Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ κ.α. ν. Apak Agro Industries Ltd κ.α., Αρ. Συν. Αγωγών: 1201/92 2087/93, 9.7.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:A45 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Συν. Αγωγών: 1201/92 & 2087/93 Αρ. Αγωγής: 1201/92 Μεταξύ:
- Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, από τη Λευκωσία
- Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως Λτδ, από τη Λευκωσία Εναγόντων και
- Apak Agro Industries Ltd, από την Πάφο
- Αδούλα Κυριάκου Κούντουρου, από την Πάφο (σύζυγος Γεώργιου Παπαδόπουλου)
- Ανδρέας Δημητριάδης, από την Πάφο
- Κώστας Νικολαίδης, από την Πάφο Εναγομένων -------------------- Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 28.1.2000 Μεταξύ:
- Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, από τη Λευκωσία
- Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως Λτδ, από τη Λευκωσία Εναγόντων και
- Επίσημος Παραλήπτης ως εκκαθαριστής της Εταιρείας Apak Agro Industries Ltd, από την Πάφο
- Αδούλας Κυριάκου Κούντουρου, από την Πάφο (σύζυγος Γεώργιου Παπαδόπουλου)
- Ανδρέα Δημητριάδη, από την Πάφο
- Κώστα Νικολαίδη, από την Πάφο Εναγομένων Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 10.1.2006 Μεταξύ:
- Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από τη Λευκωσία
- Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από τη Λευκωσία Εναγόντων και 1 Επίσημος Παραλήπτης ως εκκαθαριστή της Εταιρείας Apak Agro Industries Ltd, από την Πάφο
- Αδούλα Κυριάκου Κούντουρου, από την Πάφο (σύζυγος Γεώργιου Παπαδόπουλου)
- Ανδρέας Δημητριάδης, από την Πάφο
- Κώστας Νικολαίδης, από την Πάφο Εναγομένων --------------------------- Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 28.2.2007 Μεταξύ:
- Marfin Popular Bank Public Co Ltd, από τη Λευκωσία
- Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από τη Λευκωσία Εναγόντων και 1 Επίσημος Παραλήπτης ως εκκαθαριστή της Εταιρείας Apak Agro Industries Ltd, από την Πάφο
- Αδούλα Κυριάκου Κούντουρου, από την Πάφο (σύζυγος Γεώργιου Παπαδόπουλου)
- Ανδρέας Δημητριάδης, από την Πάφο
- Κώστας Νικολαίδης, από την Πάφο Εναγομένων Αρ. Αγωγής: 2087/93 Μεταξύ: Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας εκ Λευκωσίας Εναγόντων και Ανδρέα Δημητριάδη Εναγομένου -------------------- Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 13.3.2006 Μεταξύ: Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, από τη Λευκωσία Εναγόντων και Ανδρέας Δημητριάδης, από την Πάφο Εναγομένου -------------------------- Ημερομηνία: 9.7.2009 Για Ενάγοντες 1 κα Αγαπίου με κα Χ"Παπα Για Ενάγοντες 2 κ. Πολυβίου με κα Πολυβίου με κ. Θ. Μίτλεττον (Για ν΄ ακούσει απόφαση κα Πολυβίου) Για Εναγόμενους 1 και 2 κα Πουλλά (Για ν΄ ακούσει απόφαση κα Πουλλά μετά της κας Χ"Χαραλάμπους) Εναγόμενος 3 - αυτοπροσώπως (Για ν΄ ακούσει απόφαση κα Πουλλά) ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Eνάγοντες στην αγωγή 1201/92 είναι δύο ξεχωριστές Τράπεζες. Για σκοπούς ευκολίας, η Eνάγουσα 1 στο εξής θα καλείται «Λαϊκή» και η Eνάγουσα 2 «Τράπεζα Αναπτύξεως». Τόσο η Λαϊκή όσο και η Τράπεζα Αναπτύξεως χορήγησαν στην Eναγόμενη 1 εταιρεία (στο εξής καλούμενη «APAK») δάνεια και άλλες χρηματοδοτικές διευκολύνσεις. Η Εναγόμενη 2 κα Αδούλλα Κούντουρου (στο εξής καλούμενη η κα Κούντουρου) υπήρξε ενυπόθηκη εγγυήτρια και προς τις δύο Τράπεζες ενώ ο κ. Ανδρέας Δημητριάδης (στο εξής καλούμενος ο κ. Δημητριάδης) υπήρξε εγγυητής και προς τις δύο Τράπεζες. Αξίωση επίσης περιλαμβάνεται από την Λαϊκή και εναντίον κάποιου κ. Κώστα Νικολαίδη (Εναγομένου 4) ως εγγυητή, όμως η αγωγή δεν επιδόθηκε και δεν προωθήθηκε εναντίον του και γι΄ αυτό δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω αυτό το μέρος της απαίτησης. Σε κάποιο στάδιο, πριν την έναρξη της ακρόασης, υπήρξε διακοπή της διαδικασίας εναντίον του Εναγομένου 3 κ. Ανδρέα Δημητριάδη και έτσι παραμένει για εξέταση μόνο η ανταπαίτηση του εν λόγω διαδίκου εναντίον και των δύο Εναγόντων. Στις 13.10.2003, όπως προκύπτει από σχετικό πρακτικό που βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου, οι Eνάγοντες δήλωσαν ότι δεν προτίθοντο να προωθήσουν την έκδοση των διαταγμάτων που περιλαμβάνονται στις παραγράφους (Δ), (Ε), (ΣΤ), (Ζ) του παρακλητικού της έκθεσης απαίτησης που αφορούν διάφορες επιβαρύνσεις επί μηχανημάτων, οχημάτων και λοιπά. Συνακόλουθα δεν θα ασχοληθώ ούτε με αυτό το μέρος της απαίτησης. Η αξίωση της Τράπεζας Αναπτύξεως στα πλαίσια της παρούσας αγωγής περιορίζεται σε αξίωση με βάση την εγγύηση που δόθηκε από την Εναγόμενη 2 και αποτελεί μέρος υποθήκης που ενεγράφη επί της περιουσίας της για την οποία αξιώνεται εκποίηση. Η υποθήκη αυτή υπήρξε κοινή με την Λαϊκή και αυτός είναι ο λόγος που, σύμφωνα με τους Ενάγοντες, κινήθηκε η παρούσα αγωγή εκ μέρους και των δύο Τραπεζών. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης ως αντάλλαγμα των τραπεζικών διευκολύνσεων που εδόθησαν στην ΑΡΑΚ από τους ενάγοντες η κα Κούντουρου, Εναγομένη 2, εκτέλεσε στο Κτηματολόγιο Πάφου πρώτη Υποθήκη Υ605/89 ημερ. 4.4.1989 προς όφελος αμφοτέρων των εναγόντων, με την οποία υποθήκευσε όλο το συμφέρον της στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 41478, Φ/Σχ. ΧLIV.16 Τεμ. 366/4/1 358/3 Τοποθεσία Κρεμμός του Γιαννή, Πέγεια, Πάφος για το ποσό των £194.000 πλέον τόκο προς 9% από 4.4.89 μέχρι εξοφλήσεως και σύμφωνα με τους όρους εγγράφου υποθήκης ημερ. 4.4.89 το οποίο έχει επισυναφθεί στην πιο πάνω υποθήκη ως αναπόσπαστο μέρος. Η αξίωση της Τράπεζας Αναπτύξεως εναντίον της ΑΡΑΚ και του κ. Δημητριάδη υπήρξε αντικείμενο της αγωγής 2543/91 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Επίσης η Τράπεζα Αναπτύξεως είχε καταχωρήσει την αγωγή 1402/92 εναντίον της κας Κούντουρου με την οποία αξίωνε εκποίηση υποθηκών (εκτός από την πιο πάνω αναφερόμενη υποθήκη) επί της ακίνητης περιουσίας της. Η εν λόγω αγωγή συνενώθηκε με την αγωγή 2543/
- Οι συνενωμένες αγωγές έχουν εκδικαστεί και εκδόθηκε απόφαση προς όφελος της Τράπεζας Αναπτύξεως στις 3.4.2003 (Τεκμ. 555) η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο με απόφαση του ημερομηνίας 24.3.2008 (Τεκμ. 843). Η απαίτηση της Λαϊκής αφορά ισχυριζόμενο χρεωστικό υπόλοιπο των διαφόρων πιστωτικών διευκολύνσεων και δανείων που παραχωρήθηκαν στην ΑΡΑΚ πλέον τόκους. Περαιτέρω αξιώνονται εναντίον της Εναγομένης 2 ως ενυπόθηκης εγγυήτριας τα ποσά των υποθηκών που εκτέλεσε προς όφελος της Λαϊκής και εκποίηση τόσο της κοινής μετά της Τράπεζας Αναπτύξεως υποθήκης (Υ605/89) όσο και δύο άλλων υποθηκών που εκτελέστηκαν προς όφελος της Λαϊκής ήτοι της υποθήκης Υ606/89 και Υ2053/
- Η ΑΡΑΚ, η οποία στο μεταξύ τέθηκε υπό εκκαθάριση, καταχώρησε μία μακροσκελή υπεράσπιση και ανταξίωση η οποία καταλαμβάνει 41 σελίδες εναντίον και των δύο Εναγόντων. Παράλειψη της ΑΡΑΚ να παραχωρήσει ασφάλεια εξόδων που διατάχθηκε από το Δικαστήριο οδήγησε ουσιαστικά στην απόρριψη της ανταπαίτησης της. Επίσης μακροσκελής υπεράσπιση και ανταξίωση εναντίον και των δύο Εναγόντων, η οποία καταλαμβάνει 55 σελίδες, καταχωρήθηκε εκ μέρους των Εναγομένων 2 και
- Οι Ενάγοντες 1 και 2 είχαν ξεχωριστή αντιπροσώπευση σε όλα τα στάδια της διαδικασίας και καταχώρησαν ξεχωριστή απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 καταχώρησαν περαιτέρω υπεράσπιση στην απαίτηση των Εναγόντων και η Ενάγουσα 2 καταχώρησε περαιτέρω απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση των Εναγομένων, μετά την εκδίκαση και έκδοση απόφασης στις συνενωμένες αγωγές 2543/91 και 1402/
- Οι Εναγόμενοι με την υπεράσπιση και ανταπαίτηση τους αμφισβητούν την εγκυρότητα των συμφωνιών και ισχυρίζονται, μεταξύ άλλων, ότι αυτές ήταν αποτέλεσμα ψυχικής πίεσης, αθέμιτης επιρροής και ψευδών παραστάσεων. Ένας άλλος βασικός ισχυρισμός των εναγομένων είναι η ύπαρξη εμπιστευτικής σχέσης μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένων, πώς οι Ενάγοντες, μεταξύ άλλων, ενήργησαν ως σύμβουλοι των Εναγομένων και επίσης πως η Τράπεζα Αναπτύξεως ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της Λαϊκής. Στα πλαίσια αυτών των σχέσεων οι Ενάγοντες καταχράστηκαν την εμπιστοσύνη των Εναγομένων και ενήργησαν, αμελώς, δολίως και με ψευδείς παραστάσεις σε βάρος των Εναγομένων. Οι Εναγόμενοι αξιώνουν μεταξύ άλλων, ακύρωση των εγγυήσεων, των υποθηκών και αποζημιώσεις. Οι λεπτομέρειες των διαφόρων ισχυρισμών θα δοθούν στη συνέχεια της απόφασης. Περαιτέρω αναφέρω πως τα περαιτέρω δικόγραφα που καταχωρήθηκαν από τη Τράπεζα Αναπτύξεως και τους Εναγομένους αφορούν ισχυρισμούς περί δεδικασμένου. Η αγωγή 2087/93 καταχωρήθηκε από την Λαϊκή εναντίον του κ. Ανδρέα Δημητριάδη ως εγγυητή σε δάνειο που δόθηκε σε κάποιο κ. Κώστα Νικολαίδη. Η αγωγή 2087/93 συνενώθηκε με την αγωγή 1201/
- Σε κάποιο στάδιο πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας η απαίτηση εναντίον του κ. Δημητριάδη διακόπηκε και παρέμεινε προς εκδίκαση μόνο η ανταπαίτηση, με βάση την οποία ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η συμφωνία με την οποία εγγυήθηκε το δάνειο του κ. Κώστα Νικολαίδη προς τη Λαϊκή είναι άκυρη και παράνομη. Οι ισχυρισμοί του κ. Δημητριάδη όπως προκύπτουν από την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: (α) η Τράπεζα παρέλειψε να του παράσχει επαρκή συμβουλή για τους όρους της εγγύησης, τη σημασία και τους κινδύνους που περιείχε (β) διαζευκτικά παρέλειψαν να τον συμβουλεύσουν να εξασφαλίσει ανεξάρτητη νομική συμβουλή (γ) η ισχυριζόμενη συμφωνία εγγύησης είναι διαφορετικής φύσης από αυτή που προτίθετο να υπογράψει (non est factum) (δ) η Τράπεζα του απέκρυψε ουσιαστικά γεγονότα (ε) η εγγύηση στερείται αντιπαροχής καθ΄ ότι δόθηκε για προηγούμενο χρέος και (στ) ο Εναγόμενος δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία δανείου. Η αντιδικία διήρκεσε περί τα 16 χρόνια και στην υπόθεση έγιναν πολλές ενδιάμεσες αιτήσεις και εγέρθηκαν πολλά θέματα όπως φαίνεται από τους ογκοδέστατους φακέλους της υπόθεσης. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας υπήρξε έντονη αντιπαράθεση για όλα τα εγερθέντα θέματα. Καταχωρήθηκαν στη διαδικασία περί τα 850 τεκμήρια, μεγάλο μέρος των οποίων αποτελούσαν τεκμήρια στη διαδικασία εκδίκασης των συνενωμένων αγωγών 2543/91 και 1402/
- Επίσης καταχωρήθηκαν χιλιάδες παραστατικά των ταμειακών πράξεων που έγιναν στους λογαριασμούς της ΑΡΑΚ στη Λαϊκή περιλαμβανομένων και επιταγών που πληρώθηκαν. Σε κάποιο στάδιο μετά την καταχώρηση της αγωγής 1201/92 εκδικάστηκαν οι συνενωμένες αγωγές 2543/91 και 1402/92 και εκδόθηκε απόφαση υπέρ της Τράπεζας Αναπτύξεως και εναντίον της ΑΡΑΚ και του κ. Δημητριάδη για ποσό £522.953 πλέον τόκο 9% επί του ποσού των £471.186 από 18.9.91 μέχρι εξοφλήσεως. Επιπλέον το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση υπέρ της Τράπεζας Αναπτύξεως και εναντίον της κας Κούντουρου για (α) £300.000 πλέον τόκο 9% από 20.12.90 μέχρι εξόφλησης και (β) διάταγμα εκποίησης των υποθηκών με αρ. Υ2506/90 και Υ2507/90 για την ικανοποίηση της απόφασης όπως προσδιορίζεται στην παράγραφο (α) πιο πάνω πλέον έξοδα (Τεκμ. 554 η συνταχθείσα απόφαση και Τεκμ. 555 το σκεπτικό της απόφασης). Μετά από αυτή την εξέλιξη, οι Ενάγοντες 2 στην παρούσα διαδικασία αφού έλαβαν σχετική άδεια του Δικαστηρίου καταχώρησαν νέα και/ή περαιτέρω απάντηση στην Υπεράσπιση και περαιτέρω Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση των Εναγομένων με την οποία ισχυρίζονται ότι σαν αποτέλεσμα της πιο πάνω απόφασης οι Εναγόμενοι κωλύονται (are estopped) από το να προωθούν τις Υπερασπίσεις και Ανταπαιτήσεις τους στην παρούσα αγωγή, για επανεκδίκαση των ιδίων επιδίκων θεμάτων των Υπερασπίσεων και των ιδίων αγωγίμων ζητημάτων των Ανταπαιτήσεων. Επίσης προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η συνέχιση της προώθησης των Υπερασπίσεων και Ανταπαιτήσεων των Εναγομένων αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the Court). Οι Εναγόμενοι επίσης καταχώρησαν νέα και/ή περαιτέρω Υπεράσπιση μετά την έκδοση της πιο πάνω απόφασης με την οποία ισχυρίζονται ότι οι αξιώσεις των Εναγόντων 1 και/ή 2 μπορούσαν να είχαν συμπεριληφθεί στις αγωγές 2543/91 και 1402/92 και πως η απαγγελία απόφασης στις εν λόγω υποθέσεις δημιουργεί δεδικασμένο όχι μόνο σε σχέση με όσες αξιώσεις περιλήφθηκαν στην πρώτη αγωγή αλλά και σε σχέση με εκείνες που μπορούσαν να προβληθούν ως ενταγμένες στο πλαίσιο του αρχικού αντικειμένου της αντιδικίας αλλά δεν προβλήθηκαν, περιλαμβανομένων και των αξιώσεων των Εναγόντων 1 και/ή 2 στην παρούσα αγωγή. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες 2 είχαν κοινό και εξ αδιαιρέτου συμφέρον με τους Ενάγοντες 1 και οι Ενάγοντες 2 ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι (privy) των εναγόντων 1 και εμποδίζονται να προωθούν τις αξιώσεις τους λόγω συμφωνημένου κωλύματος (estoppel by deed). Θα πρέπει να σημειωθεί πως η απόφαση στις συνενωμένες αγωγές 2543/91 και 1402/92 (Τεκμ. 555) έχει εφεσιβληθεί και κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας της παρούσας υπόθεσης εκδόθηκε η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου με την οποία επικυρώθηκε η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και απερρίφθησαν οι εφέσεις (Τεκμ. 843). Η αγωγή 1201/92 παρουσιάζει την εξής ιδιαιτερότητα: Οι ενάγοντες είναι δύο ξεχωριστά τραπεζικά ιδρύματα και χορήγησαν στην Εναγόμενη 1 εταιρεία δάνεια και άλλες πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες διέποντο από ξεχωριστές συμφωνίες. Η Τράπεζα Αναπτύξεως για τα δάνεια και τις άλλες τραπεζικές διευκολύνσεις που παραχώρησε στην ΑΡΑΚ καθώς και για τις εγγυήσεις που της παραχωρήθηκαν από τους Εναγομένους 2 και 3 (εκτός από την υποθήκη Υ605/89) είχε καταχωρήσει τις αγωγές 2543/91 και 1402/
- Η ύπαρξη όμως μίας κοινής υποθήκης επί της ακίνητης περιουσίας της Εναγομένης 2 και μίας συμφωνίας ημερομηνίας 4.4.1989 μεταξύ της Εναγομένης 2 και των δύο Εναγόντων η οποία αποτελεί μέρος της υποθήκης που εκτέλεσε προς όφελος και των δύο Εναγόντων και η οποία αποτελεί, μεταξύ άλλων, αντικείμενο της παρούσας αγωγής, οδήγησε στην καταχώρηση της αγωγής αυτής από τις δύο Τράπεζες, από δύο ξεχωριστά δικηγορικά γραφεία. Το θέμα της ξεχωριστής εκπροσώπησης των Εναγόντων υπήρξε αντικείμενο αίτησης για αναστολή της διαδικασίας η οποία απορρίφθηκε, για τους λόγους που επεξηγούνται στην ενδιάμεση εκείνη απόφαση του Δικαστηρίου. Στα πλαίσια εκείνης της απόφασης δόθηκαν επίσης οδηγίες πως κανένας από τους Ενάγοντες θα είχε δικαίωμα αντεξέτασης των μαρτύρων που θα καλούσε ο άλλος Ενάγοντας. Επιφυλάχθηκε επίσης η περαιτέρω εξέταση του θέματος σε περίπτωση που προκαλείτο οποιαδήποτε περιπλοκή στη διαδικασία λόγω της ξεχωριστής εκπροσώπησης των Εναγόντων, όμως τελικά δεν ηγέρθη ξανά το θέμα. Η σειρά προσαγωγής της μαρτυρίας επίσης αποτέλεσε αντικείμενο ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου όπου αποφασίστηκε όπως παρουσιαστεί πρώτα η μαρτυρία των Εναγόντων 1 και των Εναγόντων 2 για σκοπούς της απαίτησης, ακολούθως των Εναγομένων σε συνάρτηση με την υπεράσπιση και ανταπαίτηση και ακολούθως των Εναγόντων για σκοπούς υπεράσπισης της ανταπαίτησης, εάν υπάρχει. Προς υποστήριξη της υπόθεσης των εναγόντων κλήθηκαν εκ μέρους των εναγόντων 1 οι μάρτυρες κ. Στέλιος Ευσταθίου (Μ.Ε.1), κ. Λεονάρδος Σιάρτος (Μ.Ε.2), κα Μαρίνα Αργυροπούλου (Μ.Ε.3), κ. Σωτήρης Ζίγκας (Μ.Ε.4), κ. Φίλιππος Αιμιλίου (Μ.Ε.5) και κ. Κωνσταντίνος Κουππαρή (Μ.Ε.6). Εκ μέρους των Εναγόντων 2 οι μάρτυρες κα Άντρη Λαζάρου (Μ.Ε.7), κ. Ματθαίος Αταλιώτης (Μ.Ε.8) και κ. Μάριος Πισκοπίδης (Μ.Ε.9). Σημειώνω πως η μαρτυρία των Μ.Ε.7 και Μ.Ε.8 περιοριζόταν στη κατάθεση εγγράφων των υποθέσεων 2543/91 και 1402/
- Εκ μέρους των εναγομένων κατέθεσαν οι μάρτυρες κα Χρύσω Κάϊζερ (Μ.Υ.1), κ. Ανδρέας Δημητριάδης (Μ.Υ.2), κ. Δώρος Κασσινόπουλος (Μ.Υ.3) και κ. Γιώργος Καμηλάρης (Μ.Υ.4). Σημειώνω πως η μαρτυρία της Μ.Υ.1 περιοριζόταν στη κατάθεση εγγράφων των υποθέσεων 2543/91 και 1402/
- Ακολούθως κλήθηκε εκ μέρους των Εναγομένων 2 προς υποστήριξη της υπεράσπισης της ανταπαίτησης ο μάρτυρας κ. Μιχάλης Μιχαηλίδης. Στο μεταξύ εξεδόθη η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις συνενωμένες αγωγές 2543/91 και 1402/92 και μετά από αυτή την εξέλιξη οι ενάγοντες δήλωσαν ότι δεν απαιτείτο οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία και η υπόθεση προχώρησε σε αγορεύσεις. Θα εξετάσω τα διάφορα θέματα που εγέρθηκαν κατά την εκδίκαση των αγωγών σε ενότητες. Πρώτα θα εξετάσω το θέμα του δεδικασμένου όπως αυτό εγέρθηκε τόσο από τους Ενάγοντες 2 στην περαιτέρω απάντηση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση όσο και από τους Εναγομένους στην περαιτέρω υπεράσπιση τους. ΘΕΜΑ ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟΥ Σύμφωνα με την νέα και/ή περαιτέρω απάντηση στην υπεράσπιση των Εναγομένων 2 και 3 και περαιτέρω υπεράσπιση στην ανταπαίτηση των Εναγομένων 2 και 3 εκ μέρους των Εναγόντων 2 οι Ενάγοντες 2 ισχυρίζονται ότι στις 3.4.2003 εξεδόθη απόφαση υπέρ των Εναγόντων 2 και εναντίον των Εναγομένων 1 και 3 στις συνενωμένες αγωγές 2543/91 και 1402/92 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου για τα ίδια και/ή πανομοιότυπα θέματα τα οποία εγείρονται στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση των Εναγομένων 2 και 3 στην παρούσα αγωγή. Περαιτέρω εξεδόθη εναντίον της Εναγομένης 2 απόφαση και διάταγμα εκποίησης υποθηκών για την ικανοποίηση της απόφασης πλέον έξοδα. Είναι ισχυρισμός των Εναγόντων 2 ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 ως αποτέλεσμα της πιο πάνω απόφασης κωλύονται (are estopped) από το να εγείρουν και ή προωθούν την υπεράσπιση και ανταπαίτηση στην παρούσα αγωγή και πως η προώθηση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης στην παρούσα αγωγή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the court). Περαιτέρω η απόφαση στις συνενωμένες αγωγές 2543/91 και 1402/92 αποτελεί τελεσίδικη απόφαση επί των επιδίκων θεμάτων της υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων 2 και 3 και/ή κώλυμα επιδίκου θέματος (issue estoppel) και/ή δεδικάσμενου (res judicata) και/ή κώλυμα. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι η υπεράσπιση και ανταπαίτηση των Εναγομένων 2 και 3 και ειδικότερα του Εναγομένου 3 είναι παντελώς αβάσιμη, παράτυπη και άκυρη καθότι οι Ενάγοντες 2 στην παρούσα αγωγή δεν θέτουν επίδικα θέματα σε σχέση με τον Εναγόμενο 3 και οποιαδήποτε θέματα έχουν εγερθεί σε σχέση με τους Εναγόμενους 2 και 3 έχουν τελεσίδικα αποφασιστεί με την απόφαση στις υποθέσεις 2543/91 και 1402/
- Θα πρέπει να σημειωθεί πως οι Ενάγοντες με αίτηση τους που καταχωρήθηκε μετά που συμπληρώθηκε η μαρτυρία των Εναγόντων ζήτησαν όπως εκδικαστεί το πιο πάνω θέμα. Μετά από ακρόαση το Δικαστήριο αποφάσισε όπως εξετάσει το θέμα στο τέλος της διαδικασίας. Στην νέα και/ή περαιτέρω υπεράσπιση των Εναγομένων 1, 2 και 3 οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι αξιώσεις των Εναγόντων 1 και/ή 2 στην παρούσα αγωγή μπορούσαν να είχαν εγερθεί στις αγωγές με αρ. 2543/91 και 1402/92 όπου έχει εκδοθεί απόφαση στις 3.4.03 και πως η απαγγελία απόφασης στις πιο πάνω υποθέσεις δημιουργεί δεδικασμένο, όχι μόνο σε σχέση με όσες αξιώσεις περιλήφθηκαν στην πρώτη αγωγή αλλά και σε σχέση με εκείνες που μπορούσαν να προβληθούν ως ενταγμένες στο πλαίσιο του αρχικού αντικειμένου της αντιδικίας αλλά δεν προβλήθηκαν περιλαμβανομένων και των αξιώσεων των Εναγόντων 1 και/ή 2 στην παρούσα αγωγή. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες 2 στην παρούσα αγωγή είχαν κοινό και/ή εξ αδιαιρέτου συμφέρον με τους Ενάγοντες 1 και/ή οι Ενάγοντες 2 ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι (privy) των Εναγόντων 1 και εμποδίζονται να προωθούν τις αξιώσεις της παρούσας αγωγής λόγω συμφωνημένου κωλύματος (estoppel by deed). Η κα Άντρη Λαζάρου, υπάλληλος στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, η οποία κλήθηκε ως μάρτυρας από τους Ενάγοντες 2 κατέθεσε την συνταχθείσα απόφαση ημερ. 3.4.2003 στις συν. αγωγές 2543/91 και 1402/92 (Τεκμ. 554), πλήρες κείμενο της ίδιας απόφασης (Τεκμ. 555), πρακτικά της διαδικασίας (Τεκμ. 556), κατάλογο τεκμηρίων στις εν λόγω υποθέσεις (Τεκμ. 557), δικόγραφα των δύο αγωγών με δήλωση του Πρωτοκολλητή του Ανωτάτου Δικαστηρίου [Τεκμ. 558
(1)-
(4)]. Κατατέθηκε επίσης ως Τεκμήριο η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις συνενωμένες αγωγές 2543/91 και 1402/92 ημερ. 24.3.2008 (Τεκμ. 843). Στην γραπτή αγόρευση των Εναγόντων 2 αναλύεται με λεπτομέρεια τόσο η νομική πτυχή του θέματος όσο και η ανάλυση των δικογράφων της παρούσας αγωγής σε συνάρτηση με τις συνενωμένες αγωγές 2543/91 και 1402/92 καθώς και της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στις συνενωμένες αγωγές και της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου και προβάλλεται η τελική εισήγηση πως στην παρούσα περίπτωση πληρούνται όλα τα στοιχεία που τίθενται για εφαρμογή του Κανόνα του δεδικασμένου, είτε υπό τη μορφή του κωλύματος (estoppel) είτε υπό τη μορφή του κωλύματος αναφορικά με αιτία αγωγής (cause of action estoppel) ή υπό τη μορφή του κωλύματος για συγκεκριμένα επίδικα θέματα (issue estoppel) και συνακόλουθα η απόφαση στις συνενωμένες αγωγές 2543/91 και 1402/92 αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επαναθεώρηση στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης των λελυθέντων θεμάτων, με αποτέλεσμα οι Υπερασπίσεις όλων των Εναγομένων και οι Ανταπαιτήσεις των Εναγομένων 2 και 3 να πρέπει να απορριφθούν. Από την άλλη, η πλευρά των Εναγομένων εισηγείται πως στην παρούσα υπόθεση η ζημιά και η απώλεια των Εναγομένων έχει προκύψει από διαφορετικές συμβάσεις που συνομολογήθηκαν μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων και συνεπώς οι Εναγόμενοι μπορούν να προβάλουν για την κάθε σύμβαση χωριστά τις Υπερασπίσεις και Ανταπαιτήσεις τους. Οι διάδικοι, συνεχίζει η εισήγηση, είναι διαφορετικοί στην παρούσα υπόθεση από τους διάδικους των υποθέσεων 2543/91 και 1402/92 και περαιτέρω στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει ταύτιση επιδίκων θεμάτων καθότι στις υποθέσεις 2543/91 και 1402/92 το Δικαστήριο δεν είχε προβεί σε κρίση και απόφαση για ένα μεγάλο μέρος των δικογράφων των Εναγομένων παρόλο που οι Εναγόμενοι είχαν προσκομίσει όλη την αναγκαία μαρτυρία. Τα θέματα αυτά καθορίζονται στην γραπτή αγόρευση των Εναγομένων στην παράγραφο 19.1 μέχρι 19.11 και δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω. Ο κανόνας του δεδικασμένου αναλύεται τόσο σε Αγγλικά Συγγράμματα όσο και Κυπριακά και σε αντίστοιχη νομολογία. Η έννοια του δεδικασμένου (res judicata) έχει διάφορες πτυχές και εφαρμόζεται τόσο υπό τη μορφή κωλύματος αναφορικά με την αιτία αγωγής (cause of action estoppel) όσο και υπό την έννοια του κωλύματος για συγκεκριμένα επίδικα θέματα (issue estoppel). Η έννοια του κωλύματος αναφορικά με αιτία αγωγής (cause of action estoppel) έχει επεξηγηθεί από τον Diplock L.J. στην Thoday v. Thoday
(1964)1 All E.R. 341 στη σελίδα 352 ως εξής: «`cause of action estoppel´, is that which prevents a party to an action from asserting or denying, as against the other party, the existence of a particular cause of action, the non-existence or existence of which has been determined by a court of competent jurisdiction in previous litigation between the same parties. If the cause of action was determined to exist, i.e., judgment was given on it, it is said to be merged in the judgment, or, for those who prefer Latin, transit in rem judicatam. If it was determined not to exist, the unsuccessful plaintiff can no longer assert that it does; he is estopped per rem judicatam . This is simply an application of the rule of public policy expressed in the Latin maxim, `nemo debet bis vaxari pro una et eadem causa´. In this application of the maxim, causa bears its literal Latin meaning. The second species, which I will call `issue estoppel´, is an extension of the same rule of public policy." Αυτή η αναφορά έχει υιοθετηθεί και ακολουθηθεί στην αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 191/96 μεταξύ του The Governor and the company of the Bank of Scotland v. Του Πλοίου «SAPPHIRE SEAS». Στην εν λόγω αγωγή Ναυτοκιδείου ο Δικαστής Καλλής είπε τα εξής: «Εν όψει της δημιουργίας κωλύματος αναφορικά με την αιτία αγωγής, η Τράπεζα κωλύεται από του να επαναφέρει το θέμα, για να πετύχει το αυτό αποτέλεσμα ήτοι απόφαση εναντίον του εναγομένου πλοίου. Μια τέτοια πορεία θα εξουδετέρωνε την αρχή της τελεσιδικίας. Εδώ έχουν τη θέση τους τα λεχθέντα στην Παπαδόπουλος ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγης
(1998)3 Α.Α.Δ. 608 (απόφαση Νικήτα, Δ.). «Ο αντίθετος προσανατολισμός θα δημιουργούσε επικίνδυνο ρήγμα στην αρχή της τελεσιδικίας. Το δεδικασμένο έχει τη θεωρητική του προέλευση και διατύπωση στο Ρωμαϊκό δίκαιο. Στον Ουλπιανό ανήκει η κλασσική φράση, που εκφράζει την πεμπτουσία του δόγματος, quia res judicata pro veritate accipitur (Dig. 15.25), που συνδέθηκε με την αλήθεια των νομικών καταστάσεων. Αξίζει να παραθέσουμε από τη μελέτη του καθηγητή Χρίστου Μπάκα τον τόμο Δεδικασμένο του Ερευνητικού Ινστιτούτου Δικονομικών Μελετών
(1989)στη σελ. 50, που φανερώνει τη διαχρονική αξία του δόγματος: `Σύμφωνα με την αρχή αυτή κάθε απόφαση άσχετα αν είναι δίκαια ή όχι, θεωρείται ότι περιέχει την αλήθεια και ο καθένας πρέπει να αποδεχθεί την απόφαση και την εκτέλεση της.... Το πλάσμα αλήθειας που εισάγεται με την προαναφερόμενη αρχή είναι σαφώς προτιμότερα από διαιώνιση της αβεβαιότητας που θα κυριαρχούσε σε διαφορετική περίπτωση στη δίκαιη κρίση..´». Αναφορικά με το κώλυμα για συγκεκριμένο επίδικο θέμα (issue estoppel), όπως έχει διατυπωθεί από τον Δικαστή Diplock στην υπόθεση Mills v. Cooper
(1967)2 All E.R. 100: «Ένας διάδικος σε πολιτικές διαδικασίες δεν μπορεί να εγείρει εναντίον του άλλου διαδίκου, ένα ισχυρισμό που αναφέρεται σε ένα γεγονός ή τα νομικά επακόλουθα γεγονότων, η ορθότητα των οποίων απετέλεσε ένα βασικό στοιχείο σε προηγούμενη αγωγή ή υπεράσπιση μεταξύ των ιδίων διαδίκων και βρέθηκε από το προηγούμενο δικαστήριο ότι ήταν εσφαλμένος, εκτός αν έχει εξεύρει νέα μαρτυρία σχετική με την ορθότητα ή το εσφαλμένο του ισχυρισμού.» Η εφαρμογή του κανόνα προϋποθέτει την ύπαρξη των πιο κάτω τεσσάρων βασικών στοιχείων: (α) Η απόφαση πρέπει να είναι τελεσίδικη. (β) Πρέπει να υπάρχει ταύτιση διαδίκων. (γ) Πρέπει να υπάρχει ταύτιση ιδιότητας των διαδίκων. (δ) Πρέπει να υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων. Θα εξετάσω την κάθε προϋπόθεση ξεχωριστά. (α) Η απόφαση πρέπει να είναι τελεσίδικη. Στην προκείμενη περίπτωση η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στις συνενωμένες αγωγές 2543/91 και 1402/92 είναι τελική, έχει εφεσιβληθεί και έχει εκδοθεί απόφαση του Εφετείου με την οποία επικυρώνεται η απόφαση. Συνακόλουθα αυτή η προϋπόθεση κρίνω ότι πληρείται. (β) Πρέπει να υπάρχει ταύτιση διαδίκων. Οι Εναγόμενοι εισηγήθηκαν πως στην παρούσα υπόθεση οι διάδικοι είναι διαφορετικοί καθότι οι Ενάγοντες 1 και ο Εναγόμενος 4 εναντίον του οποίου έχει αποσυρθεί η απαίτηση δεν ήταν διάδικοι στις προηγούμενες αγωγές. Το θέμα του δεδικασμένου εγέρθηκε μόνο από τους Ενάγοντες 2 με το δικόγραφο τους. Δεν εγέρθηκε το θέμα από τους Ενάγοντες 1 οι οποίοι σίγουρα δεν υπήρξαν διάδικοι στις συνενωμένες αγωγές 2543/91 και 1402/
- Ο δε Εναγόμενος 4 εναντίον του οποίου δεν προωθήθηκε η αγωγή δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με το εγειρόμενο θέμα. Έχοντας υπόψη ότι οι Ενάγοντες 2 και οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 ήσαν ταυτόσημοι και στις συνενωμένες αγωγές 2543/91 και 1402/92 θεωρώ ότι πληρείται και αυτή η προϋπόθεση. (γ) Πρέπει να υπάρχει ταύτιση ιδιότητας των διαδίκων. Τόσο στην παρούσα αγωγή όσο και στις αγωγές 2543/91 και 1402/92 οι Ενάγοντες 2 και οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 είχαν την ίδια ιδιότητα. Οι Ενάγοντες 2 ήσαν Ενάγοντες και εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι και οι Εναγόμενοι ήσαν Εναγόμενοι και εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες. (δ) Πρέπει να υπάρχει ταύτιση των επιδίκων θεμάτων. Στην παρούσα υπόθεση η απαίτηση των Εναγόντων 2 έχει περιοριστεί μόνο σε αξίωση εναντίον της Εναγομένης 2 ως ενυπόθηκης εγγυήτριας της Εναγομένης 1 εταιρείας για ποσό £194.000 πλέον τόκους και περαιτέρω αξιώνεται διάταγμα εκποίησης της υποθήκης Υ605/
- Δεν υφίσταται οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον της Εναγομένης 1 εταιρείας ή εναντίον του Εναγομένου
- Η ανταπαίτηση της Εναγομένης 1 εταιρείας όπως ανέφερα και πιο πάνω έχει εκπέσει για το λόγο ότι δεν έχει καταχωρηθεί η ασφάλεια εξόδων που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο. Ανεξάρτητα όμως από αυτό, σύμφωνα με την παράγραφο 84 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της Εναγομένης 1 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Οι Εναγόμενοι έχουν προβάλει τους ίδιους και/ή παρόμοιους και/ή ταυτόσημους ισχυρισμούς στην Υπεράσπιση που κατεχώρησαν στην 2543/91 Ε.Δ. Πάφου και η Ανταπαίτηση στην παρούσα Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση προβάλλεται ως εναλλακτική στην περίπτωση που η αγωγή με το πιο πάνω αριθμό και τίτλο εκδικαστεί πριν την αγωγή 2543/91.» Συνακόλουθα αποτελεί δικογραφημένη θέση των Εναγομένων 1 πως η Ανταπαίτηση προβάλλεται εναλλακτικά σε περίπτωση που η παρούσα αγωγή εκδικάζετο πριν την αγωγή 2543/
- Ανεξάρτητα όμως από αυτό, η θέση των Εναγόντων 2 ότι η υπεράσπιση και ανταπαίτηση της Εναγομένης 1 στην αγωγή 2543/91 [Τεκμ. 558
(4)] είναι κατά το μέγιστο μέρος της (παράγραφοι 5 - 78) πανομοιότυπες με την υπεράσπιση και ανταπαίτηση της Εναγομένης 1 στην παρούσα αγωγή και οι υπόλοιπες παράγραφοι των δικογράφων επίσης παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες είναι ορθή. Συνακόλουθα κρίνω ότι η ανταξίωση της Εναγομένης 1, ακόμα και σε περίπτωση που δεν είχε εκπέσει λόγω της παράλειψης κατάθεσης ασφάλειας εξόδων, θα αποτελούσε δεδικασμένο (res judicata) ως προς όλα τα επίδικα θέματα που προβάλλονται σ΄ αυτή. Αναφορικά με τον Εναγόμενο 3, εναντίον του οποίου δεν υφίσταται οποιαδήποτε απαίτηση εκ μέρους των Εναγόντων 2 υπάρχει μόνο η ανταπαίτηση του. Τα δικόγραφα της αγωγής 2543/91 όπου ο Εναγόμενος 3 στην παρούσα αγωγή ήταν επίσης Εναγόμενος έχουν καταχωρηθεί ως Τεκμ. 558
(4). Έχοντας διεξέλθει των δικογράφων αυτών διαπιστώνω ότι υπάρχει ταύτιση ισχυρισμών. Οι περισσότερες παράγραφοι είναι οι ίδιες και ορισμένες έχουν πολύ μικρές διαφορές. Αυτό δε που ενδιαφέρει είναι πως οι αξιώσεις του Εναγομένου 3 στην ανταπαίτηση του εναντίον της Ενάγουσας 2 είναι οι ίδιες με εκείνες της αγωγής 2543/91. Αναφορικά με την Εναγόμενη 2 τα δικόγραφα της αγωγής 1402/92 έχουν καταχωρηθεί ως Τεκμ. 558
(3). Έχοντας διεξέλθει των δικογράφων αυτών και συγκρίνοντας τα με τα δικόγραφα της παρούσας υπόθεσης παρουσιάζεται η ίδια εικόνα όπως και αυτή που περιέγραψα για τα δικόγραφα του Εναγομένου 3. Υπήρξε η θέση των Εναγομένων ότι το Δικαστήριο στις συνενωμένες αγωγές 2543/91 και 1402/92 δεν έχει προβεί σε κρίση και απόφαση για ένα μεγάλο μέρος των θεμάτων που εγείρονται στα δικόγραφα των Εναγομένων παρόλο που οι Εναγόμενοι είχαν προσκομίσει όλη την αναγκαία μαρτυρία για απόδειξη των ισχυρισμών τους. Σύμφωνα με την εισήγηση των Εναγομένων θέματα που δημιουργούν δεδικασμένο είναι εκείνα τα οποία έχουν κριθεί και αποφασιστεί με βάση την αντικειμενική υπόσταση των γεγονότων. Παρατίθενται τα θέματα αυτά στην παράγραφο 19.1 μέχρι 19.11 της γραπτής αγόρευσης των Εναγομένων. Αυτή η θέση των Εναγομένων υπήρξε αντικείμενο λόγων έφεσης στις συνενωμένες αγωγές 2543/91 και 1402/92 όπως φαίνεται από την σελίδα 19 της απόφασης του Εφετείου (Τεκμ. 843) όπου αναφέρεται: «Παράλειψη εξέτασης θεμελιωδών ζητημάτων. Κατά τους εφεσείοντες το πρωτόδικο δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει θεμελιώδη ζητήματα όπως το ζήτημα των συγκρουομένων συμφερόντων και καθηκόντων των εφεσιβλήτων, της συμβατικής ευθύνης των εφεσιβλήτων για αμελείς συμβουλές και παραστάσεις, και της μη αποκάλυψης στην εφεσείουσα Κούντουρου ουσιωδών γεγονότων όταν συνομολογούνταν οι υποθήκες, τεκμήρια 128, 121 και 120.» Εξάλλου είναι έκδηλο και από τη θέση των Εναγομένων όπως προβάλλεται στην αγόρευση τους ότι για τα θέματα αυτά έχει δοθεί μαρτυρία. Συνακόλουθα πρόκειται για δικογραφημένες θέσεις οι οποίες εκδικάστηκαν, δόθηκε γι΄ αυτές μαρτυρία και εκδόθηκε σχετική απόφαση του Δικαστηρίου. Για τους πιο πάνω λόγους θεωρώ ότι πληρείται και αυτή η προϋπόθεση. Όπως έχει θέσει το θέμα ο τότε Ε.Δ. Αρτεμίδης στην αγωγή Γεωργίου ν. Βωνιάτης
(1978)2 J.S.C. σελίδα 239: «Το αντικείμενο της διένεξης πρέπει να είναι το ίδιο και στις δύο δίκες και πρέπει να ήταν επίδικο μπροστά σε ένα Δικαστήριο που είχε αρμοδιότητα να το κρίνει και το αποτέλεσμα ήταν τελεσίδικο ώστε να δεσμεύει όλα τα Δικαστήρια.» Με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές θεωρώ ότι οι εναγόμενοι δεν μπορούν να προβάλλουν τις ανταπαιτήσεις που προβάλλονται με την παρούσα αγωγή εναντίον των Εναγόντων 2, γιατί έχουν τελεσίδικα αποφασιστεί από το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση των συνενωμένων αγωγών 2543/91 και 1402/92. Συνακόλουθα δεν απαιτείται να προβώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που έχει προσαχθεί σε συνάρτηση με τα θέματα αυτά. Όπως ανέφερα και πιο πάνω στα πλαίσια των αγωγών 2543/91 και 1402/92 δεν περιλαμβανόταν αξίωση για εκποίηση της υποθήκης Υ605/89 παρά το ότι η εγκυρότητα της εν λόγω υποθήκης αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια της ανταπαίτησης. Είναι σημαντικό να σημειωθεί πως στη παράγραφο 34
(20)της υπεράσπισης και ανταπαίτησης της κας Κούντουρου στην αγωγή 1402/92 γίνεται αναφορά στο γεγονός ότι η κα Κούντουρου εκτέλεσε προς όφελος της Τράπεζας Αναπτύξεως και της Λαϊκής την υποθήκη Υ605/89 ημερ. 4.4.89 και στην παράγραφο 35 του ιδίου δικογράφου προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι αυτό υπήρξε προϊόν αθέμιτου επιρροής και/ή ψυχικής πίεσης και πως η Εναγόμενη δεν έτυχε ανεξάρτητης και πλήρης νομικής συμβουλής και με βάση την παράγραφο 60(α) της ανταπαίτησης ζητείται η ακύρωση των επιδίκων υποθηκών. Στα πλαίσια εκείνων των αγωγών είχε καταχωρηθεί αντίγραφο της υποθήκης ως Τεκμήριο
- Στη σελίδα 19 της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Τεκμ. 843) όπου αναλύονται οι λόγοι έφεσης γίνεται αναφορά στην παράλειψη εξέτασης θεμελιωδών ζητημάτων για τα οποία αναφέρθηκα πιο πάνω στην απόφαση μου. Μεταξύ άλλων, αναφέρεται και η μη αποκάλυψη στην κα Κούντουρου ουσιωδών γεγονότων όταν συνομολογούνταν οι υποθήκες μεταξύ των οποίων και η υποθήκη Τεκμ.
- Στις σελίδες 25-26 το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε το θέμα ως ακολούθως: «Το ζήτημα της κατ΄ ισχυρισμό απόκρυψης ουσιαστικών γεγονότων, εις βάρος της Κούντουρου, κατά την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών εγγυήσεων και υποθηκών, και πάλι δεν μπορεί να αποφασιστεί υπέρ των εφεσειόντων. Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά στάθμισε τα ενώπιόν του στοιχεία και ορθά κατέληξε στο συμπέρασμα πως η Κούντουρου είχε γνώση του τι υπέγραφε και ότι υπό τις περιστάσεις δεν ήταν αναγκαίο να της προσφερθεί ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Είναι γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η Κούντουρου κατοικούσε στο ίδιο σπίτι με την κόρη της και το γαμπρό της Δημητριάδη. Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε, ως αναξιόπιστους, τους ισχυρισμούς της ότι της έγιναν ψευδείς παραστάσεις ή απάτη από τους εφεσίβλητους αναφορικά με τις υποχρεώσεις που θα είχε ως εγγυήτρια της Apak και του Δημητριάδη. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η Κούντουρου ήταν μια κυρία, με μόρφωση Μέσης Παιδείας, σύζυγος επιστήμονος και ανθρώπου με πολιτειακό αξίωμα, η οποία είχε υπογράψει και στο παρελθόν εγγυήσεις και επομένως γνώριζε τη φύση και την έννοια τους, και η οποία επιπρόσθετα είχε συμφέρον από την όλη πράξη μεταξύ των εφεσιβλήτων και της Apak και του Δημητριάδη, εφόσον η ίδια ενοικίαζε για μεγάλο χρονικό διάστημα, μέρος του κτήματος της με σημαντικό ενοίκιο, θεωρούμε πως ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα πως δεν υπήρξε οποιαδήποτε απάτη, ψευδείς παραστάσεις, ψυχική πίεση ή απόκρυψη γεγονότων εις βάρος της Κούντουρου ή ότι οι εγγυήσεις της ήταν ορθό και δίκαιο να ακυρωθούν για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Αυτή υπέγραψε με πλήρη γνώση και επίγνωση του τι υπέγραφε και του τι λάμβανε χώραν. Η Κούντουρου, στην πραγματικότητα, υιοθέτησε πλήρως τις θέσεις του γαμπρού της Δημητριάδη, τον οποίο προφανώς ήθελε να βοηθήσει ενοικιάζοντας στην Apak το κτήμα της και υπογράφοντας ως ενυπόθηκος οφειλέτης. Το γεγονός ότι οι εφεσίβλητοι είχαν κάποιου βαθμού έλεγχο πάνω στην Apak και το Δημητριάδη μέσω των μελών του διοικητικού συμβουλίου της Apak που είχαν δικαίωμα να διορίσουν, του μετοχικού τους κεφαλαίου και των άλλων προνομίων που τους έδιναν οι υπογραφείσες συμφωνίες δεν θεωρούμε πως έθετε την Κούντουρου σε μειονεκτική θέση ή ότι της παρείχε απαρέγκλιτα το δικαίωμα σε ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Η εμπλοκή της Τράπεζας στην όλην επιχείρηση φανέρωνε ουσιαστικά ότι η τράπεζα πίστευε στη βιωσιμότητα της επιχείρησης, βασιζόμενη σε κάποιο βαθμό στις γνώσεις και ικανότητες του Δημητριάδη.» Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και το γεγονός ότι οι Ενάγοντες στα πλαίσια των συνενωμένων αγωγών 2543/91 και 1402/902 δεν περιλάμβαναν απαίτηση για την εγγύηση που έδωσε η κα Κούντουρου προς τις δύο Τράπεζες ούτε εκποίηση της επίδικης υποθήκης, κάτι που άλλωστε δεν μπορούσε να γίνει, γιατί η Λαϊκή δεν ήταν διάδικος στις υποθέσεις εκείνες, θεωρώ ότι η εξέταση των συνθηκών υπογραφής της εν λόγω υποθήκης, θα πρέπει να γίνει στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται δεδικασμένο για τα θέματα που εγείρονται με την παρούσα αγωγή τόσο σε συνάρτηση με τις απαιτήσεις των Εναγόντων 2 όσο και των Εναγόντων
- Σύμφωνα με τη νομολογία δημιουργείται δεδικασμένο, όχι μόνο σε σχέση με όσες αξιώσεις περιλήφθηκαν στην πρώτη αγωγή αλλά και σε σχέση με εκείνες που θα μπορούσαν να προβληθούν ως ενταγμένες στο πλαίσιο του αρχικού κειμένου της αντιδικίας, αλλά δεν προβλήθηκαν (βλέπε Παναγιώτης Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1995)1 A.A.Δ. 670). Στην παρούσα περίπτωση, η Λαϊκή δεν ήταν διάδικος στις συνενωμένες αγωγές 2543/91 και 1402/
- Άλλωστε η αξίωση της Λαϊκής στηρίζεται σε διαφορετικές συμφωνίες δανείου και πιστωτικές διευκολύνσεις που κατ΄ ισχυρισμό παραχώρησε στην APAK, από αυτές που διαλαμβάνονται στις αγωγές 2543/91 και 1402/
- Η κοινή υποθήκη της Λαϊκής με την Τράπεζα Αναπτύξεως είναι αυτό που ώθησε στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Περαιτέρω η παρούσα αγωγή είχε ήδη καταχωρηθεί και εκκρεμούσε όταν έγινε η συνένωση των αγωγών 2543/91 και 1402/92 και δεν υπήρξε αίτημα για συνένωση και της παρούσας αγωγής. Η απόφαση στις υποθέσεις Ηλίας Μιχαήλ Τσιακλίδης ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ,
(2003)1 Α.Α.Δ. 1031 και Ηλίας Μιχαήλ Τσιακλίδης ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 868 που με παρέπεμψε η κα Πολυβίου είναι σχετικές με το εξεταζόμενο θέμα. Στην υπόθεση Τσακλίδης του 2003 αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελ. 1034: «Η καταχώρηση υπό τις περιστάσεις, τριών αγωγών δεν συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου, η οποία και αν, θεωρητικά, διαπιστωνόταν, δεν θα οδηγούσε ασφαλώς σε απόρριψη της όποιας αγωγής αλλά στην έκδοση κατάλληλων οδηγιών για να αρθεί η διαδικαστική κατάχρηση. Να σημειώσουμε πως ο ίδιος ο εφεσείων δεν προέβη σε κανένα διάβημα ενώπιον του Δικαστηρίου για τη συνένωση των τριών αγωγών, αν έκρινε πως με τέτοια συνένωση η διαδικασία θα λειτουργούσε προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης». Υπό το φως των πιο πάνω δεν μπορώ να συμφωνήσω με τη θέση της Υπεράσπισης ότι η απόφαση στις συνενωμένες αγωγές 2543/91 και 1402/92 αποτελεί δεδικασμένο για τις απαιτήσεις των Εναγόντων 1 και 2 στην παρούσα υπόθεση, ούτε μπορώ, υπό τις περιστάσεις, να καταλήξω σε εύρημα ότι η καταχώρηση της παρούσας αγωγής ήταν καταχρηστική. Η Λαϊκή δεν υπήρξε διάδικος στις συνενωμένες αγωγές 2543/91 και 1402/92 συνεπώς δεν τίθεται θέμα δεδικασμένου. Επίσης η παρούσα αγωγή αφορά σε διαφορετικές συμφωνίες δανείου και άλλες πιστωτικές διευκολύνσεις που δόθηκαν από πλευράς της Λαϊκής από αυτές που αφορούν οι αγωγές 2543/91 και 1402/
- Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο θα μπορούσε η αξίωση των εναγόντων 2 για την κοινή υποθήκη η οποία προβάλλεται στην παρούσα αγωγή να είχε συμπεριληφθεί στις αξιώσεις των συνενωμένων αγωγών 2543/91 και 1402/
- Με δεδομένο ότι η υποθήκη της οποίας ζητείται η εκποίηση στην παρούσα αγωγή ήταν κοινή με τη Λαϊκή και η Λαϊκή δεν ήταν διάδικος στην άλλη διαδικασία δεν θεωρώ ότι η αξίωση της Τράπεζας Αναπτύξεως για την κοινή υποθήκη θα μπορούσε να συμπεριληφθεί στις αξιώσεις της στις αγωγές 2543/91 και 1402/
- Ένα επίσης γεγονός που πρέπει να τονιστεί είναι ότι η παρούσα αγωγή εκκρεμούσε όταν οι εναγόμενοι υπέβαλαν αίτημα για συνένωση των αγωγών 2543/91 και 1402/92 και επέλεξαν να μην αιτηθούν τη συνένωση και αυτής της αγωγής. Για τους λόγους αυτούς και έχοντας υπόψη τη νομολογία που παρέθεσα πιο πάνω ο ισχυρισμός των εναγομένων περί κατάχρησης της διαδικασίας δεν ευσταθεί. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να παρατηρήσω μία αντίφαση στις θέσεις της Υπεράσπισης που προβάλλονται στην περαιτέρω Υπεράσπιση των Εναγομένων και στην αγόρευση τους. Παραθέτω αυτούσια την παράγραφο 2 της περαιτέρω Υπεράσπισης: «
- Οι αξιώσεις των Εναγόντων 1 και/ή 2 στην παρούσα αγωγή μπορούσαν να είχαν εγερθεί στις αγωγές με αρ. 2543/91 και 1402/92 και όπου έχει εκδοθεί απόφαση την 3.4.
- Η απαγγελία απόφασης στις πιο πάνω υποθέσεις δημιουργεί δεδικασμένο όχι μόνο σε σχέση με όσες αξιώσεις περιλήφθηκαν στην πρώτη αγωγή αλλά και σε σχέση με εκείνες που μπορούσαν να προβληθούν ως ενταγμένες στο πλαίσιο του αρχικού αντικειμένου της αντιδικίας, αλλά δεν προβλήθηκαν, περιλαμβανομένων και των αξιώσεων των Εναγόντων 1 και/ή 2 στην παρούσα αγωγή.» Ενώ στην πιο πάνω παράγραφο γίνεται θετική αναφορά στο γεγονός ότι η απαγγελία απόφασης στις δύο συνενωμένες αγωγές δημιουργεί δεδικασμένο, στη σελίδα 9, στην παράγραφο 21, της γραπτής αγόρευσης των Εναγομένων αναφέρονται τα ακόλουθα: «
- Εάν το Δικαστήριο καταλήξει σε απόφαση ότι υπάρχει δεδικασμένο και/ή κώλυμα, νομικό γεγονός που αρνούνται οι Εναγόμενοι, τότε το Δεδικασμένο και/ή κώλυμα αφορά και τις απαιτήσεις των Εναγόντων 1 και/ή 2...» Υπό το φως των πιο πάνω καταλήγω ότι το μόνο θέμα που παραμένει να εξεταστεί από το Δικαστήριο σε συνάρτηση με τις σχέσεις των Εναγόντων 2 και των Εναγομένων είναι το θέμα των συνθηκών υπογραφής της κοινής με τους Ενάγοντες υποθήκης Υ.605/
- Για τα υπόλοιπα θέματα που εγείρονται μεταξύ των Εναγόντων 2 και των Εναγομένων υπάρχει τελεσίδικη απόφαση στις συνενωμένες αγωγές 2543/91 και 1402/92 και συνεπώς δεν θα προβώ σε οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση τους, ούτε θα προβώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που δόθηκε σε συνάρτηση με αυτά τα θέματα. Σημειώνεται πως οι ανταπαιτήσεις των Εναγομένων στις υποθέσεις αυτές που είναι πανομοιότυπες με τις ανταπαιτήσεις στην παρούσα υπόθεση έχουν εκδικαστεί και απορριφθεί από το Δικαστήριο και κατά συνέπεια είναι έκθετες σε απόρριψη και στην παρούσα υπόθεση. Οι μάρτυρες των Εναγομένων κ. Δ. Κασσινόπουλος και κ. Γ. Καμηλάρης καθώς και ο μάρτυρας που κλήθηκε από τους Ενάγοντες για υπεράσπιση της ανταπαίτησης κ. Μ. Μιχαηλίδης είναι μάρτυρες που έδωσαν μαρτυρία για θέματα που αφορούν τις διαφορές των Εναγόντων 2 και Εναγομένων τα οποία έχει κριθεί ότι αποτελούν δεδικασμένο και κατά συνέπεια δεν απαιτείται η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους. Βέβαια το γεγονός ότι τα θέματα που εγέρθηκαν μεταξύ των Εναγόντων 2 και των Εναγομένων έχουν αποφασιστεί τελεσίδικα στις συνενωμένες αγωγές 2543/91 και 1402/92 επηρεάζει και κάποια από τα θέματα που εγείρονται στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση των Εναγομένων σε συνάρτηση με τους Ενάγοντες 1 με τα οποία όμως θα ασχοληθώ στη πορεία της απόφασης. Ενόψει του γεγονότος ότι η υποθήκη που ενεγράφη επί της περιουσίας της Εναγομένης 2 είναι κοινή με τους Ενάγοντες 1 θα εξετάσω το θέμα σε μεταγενέστερο στάδιο της απόφασης, αφού εξετάσω πρώτα την αξίωση της Λαϊκής εναντίον της ΑΡΑΚ για να καθοριστεί κατά πόσο υπάρχει οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό από την πρωτοφειλέτρια εταιρεία. Αξίωση της Ενάγουσας 1 (Λαϊκής) Προτού προχωρήσω στην εξέταση της αξίωσης των Εναγόντων 1 θα πρέπει να αναφέρω ότι μετά την έγερση της παρούσας αγωγής υπήρξε αλλαγή του ονόματος των Εναγόντων 1 σε Marfin Popular Bank Public Co Ltd και προς επιβεβαίωση του γεγονότος αυτού κλήθηκε ο κ. Κωνσταντίνος Κουππαρής (Μ.Ε.6) ο οποίος κατέθεσε σχετικό πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών σε σχέση με την αλλαγή του ονόματος των Εναγόντων 1 (Τεκμ. 553). Η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε και γίνεται αποδεκτή. Κατατέθηκε επίσης το Ιδρυτικό Έγγραφο και Καταστατικό της Λαϊκής (Τεκμ. 507) καθώς και η άδεια της Κεντρικής Τράπεζας για άσκηση τραπεζικών εργασιών (Τεκμ. 502). Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης η αξίωση της Λαϊκής εναντίον της εταιρείας AΡΑΚ στηρίζεται ουσιαστικά στις ακόλουθες συμφωνίες:
- Συμφωνία παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων ημερ. 5.3.86 (Τεκμ. 513).
- Συμφωνία δανείου ημερ. 5.3.86 (Τεκμ. 512).
- Συμφωνία δανείου ημερ. 26.4.89 (Τεκμ. 525).
- Συμφωνία προεξόφλησης γραμματίων/ συναλλαγματικών ημερ. 9.11.90 (Τεκμ. 530). Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω συμφωνιών ανοίχθηκαν από την τράπεζα οι ακόλουθοι λογαριασμοί:
- Λογαριασμός τρεχουμένου με αρ. 063-11-
- Λογαριασμός δανείου με αρ. 063-12-
- Λογαριασμός δανείου με αρ. 063-12-
- Προς εξασφάλιση των δανείων και άλλων τραπεζικών διευκολύνσεων δόθηκαν εγγυήσεις, όμως η αξίωση της Λαϊκής σε αυτή την υπόθεση έχει περιοριστεί μόνο εναντίον της Εναγομένης 2, η οποία στηρίζεται σε συμφωνίες υποθηκεύσεως ακινήτων ως ακολούθως:
- Υποθήκη Υ.605/89 ημερ. 4.4.89 για ποσό £94.000 πλέον τόκους προς όφελος τόσο της Λαϊκής όσο και της Τράπεζας Αναπτύξεως (Τεκμ. 497).
- Υποθήκη Υ.606/89 ημερ. 4.4.89 για ποσό £100.000 πλέον τόκους προς όφελος της Λαϊκής (Τεκμ. 498).
- Υποθήκη Υ.2053/90 ημερ. 26.10.90 για ποσό £120.000 πλέον τόκους προς όφελος της Λαϊκής (Τεκμ. 499). Η υπογραφή των συμφωνιών είναι παραδεκτή, αυτό που αμφισβητείται είναι η εγκυρότητα των συμφωνιών και επίσης αμφισβητούνται τα υπόλοιπα των λογαριασμών και οι χρεωθέντες τόκοι. Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι η εγκυρότητα των συμφωνιών αμφισβητείται λόγω της ύπαρξης ισχυριζόμενης εμπιστευτικής σχέσης μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένων η οποία ουσιαστικά στηρίζεται στο ότι η Τράπεζα Αναπτύξεως λειτουργούσε ως συμβουλευτικός οργανισμός και έδωσε συμβουλές στους Εναγόμενους, στη βάση των οποίων οι Εναγόμενοι ενήργησαν και συνήψαν μεταξύ άλλων τις συμφωνίες, αντικείμενο της απαίτησης των Εναγόντων 1 στην παρούσα υπόθεση και πως η Τράπεζα Αναπτύξεως κατά τους επίδικους χρόνους ενεργούσε ως αντιπρόσωπος των Εναγόντων
- Η δε υπογραφή των συμφωνιών ήταν αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων και άσκησης ψυχικής πίεσης επί των Εναγομένων. Προς υποστήριξη των θέσεων των Εναγόντων 1 έδωσαν μαρτυρία οι κ. Στέλιος Ευσταθίου (Μ.Ε.1), κ. Λεονάρδος Σιάρτος (Μ.Ε.2), κα Μαρίνα Αργυροπούλου (Μ.Ε.3), κ. Σωτήρης Ζίγκας (Μ.Ε.4) και κ. Φίλιππος Αιμιλίου (Μ.Ε.5). Θα ασχοληθώ πρώτα με τα αξιούμενα υπόλοιπα των εν λόγω λογαριασμών για τα οποία δόθηκε μαρτυρία από τον κ. Στέλιο Ευσταθίου (Μ.Ε.1). Ο μάρτυρας υπηρετεί στην Λαϊκή από το 1985 και από το 2005 εργάζεται στην υπηρεσία είσπραξης χρεών της Τράπεζας ως προϊστάμενος της κεντρικής διεύθυνσης της εν λόγω υπηρεσίας η οποία εδράζεται στη Λευκωσία. Κατέχει το τίτλο του Chartered Certified Accountant. Στα πλαίσια των καθηκόντων του ανέφερε, έχει στην κατοχή του όλες τις καταστάσεις των λογαριασμών των εναγομένων που αφορούν τις επίδικες συμφωνίες καθώς και τις αναθεωρημένες καταστάσεις αυτών τις οποίες ετοίμασε ο ίδιος. Ο μάρτυρας κατέθεσε πιστοποιητικό σύμφωνα με το άρθρο 35 του Περί Αποδείξεως Νόμου όπως τροποποιήθηκε στο οποίο επισύναψε τις καταστάσεις του λογαριασμού δανείου με αριθμό 063-12-009580 [Τεκμ. 1
(1)], τις καταστάσεις του λογαριασμού δανείου με αριθμό 063-12-020266 [Τεκμ. 1
(2)] και τις καταστάσεις του τρεχουμένου λογαριασμού με αριθμό 063-11-002531 [Τεκμ. 1
(3)μέχρι 1
(22)]. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού παρήχθησαν από το ηλεκτρονικό αρχείο των Εναγόντων 1 που αποτελεί το τραπεζικό βιβλίο της Λαϊκής, ελέχθησαν από τον ίδιο και συμφωνούν με τα στοιχεία που αναγράφονται στο ηλεκτρονικό αρχείο της Τράπεζας. Ακολούθως ανέλυσε την κάθε συναλλαγή στους εν λόγω λογαριασμούς και κατέθεσε ως τεκμήρια τα σχετικά παραστατικά. Για ορισμένες συναλλαγές δεν κατατέθηκαν ως τεκμήρια τα παραστατικά γιατί, όπως ανέφερε ο μάρτυρας, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες που καταβλήθησαν δεν κατέστη δυνατό να ανευρεθούν. Διευκρίνισε όμως, ότι όλες οι συναλλαγές από τη γένεση τους καταγράφονται στο ηλεκτρονικό αρχείο και περιλαμβάνονται στις καταστάσεις των λογαριασμών που κατέθεσε. Περαιτέρω ο μάρτυρας ανέφερε ότι διενήργησε έλεγχο και διαπίστωσε ότι κατά τη διάρκεια λειτουργίας των εν λόγω λογαριασμών αποστέλλονταν καταστάσεις λογαριασμών στην Εναγόμενη 1 εταιρεία και ποτέ δεν υπήρξε αμφισβήτηση οποιασδήποτε συναλλαγής. Ο κ. Ευσταθίου ετοίμασε επίσης αναθεωρημένες καταστάσεις για τους επίδικους λογαριασμούς τις οποίες κατέθεσε. Για τον λογαριασμό δανείου 063-12-009580 το Τεκμ. 11, όπου το αξιούμενο ποσό όπως καταγράφεται στις 30.9.91 είναι £145.860,00 πλέον 9% τόκο από 1.10.1991 μέχρι εξοφλήσεως επί του αξόφλητου κεφαλαίου των £115.000, για το λογαριασμό δανείου με αρ. 063-12-020266 το Τεκμ. 12, όπου το αξιούμενο ποσό όπως καταγράφεται στις 30.9.1991 είναι £42.584,91 με 9% τόκο επί του αξόφλητου κεφαλαίου των £40.155,50 από 1.10.1991 μέχρι εξοφλήσεως και για τον τρεχούμενο λογαριασμό με αρ. 063-11-002531 το Τεκμ.
- Ο τρόπος και η μεθοδολογία που ακολούθησε για την ετοιμασία των αναθεωρημένων καταστάσεων λογαριασμών επεξηγήθηκαν λεπτομερώς από το μάρτυρα. Θα πρέπει να σημειωθεί η θέση του μάρτυρα ότι για την προετοιμασία των αναθεωρημένων καταστάσεων χρησιμοποιήθηκαν οι ίδιες πληροφορίες που περιλαμβάνονται στον ηλεκτρονικό αρχείο της Τράπεζας. Όπως φαίνεται στην αναθεωρημένη κατάσταση του τρεχούμενου λογαριασμού (Τεκμ. 494) αυτή ξεκινά από τις 30.6.91 και όχι από την πρώτη συναλλαγή που έγινε στις 7.3.86 γιατί οι καταθέσεις που γίνονταν στον εν λόγω λογαριασμό μέχρι 30.6.91 υπερέβαιναν τους χρεωθέντες τόκους και κατά συνέπεια οι δεδουλευμένοι τόκοι εισπράττονταν. Ο μάρτυρας ετοίμασε επίσης κατάσταση στην οποία καταγράφονται αναλυτικά οι επιταγές που παρουσιάζονται σε διάφορες ημερομηνίες στο Τεκμ. 494 με την ένδειξη διάφορες επιταγές (various cheques) (Τεκμ. 495). Περαιτέρω ο μάρτυρας κατέθεσε κατάσταση που ετοίμασε ο ίδιος στην οποία περιλαμβάνονται χρεώσεις οι οποίες ανέβαζαν το κόστος του λογαριασμού πέραν του 9%. Αυτές οι χρεώσεις οι οποίες με τον τόκο τους ανέρχονται στο ποσό των £2.570,92 αφαιρέθηκαν από το χρεωστικό υπόλοιπο των £217.689,27 που παρουσίαζε ο τρεχούμενος λογαριασμός κατά τη 30.9.91 καθώς και από το κεφάλαιο των £214.849,
- Με βάση τις καταστάσεις λογαριασμού και τις αφαιρέσεις που έγιναν, το αξιούμενο ποσό για τον τρεχούμενο λογαριασμό αρ. 063-11-002531 είναι, σύμφωνα με τον μάρτυρα, £220.204,69 πλέον τόκο προς 9% επί ποσού £212.271,29 από 1.10.91 και επί ποσού £5.093,29 από 25.10.91 μέχρι εξόφλησης. Το ποσό των £5.093,29 αφορούσε μία εγγυητική την οποία εξέδωσαν οι Ενάγοντες 1 προς όφελος πιστωτών της AΡΑΚ πριν τον τερματισμό (δηλαδή 30.9.91) και κλήθηκαν να το πληρώσουν στις 25.10.
- Στο Τεκμ. 455 φαίνεται ότι η εγγυητική με αριθμό 5123/063/91 εκδόθηκε στις 29.6.91 και πληρώθηκε στις 25.10.
- Περαιτέρω ο μάρτυρας ανέφερε ότι η τράπεζα με εξαίρεση την πιο πάνω συναλλαγή και τους τόκους κανένα ποσό δεν αξιώνει μετά τις 30.9.
- Κάποιες καταχωρήσεις συναλλαγών που περιλαμβάνονται μετά τις 30.9.91 έγιναν καθαρά για λογιστικούς σκοπούς. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στην συμφωνία προεξόφλησης τιμολογίων και επεξήγησε τον τρόπο λειτουργίας του εν λόγω λογαριασμού. Κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής η αξίωση με βάση αυτή τη συμφωνία ανερχόταν στο ποσό των £22.151,56 πλέον τόκους προς 9% ετησίως από 1.10.
- Στις 26.4.94 οι ενάγοντες έκλεισαν τον λογαριασμό στερλινών με αριθμό 063-33-009911 που η AΡΑΚ διατηρούσε στους ενάγοντες εξοφλώντας όλες τις προεξοφλήσεις τιμολογίων εκτός από τις προεξοφλήσεις για τις οποίες σχετικά είναι τα Τεκμ. 401 και
- Σύμφωνα με το Τεκμ. 401 οι Ενάγοντες αξιώνουν το ποσό των £5.612,76 με τόκο προς 9% ετησίως από 7.5.91 μέχρι εξοφλήσεως. Τα τιμολόγια που προεξοφλήθηκαν από τους ενάγοντες και από τα οποία προέκυψε το αξιούμενο ποσό περιλαμβάνονται σε κατάσταση η οποία κατατέθηκε από το μάρτυρα ως Τεκμ.
- Όσον αφορά την προεξόφληση των τιμολογίων που περιλαμβάνεται στο Τεκμ. 501, το αξιούμενο ποσό είναι £3.544,49 με τόκο προς 9% επί ποσού £4.085,71 από 25.6.1991 έως 26.4.1994 και προς 9% επί ποσού £3.544,49 από 27.4.1994 μέχρι εξοφλήσεως. Ο μάρτυρας επίσης κατέθεσε (α) την υποθήκη Υ.605/89 (Τεκμ. 497) επί της ακίνητης περιουσία της Εναγομένης 2 ύψους £194.000 πλέον τόκους προς όφελος και των δύο εναγόντων όπου το αξιούμενο ποσό είναι η αναλογία του ποσού των £194.000 με τόκο 9% από 4.4.89 μέχρι εξοφλήσεως, (β) την υποθήκη Υ.606/89 (Τεκμ. 498) όπου το αξιούμενο ποσό είναι για £100.000 πλέον τόκους προς 9% από 4.4.89 μέχρι εξοφλήσεως και (γ) την υποθήκη Υ2053/90 (Τεκμ. 499) όπου το αξιούμενο ποσό είναι για £120.000 πλέον τόκους προς 9% από 26.10.90 μέχρι εξοφλήσεως. Οι Ενάγοντες αξιώνουν εκποίηση των τριών υποθηκών. Κατά την αντεξέταση του μάρτυρα αμφισβητήθηκε η ορθότητα των συναλλαγών που φαίνονται στα Τεκμ. 1
(1), 1
(2)και 1
(3)- 1
(22)και συγκεκριμένα υποβλήθηκε η θέση ότι μόνο τα άτομα που εξέδωσαν τα παραστατικά μπορούσαν να ελέγξουν την ορθότητα τους. Ο μάρτυρας εξήγησε με σαφήνεια πως ο αριθμός που πράξεων που συντελούνται κάθε ημέρα είναι τόσο μεγάλος ώστε ακόμα και σε περίπτωση που κλητευθούν τα άτομα που υπέγραψαν τα παραστατικά να δώσουν μαρτυρία, θα ακολουθήσουν την ίδια διαδικασία που ακολούθησε και ο ίδιος, δηλαδή μέσω του ηλεκτρονικού αρχείου της τράπεζας. Θα πρέπει να σημειωθεί πως παρά το γεγονός ότι αφιερώθηκε αρκετός χρόνος κατά την αντεξέταση του κ. Ευσταθίου για το θέμα της ορθότητας των συναλλαγών που φαίνονται στις καταστάσεις λογαριασμού που καταχώρησε ο μάρτυρας (Τεκμ. 1
(1)- 1
(22)) και στα άτομα που υπέγραφαν τα διάφορα παραστατικά που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια, στο τέλος όχι μόνο δεν ζητήθηκε η κλήση των υπογραφέων των παραστατικών ως μάρτυρες, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 26 του περί Αποδείξεως Νόμου όπως τροποποιήθηκε, αλλά ούτε αντεξετάστηκαν οι μάρτυρες κ. Λ. Σιάρτος και κα Μ. Αργυροπούλου οι οποίοι φαίνεται να έχουν υπογράψει κάποια από τα παραστατικά. Αναφέρω στο σημείο αυτό ότι ο κ. Λεονάρδος Σιάρτος (Μ.Ε.2) κατέθεσε στο Δικαστήριο κατάλογο ονομάτων των Λειτουργών που υπέγραψαν τα παραστατικά (Τεκμ. 539) και ανάμεσα σε αυτά τα άτομα περιλαμβάνονται και οι κ. Λ. Σιάρτος και κα Μ. Αργυροπούλου. Αμφισβητήθηκε επίσης η ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμού που κατέθεσε ο μάρτυρας λόγω της ύπαρξης μίας κατάστασης που δόθηκε στους Εναγομένους για το έτος 2001 (Τεκμ. 834) όπου φαίνεται διαφορετικό υπόλοιπο του τρεχούμενου για το 2001 από το αρχικό υπόλοιπο του Τεκμ. 1
(1)σελίδα 15. Ο μάρτυρας επεξήγησε με σαφήνεια τον τρόπο που εκτυπώνονται οι καταστάσεις λογαριασμού και γιατί υφίσταται αυτή η διαφορά στις δύο καταστάσεις. Σημειώνω πως το Τεκμ. 834 αφορά κατάσταση λογαριασμού για περίοδο ενός μηνός ήτοι από 1.11.2001 μέχρι 31.12.2001 ενώ η σελίδα 15 του Τεκμ. 1
(1)αφορά κατάσταση ολόκληρου του έτους. Έχοντας δε συγκρίνει τις καταστάσεις λογαριασμού των Τεκμ. 1
(1)και Τεκμ. 834 διαπιστώνω την ομοιότητα των καταγραφών έτσι ώστε να μην μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση της υπεράσπισης ότι λόγω ανθρώπινου λάθους μπορεί να έχουν αλλοιωθεί οι καταγραφές στο ηλεκτρονικό αρχείο της τράπεζας. Αμφισβητήθηκε επίσης η ορθότητα του ηλεκτρονικού αρχείου της τράπεζας λόγω τήρησης λανθασμένης σειράς στις καταγραφές των καταστάσεων λογαριασμού. Και σ΄ αυτή τη περίπτωση θεωρώ ότι οι εξηγήσεις που δόθηκαν από το μάρτυρα ήταν ικανοποιητικές. Δεν θα μπορούσε το γεγονός ότι κάποιες καταγραφές βρίσκονται σε λανθασμένη σειρά, όταν το άθροισμα τους είναι ορθό να θεωρηθούν λανθασμένες. Καταστάσεις λογαριασμού όπου στο πάνω μέρος αναγράφεται "on request for 1987" και που δόθηκαν στους Εναγόμενους κατά το στάδιο αποκάλυψης εγγράφων και καταχωρήθηκαν ως Τεκμ. 835 περιλαμβάνουν καταγραφές του έτους 1986. Αυτό, σύμφωνα με τους Εναγόμενους, καταδεικνύει την πιθανότητα λάθους στους λογαριασμούς. Ο κ. Ευσταθίου επεξήγησε με σαφήνεια, πιστεύω, τον τρόπο που εκτυπώθηκε το Τεκμ. 835. Επίσης όλες οι καταγραφές του εν λόγω τεκμηρίου είναι πανομοιότυπες με το Τεκμ. 1
(3)που αφορά το έτος 1986 και όχι το Τεκμ. 1
(4)που αφορά το έτος 1987. Με αυτά τα δεδομένα η θέση του κ. Ευσταθίου ότι το λάθος αφορά την εκτύπωση από τον χρήστη του ηλεκτρονικού υπολογιστή του τίτλου του λογαριασμού γίνεται αποδεκτή. Θα πρέπει να σημειωθεί πως όλα τα ποσά που αμφισβητήθηκε η ορθότητα της καταγραφής τους λόγω ύπαρξης άλλης κατάστασης λογαριασμού περιλαμβάνονται στις καταστάσεις λογαριασμού που καταχωρήθηκαν από τον κ. Ευσταθίου αφού ελέχθηκαν από τον ίδιο ως ορθές. Παρεμβάλλω εδώ τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 ότι αποστέλλονταν στην εταιρεία οι καταστάσεις λογαριασμού και κατατέθησαν αυτές ως Τεκμ. 531-537 οι οποίες ουδέποτε αμφισβητήθηκαν από αυτή. Το γεγονός ότι δεν αμφισβητήθηκαν έγινε αποδεκτό και από τον κ. Δημητριάδη, κύριο μάρτυρα για τους Εναγόμενους. Οι καταστάσεις λογαριασμού που κατατέθηκαν σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό 063-11-002531 (Τεκμ. 1
(1)- 1
(22)) δεν αποδεικνύουν το αξιούμενο ποσό υποστήριξαν οι Εναγόμενοι. Η ύπαρξη των αναθεωρημένων καταστάσεων είναι ένας από τους λόγους που επικαλούνται γι΄ αυτή τους την εισήγηση. Η θέση αυτή δεν ευσταθεί. Ο μάρτυρας κ. Ευσταθίου εξήγησε με σαφήνεια τον τρόπο με τον οποίο ετοιμάστηκαν οι αναθεωρημένες καταστάσεις λογαριασμού για τις οποίες χρησιμοποιήθηκαν τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο ηλεκτρονικό αρχείο της τράπεζας. Αφαιρέθηκαν όμως διάφορα ποσά τα οποία αφορούν έξοδα και για τα οποία, όπως ανέφερε ο μάρτυρας, διαπίστωσαν ότι δεν δικαιούνταν να τα αξιώνουν καθότι καθιστούσαν το ποσοστό τόκου που χρεώνετο πέρα του 9%. Στην παρούσα υπόθεση ο κ. Ευσταθίου έχει καταχωρήσει τις καταστάσεις λογαριασμού για όλους τους επίδικους λογαριασμούς μαζί με πιστοποιητικό σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, όπως τροποποιήθηκε. Θα πρέπει να σημειωθεί πως το γεγονός ότι ο μάρτυρας ετοίμασε και κατέθεσε τα Τεκμ. 494, 495 και 496 δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα που εισηγούνται οι Εναγόμενοι ότι οι καταστάσεις λογαριασμού [Τεκμ. 1
(3)- 1
(22)] έπαυσαν να αποτελούν μέρος του αρχείου και ότι δεν καλύπτονται από το άρθρο 35 του περί Αποδείξεως Νόμου. Οι καταστάσεις (Τεκμ. 494, 495 και 496) ετοιμάστηκαν στη βάση των δεδομένων που περιλαμβάνονται στα Τεκμ. 1
(3)μέχρι 1
(22). Επιπρόσθετα ο κ. Ευσταθίου καταχώρησε τα παραστατικά των περισσοτέρων συναλλαγών καθώς επίσης και τις επιταγές που εκδόθηκαν. Η πλευρά των Εναγομένων αμφισβήτησε την ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμών με τη μαρτυρία του κ. Α. Δημητριάδη. Ο κ. Α. Δημητριάδης στη γραπτή του κατάθεση, παράγραφο 282, ανέφερε «ότι οι ενάγοντες 1 χρέωναν τον τρεχούμενο της Εναγομένης 1 με αυθαίρετα ποσά. Οι χρεώσεις που φαίνονται στο Τεκμήριο 504 είναι αυθαίρετες και/ή παράνομες». Θα πρέπει να σημειωθεί πως το Τεκμ. 504 αποτελεί μία κατάσταση που ετοιμάστηκε από τον κ. Δημητριάδη κατά το στάδιο της ακρόασης της υπόθεσης, περιλαμβάνει τα ποσά τα οποία αμφισβητούνται από τους Εναγόμενους και χωρίζεται σε 8 πίνακες. Η κατάσταση αυτή τέθηκε στον κ. Ευσταθίου κατά την αντεξέταση του. Στον πίνακα 1 περιλαμβάνονται χρεώσεις που κατά την αντεξέταση υποβλήθη στον κ. Ευσταθίου ότι έγιναν καθ΄ υπέρβαση του ποσοστού τόκου προς 9% που προκύπτει από τη νομοθεσία, ότι στα ποσά γινόταν ανατοκισμός, ότι ο τόκος εξοφλείτο όταν γίνονταν πληρωμές και όχι την πρώτη ημέρα του επόμενου έτους και επίσης πως με τις χρεώσεις αυτές η τράπεζα υπερέβη το διπλάσιο του αρχικού κεφαλαίου. Οι θέσεις αυτές δεν έγιναν αποδεκτές από το μάρτυρα και εξήγησε τον τρόπο που εγίνονταν οι χρεώσεις των τόκων. Με το θέμα αυτό θα ασχοληθώ στην πορεία της απόφασης μου όταν θα εξετάζω το θέμα του αξιούμενου τόκου. Στον πίνακα 2 του Τεκμ. 504 περιλαμβάνονται διάφορες χρεώσεις στον τρεχούμενο λογαριασμό, οι οποίες όπως υπεβλήθη στο μάρτυρα έγιναν χωρίς εξουσιοδότηση της εταιρείας. Οι χρεώσει αυτές, σύμφωνα με τον κ. Ευσταθίου, αφορούσαν δάνεια των διευθυντών της AΡΑΚ κ. Δημητριάδη και κ. Νικολαίδη καθώς και πληρωμές προς την ΣΥΤΑ και την ΑΗΚ για λογαριασμούς της ΑΡΑΚ καθώς και δύο χρεώσεις που πιστώθηκαν στον λογαριασμό δανείου 063-12-005580 και μείωσαν το χρέος αυτού του λογαριασμού. Ο μάρτυρας τόνισε με έμφαση ότι οι χρεώσεις αυτές ουδέποτε αμφισβητήθηκαν από την εταιρεία. Επίσης με την καταβολή των δόσεων των δανείων των κ. Δημητριάδη και κ. Νικολαίδη μειώθηκε το χρέος που είχαν οι διευθυντές της ΑΡΑΚ. Ο πίνακας 3 περιλάμβανε ποσά για τα οποία υπήρξε μετατροπή συναλλάγματος και υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι η τράπεζα είχε κέρδος από αυτές τις δοσοληψίες. Ο μάρτυρας ανέφερε πως οι τιμές αγοράς και πώλησης συναλλάγματος ελέγχονται από την Κεντρική Τράπεζα και υπάρχει κάποιο περιθώριο κέρδους. Διευκρίνισε όμως ο μάρτυρας πως τα ποσά αυτά δεν αποτελούν χρεώσεις στο λογαριασμό ούτε αποτελούν τόκο. Ο μάρτυρας επίσης διευκρίνισε ότι σε αυτό τον πίνακα περιλαμβάνονται και χρεώσεις για ασφάλιστρα και άλλα ποσά που δεν αξιώνονται από τους Ενάγοντες. Επέμεινε επίσης ο μάρτυρας ότι υπήρχαν οδηγίες από τους πελάτες για τις χρεώσεις αυτές και έκανε αναφορά σε συγκεκριμένες οδηγίες που εξευρέθηκαν από τον ίδιο κατά τη διάρκεια που έδιδε τη μαρτυρία του. Επεξήγησε επίσης πως οι χρεώσεις στους λογαριασμούς των πελατών ελέγχοντο και από δεύτερο άτομο και σε κάποιες περιπτώσεις και από τρίτο άτομο και επίσης πως οι καταστάσεις λογαριασμών αποστέλλοντο στην εταιρεία και ουδέποτε αμφισβητήθηκαν οι χρεώσει αυτές. Θα πρέπει να σημειωθεί πως για το θέμα αυτό δεν δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από τους εναγομένους που να επεξηγεί ποια ποσά χρεώθηκαν. Ο πίνακας 4 αποτελεί συναλλαγές σε ξένο συνάλλαγμα και ο μάρτυρας εξήγησε με σαφήνεια ότι οι συναλλαγές αυτές δεν σχετίζονται με ποσά που επιβαρύνεται ο τρεχούμενο λογαριασμός αλλά αποτελούν ξεχωριστές συναλλαγές οι οποίες θα μπορούσαν να γίνουν σε