← Κύπρος

Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας διά του Γενικού Εισαγγελέως, Αρ. Αγωγής: 940/04, 6.7.2009

Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας διά του Γενικού Εισαγγελέως, Αρ. Αγωγής: 940/04, 6.7.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:A44 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 940/04 Μεταξύ:

  1. Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου Αλέκας Π. Παπακόκκινου ως Διαχειριστριών της Περιουσίας του Παναγιώτη Γ. Παπακόκκινου
  2. Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου προσωπικά
  3. Αλέκας Π. Παπακόκκινου προσωπικά Εναγουσών Και Κυπριακής Δημοκρατίας διά του Γενικού Εισαγγελέως Εναγομένης ------------------------- Ημερομηνία: 6.7.2009 Αίτηση ημερ. 24.4.2009 Για Εναγόμενη - Αιτήτρια κα Ελ. Κόκκινου για κα Αλεξάνδρου Για Ενάγουσες 1 και 2 - Καθ΄ ων η Αίτηση και προσωπικά κα Αλ. Παπακόκκινου (Για ν΄ ακούσει απόφαση κ. Μ. Μυτίδης) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ζητείται διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης με την προσθήκη της ακόλουθης υποπαραγράφου (γ) στην υφιστάμενη παράγραφο 1 της Έκθεσης Υπεράσπισης: «Το ισχυριζόμενο αγώγιμο δικαίωμα των Εναγουσών για Αμέλεια εναντίον του Εναγομένου έχει παραγραφεί σύμφωνα με το άρθρο 281) το Πίνακα του περί Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις Νόμου) του 1990 αφού η ισχυριζόμενη αμέλεια έγινε για ισχυριζόμενες πράξεις που έλαβαν χώρα πριν τις 31/10/1984». Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Αννίτας Εθελοντή, Βοηθού Γραμματειακού Λειτουργού στο Επαρχιακό Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας στην Πάφο στην οποία αναφέρεται ότι πρόσφατα ανατέθηκε ο χειρισμός της υπόθεσης στην κα Μαρία Αλεξάνδρου, η οποία μετά από προσεκτική μελέτη της υπόθεσης έκρινε ότι έπρεπε να συμπεριληφθεί ως προδικαστική ένσταση στην Έκθεση Υπεράσπισης του Εναγομένου η παράγραφος η οποία ζητείται να προστεθεί με την παρούσα αίτηση. Η επιδιωκόμενη τροποποίηση είναι απόλυτα αναγκαία και συνυφασμένη με τα πραγματικά γεγονότα τα οποία περιέχονται στην Έκθεση Υπεράσπισης και στόχο έχει την ορθή και πλήρη προβολή των πραγματικών γεγονότων και νομικών σημείων για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και την παροχή δυνατότητας στον Εναγόμενο να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου την Υπεράσπιση του σε ορθή βάση. Η επιδιωκόμενη τροποποίηση γίνεται με καλή πίστη και σε στάδιο πριν την έναρξη της ακρόασης της αγωγής με αποτέλεσμα να μην επηρεάζονται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα των Εναγουσών. Εν πάση περιπτώσει οποιοσδήποτε επηρεασμός στα δικαιώματα των Εναγουσών μπορεί να θεραπευθεί με την επιδίκαση εξόδων. Οι Ενάγουσες καταχώρησαν ένσταση στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «Αι Ενάγουσαι αιτούνται :-
  4. Την απόρριψη της Αιτήσεως.
  5. Έξοδα. Α. Τονίζεται ότι και μάλιστα Προδικαστικά η υπό Τίτλον Έκθεση Υπερασπίσεως είναι ανύπαρκτον Έγγραφον και συνεπώς πρέπει να απορριφθή το εν λόγω Έγγραφον προδικαστικά. Β. Αι Ενάγουσαι αρνούνται και απορρίπτουν την παράγ. Α και (α) της Αιτήσεως. Γ. Αι Ενάγουσαι αρνούνται και απορρίπτουν την παράγ. Α της Αιτήσεως. Δ. Η Αίτηση πάσχει Νομικά, Ουσιαστικά και Τυπικά και είναι αβάσιμη και αστήρικτη. Ε. Τονίζεται ότι τα Ανθρώπινα Δικαιώματα των Εναγουσών που περιγράφονται στην Αγωγήν είναι απαράγραπτα. ΣΤ. Η Αιτούμενη Τροποποίηση είναι Απαράδεκτη και απορρίπτεται. Ζ. Η Ένορκος Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι Απαράδεκτη και απορρίπτεται. Η. Τα γεγονότα που επικαλούνται οι Εναγόμενοι είναι απαράδεκτα, είναι σκέψεις εκ των υστέρων και αποκλείονται οι Εναγόμενοι να τα επικαλούνται τόσον από το περιεχόμενον της Αγωγής όσον και από τον Φάκελλον και από την σχετικήν Νομοθεσίαν. Θ. Κανένα Μέρος της Αγωγής των Εναγουσών δεν παρεγράφει ούτε και μπορούσε να παραγραφή. Η αγωγή των Εναγουσών περιλαμβάνει πολλά Αγώγιμα Δικαιώματα μεταξύ των οποίων και Αμέλειαν εκ μέρους των Εναγομένων που δεν παρεγράφεται και ούτε δύναται να παραγραφή. Ι. Αι Ενάγουσαι παραπέμπουν στην 'Ενορκον Δήλωση της Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου που συνοδεύει την Ένσταση επί της οποίας βασίζεται η Ένσταση και στην οποίαν εκτίθενται τα Γεγονότα που βασίζεται η παρούσα.» Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Βερεγγάριας Παπακόκκινου, μίας από τις Ενάγουσες. Στην ένορκη δήλωση απορρίπτεται η αίτηση ως νομικά και πραγματικά αστήρικτη, απαράδεκτη και αβάσιμη νομικά, ουσιαστικά και τυπικά. Η Υπεράσπιση αναφέρεται δεν περιέχει οποιαδήποτε πραγματικά γεγονότα. Η αίτηση γίνεται κακόπιστα με στόχο τη σύγχυση, παραπλάνηση και καταπάτηση των δικαιωμάτων των Εναγουσών και δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναγκαιότητα για τροποποίηση του δικογράφου. Η αίτηση επίσης γίνεται καθυστερημένα και σε περίπτωση έγκρισης της θα επέλθει μεγάλη αδικία και ζημιά στις Ενάγουσες, θα επηρεαστούν τα δικαιώματα τους δυσμενώς και ανεπανόρθωτα και δεν θα μπορούν να θεραπευθούν με την επιδίκαση εξόδων. Στην ένορκη δήλωση προβάλλεται ισχυρισμός ότι οι αξιώσεις των Εναγουσών δεν βασίζονται μόνο σε αμέλεια και γίνεται επίσης εκτεταμένη αναφορά στα γεγονότα που αφορούν την ουσία της διαφοράς. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών ανέπτυξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους σε αγορεύσεις τις οποίες έχω εξετάσει. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.25 θ.1 και Δ.48 θ,1-4, 9(ι). Η κα Παπακόκκινου εισηγήθηκε πως η αίτηση δεν στηρίζεται στους ορθούς Θεσμούς και νομοθεσία και πως δεν γίνεται αναφορά στον Νόμο Περί Παραγραφής πάνω στον οποίο στηρίζεται η καινούργια παράγραφος η οποία ζητείται να προστεθεί από τον Εναγόμενο και επίσης πως η Δ.48 θ.9(ι) δεν έχει καμία σχέση με την αίτηση. Είναι γεγονός ότι η Δ.48 θ.9(ι) δεν φαίνεται να έχει οποιαδήποτε σχέση με την παρούσα αίτηση. Ο Διαδικαστικός Κανονισμός ο οποίος δίδει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να τροποποιήσει δικόγραφα, όπως είναι η παρούσα περίπτωση, είναι η Δ.25 θ.1 η οποία περιλαμβάνεται στην νομική βάση της αίτησης. Το γεγονός ότι η τροποποίηση που ζητούν οι Εναγόμενοι να συμπεριλάβουν στην Υπεράσπιση κάνει αναφορά σε συγκεκριμένο Νόμο δεν θεωρώ ότι καθιστά αναγκαίο να προστεθεί αυτή η νομοθετική διάταξη στη νομική βάση της αίτησης. Σύμφωνα με τη Δ.25 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας το Δικαστήριο έχει εξουσία, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφων με στόχο τον καθορισμό των πραγματικών επιδίκων θεμάτων μεταξύ των διαδίκων. Η τροποποίηση της δικογραφίας είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς (Δημοτικού Συμβουλίου Αγλαντζιάς ν. Σωτηρούλλας Χαρικλείδη κ.ά.

(2001)1 Α.Α.Δ. 1608). Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμούνται οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρ. 30.2 του Συντάγματος (βλ Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1(E) A.A.Δ. 33). Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες αλλά από αριθμό παραγόντων η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Τέτοιοι παράγοντες είναι η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, ο χρόνος υποβολής της, ο σκοπός για τον οποίο υποβλήθηκε κ.ά. (βλ. Pelecanos v. Πελεκάνου
(2001)1 Α.Α.Δ. 2075. Τσαγγάρης ν. Γαβριηλίδου
(2002)1 Α.Α.Δ. 156 και Στυλιανού ν. Λαϊκή
(2002)1 Α.Α.Δ. 746). Η καθυστέρηση είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manufacturing v. A & G Leventis Cο.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, Στη Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε πως η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήριο να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης (βλέπε επίσης Εθνική Τράπεζα ν. Αλωνεύτη
(2002)1 Α.Α.Δ. 237). Η πιο πάνω αρχή όμως περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε πως το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Με βάση τις πιο πάνω αρχές θα εξετάσω την παρούσα αίτηση. Όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 19.4.2004 και καταχωρήθηκε εμφάνιση στις 10.5.04. Στις 21.6.06 καταχωρήθηκε από τον Εναγόμενο αίτηση για απόρριψη της αγωγής λόγω παράλειψης συνέχισης της διαδικασίας η οποία αποσύρθηκε στις 28.11.06 λόγω μη επίδοσης στις Ενάγουσες. Μετά που δόθηκε σχετική ειδοποίηση από το πρωτοκολλητείο, σύμφωνα με τη Δ.26 θ.13
(1)καταχωρήθηκε έκθεση απαίτησης στις 5.7.07, ακολούθως έκθεση υπεράσπισης στις 10.1.08 και απάντηση στις 23.6.
  1. Σημειώνω πως η Έκθεση Υπεράσπισης υπογράφεται από τον κ. Αντώνη Μελά ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας αναφέρθηκε πως την υπόθεση χειρίζεται εκ μέρους της Δημοκρατίας η δικηγόρος κα Μαρία Αλεξάνδρου. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε πριν ξεκινήσει η ακρόαση της υπόθεσης. Η αγωγή αφορά σε αποζημιώσεις που αξιώνονται, μεταξύ άλλων, συνεπεία ισχυριζομένων δεσμεύσεων και περιορισμών που άσκησαν οι αρχές της δημοκρατίας περί το έτος 1963 στις επιχειρήσεις και ακίνητα του Παναγιώτη Παπακόκκινου, πατέρα των Εναγουσών ο οποίος απεβίωσε το
  2. Η αγωγή, μεταξύ άλλων, βασίζεται σε ισχυριζόμενη αμέλεια των αρχών της Δημοκρατίας, η οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Εναγουσών, προκάλεσε ζημιά στην περιουσία του Παναγιώτη Παπακόκκινου και ακολούθως στις Ενάγουσες προσωπικά. Με την Υπεράσπιση της η Δημοκρατία εγείρει ως προδικαστικές ενστάσεις ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης είναι ελλιπή και ασαφή και δεν αποκαλύπτουν οποιαδήποτε αιτία αγωγής. Περαιτέρω αναφέρεται πως οι ισχυρισμοί των Εναγουσών αναφέρονται σε γεγονότα που έγιναν πριν από 40 περίπου χρόνια χωρίς οι Ενάγουσες να προβούν σε οποιεσδήποτε ενέργειες μέχρι σήμερα με αποτέλεσμα να παραγράφεται το αγώγιμο δικαίωμα με βάση τις αρχές της επιείκειας, καθότι αντίκρουση των ισχυρισμών των Εναγουσών από τον Εναγόμενο είναι αφάνταστα δύσκολη και περαιτέρω υπάρχει άρνηση όλων των ισχυρισμών της Έκθεσης Απαίτησης. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω γεγονότα δεν θεωρώ ότι υπήρξε καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης σε βαθμό που να επηρεάζει καταλυτικά την πορεία της. Άλλωστε δίδεται επαρκής δικαιολογία στον λόγο που υπεβλήθη η αίτηση σε αυτό το στάδιο. Η αιτούμενη τροποποίηση, σύμφωνα με τους Αιτητές, είναι ουσιώδης καθότι θέτει νομικό ισχυρισμό ο οποίος μπορεί να έχει καταλυτικές συνέπειες στην αγωγή και μοναδικός σκοπός της είναι να τεθούν τα δικαιώματα του Εναγομένου σε σωστό υπόβαθρο πριν την έναρξη της ακρόασης της αγωγής. Αναλώθηκε μεγάλο μέρος της αγόρευσης της κας Παπακόκκινου ως προς την δυνατότητα επιτυχίας του ισχυρισμού περί παραγραφής που ζητούν οι Εναγόμενοι να προστεθεί ως Υπεράσπιση και ως προς το κατά πόσο θα μπορούσε αυτό το θέμα να δικαστεί προδικαστικά. Θεωρώ ότι αυτά δεν είναι θέματα που εξετάζονται σε αυτό το στάδιο. Είναι αρκετό για σκοπούς της παρούσας αίτησης ότι η τροποποίηση σκοπό έχει να τεθεί ένας ουσιώδης για τα δικαιώματα των Εναγομένων ισχυρισμός, σχετικός με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης και δεν απαιτείται σε αυτό το στάδιο να εξεταστεί η ουσία του ισχυρισμού, ούτε κατά πόσο αυτός μπορεί να εξεταστεί προδικαστικά. Σημειώνω πως, εάν ο Εναγόμενος επιθυμεί να δικαστεί ένα θέμα προδικαστικά, θα πρέπει να υποβάλει σχετική αίτηση η οποία εξετάζεται από το Δικαστήριο και οι Ενάγουσες θα μπορούν να θέσουν τις θέσεις τους σε εκείνο το στάδιο. Με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης όπως τέθηκαν πιο πάνω δεν θεωρώ ότι υπάρχει οποιαδήποτε κακοπιστία στην υποβολή της αίτησης ούτε κρίνω ότι με την έγκριση της αίτησης θα επηρεαστούν τα δικαιώματα των Εναγουσών καθ΄ οιονδήποτε τρόπο που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων. Άλλωστε δεν έχει συγκεκριμενοποιηθεί από τις Καθ΄ ων με ποιο τρόπο θα τεθούν σε δυσμενέστερη θέση με την έγκριση της αίτησης, έχοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο δεν υπεισέρχεται να εξετάσει την ουσία του ισχυρισμού που γίνεται προσπάθεια να προστεθεί με την αιτούμενη τροποποίηση. Υπό το φως των περιστατικών τη υπόθεσης όπως αναλύθηκαν πιο πάνω και ειδικότερα ότι ο χρόνος καταχώρησης της αίτησης έχει δικαιολογηθεί, το γεγονός ότι δεν ξεκίνησε η ακρόαση της υπόθεσης, τους λόγους της αιτούμενης τροποποίησης, την απουσία κακοπιστίας και το γεγονός ότι δεν θεωρώ ότι θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στις Ενάγουσες η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα, αποφασίζω όπως ασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Αναφορικά με τα έξοδα, έχοντας υπόψη τη φύση της αίτησης θεωρώ πως τα έξοδα που θα χαθούν λόγω της τροποποίησης καθώς και τα έξοδα της αίτησης θα πρέπει να επιδικαστούν εναντίον των Αιτητών. Ενόψει των ανωτέρω εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος (Α)(α) της αίτησης. Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Απάντηση στην τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί 15 μέρες μετά. Τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) καθώς και τα έξοδα της αίτησης όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται εναντίον των Αιτητών και καθίστανται πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ............... Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής .ΜΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.