← Κύπρος

Αργυρούλας Παλατέ κ.α. ν. Ευριδίκης Χαραλάμπους Κυριάκου Γιώργουλλου κ.α., Αγωγή Αρ: 1150/04, 9 Ιουνίου 2009

Αργυρούλας Παλατέ κ.α. ν. Ευριδίκης Χαραλάμπους Κυριάκου Γιώργουλλου κ.α., Αγωγή Αρ: 1150/04, 9 Ιουνίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:A37 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΟΥΓΙΟΥΡΟΥ, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ: 1150/04 Μεταξύ:

  1. Αργυρούλας Παλατέ, από την Ίνια
  2. Ανδρέα Παλατέ, από την Ίνια Εναγόντων - και -
  3. Ευριδίκης Χαραλάμπους Κυριάκου Γιώργουλλου, από την Ίνια
  4. Σάββα Αγγελή Αγγελή, από την Ίνια
  5. Χαράλαμπου Αγγελή Αγγελή, από την Ίνια Εναγομένων ------------------------------ Ημερομηνία: 9 Ιουνίου 2009 Για τους Ενάγοντες: κ. Ε. Κορακίδης (κα Π. Πέτρου ν΄ ακούσει απόφαση) Για την Εναγόμενη 1: κ. Ν. Θρασυβούλου (κα Γ. Κωμοδρόμου ν΄ ακούσει απόφαση) Για τους Εναγόμενους 2 και 3: κ. Α. Γιωρκάτζης (κα Γ. Κωμοδρόμου ν΄ ακούσει απόφαση) ---------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα 1 είναι θυγατέρα της Εναγόμενης 1 και αδελφή των Εναγομένων 2 και 3, ενώ ο Ενάγοντας 2 είναι ο σύζυγος της. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης με την προοπτική του επικείμενου γάμου των Εναγόντων, οι γονείς της Ενάγουσας 1 της προικοδότησαν με το προικοσύμφωνο ημερομηνίας 25.10.1964 αριθμό κτημάτων ορισμένα από τα οποία δεν μεταβιβάστηκαν στο όνομα της. Ένα από αυτά, δηλαδή το κτήμα με αριθμό εγγραφής 12621 κατά ή περί το 2004 μεταβιβάστηκε από την Εναγόμενη 1 ανά ½ μερίδιο στους Εναγόμενους 2 και 3 οι οποίοι αποδέχθηκαν την επ΄ ονόματι τους εγγραφή αν και γνώριζαν για την ύπαρξη του προικοσυμφώνου και τις πρόνοιες του, ενώ τα υπόλοιπα εξακολουθούν να είναι επ΄ ονόματι της. Οι Εναγόμενοι αν και αντιπροσωπεύονταν με διαφορετικό δικηγόρο, τον κ. Θρασυβούλου για την Εναγόμενη 1 και τον κ. Γιωρκάτζη για τους Εναγόμενους 2 και 3, στην Υπεράσπιση τους ουσιαστικά προβάλλουν τους ίδιους ισχυρισμούς ότι δηλαδή το προικοσύμφωνο είναι άκυρο, ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας, ότι οι Ενάγοντες με τη συμπεριφορά τους εγκατέλειψαν και/ή παραιτήθηκαν από τα δικαιώματα τους από το εν λόγω προικοσύμφωνο και τέλος ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται ειδικής εκτέλεσης του προικοσυμφώνου. Για να αποδείξουν την υπόθεση τους οι Ενάγοντες έδωσαν οι ίδιοι μαρτυρία και κάλεσαν και άλλους τέσσερις μάρτυρες, ενώ από πλευράς Υπεράσπισης κατέθεσαν μόνο οι Εναγόμενοι 2 και
  6. Η Εναγόμενη 1 δεν έδωσε μαρτυρία αλλά ο δικηγόρος της προέβη σε δήλωση από μέρους της που ζήτησε να καταγραφεί, ότι δηλαδή είναι προχωρημένης ηλικίας και η επιθυμία της εξακολουθεί να είναι όπως η επίδικη διαφορά επιλυθεί από το Εκκλησιαστικό Δικαστήριο. Ο Μ.Ε.1 Παπαεμμανουήλ Φιλίππου από την Ίννια είναι ο ιερέας του χωριού Ίννια, από το οποίο κατάγονται οι διάδικοι, εδώ και 56 χρόνια. Είναι ο συντάκτης του προικοσυμφώνου (Τεκμήριο 1) που υπογράφτηκε στις 28.5.1963 κατά τους αρραβώνες των Εναγόντων και ορίστηκε ο γάμος τους για τις 25.10.1964, δηλαδή ένα χρόνο μετά. Το προικοσύμφωνο υπέγραψε ο ίδιος, άλλα δύο πρόσωπα ως μάρτυρες, τα οποία απεβίωσαν, οι γονείς της Ενάγουσας 1 η οποία τότε ήταν ηλικίας μεταξύ 15 και 18 χρονών, οι γονείς του Ενάγοντα 2 και οι μνηστευμένοι. Μόλις υπογράφτηκε το προικοσύμφωνο δημιουργήθηκε μεταξύ των συγγενών φασαρία και υπήρχε ο κίνδυνος να διαλυθεί η συγκέντρωση. Κλήθηκε τότε η Αστυνομία που ήλθε επιτόπου. Τελικά ο Μ.Ε.1 ευλόγησε το γάμο των Εναγόντων στις 30.10.1964 όπως είχε προγραμματιστεί κατά τους αρραβώνες και αναγράφετο στο προικοσύμφωνο. Ο Μ.Ε.3 Νεόφυτος Χαριλάου, υπάλληλος στη Μητρόπολη Πάφου, κατάθεσε πιστό φωτοαντίγραφο του επίδικου προικοσυμφώνου ως Τεκμήριο 2, αφού υπέδειξε στο Δικαστήριο το πρωτότυπο που αποτελεί μέρος του αρχείου το οποίο τηρείται στα γραφεία της Μητρόπολης και αφορά όλα τα προικοσύμφωνα από το 1940 και μετά. Ο Μ.Ε.4 Ιεζεκιήλ Ιεζεκιήλ είναι αγρονόμος - τοπογράφος μηχανικός και ετοίμασε για λογαριασμό των Εναγόντων τεχνική έκθεση (Τεκμήριο 3) για τέσσερα κτήματα στο χωριό Ίννια τα οποία του υποδείχθηκαν επί του εδάφους. Τα κτήματα αυτά εντόπισε στους κτηματολογικούς χάρτες αφού εξασφάλισε τους τίτλους εγγραφής τους από το Κτηματολόγιο. Μέσα σ' αυτά υπάρχουν ελαιόδεντρα ηλικίας άνω των 100 ετών και αμυγδαλιές 15 - 20 χρόνων στα τεμάχια με αριθμό 321 και 322 ενώ στο τεμάχιο 313 περίπου 10 χρόνων. Η Σοφία Χαριλάου (Μ.Ε.6) είναι κτηματολογικός γραφέας στο Κτηματολόγιο Πάφου. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της το κτήμα με αριθμό εγγραφής 12620 που πριν ήταν τα τεμάχια 320 και 321 αφού τιτλοποιήθηκε επ΄ ονόματι της Εναγόμενης 1 με το Φάκελο 341/74 κατόπιν αίτησης της, η Εναγόμενη 1 μεταβίβασε περαιτέρω το ½ μερίδιο στη Νίκη Αγγελή Γεωργίου. Το κτήμα με αριθμό εγγραφής 12621 τιτλοποιήθηκε με τον ίδιο Φάκελο στο όνομα της Εναγόμενης 1 και ακολούθως αυτή το μεταβίβασε ανά ½ μερίδιο στους Εναγόμενους 2 και 3 δυνάμει δωρεάς στις 17.10.
  7. Τα κτήματα με αριθμό εγγραφής 12622 και 12624 τιτλοποιήθηκαν επίσης επ΄ ονόματι της Εναγόμενης 1 με τον ίδιο φάκελο και εξακολουθούν μέχρι σήμερα να είναι επ΄ ονόματι της. Όλα τα πιο πάνω κτήματα είχαν δωρηθεί στην Εναγόμενη 1 από τους γονείς της και από το 1940 και μετά ήταν καταχωρημένα στο όνομα της ως δικαιούχου. Η θέση του Ενάγοντα 2 στην μαρτυρία του είναι ότι είχε κλέψει την Ενάγουσα 1 γιατί έφερνε αντιρρήσεις ο πεθερός του για το γάμο τους. Παντρεύτηκαν τελικά στις 30.10.
  8. Όταν όμως αρραβωνιάστηκαν καταρτίστηκε προικοσύμφωνο με το οποίο τα πεθερικά του τους προικοδοτούσαν κάποια κτήματα τα οποία καλλιεργεί εδώ και 45 χρόνια. Από τα κτήματα αυτά οι κουνιάδοι του που είναι οι Εναγόμενοι 2 και 3, κατάφεραν τη μητέρα τους και τους μεταβίβασε το κτήμα που βρίσκεται στην τοποθεσία «Χοιρομάντρικα». Αρχικά πληροφορήθηκε το γεγονός αυτό τηλεφωνικά από μία από τις κουνιάδες του αλλά μετά το επιβεβαίωσε και από το Κτηματολόγιο. Είναι η θέση του ότι από ανέκαθεν ο ίδιος καλλιεργούσε το κτήμα αυτό και επιδιόρθωσε και μια καλύβα που βρισκόταν μέσα και κανένας δεν τον είχε ενοχλήσει. Τακτικά απαιτούσε από τα πεθερικά του να του μεταβιβάσουν τα κτήματα που του προικοδότησαν και δεν του είχαν μεταβιβάσει αλλά αυτοί αρνήθηκαν. Ειδικά το κτήμα στα «Χοιρομάντρικα» ο Ενάγοντας 2 το είχε περιφράξει, καλλιεργήσει και δεντροφυτεύσει. Όσον αφορά την φιλονικία που υπήρξε κατά τους αρραβώνες, ο Ενάγοντας 2 εξήγησε πως σχετιζόταν με το πότε θα γινόταν ο γάμος. Μετά 6 μήνες που παντρεύτηκαν έστειλε ειδοποίηση με το δικηγόρο Κωμοδρόμο και απαιτούσε να του μεταβιβάσει η πεθερά του τα κτήματα που συμφώνησε να προικοδοτήσει. Αλλ΄ όμως συμβιβάστηκαν και σταμάτησε την υπόθεση. Η Ενάγουσα 1 ουσιαστικά επαναλαμβάνει στη μαρτυρία της την εκδοχή του συζύγου της ότι δηλαδή ήταν παρούσα όταν καταρτίστηκε το προικοσύμφωνο και ότι από τότε που παντρεύτηκε καλλιεργεί τα κτήματα που της προικοδότησαν οι γονείς της τα οποία δεντροφύτευσε και έσπερνε και μέσα σε αυτά μεγάλωσε και τα παιδιά της. Όσα της προικοδότησε ο πατέρας της, της τα έχει μεταβιβάσει όχι όμως και η μητέρα της εκείνα που της υποσχέθηκε. Όταν έμαθε από την αδελφή της ότι η μητέρα τους μεταβίβασε στους αδελφούς της το κτήμα στα «Χοιρομάντρικα» που δικαιούτο στο 1/3 μερίδιο, ρώτησε τη μητέρα της γιατί να το κάνει και αυτή της απάντησε ότι τα αδέλφια της την εκβίαζαν. Σε πολλές περιπτώσεις ζήτησε από τη μητέρα της να της μεταβιβάσει εκείνα που της έταξε και αυτή της απαντούσε ότι θα το έκαμνε όταν θα μπορούσε, γιατί ήθελε να παντρέψει και τις άλλες της αδελφές πρώτα. Τελικά παντρεύτηκαν όλες οι αδελφές της και η μητέρα της μεταβίβασε σε όλες κτήματα, της τελευταίας το
  9. Η Ενάγουσα 1 δεν θυμόταν πότε ανάφερε στον Εναγόμενο 3 για την ύπαρξη του προικοσυμφώνου αλλά σίγουρα ήταν μέσα στο 2004 μετά που είχε γίνει η μεταβίβαση στο όνομα του του κτήματος στα «Χοιρομάντρικα». Όπως της είπε ο αδελφός της, του το έδωσε η μητέρα του χωρίς αυτός να γνωρίζει οτιδήποτε. Είναι ισχυρισμός της Ενάγουσας 1 ότι σε καμιά περίπτωση έδειξε στα αδέλφια της το προικοσύμφωνο αλλά αυτοί γνώριζαν την ύπαρξη του. Όταν έμαθε ότι η μητέρα της το μεταβίβασε στους αδελφούς της αρχικά αποτάθηκε στον Εναγόμενο 3 να της δώσει το 1/3 μερίδιο που δικαιούτο και μετά στον μικρότερο της αδελφό που είναι ο Εναγόμενος
  10. Σε καμιά περίπτωση πληρώθηκε φόρος για τα επίδικα κτήματα εκτός από μια περίπτωση που πλήρωσε ο πατέρας της. Καταλήγοντας η Ενάγουσα 1 ισχυρίστηκε ότι σε καμιά περίπτωση η μητέρα της αρνήθηκε να της δώσει εκείνα που της υποσχέθηκε εκτός από την περίπτωση που έδωσε το κτήμα στα «Χοιρομάντρικα» στους αδελφούς της. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 έδωσαν τη δική τους εκδοχή που ουσιαστικά επιβεβαιώνει ο ένας τον άλλο στα βασικά σημεία. Ο Εναγόμενος 2 στη μαρτυρία του ανάφερε ότι γεννήθηκε στις 27.9.64 και όταν έγινε το προικοσύμφωνο ήταν αγέννητος. Το χωράφι που τους έδωσαν οι γονείς τους το γνωρίζει πολύ καλά εφόσον αυτοί τον έπαιρναν μαζί τους και κάποτε έμεναν και τα βράδια εκεί όταν έσπερναν ή θέριζαν. Μέσα στο χωράφι υπήρχαν ελαιόδεντρα και τις ελιές τις μάζευε η μητέρα του. Επίσης υπήρχε μια οικοδομή μέσα στην οποία έβαζαν τα ζώα τους. Ο ίδιος πληρώνει τα δικαιώματα στο Κοινοτικό Συμβούλιο Ίννιας για το χωράφι από τότε που μεταβιβάστηκε στο όνομα τους, ενώ προηγουμένως τα δικαιώματα τα πλήρωνε ο πατέρας τους. Με την Ενάγουσα 1 είχε πολύ καλές σχέσεις και εκπλάγηκε όταν αυτή του είπε ότι της πήρε την περιουσία. Απλά ένα πρωί του τηλεφώνησε η αδελφή τους Νίκη και του είπε ότι οι γονείς τους επιθυμούσαν να μεταβιβάσουν την περιουσία που τους έμεινε στα παιδιά τους. Σε καμιά περίπτωση ο Εναγόμενος 2 γνώριζε για την ύπαρξη του επίδικου προικοσύμφωνου. Είναι ισχυρισμός του ότι οι Ενάγοντες ουδέποτε εισήλθαν μέσα στο χωράφι αυτό πριν να του το μεταβιβάσει η μητέρα του. Ο Εναγόμενος 3 στη μαρτυρία του ανάφερε ότι γεννήθηκε στις 28.9.1959 και στο γάμο της Ενάγουσας 1 ήταν ηλικίας μόλις 5 χρονών. Οι σχέσεις του με τους Ενάγοντες ήταν πολύ καλές. Μέχρι και οι δύο γιοι των Εναγόντων εργάζονταν στην επιχείρηση του ενώ βοήθησε και τον γαμπρό τους να προσληφθεί στο Δημόσιο. Μια μέρα ήρθε στο εργοστάσιο του η αδελφή του η οποία άρχισε να φωνάζει ότι της πήραν την περιουσία της. Ο ίδιος διερωτήθηκε για τι πράγμα μιλούσε εκφράζοντας την απορία του και διαβεβαιώνοντας την ότι δεν γνώριζε για την ύπαρξη του προικοσυμφώνου. Όσον αφορά τις συνθήκες μεταβίβασης επ΄ ονόματι του του κτήματος στα «Χοιρομάντρικα», ανάφερε ότι ένα πρωί του τηλεφώνησε η αδελφή του Νίκη να πάει στο Κτηματολόγιο γιατί η μητέρα τους θα του μεταβίβαζε ένα κτήμα και ένα άλλο κτήμα ο πατέρας του. Το ίδιο έγινε και με τον αδελφό του. Είναι η θέση του ότι σε καμιά περίπτωση ζήτησε ο ίδιος να του δώσουν οι γονείς του οτιδήποτε, αν και μπορούσε να το κάμει εφόσον η μητέρα του, του είχε δώσει πριν 30 χρόνια γενικό πληρεξούσιο το οποίο είναι κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο και το χρησιμοποίησε για να μεταβιβάσει ένα κτήμα στην αδελφή του. Το κτήμα που του μεταβίβασε η μητέρα του το γνώριζε εφόσον από μικρός ακολουθούσε τους γονείς του οι οποίοι το θέριζαν και έβοσκαν σ΄ αυτό το κοπάδι τους. Τα καλοκαίρια μάλιστα έμεναν στο κτήμα και κοιμόντουσαν κάτω από τις ελιές. Απ΄ ότι γνώριζε, κανένας άλλος εκτός από τους γονείς του είχε δικαίωμα να κατέχει το συγκεκριμένο κτήμα και οι Ενάγοντες σε καμιά περίπτωση το διεκδίκησαν ή μπήκαν μέσα σ΄ αυτό. Επίσης ο Εναγόμενος 3 δεν γνώριζε για την ύπαρξη του επίδικου προικοσύμφωνου και ούτε πίεσε τη μητέρα του για να πετύχει τη μεταβίβαση του κτήματος στο όνομα του. Οι δικηγόροι των διαδίκων στις αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους παραθέτοντας και σχετική νομολογία. Ο δικηγόρος των Εναγόντων εισηγήθηκε ότι το προικοσύμφωνο ήταν καθόλα έγκυρο και οι Εναγόμενοι 2 και 3 ήσαν γνώστες της ύπαρξης και περιεχομένου του γι΄ αυτό και οι πελάτες του δικαιούνται σε ειδική εκτέλεση του. Τόνισε επίσης τις αντιφάσεις που επισήμανε στη μαρτυρία των Εναγομένων 2 και
  11. Από την άλλη οι δικηγόροι των Εναγομένων υποστήριξαν ότι το φερόμενο προικοσύμφωνο είναι άκυρο αφενός μεν γιατί δεν πληροί τις πρόνοιες του άρθρου 77

(2)του Κεφ. 149 και αφετέρου λόγω των ιδιοχείρων επεμβάσεων σ΄ αυτό που δεν καλύπτονται από την υπογραφή των συμβαλλομένων. Επίσης υπόβαλαν ότι αυτό είναι άκυρο και λόγω αοριστίας στην περιγραφή της προικοδοτηθείσας περιουσίας. Τέλος εισηγήθηκαν ότι δεν είναι δυνατή η ειδική εκτέλεση του λόγω της παρέλευσης μεγάλου χρόνου από την ημερομηνία που έπρεπε να συμμορφωθεί η Εναγόμενη 1 με τις υποχρεώσεις της, δυνάμει του προικοσυμφώνου. Προτού προχωρήσω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και εξαγωγή των συμπερασμάτων μου κρίνω σκόπιμο να ασχοληθώ με την προδικαστική ένσταση που εγείρουν οι Εναγόμενοι στην Υπεράσπιση τους ότι δηλαδή το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στερείται δικαιοδοσίας λόγω της πρόνοιας στο προικοσύμφωνο ότι τυχόν αποζημίωση από παράβαση του θα αποφασιζόταν από το Εκκλησιαστικό Δικαστήριο. Παραθέτω αυτούσιο τον όρο 2 του προικοσύμφωνου για σκοπούς καλύτερης παρακολούθησης: «
  1. Δηλούμεν ότι εις περίπτωσιν αδικαιολογήτου διαρρήξεως της μνηστείας μας και της υποσχέσεως γάμου υφ΄ εκατέρου εξ ημών, ή μη συμμορφώσεως προς τους όρους του παρόντος προικοσυμφώνου, υποχρεούμεθα να πληρώσωμεν εις τον έτερον πάσαν αποζημίωσιν την οποίαν το Εκκλησιαστικόν Δικαστήριον θα έκρινε δίκαιον να πληρώσωμεν, ή συμφωνηθείσαν αποζημίωσιν Λίρας Αγγλίας.......(αριθ. £.........)» Εκτός του ότι οι δικηγόροι των Εναγομένων αντεξέτασαν τους Ενάγοντες επί της συγκεκριμένης πρόνοιας του προικοσυμφώνου ο δικηγόρος της Εναγόμενης 1 ζήτησε και καταγράφηκε σχετική δήλωση από μέρους της πελάτιδος του, ότι αυτή εμμένει στην εφαρμογή του πιο πάνω όρου για επίλυση δηλαδή της επίδικης διαφοράς από το Εκκλησιαστικό Δικαστήριο. Από μια αναδρομή στο φάκελο της υπόθεσης όσον αφορά το θέμα που εξετάζεται διαφάνηκαν τα εξής: Το θέμα της έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου εγέρθηκε για πρώτη φορά από τους Εναγόμενους με την τροποποιημένη Υπεράσπιση τους που καταχωρήθηκε στις 18.4.2007 ως αποτέλεσμα διατάγματος του Δικαστηρίου για τροποποίηση της Υπεράσπισης, ημερομηνίας 23.3.
  2. Η Αγωγή καταχωρήθηκε στις 11.5.2004 και όλοι οι Εναγόμενοι καταχώρησαν στις 14.6.2004 σημείωμα εμφάνισης ανεπιφύλακτα. Στις 7.3.2007 έγινε αλλαγή δικηγόρου των Εναγομένων και ακολούθησε η αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης από μέρους τους. Έκτοτε η Αγωγή αναβλήθηκε επανειλημμένα είτε για οδηγίες είτε γι΄ ακρόαση αφού μεσολάβησε και αίτηση των Εναγομένων για ένορκη αποκάλυψη εγγράφων από μέρους των Εναγόντων η οποία οδηγήθηκε σε ακρόαση και εκδόθηκε ενδιάμεση απόφαση. Όσον αφορά το χρόνο που θα πρέπει να αποφασίζεται ένσταση στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου σχετική είναι η υπόθεση G. J. Magdon Ltd v. A. L. Metal Trading Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2064. Στην υπόθεση αυτή αναφέρθηκε ότι ο Εναγόμενος δεν έχει απεριόριστο δικαίωμα να ενεργεί κατά το δοκούν ενώ εκκρεμεί εναντίον του καταχωρηθείσα Αγωγή. Η εξέταση έγερσης ζητήματος πιθανής ένστασης στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με του θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και τη νομολογία, πρέπει να εξετάζεται άμεσα και κατά προτεραιότητα. Το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να παραμείνει στην ελεύθερη επιλογή χρόνου από τον Εναγόμενο. Η πιο πάνω αρχή υιοθετήθηκε στην υπόθεση Κοινοπραξία και/ή Συνδικάτο Ασφαλιστών P. D. Upton & Others & άλλος ν. G. N. Ellinas Imports - Exports Limited
(2005)1(B) Α.Α.Δ. 1327. Σχετική με το θέμα του χρόνου υποβολής ένστασης στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι και η υπόθεση Κατσουρίδης v. Αντωνίου & άλλης
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 835 στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής στη σελίδα 843: «Είναι προφανές ότι υπήρξε μακρά και αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Πρώτο, σε σχέση με την υποβολή του αιτήματος το 1996 για την αποκάλυψη εγγράφων και, δεύτερο, σε σχέση με την υποβολή της αίτησης για αναστολή κατά τις αρχές του 2003, όταν ο εφεσείων είχε ήδη πάρει τα έγγραφα από τις 27 Απριλίου 1998. Αιτήσεις για αναστολή σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να γίνονται το συντομότερο δυνατό. Δεν θα ήταν λογικό και δίκαιο να επιτρεπόταν η ματαίωση αγωγής με την αναστολή της όταν αυτή αφέθηκε να προχωρήσει και μάλιστα μέχρι το στάδιο ορισμού της για ακρόαση, όπως ήταν εδώ η περίπτωση.» Στην παρούσα υπόθεση από το φάκελο φαίνεται ότι οι Εναγόμενοι ουδέποτε αποτάθηκαν στο Δικαστήριο είτε για αναστολή της διαδικασίας λόγω της ύπαρξης του όρου 2 στο προικοσύμφωνο είτε για να εκδικαστεί προδικαστικά η ένσταση τους για έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Αντίθετα, οι Εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης άνευ όρων και προχώρησαν με την ακρόαση της Αγωγής παρά την προδικαστική τους ένσταση στην Υπεράσπιση. Καταχώρησαν επίσης την ίδια ημέρα που καταχώρησαν την τροποποιημένη Υπεράσπιση τους και αίτηση για ένορκη αποκάλυψη εγγράφων από μέρους των Εναγόντων που και αυτή η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Εκτός της μακράς και αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην έγερση ένστασης στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, οι Εναγόμενοι επέλεξαν να αναμένουν μέχρι την ακρόαση της Αγωγής για να προωθήσουν τη θέση τους περί αναρμοδιότητας του Δικαστηρίου, που η ένσταση σαφώς καθίσταται πλέον άνευ αντικειμένου. Κατά συνέπεια η πιο πάνω συμπεριφορά των Εναγομένων εκκρεμούσης της Αγωγής σε συνάρτηση με την παρέλευση του μεγάλου χρονικού διαστήματος για την έγερση της και την παράλειψη υποβολής σχετικής αίτησης στο Δικαστήριο το συντομότερο δυνατό όπως η προδικαστική τους ένσταση αναφορικά με την έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου εκδικαστεί προδικαστικά, κατά τη γνώμη μου δεν τους δίνει δικαίωμα να απαιτούν απόρριψη της Αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Ενόψει των πιο πάνω η προδικαστική ένσταση των Εναγομένων για αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου απορρίπτεται. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω τα υπόλοιπα θέματα που ηγέρθηκαν από τους διαδίκους. Οι Εναγόμενοι αμφισβήτησαν την εγκυρότητα του προικοσυμφώνου (Τεκμήριο 2) επί του οποίου βασίζονται κυρίως οι αξιώσεις των Εναγόντων. Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Οικονόμου και άλλων ν. Ττοφινή και άλλων
(1993)1 Α.Α.Δ. 436 το προικοσύμφωνο είναι σύμβαση και φυσικά διέπεται από τον Περί Συμβάσεων Νόμο. Ειδική πρόνοια για το προικοσύμφωνο υπάρχει στο άρθρο 77
(2)του Περί Συμβάσεων Νόμου που ήταν το εφαρμοστέο δίκαιο κατά το χρόνο που μας ενδιαφέρει δηλαδή κατά τις 25.5.1963 που, σύμφωνα με τη μαρτυρία, είναι η ημερομηνία που το προικοσύμφωνο καταρτίστηκε και υπογράφτηκε από τους συμβαλλόμενους στην πραγματικότητα. Η σχετική διάταξη έχει ως εξής: «77
(1)..........................
(2)Σύμβασις αφορώσα εις υποχρεώσεις αιτία γάμου δεν είναι έγκυρος και εκτελεστή εκτός εάν: (α) είναι έγγραφος˙ και (β) υπογράφηται εν τω τέλει αυτής υφ΄ ενός εκάστου των εκ της συμβάσεως βαρυνομένων ή υπό προσηκόντως επί τούτω εξουσιοδοτημένου, ικανού προς το συμβάλλεσθαι, προσώπου, τη παρουσία δύο τουλάχιστον, ικανών προς το συμβάλλεσθαι, μαρτύρων, οίτινες και προσυπογράφουσιν ως μάρτυρες την σύμβασιν. Νοείται ότι το παρόν εδάφιον δεν τυγχάνει εφαρμογής επί υποχρεώσεων αιτία γάμου μεταξύ Μωαμεθανών αναλαμβανομένων κατά την πρακτική, την κρατούσαν εις τα Τουρκικά Οικογενειακά Δικαστήρια.» Βέβαια με τον τροποποιητικό Νόμο 22
(1)/95 το προικοσύμφωνο και κάθε σύμβαση παρόμοιας φύσεως θεωρούνται πλέον άκυρα. Είναι φανερό ότι η εγκυρότητα του προικοσυμφώνου εξαρτάται από την τήρηση των προϋποθέσεων που προβλέπονται ρητά από το Νόμο. Στην προκειμένη περίπτωση εκτός της αμφισβήτησης από τους Εναγόμενους τήρησης των προνοιών του Νόμου, προβάλλουν επιπρόσθετα ισχυρισμούς για αβεβαιότητα και ασάφεια στην περιγραφή της προικοδοτηθείσας από την Εναγόμενη 1 περιουσίας και για αλλαγές στο προικοσύμφωνο που δεν επικυρώθηκαν με τις υπογραφές των συμβαλλομένων, γεγονότα επίσης που οδηγούν σε ακυρότητα του προικοσυμφώνου. Η εισήγηση για ακυρότητα του προικοσυμφώνου λόγω του ότι η Ενάγουσα 1 στερείτο ικανότητας του συμβάλλεσθαι γιατί τότε ήταν ανήλικη δεν προωθήθηκε με τις αγορεύσεις των δικηγόρων των Εναγομένων γι΄ αυτό θεωρώ ότι έχει εγκαταλειφθεί. Για να αποφασιστεί κατά πόσο το προικοσύμφωνο είναι έγκυρο ή όχι θα πρέπει να γίνει κατά πρώτο αξιολόγηση της μαρτυρίας που έχει προσαχθεί όσον αφορά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες καταρτίστηκε το φερόμενο προικοσύμφωνο. Σχετική με το θέμα αυτό είναι η μαρτυρία του Μ.Ε.1 και των Εναγόντων που ήσαν παρόντες κατά τη σύνταξη του και το υπέγραψαν, ο καθένας με την ιδιότητα που φαίνεται στο ίδιο το προικοσύμφωνο. Ο Μ.Ε.1 ο ιερέας που σύνταξε το προικοσύμφωνο και υπόγραψε ως μάρτυρας έκαμε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο γι΄ αυτό κρίνεται ως μάρτυρας της αλήθειας. Παρά την προχωρημένη ηλικία του και τον μεγάλο χρόνο που μεσολάβησε από τότε που είναι σχεδόν 45 χρόνια, ο Μ.Ε.1 ήταν σε θέση να εξηγήσει με κάθε λεπτομέρεια στο Δικαστήριο τις συνθήκες κάτω από τις οποίες καταρτίστηκε το προικοσύμφωνο και τι επακολούθησε. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του αμφιταλαντεύτηκε παρά την επίμονη αντεξέταση που υπέστη, αλλά παρέμεινε ακλόνητος στις αρχικές του θέσεις μέχρι το τέλος της μαρτυρίας του. Συνεπώς δέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολό της. Ο Μ.Ε.1 κατάθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1 το αντίγραφο του προικοσυμφώνου που αφαίρεσε από το «δεφτέρι», όπως ήταν η ακριβής περιγραφή του βιβλίου του που περιέχει όλα τα προικοσύμφωνα που έχει καταρτίσει, εφόσον το πρωτότυπο είχε αποσταλεί στη Μητρόπολη Πάφου. Πιστό αντίγραφο του πρωτότυπου που αποστάληκε στη Μητρόπολη κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 από τον Μ.Ε.3 η μαρτυρία του οποίου ήταν τυπική και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Οι δικηγόροι των Εναγομένων έδωσαν έμφαση σε δυο τροποποιήσεις ή διορθώσεις που φέρεται να έγιναν στο προικοσύμφωνο που αφορούν στην ηλικία της Ενάγουσας 1 και στη μοναδική ημερομηνία που αναγράφεται σ΄ αυτό και που, κατά την εισήγηση τους, εφόσον δεν καλύπτονται από την υπογραφή των συμβαλλομένων οδηγούν σε ακυρότητα του. Από ενδελεχή μελέτη του Τεκμηρίου 2 φαίνεται καθαρά ότι είχε αναγραφεί αρχικά η ημερομηνία 28 Μαΐου 1963 στη δεύτερη γραμμή της δήλωσης στο τέλος της δεύτερης σελίδας του προικοσυμφώνου αλλά αυτή διαγράφηκε με μια συνεχή γραμμή και αναγράφηκε ακριβώς από κάτω η ημερομηνία 25 Οκτωβρίου
  1. Κρίνω ότι ο Μ.Ε.1 είναι το πλέον αρμόδιο πρόσωπο ως ο συντάξας του Τεκμηρίου 2 να εξηγήσει τους λόγους που τον οδήγησαν σ΄ αυτή την ενέργεια. Ο Μ.Ε.1 έδωσε την εξήγηση ότι την αλλαγή στην ημερομηνία την έκαμε ο ίδιος και η μεν ημερομηνία 28.5.1963 που αναγραφόταν αρχικά είναι η ημερομηνία που καταρτίστηκε και υπογράφηκε το προικοσύμφωνο, η δε 25.10.1964 η ορισθείσα ημερομηνία γάμου. Βρίσκω πολύ λογική την εξήγηση που έδωσε ο Μ.Ε.1 ότι ήταν αποτέλεσμα της φιλονικίας που ξέσπασε μεταξύ των συγγενών αμέσως μετά την υπογραφή του προικοσυμφώνου από τους συμβαλλόμενους, όσον αφορά την ημερομηνία του επικείμενου γάμου, που η μια οικογένεια ήθελε να γίνει ο γάμος σύντομα και η άλλη σε μεταγενέστερο χρόνο. Εν πάση περιπτώσει και οι Ενάγοντες στη μαρτυρία τους παραδέχθηκαν ότι υπήρξε φιλονικία μεταξύ των συγγενών κατά τους αρραβώνες και ήλθε η Αστυνομία στο μέρος. Μια άλλη αλλαγή έγινε, σύμφωνα με το δικηγόρο της Εναγόμενης 1, στην ηλικία της Ενάγουσας 1 ότι δηλαδή αρχικά είχε αναγραφεί 17 και από πάνω αναγράφτηκε
  2. Και γι΄ αυτή την αλλαγή ο Μ.Ε.1 έδωσε ικανοποιητική εξήγηση ότι δηλαδή ενώ αρχικά έγραψε 17, όπως γνώριζε ο ίδιος, κάποιος από τους παρευρισκόμενους του είπε 18 και το διόρθωσε την ίδια στιγμή. Δεν βρίσκω ότι οι αλλαγές αυτές έγιναν σκόπιμα για να βλάψουν ή να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα οποιουδήποτε των διαδίκων. Ήταν η εισήγηση των δικηγόρων των Εναγομένων ότι το προικοσύμφωνο είναι άκυρο εφόσον δεν υπογράφηκε εκ νέου από τους συμβαλλόμενους μετά τις πιο πάνω αλλαγές που έγιναν. Δεν μπορώ να αντιληφθώ γιατί χρειαζόταν η υπογραφή των συμβαλλομένων. Η μεν αλλαγή στην ηλικία της Ενάγουσας 1 έγινε κατά το χρόνο που συμπληρώνετο η ηλικία στην αρχή του προικοσυμφώνου και πριν τις υπογραφές των συμβαλλομένων, οπότε δεν τίθετο θέμα υπογραφής του εκ νέου˙ η δε ημερομηνία στην οποία αναφέρονται οι δικηγόροι των Εναγομένων δεν αφορά την ημερομηνία υπογραφής του προικοσυμφώνου από τους συμβαλλόμενους, εφόσον το σημείο που την αφορά δεν έχει συμπληρωθεί και παρέμεινε κενό, αλλά στην τυπωμένη δήλωση του εφημέριου στο τέλος του προικοσυμφώνου. Η σχετική δήλωση επί λέξει είναι η εξής: «ΔΗΛΩΣΙΣ: Ο υποφαινόμενος εφημέριος του ι. ναού Παναγίας Χρυσελεούσας δηλώ ότι ηυλόγησα την μεταξύ των ανωτέρω μνηστείαν, σήμερον τη ..........» Συνεπώς δεν τίθεται θέμα υπογραφής των συμβαλλομένων στο σημείο αυτό εφόσον η δήλωση αφορά αποκλειστικά τον Μ.Ε.1 ο οποίος σύμφωνα με τη μαρτυρία του μετά τη διόρθωση που έκαμε και για τους λόγους που ανέφερε, έβαλε και τα αρχικά του στο σημείο που έκαμε τη διαγραφή και μετά προχώρησε με την ευλογία των αρραβώνων. Συνεπώς η εισήγηση των Εναγομένων για ακυρότητα του προικοσυμφώνου για τον πιο πάνω λόγο, δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Μια άλλη εισήγηση του δικηγόρου της Εναγόμενης 1 που σχετίζεται με την εγκυρότητα του προικοσυμφώνου είναι ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι το προικοσύμφωνο έχουν προσυπογράψει δυο μάρτυρες που είναι μια από τις προϋποθέσεις που έθεσε ο Νομοθέτης. Ούτε η θέση αυτή με βρίσκει σύμφωνη. Όχι μόνο φαίνονται στο προικοσύμφωνο (Τεκμήριο 2) στο τέλος του και κάτω από τη λέξη «Οι Μάρτυρες» δυο υπογραφές αλλά και ο Μ.Ε.1 ήταν σαφής στη μαρτυρία του ότι οι Νικόλας Στενιώτης και Ευριπίδης Γεωργίου που έχουν αποβιώσει, υπέγραψαν ως μάρτυρες. Μάλιστα το όνομα του Ευριπίδη Γεωργίου φαίνεται πολύ καθαρά στην υπογραφή του. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η μαρτυρία του Μ.Ε.1 επιβεβαιώνεται και από τους Ενάγοντες σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες καταρτίστηκε το προικοσύμφωνο. Τη μαρτυρία των Εναγόντων αποδέχομαι ως αληθινή με τις πιο κάτω επιφυλάξεις όσον αφορά την φερόμενη από μέρους τους κατοχή του ακινήτου στα Χοιρομάντρικα και τη γνώση των Εναγομένων 2 και 3 της ύπαρξης του προικοσυμφώνου. Σε σχέση με την ηλικία της Ενάγουσας 1, ο Ενάγοντας 2 ανάφερε ότι αυτή γεννήθηκε το 1946 που συμφωνεί περίπου και με τον Μ.Ε.1 ότι η Ενάγουσα 1 τότε ήταν μεταξύ 15 και 18 χρονών. Εν πάση περιπτώσει από την όλη μαρτυρία φαίνεται να είναι παραδεκτό μεταξύ των διαδίκων ότι η Ενάγουσα 1 δεν είχε συμπληρώσει τα
  3. Οι δικηγόροι των Εναγομένων κάλεσαν το Δικαστήριο να απορρίψει τη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί και αναφέρεται σε προικοσύμφωνο που καταρτίστηκε στις 28.5.1963 εφόσον η βάση της Αγωγής σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης ήταν για το προικοσύμφωνο ημερομηνίας 25.10.
  4. Το σχετικό απόσπασμα εντοπίζεται στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης ότι πριν τη σύναψη του γάμου οι γονείς προικοδότησαν δυνάμει προικοσυμφώνου ημερομηνίας 25.10.1964 τα επίδικα ακίνητα. Από μελέτη του προικοσυμφώνου (Τεκμήριο 2) φαίνεται ότι η μοναδική ημερομηνία που αναγράφεται σ΄ αυτό είναι η 25.10.1964 και αυτή αναφέρεται στη δήλωση του ιερέα που ευλόγησε τους αρραβώνες. Με βάση τη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί και φαίνεται να μην αμφισβητείται από τους Εναγόμενους, το προικοσύμφωνο υπογράφτηκε από τους γονείς της Ενάγουσας 1 στις 28.5.1963, πολύ πριν το γάμο που έγινε στις 30.10.
  5. Εξάλλου και στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι αναφέρονται σε προικοσύμφωνο που υπογράφτηκε στις 28.5.
  6. Συνεπώς δεν βρίσκω η μαρτυρία από μέρους των Εναγόντων σε σχέση με το επίδικο προικοσύμφωνο να είναι εκτός δικογράφων. Με βάση την πάνω αξιολόγηση βρίσκω ότι αποδείχθηκαν τα εξής: Στις 28.5.1963 σε οικογενειακή συγκέντρωση οι γονείς της Ενάγουσας 1 που τότε ήταν περίπου 17 χρονών, ενόψει του επικείμενου γάμου της κόρης τους με τον Ενάγοντα 2, προέβησαν σε προικοδότηση της με το προικοσύμφωνο (Τεκμήρια 1 και 2) το οποίο συντάχθηκε από τον Μ.Ε.1 και υπογράφτηκε από δυο μάρτυρες δηλαδή τον Νικόλα Στενιώτη και τον Ευριπίδη Γεωργίου που σήμερα δεν βρίσκονται εν ζωή. Εκτός από τους γονείς της Ενάγουσας 1, το προικοσύμφωνο υπέγραψαν επίσης και οι γονείς του Ενάγοντα 2 και οι Ενάγοντες ως μνηστευμένοι. Αφού ολοκληρώθηκε η διαδικασία καταρτισμού και υπογραφής του από όλους τους συμβαλλόμενους και τους δυο μάρτυρες και τέθηκε από τον Μ.Ε.1 η ημερομηνία 28.5.1963 στο τέλος της τυπωμένης δήλωσης του ότι ευλόγησε τη μνηστεία, ξέσπασε μεταξύ των δυο οικογενειών φιλονικία όσον αφορά την ημερομηνία του επικείμενου γάμου. Τότε ο Μ.Ε.1 απείλησε ότι θα ακυρώσει το προικοσύμφωνο και τράβηξε μια γραμμή πάνω στην ημερομηνία που αναφέρεται στη δήλωση του, θέτοντας στο σημείο αυτό τα αρχικά του ονόματός του. Με την πιο πάνω ενέργεια του διαμαρτυρήθηκαν οι συγγενείς που άρχισαν να φωνάζουν και με ορατό τον κίνδυνο να διαλυθεί ο αρραβώνας, ο Μ.Ε.1 αποδέχθηκε και τον ευλόγησε αναγράφοντας κάτω από την ημερομηνία 28.5.1963, που είχε διαγράψει, την ημερομηνία που προγραμματίστηκε να γίνει ο γάμος, δηλαδή 28.10.
  7. Τελικά ο γάμος έγινε στις 30.10.1964 περίπου όπως είχε προγραμματιστεί κατά τους αρραβώνες. Μια άλλη εισήγηση των δικηγόρων των Εναγομένων που σχετίζεται με την εγκυρότητα του προικοσυμφώνου είναι ότι αυτό πάσχει από ασάφεια γιατί δεν κάμνει ακριβή περιγραφή των ακινήτων που προικοδοτούντο στην Ενάγουσα
  8. Σύμφωνα με το άρθρο 29 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 «συμφωνίες των οποίων το νόημα δεν είναι σαφές ή δεν δύναται να καταστεί σαφές, είναι άκυρες». Είναι γεγονός ότι στο προικοσύμφωνο δεν αναφέρεται αριθμός τεμαχίου ή τίτλος εγγραφής του κάθε ενός ακινήτου παρά μόνο η τοποθεσία του. Όμως δεν φαίνεται η περιγραφή αυτή να δημιούργησε σύγχυση στους συμβαλλόμενους ή σε οποιονδήποτε παρευρισκόμενο κατά τη σύνταξη του ώστε να μην αντιλαμβάνετο για ποιο κτήμα επρόκειτο. Ούτε και οι Εναγόμενοι εξάλλου ισχυρίστηκαν κάτι τέτοιο στη μαρτυρία τους. Απλώς οι Ενάγοντες, προφανώς για σκοπούς προώθησης της υπόθεσης τους ανέθεσαν στο Μ.Ε.4, αφού του έδειξαν επί τόπου τα ακίνητα, να τα συσχετίσει με τα κτηματολογικά σχέδια και να κάμει την περιγραφή των χαρακτηριστικών τους, όπως και έκαμε με την τεχνική έκθεση του (Τεκμήριο 3). Σύμφωνα με τον Μ.Ε.4 μετά που αναγνώρισε τα συγκεκριμένα τεμάχια επί των κτηματολογικών σχεδίων, από έρευνα στο Κτηματολόγιο πληροφορήθηκε και τους αριθμούς εγγραφής τους. Ο Μ.Ε.4 εξήγησε στο Δικαστήριο την εργασία που έκαμε και πώς κατέληξε στο ότι τα ακίνητα που του υποδείχθηκαν από τους Ενάγοντες ότι είναι αυτά που προικοδότησε η Εναγόμενη 1, είναι αυτά που αναφέρει στην έκθεση του. Κρίνω τον Μ.Ε.4 καθόλα αξιόπιστο και εμπειρογνώμονα για εκείνα που κατέθεσε, γι΄ αυτό δέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολό της. Σχετική με την περιγραφή και το ιστορικό των ακινήτων που προικοδοτήθηκαν από την Εναγόμενη 1 στην Ενάγουσα 1 είναι και η μαρτυρία της Μ.Ε.6 την οποία κρίνω ως ανεξάρτητη μάρτυρα. Η μάρτυρας αυτή είναι υπάλληλος του Κτηματολογίου και με βάση το φάκελο που είχε στην κατοχή της περιέγραψε στο Δικαστήριο τον τρόπο με τον οποίο τέσσερα ακίνητα στην Ίννια και συγκεκριμένα τα τεμάχια με αρ. 274, 321 και 322, 39 και 313 ενεγράφησαν με το Φάκελο με αρ. 341/74 επ΄ ονόματι της Εναγομένης
  9. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, τα πιο πάνω ακίνητα από το 1940 ήταν καταχωρημένα στο όνομα της Εναγόμενης 1 ως δικαιούχου λόγω δωρεάς από τους γονείς της. Από τη μαρτυρία των Μ.Ε.4 και Μ.Ε.6 σε συνάρτηση με την τοποθεσία των ακινήτων που αναφέρεται στο προικοσύμφωνο, δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι τα πιο πάνω ακίνητα όπως τα περιέγραψε ο Μ.Ε.4 περιλαμβάνονται σε εκείνα που προικοδοτήθηκαν στην Ενάγουσα 1 από τους γονείς της. Δηλαδή το τεμάχιο 274 αντιστοιχεί με το ακίνητο που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του προικοσυμφώνου, το τεμάχιο με αρ. 39 αντιστοιχεί με εκείνο που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του προικοσυμφώνου, τα τεμάχια 321 και 322 μαζί αντιστοιχούν με εκείνο που αναφέρεται στην παράγραφο 6 του προικοσυμφώνου, και τέλος το 313 αντιστοιχεί με εκείνο που αναφέρεται στην παράγραφο 7 του προικοσυμφώνου. Κατά συνέπεια με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση βρίσκω ότι αποδείχθηκαν επιπρόσθετα τα εξής: Με το προικοσύμφωνο (Τεκμήριο 2) οι γονείς της Ενάγουσας 1 της προικοδότησαν εκτός από κινητή περιουσία και ακίνητα. Ειδικότερα η Εναγόμενη 1 προικοδότησε την εξής περιουσία, η οποία ήταν καταχωρημένη στο όνομα της ως δικαιούχου από το 1940 λόγω δωρεάς από τους γονείς της μέχρι που ενεγράφη με το Φ.341/74 στο όνομα της.
  10. Το 1/3 μερίδιο του τεμαχίου 274 με αρ. εγγραφής 12621 στην τοποθεσία Χοιρομάντρικα του χωριού Ίννια με τα δέντρα.
  11. Το ½ των τεμαχίων 321 και 322 στην τοποθεσία Λάκκος του χωριού Ίννια με αρ. εγγραφής
  12. Το τεμάχιο 39 στην τοποθεσία Άρα του χωριού Ίννια με αρ. εγγραφής 12624, στην Ίννια.
  13. Το τεμάχιο 313 με αρ. εγγραφής 12622 στην τοποθεσία Ραχούδια, του χωριού Ίννια. Η Εναγόμενη 1 στις 17.10.2003 μεταβίβασε ένα από τα πιο πάνω ακίνητα και συγκεκριμένα το χωράφι στην τοποθεσία Χοιρομάντρικα στην Ίννια, ανά ½ μερίδιο στους Εναγόμενους 2 και 3 ενώ τα υπόλοιπα εξακολουθούν να είναι επ΄ ονόματι της. Και οι δυο πλευρές έδωσαν έμφαση κατά την ακρόαση στο κατά πόσο οι Εναγόμενοι 2 και 3 γνώριζαν ή όχι για το προικοσύμφωνο και τις πρόνοιες του όταν η μητέρα τους προέβη στην επ΄ ονόματι τους εγγραφή του χωραφιού στα Χοιρομάντρικα. Από τις δυο εκδοχές που τέθηκαν ενώπιον μου για το θέμα αυτό προτιμώ αυτή των Εναγομένων 2 και 3 ότι έμαθαν για το προικοσύμφωνο μετά που η μητέρα τους μεταβίβασε στο όνομα τους το συγκεκριμένο ακίνητο και μάλιστα από την ίδια την Ενάγουσα
  14. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 μου έκαμαν πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρες της αλήθειας γι΄ αυτό δέχομαι τη μαρτυρία τους στο σύνολο της. Σίγουρα οι Εναγόμενοι 2 και 3 δεν ήσαν παρόντες κατά την υπογραφή του προικοσυμφώνου γεγονός που δεν φαίνεται να αμφισβητείται από την άλλη πλευρά και είναι λογικό εξάλλου εφόσον ο Εναγόμενος 2 θα ήταν αγέννητος, ενώ ο Εναγόμενος 3 θα πρέπει να ήταν 4 χρονών τότε. Η μαρτυρία των Εναγόντων για το θέμα αυτό ήταν πολύ γενική και αόριστη. Παρέλειψαν να παρουσιάσουν ενώπιον του Δικαστηρίου ικανά στοιχεία που να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 γνώριζαν ότι η Ενάγουσα 1 δικαιούτο στο 1/3 μερίδιο του κτήματος δυνάμει του προικοσυμφώνου. Αντίθετα η Ενάγουσα 1 ήταν θετική στο ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 σίγουρα έμαθαν την ύπαρξη του προικοσυμφώνου το 2004 μετά που τους είχε ήδη μεταβιβάσει το ακίνητο στα Χοιρομάντρικα η μητέρα τους, όταν τους το είπε η ίδια και απαίτησε το μερίδιο της. Παραδέχθηκε επίσης ότι η ίδια δεν τους έδειξε ποτέ το προικοσύμφωνο εφόσον το κρατούσε η Μητρόπολη. Οι Ενάγοντες θεώρησαν ότι επειδή οι Εναγόμενοι 2 και 3 γνώριζαν ότι την κατοχή της προικοδοτηθείσας περιουσίας είχαν οι Ενάγοντες, τότε γνώριζαν και για το προικοσύμφωνο. Όμως οι Εναγόμενοι 2 και 3 ισχυρίστηκαν ότι από τον καιρό που ήταν μικροί ακολουθούσαν τους γονείς τους στο χωράφι στα Χοιρομάντρικα όπου έβοσκαν τα ζώα και το καλλιεργούσαν και ότι οι Ενάγοντες άρχισαν να επεμβαίνουν μόνο μετά που το χωράφι μεταβιβάστηκε στο όνομα τους. Εν πάση περιπτώσει εκείνο που δικαιούντο οι Ενάγοντες με βάση το προικοσύμφωνο είναι στο 1/3 του χωραφιού στα Χοιρομάντρικα σύμφωνα με το προικοσύμφωνο, ενώ οι Ενάγοντες στη μαρτυρία τους αναφέροντο γενικά στο όλο ακίνητο χωρίς να εξειδικεύσουν ποιο μέρος του ακριβώς κατείχαν ή καλλιεργούσαν. Στην αγόρευση του ο δικηγόρος των Εναγόντων εισηγήθηκε επίσης ότι επειδή ακριβώς οι Εναγόμενοι 2 και 3 γνώριζαν πολύ καλά για την ύπαρξη του προικοσυμφώνου και το γεγονός ότι την κατοχή του ακινήτου στα Χοιρομάντρικα την είχαν οι Ενάγοντες, γι΄ αυτό και δεν αντεξέτασαν τους πελάτες του σ΄ αυτό το σημείο. Και όμως οι Ενάγοντες αντεξετάστηκαν και τους υποβλήθηκε μάλιστα η θέση ότι ουδέποτε οι ίδιοι καλλιέργησαν το ακίνητο στα Χοιρομάντρικα. Συνεπώς δεχόμενη τη μαρτυρία των Εναγομένων 2 και 3 στα αμφισβητούμενα σημεία κατά προτίμηση αυτής των Εναγόντων, βρίσκω ότι το ακίνητο στα Χοιρομάντρικα εξακολούθησε και μετά το γάμο των Εναγόντων να είναι στην κατοχή της Εναγόμενης 1 και του συζύγου της οι οποίοι το καλλιεργούσαν και το έσπερναν. Μόνο μετά τη μεταβίβαση του στους Εναγόμενους 2 και 3 οι Ενάγοντες άρχισαν να το καλλιεργούν. Είναι επίσης κατάληξη μου ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 δεν γνώριζαν την ύπαρξη του προικοσυμφώνου και ότι είχε προικοδοτηθεί το 1/3 μερίδιο του ακινήτου με αρ. εγγραφής 12621 στην Ενάγουσα
  15. Έμαθαν για την ύπαρξη και πρόνοιες του από την ίδια την Ενάγουσα 1 μετά που ήδη η Εναγόμενη 1 τους μεταβίβασε το εν λόγω ακίνητο από ½ μερίδιο. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα μου οι Ενάγοντες πέτυχαν να αποδείξουν τόσο την ύπαρξη του προικοσυμφώνου (Τεκμήριο 2) όσο και την εγκυρότητα του. Σύμφωνα με το προικοσύμφωνο ήταν υποχρέωση της Εναγόμενης 1 να μεταβιβάσει στην Ενάγουσα 1 τα ακίνητα που της προικοδότησε και περιγράφονται πιο πάνω μέσα σε 6 μήνες από την τέλεση του γάμου. Με την παράλειψη της Εναγόμενης 1 να τα μεταβιβάσει στο όνομα της Ενάγουσας 1, παρέβη τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από το προικοσύμφωνο. Οι Ενάγοντες αξιώνουν με την Αγωγή τους την έκδοση διατάγματος για ακύρωση της μεταβίβασης του κτήματος με αριθμό εγγραφής 12621 επ΄ ονόματι των Εναγομένων 2 και 3 καθώς επίσης και διατάγματος όπως η Εναγόμενη 1 τους μεταβιβάσει τα ακίνητα που έχει προικοδοτήσει με το προικοσύμφωνο (Τεκμήριο 2) ή διαζευκτικά αποζημιώσεις. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 76 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 το Δικαστήριο έχει εξουσία να διατάξει την ειδική εκτέλεση του προικοσυμφώνου. Η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου είναι διακριτική. Το ίδιο το άρθρο 76 θέτει ως όρο για έκδοση τέτοιας διαταγής την ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων δεν θα ήταν παράλογη ή κατά άλλο τρόπο ανεπιεικής ή πρακτικά ανεφάρμοστη. Στην υπόθεση Χατζηγιάννης ν. Γενικός Εισαγγελέας
(1979)1 Α.Α.Δ. 32 το Ανώτατο Δικαστήριο αρνήθηκε να δεχθεί το αίτημα του Ενάγοντα για ειδική εκτέλεση εφόσον διαπιστώθηκε ότι η συμπεριφορά του ήταν τέτοια ώστε δεν θα ήταν δίκαιο να διαταχθεί ειδική εκτέλεση. Ερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεν φαίνεται να αμφισβητείται από πλευράς Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες απέκτησαν κατοχή των τεμαχίων με αρ. εγγραφής 12624, 12622 και 12620 το 1964 που παντρεύτηκαν, την οποία διατηρούν μέχρι σήμερα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 στη μαρτυρία τους απέφυγαν να τοποθετηθούν ευθέως στο θέμα αυτό. Υποστήριξαν μόνο τη θέση ότι σε καμιά περίπτωση οι Ενάγοντες απέκτησαν κατοχή του ακινήτου με αρ. εγγραφής 12621 ή το καλλιέργησαν ποτέ πριν αυτό μεταβιβαστεί στο όνομα τους. Παραμένει επίσης αναντίλεκτη η θέση των Εναγόντων ότι η Εναγόμενη 1 τους υποσχόταν να τους μεταβιβάσει εκείνα που προικοδότησε στην Ενάγουσα 1. Επιπρόσθετα από τη μαρτυρία των Εναγόντων φαίνεται ότι σε κάποιο στάδιο παλιά αποτάθηκαν και στο δικηγόρο Κωμοδρόμο για το ίδιο θέμα αλλά δεν προχώρησαν σε άλλα διαβήματα εκτός από την αποστολή ειδοποίησης. Συνεπώς δεν τίθεται θέμα παραίτησης από μέρους των Εναγόντων ή εγκατάλειψης από μέρους τους των δικαιωμάτων τους για μεταβίβαση των πιο πάνω ακινήτων στο όνομα τους. Σύμφωνα με όλα τα πιο πάνω είμαι της γνώμης ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 76 και είναι λογικό και δίκαιο όπως η διακριτική μου εξουσία ασκηθεί προς όφελος των Εναγόντων και να διαταχθεί η ειδική εκτέλεση του προικοσυμφώνου όσον αφορά τα ακίνητα με αρ. εγγραφής 12624 (όλον), 12622 (όλον) και 12620 (1/2 μερίδιο) στο χωριό Ίννια. Όσον αφορά το ακίνητο με αρ. εγγραφής 2621, δεν βρίσκεται σήμερα επ΄ ονόματι της Εναγόμενης 1 εφόσον το μεταβίβασε στους Εναγόμενους 2 και 3 στις 18.10.2003 λόγω δωρεάς. Όπως τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Απαισιώτη ν. Ραγιά κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 882, εφόσον συνυπάρχουν οι κατά νόμο προϋποθέσεις, μπορεί η διαταγή για ειδική εκτέλεση να καλύπτει και τον τρίτο που απέκτησε την περιουσία δια δωρεάς και εν γνώσει της σύμβασης και των υποχρεώσεων που περιείχε. Στην υπόθεση Θωμά, το γένος Μέζου ν. Μέζου κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 2359, που τα γεγονότα της προσομοιάζουν με αυτά της παρούσας υπόθεσης, αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι δεν είναι δυνατή η έκδοση διαταγής ειδικής εκτέλεσης σύμβασης εναντίον προσώπου που δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος της σύμβασης, εκτός αν το πρόσωπο αυτό απέκτησε την περιουσία δια δωρεάς και εν γνώσει της σύμβασης και των υποχρεώσεων που περιείχε. Όπως προκύπτει από την παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης ο δόλος που καταλογίζεται στους Εναγόμενους 2 και 3 είναι ότι γνώριζαν την ύπαρξη του προικοσυμφώνου και ότι την κατοχή του ακινήτου που τους μεταβιβάστηκε είχαν και εξακολουθούν να έχουν οι Ενάγοντες. Από τα πιο πάνω ευρήματα μου όμως οι Εναγόμενοι 2 και 3 δεν γνώριζαν κατά τον χρόνο που η μητέρα τους τους μεταβίβασε επ΄ ονόματι τους το ακίνητο με αρ. εγγραφής 12461 ότι η Ενάγουσα 1 δικαιούτο στο 1/3 μερίδιο δυνάμει του επίδικου προικοσυμφώνου. Συνεπώς βρίσκω ότι δεν είναι δυνατή η έκδοση διατάγματος ειδικής εκτέλεσης του προικοσυμφώνου εναντίον τους όσον αφορά το συγκεκριμένο ακίνητο είτε με βάση το δίκαιο των αστικών αδικημάτων είτε με βάση τις αρχές τις επιείκειας. Ο δικηγόρος των Εναγόντων στήριξε επίσης την αξίωση του για ειδική εκτέλεση του προικοσυμφώνου εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 και στη βάση του εξ επαγωγής εμπιστεύματος. Με βάση τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου τα άρθρα 4 και 65(1Ε) του Κεφ. 224 δεν αποκλείουν την εφαρμογή των αρχών του δικαίου της επιείκειας αναφορικά με τα εξ επαγωγής εμπιστεύματα. Σε κατάλληλες περιπτώσεις και νοουμένου ότι αποδεικνύονται τα αναγκαία στοιχεία είναι δυνατή η διαπίστωση δικαιωμάτων σε ακίνητη ιδιοκτησία στη βάση τέτοιων εμπιστευμάτων. Το εξ επαγωγής εμπίστευμα πηγάζει από τους κανόνες της επιείκειας και δημιουργείται ανεξάρτητα από την πρόθεση του ιδιοκτήτη της περιουσίας σε περιπτώσεις που θα αποτελούσε κατάχρηση εμπιστοσύνης εκ μέρους του να κατακρατεί περιουσία προς όφελος του. (Βλ. I. St. George´s Car Hire Ltd κ.α. ν. Ι. Μακεδονίας Γαβριηλίδου κ.α.
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 47.) Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα μου δεν έχει αποδειχθεί και ούτε τίθεται θέμα δημιουργίας εξ επαγωγής εμπιστεύματος υπέρ των Εναγόντων και σε βάρος των Εναγομένων 2 και 3 για το ακίνητο που μεταβίβασε επ΄ ονόματι των Εναγομένων 2 και 3 η μητέρα τους. Συνεπώς εκείνο που δικαιούται η Ενάγουσα 1, εφόσον δεν είναι δυνατή η ειδική εκτέλεση όσον αφορά το 1/3 μερίδιο του ακινήτου στα Χοιρομάντρικα, είναι σε αποζημιώσεις κατά της μητέρας της και μόνο, για παράβαση του προικοσυμφώνου. Ο δικηγόρος της Εναγόμενης 1 εισηγήθηκε στο Δικαστήριο ότι δεν είναι δυνατή η ειδική εκτέλεση μέρους μόνο της συμφωνίας. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Chitty on Contracts 25η έκδοση παρ. 1790, σελ. 992 όπου μια σύμβαση μπορεί να διαχωριστεί σε διάφορα μέρη ειδική εκτέλεση του κάθε μέρους μπορεί να διαταχθεί ξεχωριστά. (Βλ. Odessa Tramways Co. v. Mendel
(1878)8 Ch. D. 235). Και όπου το μέρος εκείνο της σύμβασης που δεν μπορεί να εκτελεστεί μπορεί να ρυθμιστεί με την επιδίκαση αποζημιώσεων, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει ειδική εκτέλεση μαζί με αποζημιώσεις. Σύμφωνα με τη μαρτυρία των Εναγόντων η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη εφόσον δεν προσκομίστηκε αντίθετη μαρτυρία, η Εναγόμενη 1 ουδέποτε αρνήθηκε την επ΄ ονόματι της Ενάγουσας 1 μεταβίβαση των ακινήτων που συμφώνησε να προικοδοτήσει. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ενάγοντα 2 απέστειλε επιστολή με το δικηγόρο Κωμοδρόμο σε κάποιο στάδιο μετά το γάμο του με την Ενάγουσα 1 που ζητούσε τη μεταβίβαση της περιουσίας που τους προικοδοτήθηκε αλλά συμβιβάστηκαν και δεν προχώρησαν. Κατά συνέπεια κρίνω ότι ουσιώδης χρόνος για το σκοπό καθορισμού της αποζημίωσης είναι η ημερομηνία που η Εναγόμενη 1 μεταβίβασε το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 12461 ανά ½ μερίδιο στους Εναγόμενους 2 και 3, δηλαδή η ημερομηνία 18.10.2003. Καμιά μαρτυρία έχει προσαχθεί όσον αφορά την αγοραία αξία του ακινήτου αυτού κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Ο δικηγόρος της Εναγόμενης 1 κάλεσε το Δικαστήριο να δεχθεί τις αξίες των ακινήτων που φαίνονται στο προικοσύμφωνο ως βάση για υπολογισμό της αποζημίωσης. Δεν συμφωνώ με τη θέση αυτή. Η αναφορά της αξίας των ακινήτων στο προικοσύμφωνο αφορούσε ασφαλώς τις αξίες τους κατά τον χρόνο καταρτισμού του, δηλαδή στις 28.5.1963, χρόνος άσχετος με το θέμα που εξετάζεται και ασυμβίβαστος με τα ευρήματά μου. Σύμφωνα με τη νομολογία όπου αποδεικνύεται η ευθύνη ενός Εναγομένου αλλά ο Ενάγων αποτυγχάνει να αποδείξει τη ζημιά του, αυτό που δικαιούται είναι μόνο σε ονομαστικές αποζημιώσεις (nominal damages). Σχετικές είναι οι υποθέσεις Galatariotis Telecommunications Ltd v. Δημήτρη Ι. Σιουκούρογλου Λτδ και άλλου, Πολιτική Έφεση 12163, ημερ. 21.1.2008, Ttantis v. Hadjimichael κ.ά.
(1982)1 Α.Α.Δ. 301, Παπακόκκινου ν. Θεοδότου
(1991)1 Α.Α.Δ. 379 και Χατζηκυπρής και άλλοι ν. Sanifix Agencies Ltd
(1993)1 A.A.Δ.
  1. Κατά συνέπεια εκείνο που δικαιούται η Ενάγουσα 1 είναι μόνο σε ονομαστικές αποζημιώσεις τις οποίες καθορίζω σε €
  2. Ενόψει των πιο πάνω εκδίδεται υπέρ της Ενάγουσας 1 και εναντίον της Εναγόμενης 1 διάταγμα για ειδική εκτέλεση του προικοσυμφώνου (Τεκμήριο 2) όσον αφορά τα εξής ακίνητα:
  3. Το ½ των τεμαχίων 321 και 322 στην τοποθεσία Λάκκος του χωριού Ίννια, με αρ. εγγραφής
  4. Το τεμάχιο 39 στην τοποθεσία Άρα του χωριού Ίννια με αρ. εγγραφής 12624, στην Ίννια.
  5. Το τεμάχιο 313 με αρ. εγγραφής 12622 στην τοποθεσία Ραχούδια, του χωριού Ίννια. Επίσης εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας 1 και εναντίον της Εναγόμενης 1 για τα εξής: (α) Το ποσό των €100 ονομαστικές αποζημιώσεις (β) Δικηγορικά έξοδα όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στη σχετική κλίμακα. Η αγωγή απορρίπτεται εναντίον των Εναγομένων 2 και
  6. Όσον αφορά τα έξοδα κρίνω ορθό και δίκαιο όπως οι Ενάγοντες επιβαρυνθούν με τα έξοδα των Εναγομένων 2 και 3 από τις 7.3.2007 και εντεύθεν εφόσον μέχρι τότε η υπεράσπιση τους ήταν κοινή με της Εναγόμενης 1 και εκπροσωπούντο από τον ίδιο δικηγόρο. Συνεπώς εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγομένων 2 και 3 και εναντίον των Εναγόντων πληρωμής των εξόδων τους από τις 7.3.
  7. (Υπ.) ................ Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /Λ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.