λίζας Χαραλάμπους και έκθεση εκτίμησης του Ιωάννη Πολυβίου η αγοραία αξία των τεσσάρων κτημάτων του Αιτητή ανέρχεται σε €592.000 ενώ σε περίπτωση καταναγκαστικής πώλησης τους σε €474.000 στην περίπτωση που θεωρηθεί ότι δεν υπάρχουν οι άδειες για ξενοδοχειακή μονάδα και σε €1.440,000 στην περίπτωση που εξασφαλιστούν οι σχετικές άδειες, ενώ σε περίπτωση καταναγκαστικής πώλησης τους σε €1.152,
- Από την άλλη τα εμπράγματα βάρη επί των πιο πάνω ακινήτων ανέρχονται στο ποσό των €3.095.369 πλέον έξοδα, όπως φαίνεται στο πιστοποιητικό έρευνας του Κτηματολογίου που επισυνάφθηκε στην ένορκη δήλωση της Λίζας Χαραλάμπους ως Τεκμήριο
- Οπότε εκ πρώτης όψεως φαίνεται να είναι αδύνατη η ικανοποίηση της εξ αποφάσεως οφειλής. Ο δικηγόρος του Αιτητή στην αγόρευση του εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αγνοήσει τις επιβαρύνσεις που έπονται του memo ΕΒ228/05 ημερομηνίας 7.3.2005 που αφορά το επίδικο εξ αποφάσεως χρέος. Όμως ακόμα και σ΄ αυτή την περίπτωση τα ποσά που αφορούν οι επιβαρύνσεις που προηγούνται του memo 228/05 είναι μεγαλύτερα από την αξία των ακινήτων σύμφωνα με την εκτίμηση του Ιωάννη Πολυβίου. Όσον αφορά τα άλλα κτήματα στα οποία κάμνει αναφορά ο Αιτητής στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση είναι ισχυρισμός της Λίζας Χαραλάμπους στη δική της ένορκη δήλωση ότι δεν ανήκουν στον Εναγόμενο 1 αλλά στους Εναγόμενους 4 και 5, ισχυρισμό με τον οποίο φαίνεται να συμφωνεί και ο Αιτητής. Εν πάση περιπτώσει το γεγονός ότι οι Καθ΄ ών η Αίτηση είναι εξασφαλισμένοι με τις υποθήκες που επιβαρύνουν τα κτήματα των Εναγομένων 4 και 5 είναι εντελώς άσχετο με το θέμα που εξετάζεται. Τα μόνα στοιχεία τα οποία φαίνεται να εξάγονται από τις ενόρκους δηλώσεις των διαδίκων είναι το ιδιοκτησιακό καθεστώς του Εναγόμενου 1 επί των ακινήτων με αρ. τεμαχίου 456, 460, 28 και 232 που βρίσκονται στην Πέγεια όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της Λίζας Χαράλαμπους. Μέσα σε αυτό το δοσμένο πραγματικό πλαίσιο το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να προσδιορίσει συγκεκριμένα οικονομικά στοιχεία ή περιουσία του Εναγόμενου 1 - πρωτοφειλέτη που εκ πρώτης όψεως φαίνεται να ικανοποιεί την εξ αποφάσεως οφειλή ώστε να προχωρήσει να εξετάσει κατά πόσο είναι δίκαιο και ορθό να αναστείλει την εκτέλεση της απόφασης. Ο Αιτητής θα έπρεπε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο με σαφήνεια την περιουσία του Εναγόμενου 1 που η αξία της θεωρείται αρκετή ώστε να ικανοποιηθεί η εξ αποφάσεως οφειλή, ενόψει της αμφισβήτησης των θέσεων του από μέρους των Καθ΄ ών η Αίτηση. Κατά συνέπεια η Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και στην ουσία της για τον πιο πάνω λόγο. Ενόψει της πιο πάνω απόφασης μου κρίνω περιττό να ασχοληθώ με τα υπόλοιπα θέματα που ήγειραν οι δικηγόροι των διαδίκων στην αγόρευση τους. Η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ΄ ών η Αίτηση και σε βάρος του Αιτητή όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) .................. Α. Πούγιουρου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής ./Λ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο