← Κύπρος

Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. ALAMO RENT A CAR LIMITED κ.α., Αρ.Αγωγής: 503/06, 29.5.09

Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. ALAMO RENT A CAR LIMITED κ.α., Αρ.Αγωγής: 503/06, 29.5.09 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:A36 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ.Αγωγής: 503/06 Μεταξύ: Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, από την Πάφο Εναγόντων και ALAMO RENT A CAR LIMITED, από την Πάφο Θεμιστοκλής Πιπερίδης, από την Πάφο Ελίζα Πιπερίδου, από την Πάφο Γεωργία Καλαβανά, από την Πάφο Ημερομηνία: 29.5.09 Εμφανίσεις: Για την Εναγόμενη 4 / Αιτήτρια: κ. Δ. Παυλίδης (για να ακούσει απόφαση ο κ. Γ. Φιλίππου) Για τους Ενάγοντες / Καθ' ων η αίτηση: κα Δ. Καρακώστα για κα Λίζα Θεοφάνους (για να ακούσει απόφαση ο κ. Τ. Σιμιλλίδης) Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση η Αιτήτρια εξαιτείται διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται η απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 30.1.08 η οποία εκδόθηκε στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο ερήμην της Αιτήτριας με τέτοιους όρους ως το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει εύλογους και δίκαιους υπό τις περιστάσεις. Προτού υπεισέλθω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στο ιστορικό της υπόθεσης όπως αυτό προκύπτει μέσα από τον φάκελο της υπόθεσης. Οι Καθ' ων η αίτηση στις 6.2.06 καταχώρησαν κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο εναντίον της Εναγόμενης 1 εταιρείας ως πρωτοφειλέτιδος και των Εναγόμενων 2, 3 και 4 υπό την ιδιότητά τους ως εγγυητών. Σύμφωνα με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα το αγώγιμο δικαίωμα των Καθ' ων η αίτηση προκύπτει από τερματισμό στον οποίο προέβηκαν οι Καθ' ων η αίτηση συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερομηνίας 15.4.02, την οποία η Εναγόμενη 1 εταιρεία συνυπόγραψε ως πρωτοφειλέτιδα και την τήρηση των όρων της οποίας οι Εναγόμενοι 2-4 εγγυήθηκαν. Του τερματισμού προηγήθηκε παράβαση από μέρους της Εναγόμενης 1 εταιρείας ουσιώδη όρου της σύμβασης. Οι Εναγόμενοι 2-4 ανέλαβαν, μεταξύ άλλων, την υποχρέωση να αποζημιώσουν τους Καθ' ων η αίτηση για οποιαδήποτε ζημιά υποστούν σαν αποτέλεσμα οποιασδήποτε παράβασης από την Εναγόμενη 1 εταιρεία όρων της συμφωνίας. Με την αγωγή τους οι Καθ' ων η αίτηση ζητούν την επιδίκαση αποζημιώσεων εναντίον όλων των Εναγόμενων. Εναντίον δε της Εναγόμενης 1 ζητούν, περαιτέρω, την έκδοση, μεταξύ άλλων, διατάγματος παράδοσης του αντικειμένου της ενοικιαγοράς, ήτοι του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΗΧΗ

  1. Η Αιτήτρια ενάγεται ως Εναγόμενη
  2. Στις 21.2.06 καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης από δικηγόρο εκ μέρους και των τεσσάρων Εναγόμενων. Στις 3.3.06 καταχωρήθηκε Υπεράσπιση και στις 4.4.06 Απάντηση. Στις 30.1.08 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των Εναγόμενων συμπεριλαμβανομένης και της Αιτήτριας παρουσία των δικηγόρων των διαδίκων. Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται στους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας, Διάταξη 17, θεσμός 10, Διάταξη 48, θθ 1, 2, 9(η) και Διάταξη 33 καθώς επίσης στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από τρεις ένορκες δηλώσεις της Αιτήτριας. Η αίτηση προσέκρουσε στην Ένσταση των Καθ' ων η αίτηση, η οποία υποστηρίζεται από τρεις ένορκες δηλώσεις, δύο του Νεόφυτου Νεοφύτου, υπαλλήλου των Καθ' ων η αίτηση, και μια του Ιωάννη Ιωάννου, ιδιώτη επιδότη. Στο σώμα της Ένστασης παρατίθενται δέκα λόγοι ένστασης. Σύμφωνα με την ένορκο δήλωση της Αιτήτριας ημερομηνίας 17.10.08 η Αιτήτρια ουδέποτε υπέγραψε ως εγγυήτρια στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς που αποτελούσε την επίδικη συμφωνία στην παρούσα αγωγή, η εν λόγω αγωγή ουδέποτε της επιδόθηκε και, κατά συνέπεια, ουδέποτε υπέγραψε ότι την παρέλαβε. Γνώση για την εναντίον της εκδοθείσα απόφαση έλαβε μόνο στις 27.8.08 όταν της επιδόθηκε η ειδοποίηση πτώχευσης με αριθμό 889/08 που οι Καθ' ων η αίτηση εξέδωσαν εναντίον της ύστερα από την έκδοση της απόφασης η προσβολή της οποίας επιδιώκεται με την υπό κρίση αίτηση. Η απόφαση εκδόθηκε χωρίς, έτσι, να της δοθεί προηγουμένως η ευκαιρία να προβάλει την υπεράσπισή της. Αποτελεί περαιτέρω ισχυρισμό της Αιτήτριας, ότι η υπογραφή τόσο στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς στην θέση του τρίτου εγγυητή όσο και στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που της επιδόθηκε είναι προϊόν πλαστογραφίας. Eπισυνάπτονται φωτοαντίγραφο δύο σελίδων από την συμφωνία ενοικιαγοράς που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσης αγωγής (Τεκμήριο Δ) και φωτοαντίγραφο της πρώτης σελίδας του κλητηρίου στην παρούσα αγωγή στο κάτω μέρος του οποίου φαίνεται γραφή, που προσομοιάζει με υπογραφή και, η οποία σύμφωνα με την Αιτήτρια, δεν είναι η δική της αυθεντική υπογραφή (Τεκμήριο Γ). Στην δεύτερη σελίδα του Τεκμηρίου Δ αναγράφεται, μεταξύ άλλων, το όνομα της Αιτήτριας στην θέση του τρίτου εγγυητή, κάτω δε από το όνομα της υπάρχει υπογραφή. Σημειώνεται, ότι πιστό αντίγραφο του κλητηρίου που, σύμφωνα με τον ιδιώτη επιδότη, που διενήργησε την επίδοση, Ιωάννη Ιωάννου, η Αιτήτρια υπέγραψε στο κάτω μέρος της πρώτης σελίδας αυτού και το οποίο ο επιδότης παρέλαβε από την Αιτήτρια επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση του πρώτου ημερομηνίας 27.3.06, η οποία βρίσκεται καταχωρημένη στον φάκελο της υπόθεσης. Η Αιτήτρια με την παρούσα αίτηση ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, πλαστογραφία των πιο πάνω υπογραφών και στα δύο πιο πάνω αναφερόμενα έγγραφα. Προς απόδειξη των ισχυρισμών της η Αιτήτρια επισυνάπτει στην ένορκό της δήλωση με ημερομηνία 17.10.08 έκθεση του γραφολόγου Ανδρέα Παναγιώτου σύμφωνα με την οποία οι εν λόγω υπογραφές «δεν είναι γνήσιες υπογραφές της Γεωργίας Καλαβανά, αλλά προσπάθεια ελεύθερης απομίμησης των υπογραφών της, από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του γνήσια υπογραφή της». Το πόρισμα του πιο πάνω γραφολόγου λήφθηκε από την Αιτήτρια στις 16.10.
  3. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε την αμέσως επόμενη ημέρα. Εν' όψει των πιο πάνω η Αιτήτρια δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους Καθ' ων η αίτηση, η δε απόφαση εκδόθηκε εναντίον της για ποσά που αυτή δεν οφείλει. Σύμφωνα με νομική συμβουλή που έλαβε από τους δικηγόρους της η απόφαση πρέπει να παραμερισθεί, ώστε αυτή να μπορέσει να προβάλει την υπεράσπισή της. Έχει πολύ καλή υπεράσπιση στην αγωγή, η οποία πρέπει να ακουσθεί για να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Στην πιο πάνω αναφερόμενη ένορκο δήλωση της Αιτήτριας επισυνάπτονται, επίσης, φωτοαντίγραφο της ειδοποίησης πτώχευσης με αριθμό 889/08 (Τεκμήριο Α), φωτοαντίγραφο της ένορκης δήλωσης που η Αιτήτρια καταχώρησε στα πλαίσια της ειδοποίησης πτώχευσης (Τεκμήριο Β) και, τέλος, φωτοαντίγραφο της έκθεσης του γραφολόγου Ανδρέα Παναγιώτου ημερομηνίας 14.10.08 (Τεκμήριο Ε). Σε μεταγενέστερη συμπληρωματική ένορκο δήλωση της Αιτήτριας ημερομηνίας 22.12.08 επισυνάπτεται ως τεκμήριο έκθεση - πόρισμα του Ανώτερου Υπαστυνόμου, Μάριου Μαρκίδη, ειδικού εμπειρογνώμονα της Αστυνομίας, ημερομηνίας 3.11.08, η οποία δόθηκε στην Αιτήτρια την 1.12.
  4. Από την πιο πάνω ένορκο δήλωση προκύπτει, ότι η έκθεση στάλθηκε στον δικηγόρο της Αιτήτριας με συνοδευτική επιστολή εκ μέρους του Αρχηγού Αστυνομίας ημερομηνίας 27.11.
  5. Στο εν λόγω πόρισμα αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι στις 9.10.08 λήφθηκε από τον πιο πάνω εξεταστή, μεταξύ άλλων, πρωτότυπο συμβόλαιο ενοικιαγοράς των Καθ' ων η αίτηση με αριθμό 5061830 ημερομηνίας 15.4.02 «με αμφισβητούμενη γραφή/συμπλήρωση και υπογραφή στην θέση τρίτου εγγυητή». Το εν λόγω συμβόλαιο αποτελεί την επίδικη στην παρούσα αγωγή συμφωνία. Σύμφωνα με το πόρισμα του κύριου Μαρκίδη η υπογραφή που φαίνεται στην θέση του τρίτου εγγυητή με το όνομα «Γεωργία Καλαβανά» στο πιο πάνω συμβόλαιο ενοικιαγοράς είναι «αποτέλεσμα προσπάθειας αντιγραφής ή απομίμησης της γνήσιας υπογραφής» της Αιτήτριας. Σε δεύτερη συμπληρωματική ένορκο δήλωση της Αιτήτριας ημερομηνίας 20.1.09 επισυνάπτεται ως τεκμήριο συμπληρωματική έκθεση - πόρισμα του Ανώτερου Υπαστυνόμου Μαρκίδη ημερομηνίας 2.1.
  6. Από την πιο πάνω ένορκο δήλωση προκύπτει, ότι η έκθεση στάλθηκε στον δικηγόρο της Αιτήτριας με συνοδευτική επιστολή εκ μέρους του Αρχηγού Αστυνομίας ημερομηνίας 13.1.
  7. Στο πιο πάνω πόρισμα αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι στις 18.12.08 λήφθηκε από τον πιο πάνω εξεταστή «πρωτότυπο έντυπο διορισμού δικηγόρου (Form J. 198G) σχετικά με την Αγωγή αριθμός 503/06, με αμφισβητούμενη μονογραφή της τέταρτης εναγόμενης, στο όνομα "Γεωργία Καλαβανά", με επισυνημμένο έντυπο κλητηρίου (Form J. 195G), ημερομηνίας επίδοσης 24/3/06, με αμφισβητούμενη υπογραφή στο όνομα "G. Kalavana" .». Σύμφωνα με το συμπληρωματικό πόρισμα του κύριου Μαρκίδη η υπογραφή που φαίνεται στο αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος, το οποίο, προφανώς, είναι αυτό που επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση του ιδιώτη επιδότη, Ιωάννου, ημερομηνίας 27.3.06, η οποία, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, βρίσκεται καταχωρημένη στον φάκελο της υπόθεσης, είναι «αποτέλεσμα προσπάθειας αντιγραφής ή απομίμησης της γνήσιας υπογραφής» της Αιτήτριας «από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του γνήσια υπογραφή της». Όσο δε για την μονογραφή «Γ.Κ.» που φαίνεται στο διοριστήριο, αυτή δεν έγινε από την Αιτήτρια. Με την ένορκο δήλωση του Νεόφυτου Νεοφύτου που καταχωρήθηκε στις 5.12.08 και που υποστηρίζει την Ένσταση προβάλλεται η θέση, ότι η υπό κρίση αίτηση είναι κατά νόμο και ουσία αβάσιμη και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί. Έρεισμα για την προβληθείσα θέση αποτελούν διάφοροι ισχυρισμοί οι σημαντικότεροι των οποίων είναι οι ακόλουθοι: στις 24.4.08 στάλθηκε σε όλους τους Εναγόμενους στην παρούσα αγωγή συμπεριλαμβανομένης και της Αιτήτριας συστημένη επιστολή ημερομηνίας 18.4.08 (Τεκμήριο 2) με την οποία αυτή πληροφορείτο, ότι το αντικείμενο της ενοικιαγοράς θα πωλείτο σε δημόσιο πλειστηριασμό η ειδοποίηση πτώχευσης με αριθμό 889/08 επιδόθηκε στην Αιτήτρια από τις 27.8.08 (Τεκμήριο 3) πριν την καταχώρηση της ειδοποίησης πτώχευσης και συγκεκριμένα στις 5.6.08 η Αιτήτρια απέστειλε στους Καθ' ων η αίτηση επιστολή (Τεκμήριο 7) πληροφορώντας τους, ότι έλαβε γνώση για την εναντίον της εκδοθείσα απόφαση από τις αρχές Απριλίου του 2008, όταν επισκέφθηκε το Κτηματολόγιο Λευκωσίας με σκοπό να μεταβιβάσει επ' ονόματι της κόρης της μια κατοικία. Εκεί πληροφορήθηκε, ότι η κατοικία αυτή ήταν βεβαρυμένη με memo, το οποίο είχαν εγγράψει οι Καθ' ων η αίτηση. Σημειώνεται, ότι, όπως από το ίδιο το τεκμήριο προκύπτει, η εν λόγω επιστολή δεν στάλθηκε από την Αιτήτρια την ίδια, αλλά από τους δικηγόρους της, περαιτέρω δε, ότι παρά το ότι στην ένορκο δήλωση ημερομηνίας 5.12.08, αναφέρεται ως Τεκμήριο 6, αυτή επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  8. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα τα πιο πάνω έρχονται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό που η Αιτήτρια προβάλλει στην ένορκό της δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση σύμφωνα με τον οποίο αυτή πληροφορήθηκε την απόφαση που εκδόθηκε εναντίον της για πρώτη φορά με την επίδοση σε αυτήν της ειδοποίησης πτώχευσης. Υπό το φως των πιο πάνω, αλλά και αν ακόμα το Δικαστήριο ήθελε δεχθεί, ότι η Αιτήτρια έλαβε γνώση για την εναντίον της εκδοθείσα απόφαση με την επίδοση της ειδοποίησης πτώχευσης, υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης για την οποία η Αιτήτρια καμία δικαιολογία δεν πρόβαλε. Περαιτέρω, η ανάθεση της γραφολογικής εξέτασης του φακέλου της παρούσης υπόθεσης από την Αιτήτρια στον γραφολόγο Παναγιώτου, που, σύμφωνα με την ένορκό της δήλωση ημερομηνίας 17.10.08, έγινε στις 3.10.08, έγινε, επίσης, με καθυστέρηση, για την οποία η Αιτήτρια καμία δικαιολογία δεν πρόβαλε. Η Αιτήτρια είχε αρκετό χρόνο μετά την έκδοση της απόφασης να προβάλει οποιουσδήποτε ισχυρισμούς αναφορικά με πλαστογραφία της υπογραφής της. Είναι δε έκδηλο, ότι οι ισχυρισμοί της περί πλαστογραφίας είναι εκ των υστέρων κατασκευάσματα. Ως εκ τούτου αυτή απέτυχε να καταδείξει, ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, Νεόφυτο Νεοφύτου, δυνατότητα να προβάλει έγκαιρα ισχυρισμούς περί πλαστογραφίας είχε η Αιτήτρια όχι μόνο μετά την έκδοση της απόφασης, αλλά και πριν, αφού πριν ακόμα την καταχώρηση της αγωγής είχε αποσταλεί σε αυτήν όπως και στους υπόλοιπους Εναγόμενους (α) επιστολή ημερομηνίας 21.12.05 με την οποία αυτή καλείτο όπως εντός 21 ημερών καταβάλει το ποσό των καθυστερημένων δόσεων και (β) επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 23.1.
  9. Οι πιο πάνω επιστολές επισυνάπτονται ως Τεκμήριο
  10. Εν πάση περιπτώσει και σε αντίθεση με όσα η Αιτήτρια ισχυρίζεται η αγωγή επιδόθηκε προσωπικά στην Αιτήτρια στις 24.3.
  11. Σύμφωνα με τους Καθ' ων η αίτηση τούτο καταμαρτυρείται από την ένορκο δήλωση του ιδιώτη επιδότη, Ιωάννου, ημερομηνίας 27.3.06, αλλά και από δεύτερη ένορκο δήλωση του επιδότη, η οποία καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της Ένστασης ημερομηνίας 27.1.
  12. Σύμφωνα με την τελευταία ο Ιωάννου διενήργησε επίδοση πιστού αντιγράφου της αγωγής προσωπικά στην Αιτήτρια στις 24.3.06 στην διεύθυνση που αναγραφόταν επί του κλητηρίου εντάλματος, ήτοι Ελευθερίας 13, Λόφος, Τάλα, 8577, Πάφος. Κατά την επίδοση η Αιτήτρια βρισκόταν εντός της οικίας της, η οποία βρίσκεται στην πιο πάνω διεύθυνση. Ο επιδότης παρέδωσε στην Αιτήτρια ένα αντίγραφο του κλητηρίου, το οποίο και υπέγραψε και στο οποίο σημείωσε την ημερομηνία επίδοσης, ήτοι την 24.3.
  13. Η Αιτήτρια υπέγραψε στο κάτω μέρος άλλου αντιγράφου του κλητηρίου ως ένδειξη ότι αυτή παρέλαβε το εν λόγω αντίγραφο στην παρουσία του επιδότη. Το αντίγραφο αυτό ο επιδότης το επισύναψε σε ένορκό του δήλωση ημερομηνίας 27.3.06, την οποία καταχώρησε στον φάκελο του Δικαστηρίου με επισυνημμένο το αντίγραφο του κλητηρίου που έφερε την υπογραφή της Αιτήτριας. Στην ίδια διεύθυνση επέδωσε προσωπικά στην Αιτήτρια στις 27.8.08 την ειδοποίηση πτώχευσης με αριθμό 889/
  14. Εν' όψει των πιο πάνω ο επιδότης αρνείται τον ισχυρισμό της Αιτήτριας, ότι αυτή ουδέποτε παρέλαβε αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος, όπως και το αποτέλεσμα της γραφολογικής εξέτασης του Μάριου Μαρκίδη. Περαιτέρω, η Αιτήτρια δεν δύναται να ζητεί ακύρωση της απόφασης στην βάση της Διάταξης 17, θεσμός 10 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας καθότι προαπαιτούμενο της εφαρμογής της πιο πάνω διάταξης είναι η έκδοση απόφασης λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης. Στην υπό εξέταση περίπτωση καταχωρήθηκε εκ μέρους της Αιτήτριας σημείωμα εμφάνισης από δικηγόρο, όπως και Υπεράσπιση. Επίσης η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε εκ συμφώνου παρουσία του δικηγόρου της. Τέλος, ο Νεόφυτος Νεοφύτου για τους λόγους που αναφέρει σε δεύτερη ένορκό του δήλωση ημερομηνίας 27.1.09 αμφισβητεί την ορθότητα των πορισμάτων του Μάριου Μαρκίδη. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την Ένσταση αντίστοιχα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζοντας τις θέσεις του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί και οι οποίες εκτίθενται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις. Σύμφωνα με τον θεσμό 2 της Διάταξης 16: «Ο Εναγόμενος θα καταχωρεί εμφάνιση σε κλητήριο ένταλμα παραδίδοντας στον Πρωτοκολλητή του Πρωτοκολλητείου που αναφέρεται στον θεσμό 1 αυτής της Διάταξης γραπτό σημείωμα συμμορφούμενο με τις πρόνοιες του θεσμού 3 αυτής της διάταξης και παραδίδοντας στην διεύθυνση επίδοσης του Ενάγοντα την ίδια ημέρα κατά την οποία παραδίδει το σημείωμα στον Πρωτοκολλητή αντίγραφο του σημειώματος χρονολογημένο, υπογραμμένο και σφραγισμένο από τον Πρωτοκολλητή». Σύμφωνα με τον θεσμό 3

(1)της Διάταξης 16: « Το σημείωμα που αναφέρεται στον θεσμό 2
(1)(α) αυτής της Διάταξης θα πρέπει να: (α) αναφέρει το όνομα του δικηγόρου του Εναγόμενου ή ότι ο Εναγόμενος υπερασπίζεται αυτοπροσώπως (β) αναφέρει διεύθυνση επίδοσης εντός των δημοτικών ορίων της πόλης ή του χωρίου στο οποίο βρίσκεται το Πρωτοκολλητείο που αναφέρεται στον θεσμό 1 αυτής της Διάταξης». Σύμφωνα με τον θεσμό 4 της Διάταξης 16: «Με την λήψη του σημειώματος ο Πρωτοκολλητής θα καταχωρεί το σημείωμα και θα χρονολογεί, υπογράφει και σφραγίζει το αντίγραφο». Σύμφωνα με τον θεσμό 6 της Διάταξης 16: «Αν δύο ή περισσότεροι εναγόμενοι στην ίδια αγωγή εμφανίζονται με τον ίδιο δικηγόρο στο σημείωμα θα αναφέρονται τα ονόματα όλων αυτών των εναγόμενων». Σύμφωνα με τον θεσμό 11 της Διάταξης 16: «Όταν δικηγόρος καταχωρεί εμφάνιση εκ μέρους εναγόμενου ο οποίος ζει στην Κύπρο και ενάγεται για αξίωση που υπερβαίνει τις Λ.Κ.25, το σημείωμα δεν θα παραλαμβάνεται από τον Πρωτοκολλητή ούτε και το αντίγραφο θα χρονολογείται, υπογράφεται και θα σφραγίζεται από αυτόν εκτός αν το σημείωμα που παραδίδεται στον Πρωτοκολλητή συνοδεύεται από γραπτό διοριστήριο στον τύπο 12 Α ...». Ο θεσμός 2 της Διάταξης 17 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ως ακολούθως: «Όταν οιοσδήποτε των εναγόμενων παραλείψει να εμφανισθεί σε κλητήριο ένταλμα και ο ενάγοντας επιθυμεί να προχωρήσει λόγω παράλειψης εμφάνισης στην βάση οποιουδήποτε από τους ακόλουθους θεσμούς αυτής της Διάταξης θα πρέπει προτού προχωρήσει να καταχωρήσει ένορκο δήλωση επίδοσης ή ειδοποίησης αντί επίδοσης, ανάλογα με την περίπτωση, αν τέτοια ένορκος δήλωση δεν έχει ήδη καταχωρηθεί από τον Πρωτοκολλητή». Τέλος, ο θεσμός 10 της Διάταξης 17 προνοεί τα ακόλουθα: «Όταν εκδίδεται απόφαση δυνάμει οποιουδήποτε από τους προηγούμενους θεσμούς αυτής της Διάταξης θα είναι νόμιμο για το Δικαστήριο όπως στην κατάλληλη περίπτωση παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση υπό τέτοιους όρους που ήθελαν φανεί δίκαιοι». Όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης, στην υπό εξέταση περίπτωση καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης στις 21.2.
  1. Στο εν λόγω σημείωμα αναγράφονται τα ονόματα και των τεσσάρων Εναγόμενων συμπεριλαμβανομένης και της Αιτήτριας και σε αυτό αναφέρεται, ότι και οι τέσσερεις Εναγόμενοι υπερασπίζονται την αγωγή μέσω δικηγόρου, το όνομα και η διεύθυνση επίδοσης του οποίου, επίσης, αναφέρονται στο εν λόγω σημείωμα. Το σημείωμα εμφάνισης φέρει, επίσης, στο κάτω μέρος πιστοποίηση, ότι παρελήφθη από τον Πρωτοκολλητή σε συγκεκριμένη ημερομηνία όπως και υπογραφή και σφραγίδα παραλαβής του Πρωτοκολλητή. Τέλος, το σημείωμα συνοδεύεται από διοριστήριο στον τύπο J. 198G. Συνάγεται από τα πιο πάνω, ότι κατά την ημερομηνία, που πιο πάνω αναφέρεται, καταχωρήθηκε εμφάνιση για την Αιτήτρια, η οποία συμμορφούται πλήρως με τις πρόνοιες της Διάταξης
  2. Συν τοις άλλοις, εκ μέρους της Αιτήτριας καταχωρήθηκε Υπεράσπιση από τον δικηγόρο, ο οποίος, ως εκ του σημειώματος εμφάνισης προκύπτει, αντιπροσώπευε την Αιτήτρια στα πλαίσια της αγωγής. Εν τέλει εκδόθηκε απόφαση τόσο εναντίον της Αιτήτριας όσο και εναντίον των υπόλοιπων Εναγόμενων και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση στην παρουσία των δικηγόρων και των δύο πλευρών. Υπό το φως των πιο πάνω δεν μπορώ να δεχτώ, ότι η με την υπό κρίση αίτηση προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην της Αιτήτριας, όπως αυτή ισχυρίζεται. Αφ' ης στιγμής καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους της από δικηγόρο και στην παρουσία του οποίου εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση εναντίον της, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ήταν απόφαση που εκδόθηκε λόγω παράλειψης της Αιτήτριας να εμφανισθεί στην διαδικασία. Κατά την αγόρευσή του ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας κάλεσε το Δικαστήριο να αξιολογήσει την μαρτυρία που προσκομίσθηκε και από τις δύο πλευρές σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης, να απορρίψει αυτήν των Καθ' ωνη αίτηση και να αποδεχθεί αυτήν της Αιτήτριας, ώστε να καταλήξει σε εύρημα, ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές ήταν προϊόν πλαστογραφίας. Με βάση την διαπίστωση αυτή το Δικαστήριο θα πρέπει, σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο, να οδηγηθεί στο συμπέρασμα, ότι η Αιτήτρια δεν έλαβε γνώση της αγωγής και, κατά συνέπεια, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην της Αιτήτριας. Η θέση αυτή παραγνωρίζει, όμως, ότι, σύμφωνα με την Νομολογία, το Δικαστήριο στα πλαίσια της διαδικασίας για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης εναγόμενου δεν προχωρεί σε αξιολόγηση της ενώπιόν του μαρτυρίας (Βλ. Ζήνωνας Μερκής v. Yiannoukas Holiday Inns κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 736) και Μαρία Γεώργαινα Λευκίδου ν. Άριστου Κανναουρίδου
(1999)1 ΑΑΔ 528) και δεν καταλήγει σε ευρήματα αναφορικά με την ουσία της υπόθεσης. Εξετάζει μόνο κατά πόσο τα στοιχεία που υπάρχουν ενώπιόν του στοιχειοθετούν εξ' αντικειμένου υπεράσπιση επί της ουσίας της αξίωσης ή διαφορετικά δημιουργούν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην οποία το Δικαστήριο να μπορεί να δώσει σημασία (Βλ. Γιαννάκης Χρυσάνθου και άλλοι ν. Mariala Construction Ltd
(1996)1 AAΔ 1129). Ο αιτητής δεν έχει το βάρος να αποδείξει την υπεράσπισή του, όπως θα έπραττε αν η υπόθεσή του εκδικαζόταν. Η θέση, επομένως, του κύριου Παυλίδη όχι μόνο δεν βρίσκει έρεισμα στην νομολογία, που πιο πάνω αναφέρθηκε, αλλά και αντιτίθεται σε αυτήν. Συν τοις άλλοις, αποδοχή της πιο πάνω θέσης θα σήμαινε, ότι η ορθότητα της νομικής βάσης της αίτησης για παραμερισμό σε περιπτώσεις, όπως και η παρούσα, θα εξαρτιόταν κάθε φορά από μια τέτοια αξιολόγηση. Κάτι τέτοιο, όμως, είναι άγνωστο στους θεσμούς και την νομολογία που διέπει το θέμα παραμερισμού απόφασης η οποία εκδόθηκε λόγω παράλειψης εναγόμενου να εμφανισθεί. Αίτηση για παραμερισμό απόφασης στην βάση της Διάταξης 17, θεσμός 10 δύναται να έχει ως έρεισμα μόνο την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης για εναγόμενο και όχι την υπό αυτού προσαχθείσα μαρτυρία σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης. Ακόμα δεν θα με απασχολήσει ούτε και η διάσταση στην μαρτυρία που παρουσιάσθηκε εκατέρωθεν των πλευρών αναφορικά με το αν επιδόθηκε στην Αιτήτρια η αγωγή και αν κατά πόσο αυτή έλαβε γνώση της διαδικασίας που κινήθηκε εναντίον της. Όπως και πιο πάνω τονίσθηκε, αφ' ης στιγμής καταχωρήθηκε εμφάνιση για την Αιτήτρια από δικηγόρο και εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση εναντίον της η αξιολόγηση μιας τέτοιας μαρτυρίας καθίσταται αχρείαστη. Το Δικαστήριο θα προέβαινε σε μια τέτοια αξιολόγηση αν η Αιτήτρια δεν είχε καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή και η απόφαση η οποία επιχειρείτο να προσβληθεί με αίτηση παραμερισμού είχε εκδοθεί εναντίον της λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης. Σε μια τέτοια περίπτωση θα νομιμοποιείτο η Αιτήτρια να παρουσιάσει μαρτυρία που να καταδεικνύει, ότι δεν έλαβε επίδοση της αγωγής στην προσπάθειά της να δικαιολογήσει γιατί παρέλειψε να εμφανισθεί στην διαδικασία, παράμετρος η οποία λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Όχι, όμως, στην υπό εξέταση περίπτωση. Η υπό εξέταση περίπτωση είναι εντελώς διαφορετική. Τέλος, στην υπόθεση Ioannis Kotsapas and Sons Ltd v. Titan Construction and Engineering Co.
(1961)1 CLR 317 διακηρύχθηκε η αρχή, ότι εκτός και μέχρις ότου εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης ή τη συναινέσει των δύο πλευρών το Δικαστήριο έχει την δυνατότητα και την ευχέρεια να παραμερίσει απόφασή του, όταν αυτή είναι αποτέλεσμα της παράλειψης τήρησης κάποιου δικονομικού κανόνα (Βλ., επίσης, Ζήνωνας Μερκής v. Yiannoukas Holiday Inns κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 736). Όπως και πιο πάνω επισημάνθηκε η απόφαση που με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται να παραμερισθεί δεν εκδόθηκε ως αποτέλεσμα παράλειψης τήρησης κάποιου δικονομικού κανόνα. Επιπλέον, ήταν απόφαση που εκδόθηκε τη συναινέσει των δύο πλευρών. Επομένως, το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να την παραμερίσει στην βάση της Διάταξης 17, θεσμός 10. Υπό το φως των πιο πάνω καθίσταται έκδηλο, ότι η νομική βάση της αίτησης δεν παρέχει έρεισμα για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η απόφαση ημερομηνίας 30.1.08 εκδόθηκε για τα ποσά που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης. Προδήλως, κατόπιν συμβιβασμού μεταξύ των δύο πλευρών, αφού αυτή, περαιτέρω, προνοούσε για αναστολή εκτέλεσης της από μήνα σε μήνα νοουμένου ότι θα καταβάλλετο το ποσό των Ευρώ 270,00 σεντ μηνιαίως από την 1.4.08 και στην συνέχεια την πρώτη ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι εξόφλησης. Δεν μου διαφεύγει, ότι είναι καλά νομολογημένο, ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να παραμερίσει απόφαση ή διάταγμά του που εκδόθηκε στην βάση συμβιβασμού. Στην περίπτωση αυτή η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί, ότι το διάταγμα του χρήζει επέμβασης. Γνώμονας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η αδικία ή άλλως που θα προκληθεί σε περίπτωση που επιτραπεί όπως το διάταγμα εξακολουθήσει να βρίσκεται σε ισχύ (Βλ. Marsden v. Marsden
(1972)2 All E R 1162). Στην Αγγλική υπόθεση Dietz v. Lennig Chemicals Ltd
(1966)2 All E R 962, η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Doulou Moustafa Matsouri v. Duriye Ahmet Rustem
(1973)1 CLR 24, καθορίσθηκαν οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν προτού το Δικαστήριο ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια για παραμερισμό απόφασης ή διατάγματός του που εκδόθηκε στην βάση συμβιβασμού. Σύμφωνα με την νομολογία απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι όπως η αίτηση για παραμερισμό υποβληθεί πριν η εκ συμφώνου απόφαση συνταχθεί. Το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει αφότου το διάταγμα ή η απόφασή του έχουν τελειοποιηθεί (perfected) εκτός μόνο στην περίπτωση που το λάθος, η διόρθωση του οποίου επιδιώκεται με αίτηση, είναι γραμματικό λάθος. Σε μια τέτοια περίπτωση υπάρχει δυνατότητα για διόρθωσή του δυνάμει της Διάταξης 25, θεσμός 6 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας (Βλ., επίσης, Orphanides v. Michaelides
(1968)1 CLR 295). Ο αιτητής πρέπει, επίσης, να καταδείξει, ότι η συναίνεση ή συγκατάθεσή του στην έκδοση της απόφασης ή του διατάγματος δόθηκαν υπό το καθεστώς λανθασμένης αντίληψης (misapprehension) ή λανθασμένης δήλωσης (misstatement) ή έλλειψης στοιχείων (want of materials) (Βλ., επίσης, Holt v. Jesse
(1876)3 Ch.D. 177 και Harrey v. Croydon Union Rural Sanitary Authority (1881-85) All E R 1031). Σύμφωνα με τον Λόρδο Denning στην υπόθεση Dietz v. Lennig Chemicals Ltd
(1966)2 All E R 962 σε μια τέτοια περίπτωση ο αιτητής δύναται να αποταθεί στο Δικαστήριο και να ζητήσει όπως μη συνταχθούν το διάταγμα ή η απόφαση. Βεβαίως, ο αιτητής δεν μπορεί να επικαλεσθεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελός του χωρίς καλό λόγο. Αν η αίτηση υποβάλλεται αυθαίρετα το Δικαστήριο δεν θα τον ακούσει. Αν, όμως, έχει να δείξει κάποιο καλό λόγο, τότε, μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο και να ζητήσει όπως το διάταγμα παραμερισθεί, ώστε να μην γίνει διάταγμα Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Shepherd v. Robinson
(1919)1 K.B. 474 αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, ότι πριν μια εκ συμφώνου απόφαση συνταχθεί και τελειοποιηθεί η συγκατάθεση που δόθηκε από τον δικηγόρο δύναται να αποσυρθεί από τον πελάτη αν ο δικηγόρος την έδωσε ενεργώντας υπό το καθεστώς λανθασμένης αντίληψης (misapprehension). Το Δικαστήριο σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα προχωρήσει με την σύνταξη και τελειοποίηση του διατάγματος ώστε να εξαναγκάσει τους διαδίκους σε συμμόρφωση με μια συμφωνία, στην οποία οι συνήγοροι κατέληξαν από λάθος. Στην υπόθεση Doulou Moustafa Matsouri v. Duriye Ahmet Rustem
(1973)1 CLR 24 η αίτηση για παραμερισμό υποβλήθηκε στην βάση του ότι ο δικηγόρος της αιτήτριας δεν είχε οποιεσδήποτε οδηγίες ή εξουσιοδότηση από την πελάτισσά του είτε ρητώς είτε εξυπακουόμενα να προβεί σε διευθέτηση ή να δηλώσει συμβιβασμό. Η Αγγλική υπόθεση Dietz v. Lennig Chemicals Ltd
(1966)2 All E R 962 αφορούσε αγωγή για αποζημιώσεις, η οποία είχε κινηθεί από την σύζυγο του αποβιώσαντα και εργοδοτούμενου των εναγόμενων κατά τον ουσιώδη χρόνο υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστρια της περιουσίας του. Οι δικηγόροι των εναγόμενων είχαν κάνει πρόταση για εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης, η οποία έγινε αποδεκτή από τους δικηγόρους της ενάγουσας. Η αίτηση για παραμερισμό υποβλήθηκε στην βάση του ότι οι δικηγόροι των εναγόμενων δεν γνώριζαν κατά τον χρόνο που είχε προταθεί και εγκριθεί ο συμβιβασμός από το Δικαστήριο, ότι η ενάγουσα είχε στο μεταξύ ξαναπαντρευτεί. Αν γνώριζαν το πιο πάνω γεγονός, δεν θα πρότειναν το ποσό που είχαν εισηγηθεί και για το οποίο είχε εγκριθεί ο συμβιβασμός από το Δικαστήριο. Τέλος, στην υπόθεση Shepherd v. Robinson
(1919)1 K.B. 474 ο εναγόμενος είχε δώσει ρητές οδηγίες στον δικηγόρο του (solicitor) να μην συμβιβάσει την υπόθεση. Η αίτηση για παραμερισμό υποβλήθηκε στην βάση του ότι ο συνήγορος του εναγόμενου (counsel) που εμφανίσθηκε στην διαδικασία δεν γνώριζε για τις ρητές οδηγίες που είχαν δοθεί από τον εναγόμενο στον πρώτο δικηγόρο. Όπως θα έχει ήδη καταστεί έκδηλο στην υπό εξέταση περίπτωση δεν παρέχεται η δυνατότητα παραμερισμού της προσβαλλόμενης απόφασης στην βάση της νομολογίας που πιο πάνω αναφέρθηκε. Πρωτίστως, γιατί η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε αφότου η απόφαση τελειοποιήθηκε. Θεωρώ αχρείαστο να αποφασίσω πότε ακριβώς τελειοποιήθηκε η απόφαση, αν, δηλαδή, αυτή τελειοποιήθηκε κατά την ημερομηνία έκδοσής της ή αργότερα με την σύνταξή της στις 26.3.08. Και αυτό γιατί η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο και των δύο πιο πάνω ημερομηνιών. Όμως και αν ακόμα η υπό κρίση αίτηση καταχωρούνταν πριν την τελειοποίηση της απόφασης και πάλι δεν θα παρείχετο, κατά την άποψή μου, περιθώριο παραμερισμού της. Όπως είδαμε και πιο πάνω η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται στις περιπτώσεις εκείνες που στην απόφαση εμφιλοχώρησε λάθος (mistake) (Βλ. Re Affairs of Elstein
(1945)1 All E R 272). Η αναφορά που έγινε ενωρίτερα στις υποθέσεις Dietz v. Lennig Chemicals Ltd, Doulou Moustafa Matsouri v. Duriye Ahmet Rustem και Shepherd v. Robinson σκοπό είχε να καταδείξει το εύρος ή το περιθώριο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και, κατ' επέκταση, να αναδείξει, ότι η υπό εξέταση περίπτωση δεν εμπίπτει στις πιο πάνω περιπτώσεις, αλλά είναι εντελώς διαφορετική. Με την υπό κρίση αίτηση γίνεται, επίσης, επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών ν. Αγαθοκλή Παπαγεωργίου κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 151 ειπώθηκε ότι: «Η σύμφυτη δικαιοδοσία δεν πηγάζει ούτε από τον νόμο ούτε από κανονισμό αλλά από την φύση της δικαστικής λειτουργίας. Γι' αυτό και προσδιορίζεται με τον όρο σύμφυτη. Η βασική εκδήλωση της εξουσίας είναι η ρύθμιση των θεμάτων που άπτονται των δικαστικών διαδικασιών. Περιλαμβάνει δε τομείς του δικαίου των οποίων η νομολογία αναγνώρισε την ύπαρξη». Στην υπόθεση Ανδρέας Χαραλαμπίδης ν. Αλίκης Παναγιώτου (Μελωδία) Χαραλαμπίδου
(1997)1 ΑΑΔ 724 αναφέρθηκε ότι: «Οι σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου είναι εκείνες που εξυπακούονται από την φύση της λειτουργίας του - Δικαστήριο της δικαιοσύνης - χάριν της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του και της αποτροπής της κατάχρησης των ενώπιόν του διαδικασιών». (Βλέπε, επίσης, Τουβλοποιεία Γίγας Λτδ ν. Ουστά (Αρ. 1)
(1994)1 ΑΑΔ 109 και Sofocli v. Leonidou
(1988)1 CLR 584). Στην υπόθεση Πέτρος Αυξεντίου ν. Σάββα Σάββα
(2003)1 ΑΑΔ 1963 το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση εναντίον του εφεσείοντος-εναγόμενου για χρηματικό ποσό. Επίσης, ο εναγόμενος διατάχθηκε να δώσει λογαριασμό στον ενάγοντα για καθορισμένη περίοδο «σε ένα μήνα από σήμερα». Η απόφαση επιδόθηκε στον αντίδικο, πλην όμως ο λογαριασμός δεν δόθηκε. Ακολούθως καταχωρήθηκε αίτηση για παρακοή, η οποία απορρίφθηκε γιατί η συνταγμένη απόφαση δεν έφερε την οπισθογράφηση που ενημερώνει τον εξ' αποφάσεως οφειλέτη σχετικά με τις συνέπειες της παρακοής και γιατί είχε παρέλθει η προθεσμία. Ο εφεσίβλητος - ενάγων καταχώρησε μονομερή αίτηση ζητώντας διάταγμα για παράταση του χρόνου εντός του οποίου ο εναγόμενος να δώσει λογαριασμό. Συγκεκριμένα, ζητείτο χρόνος ενός μηνός από την ημερομηνία επίδοσης του οπισθογραφημένου διατάγματος. Η αίτηση βασιζόταν, μεταξύ άλλων, στην Διάταξη 57, θεσμό 2. Εν τέλει εγκρίθηκε. Ο εφεσείοντας ακολούθως με αίτηση διά κλήσεως ζήτησε τον παραμερισμό του διατάγματος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση και ο εφεσείοντας καταχώρησε έφεση υποστηρίζοντας ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα δεν παραμέρισε το διάταγμα, για τον λόγο ότι δεν υπήρχε δικαιοδοσία έκδοσης τέτοιου διατάγματος, αφού γι' αυτό δεν υπήρχε δικονομική διάταξη που να το επιτρέπει. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε, ότι η Διάταξη 57, θεσμός 2 δεν είχε εφαρμογή στην κριθείσα περίπτωση. Είχε, όμως, το Δικαστήριο σύμφυτη εξουσία να παρατείνει τον χρόνο ανεξάρτητα από οποιουσδήποτε κανονισμούς. Στην Αγγλική υπόθεση R v. Bloomsbury and Marylebone County Court, ex parte Villerwest Ltd
(1975)1 All E R 897 το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε υπέρ των ιδιοκτητών και στην απουσία του ενοικιαστή διάταγμα κατοχής σε σχέση με ακίνητη περιουσία. Ακολούθησε αίτηση για παραμερισμό του διατάγματος. Ο Δικαστής ενώπιον του οποίου ήχθη η αίτηση παραμέρισε το διάταγμα υπό τον όρο ο ενοικιαστής να πληρώσει στο Δικαστήριο ένα καθορισμένο ποσό εντός καθορισμένης προθεσμίας. Σε περίπτωση που το ποσό αυτό δεν πληρωνόταν εντός της προθεσμίας θα ίσχυε το αρχικό διάταγμα. Ο όρος δεν εκπληρώθηκε εντός της καθορισθείσας προθεσμίας και ο ενοικιαστής αιτήθηκε για παράταση του χρόνου πληρωμής του ποσού. Η παράταση δόθηκε από άλλο Δικαστή και οι ιδιοκτήτες αιτήθηκαν για την έκδοση διατάγματος τύπου certiorari που να ακυρώνει το τελευταίο διάταγμα. Το Δικαστήριο εξέδωσε το διάταγμα και ακύρωσε την απόφαση με την οποία είχε παραχωρηθεί η παράταση χρόνου. Ο ενοικιαστής εφεσίβαλε την απόφαση αυτή. To Αγγλικό Εφετείο (Court of Appeal) αποφάσισε, ότι ο Δικαστής που ενέκρινε την παράταση χρόνου είχε σύμφυτη εξουσία να ενεργήσει όπως ενήργησε και επέτρεψε την έφεση. Ειπώθηκε, ότι η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου δεν περιορίζεται από τις ρητές πρόνοιες των κανόνων πρακτικής και εφαρμόζεται ακόμα και όταν η αίτηση για παράταση του χρόνου γίνεται μετά την εκπνοή της προθεσμίας. Η εξουσία αυτή υπάρχει ώστε να δύναται το Δικαστήριο να ελέγχει την διαδικασία ενώπιόν του. Η υπό εξέταση περίπτωση είναι εντελώς διαφορετική από την περίπτωση που εξετάσθηκε τόσο στην Αυξεντίου όσο και την Villerwest Ltd. Αν το Δικαστήριο αρνείτο να δεχθεί την εγκυρότητα της παράτασης, αναπόφευκτα, το διάταγμα του με το οποίο, στην μεν πρώτη, είχε διαταχθεί η υποβολή των λογαριασμών, στην δε δεύτερη, ο παραμερισμός του διατάγματος κατοχής, θα εξουδετερωνόταν. Και οι δύο περιπτώσεις ήταν, επομένως, κλασσικές περιπτώσεις όπου υπήρχε σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Η ύπαρξή της ήταν αναγκαία για να μπορέσει το Δικαστήριο να λειτουργήσει ως Δικαστήριο δικαίου, ώστε να εφαρμοσθεί η απόφασή του. Διαφορετική κατάληξη θα καθιστούσε την απόφασή του και στις δύο περιπτώσεις άνευ σημασίας. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν μπορεί να λεχθεί, ότι η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος είναι αναγκαία για να μπορέσει το Δικαστήριο να λειτουργήσει ως Δικαστήριο δικαίου. Σε αντίθετη περίπτωση η εξουσία αυτή θα επεκτείνονταν πέραν του ορίου για το οποίο αυτή υπάρχει και θα αποτελούσε πηγή εξουσίας πέραν από τον νόμο. Στην υπόθεση Ανδρέας Χαραλαμπίδης ν. Αλίκης Παναγιώτου (Μελωδία) Χαραλαμπίδου, που πιο πάνω αναφέρθηκε, τονίσθηκε, ότι οι εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου δεν διευρύνουν την δικαιοδοσία ή τις εξουσίες του Δικαστηρίου ούτε έχουν ως λόγο την επέκτασή τους. Στις ίδιες γραμμές ήταν και ό,τι επί του σημείου τούτου τονίσθηκε στην υπόθεση Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών ν. Αγαθοκλή Παπαγεωργίου κ.α., που, επίσης, πιο πάνω αναφέρθηκε. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση για να διαφυλαχθεί η αποτελεσματική λειτουργία της εξουσίας αυτής στις ορθές διαστάσεις της έχουν τεθεί όρια και περιορισμοί. Τέλος, στην υπόθεση Πέτρος Αυξεντίου ν. Σάββα Σάββα, πιο πάνω, αναφέρθηκαν τα εξής ενδιαφέροντα: «. σύμφυτη είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το δικαστήριο και της αναγκαιότητας ύπαρξής της για την λειτουργία του δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου. Δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου τούτου, ούτε αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητης από τον νόμο και τους θεσμούς». Συνάγεται από τα πιο πάνω, ότι ούτε η επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να παραμερίσει την εναντίον της Αιτήτριας εκδοθείσα απόφαση. Υπό το φως όλων των πιο πάνω η αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη. Στην υπόθεση Παναγιώτης Ανδρέου ν. P & D Crystal Line Co Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 1521 είχε εκδοθεί εναντίον του εφεσείοντα / εναγόμενου και υπέρ των εφεσίβλητων / εναγόμενων απόφαση σύμφωνα με το κλητήριο ένταλμα. Ακολούθως, ο εφεσείων καταχώρησε αίτηση για ακύρωση της πιο πάνω απόφασης. Η απόφαση ακυρώθηκε εκ συμφώνου υπό τον όρο ότι μέχρι συγκεκριμένης ημερομηνίας θα καταβάλλετο συγκεκριμένο ποσό ως συμφωνηθέντα έξοδα. Η ημερομηνία και το ποσό καθορίζονταν στο εκδοθέν διάταγμα. Ακολούθως, ο εφεσείων με έφεση ζήτησε την ακύρωση του πιο πάνω επιβληθέντος όρου για τον λόγο ότι η εκ μέρους του αποδοχή καταβολής του πιο πάνω ποσού ήταν αποτέλεσμα «μεγάλης πίεσης» που ασκήθηκε από τον Δικαστή που εκδίκασε την αίτηση ακύρωσης της αρχικής απόφασης. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε, ότι η επιδιωκόμενη θεραπεία της ακύρωσης της πρωτόδικης απόφασης γιατί είχε ασκηθεί πίεση στον εφεσείοντα από τον Δικαστή που την εκδίκασε δεν μπορούσε να επιτευχθεί με την διαδικασία της έφεσης, αλλά με την έγερση νέας αγωγής. Συγκεκριμένα αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Μια απόφαση που έχει εκδοθεί εκ συμφώνου μπορεί να ακυρωθεί με απόφαση που εκδίδεται σε νέα αγωγή που καταχωρείται για το σκοπό αυτό. (Emeris v. Woodward
(1889)43 Ch. D. 185, Ainsworth v. Wilding
(1896)1 Ch. 673). Αποφάσεις που έχουν εκδοθεί εκ συμφώνου έχουν ακυρωθεί γιατί η συμφωνία είχε στοιχεία παρανομίας (Windhill Local Board of Health v. Vint
(1890)45 Ch. D. 351), γιατί λήφθηκε κατόπιν απάτης (Priestman v. Thomas
(1884)9 P.D. 70, 210), γιατί ήταν αποτέλεσμα αμοιβαίου λάθους (Wilding v. Sanderson
(1897)2 Ch. 534) και γιατί δεν υπήρχε η απαραίτητη εξουσιοδότηση (Sheperd v. Robinson
(1919)1 K.B. 474). Ακύρωση δικαστικής απόφασης που έχει εκδοθεί εκ συμφώνου δεν μπορεί να επιτευχθεί με την καταχώρηση έφεσης. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Re Elsteins' Affairs
(1945)1 All E R 272, ανώτερα Δικαστήρια δεν μπορούν να ακυρώνουν δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται από κατώτερα Δικαστήρια. Η ακύρωση θα πρέπει να επιδιωχθεί με την καταχώρηση νέας ανεξάρτητης αγωγής, όταν και ο εφεσείων θα έχει την ευχέρεια να καλέσει μαρτυρία για να αποδείξει τους ισχυρισμούς του». Στην Αγγλική υπόθεση Re Affairs of Elstein
(1945)1 All E R 272 ο πρωτόδικος Δικαστής προέβη ενώπιον των διαδίκων σε εισήγηση για διευθέτηση της υπόθεσης με την έκδοση διατάγματος, τις πρόνοιες του οποίου οι διάδικοι αποδέχτηκαν. Η εισήγηση του δικαστή κατεγράφη στα πρακτικά και ακολούθως ο δικαστής εξέδωσε σχετικό διάταγμα. Μετά την έκδοση του διατάγματος η πλευρά του εφεσείοντα αποτάθηκε με αίτηση στον ίδιο δικαστή ζητώντας τον παραμερισμό του εκδοθέντος διατάγματος. Έρεισμα για την αίτηση αποτέλεσε ο ισχυρισμός του εφεσείοντα, ότι είχε αντιληφθεί διαφορετικά την εισήγηση του δικαστή και ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν είχε πρόθεση να συναινέσει στο εκδοθέν διάταγμα. Ο πρωτόδικος δικαστής απέρριψε το αίτημα με την αιτιολογία, ότι οι πρόνοιες του διατάγματος ήταν αυτό ακριβώς που ο ίδιος εννοούσε, όταν πρότεινε τον συμβιβασμό, αλλά και αντιλήφθηκε ότι και οι διάδικοι είχαν κατά τον χρόνο εκείνο αποδεχθεί. Κατ' έφεση το Εφετείο της Αγγλίας (Court of Appeal) επιδοκίμασε την πρωτόδικη απόφαση αναφέροντας χαρακτηριστικά, ότι το τι είπε ο δικαστής και τι νόημα είχε μεταδοθεί από τα λεγόμενά του στους διαδίκους και τους δικηγόρους τους ήταν ζητήματα που έπρεπε να αποφασισθούν στην βάση μαρτυρίας στα πλαίσια άλλης ανεξάρτητης αγωγής, όπου και θα παρουσιαζόταν μαρτυρία με σκοπό την εξακρίβωση των αληθινών γεγονότων, και όχι με αίτηση υποβληθείσα στα πλαίσια της ίδιας υπόθεσης. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............................................ Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.