οποιανδήποτε άλλη τράπεζα. Ο πίνακας 6 αφορά χρεώσεις που περιλαμβάνουν τόκο πέραν του επιτρεπομένου σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Εναγομένων στο λογαριασμό δανείου 063-12-009580 με τις οποίες θα ασχοληθώ στην πορεία της απόφασης μου. Ο πίνακας 7 αφορά επίσης ισχυριζόμενες χρεώσεις πέρα του επιτρεπομένου ποσού τόκου για τον λογαριασμό δανείου 063-12-020266 με τις οποίες επίσης θα ασχοληθώ στην πορεία της απόφασης μου. Στον πίνακα 8 τα δύο ποσά που αναφέρονται £10.000 και £20.000, όπως εξηγήθηκε από το μάρτυρα, αφορούν μεταφορά από το δάνειο 063-12-020266 στον τρεχούμενο λογαριασμό της εταιρείας. Η εξουσιοδότηση για την μεταφορά των ποσών γίνεται με την υπογραφή των σχετικών συμφωνιών και για την πρώτη μεταφορά υπάρχει επιπρόσθετα σχετικό παραστατικό με την σφραγίδα της εταιρείας και δύο υπογραφές. Ο μάρτυρας επίσης παρέπεμψε σε καταστάσεις λογαριασμού του τρεχουμένου λογαριασμού όπου φαίνονται τα ποσά που μεταφέρθηκαν σ΄ αυτό. Οι εξηγήσεις που δόθηκαν από τον κ. Ευσταθίου σε σχέση με τα ποσά που περιλαμβάνονται στο Τεκμ. 504, με εξαίρεση τα θέματα τόκου με τα οποία θα ασχοληθώ στη συνέχεια γίνονται αποδεκτές και συνάδουν με τα κατατεθέντα τεκμήρια. Θα πρέπει να τονίσω σε αυτό το σημείο ότι οι καταστάσεις λογαριασμών αποστέλλονταν στους Εναγόμενους και ποτέ δεν αμφισβητήθηκαν. Επίσης δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία εκ μέρους των Εναγομένων που να επεξηγεί τα διάφορα ποσά που αμφισβητούνται παρά μόνο με το γενικό τρόπο που έχω αναφέρει πιο πάνω στη γραπτή κατάθεση-δήλωση του κ. Δημητριάδη. Είναι σημαντικό να τονίσω πως κατά την αντεξέταση του κ. Ευσταθίου σε συνάρτηση με τον τρεχούμενο λογαριασμό ο μάρτυρας ανέφερε πως το κεφάλαιο του εν λόγω λογαριασμού ανήλθε εξελικτικά στο ποσό των £208.741,21. Όταν ζητήθηκε από το μάρτυρα να υπολογίσει τους τόκους που χρεώθηκαν στον εν λόγω λογαριασμό και ο μάρτυρας ζήτησε κάποιο χρόνο για τους υπολογίσει αναφέρθηκε από τον τότε συνήγορο υπεράσπισης πως δεν χρειαζόταν να πράξει κάτι τέτοιο γιατί θα καλούσε η δική τους πλευρά μάρτυρα να δώσει τις εξηγήσεις. Καμία όμως τέτοια μαρτυρία δεν δόθηκε από την υπεράσπιση. Εν πάση περιπτώσει θα ασχοληθώ και στη πορεία της απόφασης μου με τους πιο πάνω πίνακες. Σε αυτό το στάδιο εξετάζω μόνο το θέμα της ορθότητας των καταστάσεων λογαριασμού που κατέθεσε ο κ. Ευσταθίου με την έννοια ότι αυτοί αντιπροσωπεύουν όλες τις δοσοληψίες που έγιναν στους επίδικους λογαριασμούς κατά τους επίδικους χρόνους. Η έλλειψη ορισμένων παραστατικών δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι οι καταγραφές που παρουσιάζονται στους λογαριασμούς δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Κατατέθηκαν χιλιάδες παραστατικά και επιταγές και επίσης η τράπεζα απέστελλε τις καταστάσεις λογαριασμού στην Εναγομένη χωρίς να υπάρξει ποτέ αμφισβήτηση οποιουδήποτε ποσού. Το γεγονός ότι οι Ενάγοντες δεν μπόρεσαν να εντοπίσουν κάποια από τα παραστατικά δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι οι λογαριασμοί είναι λανθασμένοι. Στο σημείο αυτό θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στους λογαριασμούς της ΑΡΑΚ για τα έτη 1986, 1987 και 1988 που κατατέθηκαν από τους Εναγομένους ως Τεκμ. 657, 658 και 659 όπου τα υπόλοιπα των λογαριασμών της ΑΡΑΚ με τη Λαϊκή είναι τα ίδια με τα υπόλοιπα που φαίνονται στις καταστάσεις λογαριασμού που αποστέλλοντο στην εταιρεία. Συγκεκριμένα στους ελεγμένους λογαριασμούς του 1986 (Τεκμ. 657) αναφέρεται ως υπόλοιπο του λογαριασμού παρατραβήγματος της εταιρείας με τη Λαϊκή το ίδιο ποσό που αναφέρεται στο Τεκμ. 534 (£61.525,81) ως υπόλοιπο για το έτος 1986. Στους ελεγμένους λογαριασμούς του 1987 (Τεκμ. 658) αναφέρεται ως υπόλοιπο του λογαριασμού παρατραβήγματος της εταιρείας με τη Λαϊκή το ίδιο ποσό που αναφέρεται στο Τεκμ. 535 (£56.186,61) ως υπόλοιπο για το έτος 1987. Στους ελεγμένους λογαριασμούς του 1988 (Τεκμ. 659) αναφέρεται ως υπόλοιπο του λογαριασμού παρατραβήγματος της εταιρείας με τη Λαϊκή το ίδιο ποσό που αναφέρεται στο Τεκμ. 536 (£53.547,65) ως υπόλοιπο για το έτος 1988. Θα πρέπει να σημειωθεί πως ο μάρτυρας επεξήγησε με σαφήνεια και περισσή λεπτομέρεια την κάθε εγγραφή που περιλαμβάνεται στις καταστάσεις λογαριασμού. Κατάθεσε επίσης πολλές χιλιάδες έγγραφα που αφορούν είτε παραστατικά των διαφόρων πράξεων είτε εκδοθείσες επιταγές. Μόνο μικρός αριθμός πράξεων παρέμεινε ατεκμηρίωτος λόγω του ότι τα παραστατικά τους δεν κατέστη δυνατό να ανευρεθούν. Με αυτά τα δεδομένα θεωρώ ότι η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται από την απόφαση στην υπόθεση D & G Products Ltd v. Premixco Asphalting Company Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 263 στην οποία με παρέπεμψαν οι εναγόμενοι. Η υπόθεση αυτή αφορούσε αγωγή για υπόλοιπο λογαριασμού για πώληση και παράδοση εμπορευμάτων και το Δικαστήριο αποφάσισε πως αναφορά σε κατάσταση λογαριασμού σε υπόλοιπο αναγόμενο στο παρελθόν δεν αποδεικνύει τις συναλλαγές οι οποίες κατ΄ ισχυρισμό απέληγαν σε οφειλόμενο υπόλοιπο. Στην παρούσα υπόθεση κατατέθηκαν οι καταστάσεις λογαριασμών καθώς και οι αναθεωρημένες καταστάσεις, κατατέθηκαν όμως τα παραστατικά της κάθε συναλλαγής τα οποία επεξηγήθηκαν. Συνακόλουθα η θέση των εναγόντων είναι ορθή και η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται από την D & G Products Ltd (πιο πάνω) Στην υπόθεση Μάρσελ ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858 είχε τονιστεί ότι τα στοιχεία που περιέχονται σε καταστάσεις λογαριασμών που παράχθηκαν από ηλεκτρονικό υπολογιστή δεν συνιστούν απόδειξη και μάλιστα αδιαμφισβήτητη των γεγονότων που εκτίθενται σ΄ αυτήν. Αποτελούν όμως, όπως προστέθηκε, ένα αποδεικτικό στοιχείο που υπόκειται σε αξιολόγηση και στο οποίο αποδίδεται η ανάλογη βαρύτητα, αφού ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις από τις οποίες δύναται να συναχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα ως προς την ακρίβεια ή άλλως της δήλωσης. (βλ. Αντώνης Κόμπου v. Universal Bank Ltd Πολ. Έφ. 340/06 ημερ. 27.2.2009) Η σαφής, λεπτομερής και ειλικρινής κατά την άποψη μου μαρτυρία του κ. Ευσταθίου, σε συνδυασμό με την καταχώρηση της συντριπτικής πλειοψηφίας των παραστατικών που αντικατοπτρίζονται στις καταστάσεις λογαριασμού και ενόψει του γεγονότος ότι οι καταστάσεις λογαριασμού ταχυδρομούντο στην εταιρεία και δεν υπήρξε ποτέ οποιοδήποτε παράπονο καθώς επίσης και στην απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας εκ μέρους των Εναγομένων που να διαφοροποιεί αυτές τις καταστάσεις, με οδηγούν στην αποδοχή της ορθότητας των εν λόγω καταστάσεων λογαριασμού ότι δηλαδή αντικατοπτρίζουν τις ορθές χρεοπιστώσεις που έγιναν από την τράπεζα κατά τους επίδικους χρόνους. Αυτό που παραμένει για εξέταση είναι κατά πόσο τα ποσά που χρεώθηκαν στους εν λόγω λογαριασμούς χρεώθηκαν ορθά και νόμιμα ή κατά πόσο έγιναν παράνομες χρεώσεις όπως ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι. Θα πρέπει εξαρχής να σημειωθεί ότι στα δικόγραφα των Εναγομένων παρά το ότι περιέχονται πολλές λεπτομέρειες για πολλά θέματα και παρά την μεγάλη έκταση που καλύπτουν, το μέρος όπου γίνεται αναφορά στους χρεωθέντες τόκους και άλλες χρεώσεις γίνεται επιγραμματικά. Συγκεκριμένα στην υπεράσπιση των Εναγομένων 1 στην παράγραφο 69, η οποία αποτελεί την μόνη παράγραφο που αφορά αυτό το θέμα, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Είναι ο ισχυρισμός των Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες και οποιοσδήποτε από αυτούς παράνομα και/ή αυθαίρετα και/ή κατά παράβαση των διαφόρων κατά καιρούς συμφωνιών μεταξύ των Εναγόντων και/ή οποιονδήποτε από αυτούς και των Εναγομένων, προέβαιναν σε ανατοκισμό των δανείων που κατά καιρούς εχορηγούσαν στους Εναγόμενους.» Ανάλογη αναφορά γίνεται και στην παράγραφο 45 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων 2 και 3 ως ακολούθως: «Περαιτέρω ή/και διαζευκτικά υποβάλλεται ότι μέσα στο αξιούμενο ποσό υπάρχει σοβαρό ποσό τόκων ή/και εξόδων ή/και χρεώσεων εν πάση περιπτώσει οι Ενάγοντες αρ. 1 και 2 παράνομα και αυθαίρετα προέβαιναν σε ανατοκισμό του χορηγηθέντος δανείου με αποτέλεσμα το αξιούμενο σήμερα ποσό να περιέχει σημαντικό ποσό τόκων ή και ανατοκιζόμενων τόκων ή/και εξόδων ή/και άλλων παράνομων χρεώσεων κατά παράβαση του σχετικού περί Τόκου Νόμου.» TOKOΣ Υπήρξε η θέση των εναγομένων ότι στην παρούσα υπόθεση τυγχάνει εφαρμογής ο Περί Τόκου Νόμος του 1977 (Ν.2/77)και πως ο υπολογισμός του τόκου που έγινε από τον κ. Ευσταθίου δεν συνάδει με τις πρόνοιες της εν λόγω νομοθεσίας. Η διαφωνία αυτή των Εναγομένων μπορεί να συνοψιστεί στους ακόλουθους λόγους: 1. Κατά τον υπολογισμό του τόκου λαμβάνετο ως διαιρέτης το εμπορικό έτος το οποίο αποτελείται από 360 ημέρες αντί το ημερολογιακό έτος των 365 ημερών. 2. Χρεώνετο τόκος από την πρώτη ημέρα που καταβαλλόταν το κεφάλαιο. 3. Με την αγωγή τους οι ενάγοντες 1 αξιώνουν τόκο πέρα του διπλάσιου του κεφαλαίου κατά παράβαση του άρθρου 6 του περί Τόκου Νόμου του 1977. 4. Οι Ενάγοντες 1 προέβησαν σε κεφαλαιοποίηση τόκου 5. Χρέωση παράνομων δικαιωμάτων και άλλων παράνομων χρεώσεων πέραν του 9% Από την αρχή θα πρέπει να διευκρινίσω πως δεν τέθηκε οποιαδήποτε διαφορετική θέση εκ μέρους των Εναγόντων 1 ως προς το ποια νομοθεσία εφαρμόζεται σε αυτή την περίπτωση. Με τον Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 (Ν.160(I)/99) ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1.1.2001 καταργήθηκε ο Περί Τόκου Νόμος του 1977. Η θέσπιση του πιο πάνω Νόμου έγινε μετά τον τερματισμό των συμφωνιών μεταξύ των διαδίκων και μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 10 του Περί Ερμηνείας Νόμο Κεφ. 1 αναφέρονται τα ακόλουθα: «
(1)Όταν Νόμος ακυρώνει και επαναθεσπίζει, με ή χωρίς τροποποίηση, οποιαδήποτε πρόνοια του προηγούμενου Νόμου, αναφορές σε οποιοδήποτε άλλο Νόμο στην ακυρωθείσα πρόνοια, θα ερμηνεύονται, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, ως αναφορές στην πρόνοια που επαναθεσπίσθηκε με τον τρόπο αυτό.
(2)Όταν Νόμος ακυρώνει οποιοδήποτε άλλο νομοθέτημα, τότε, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, η ακύρωση δεν θα- (α) επαναφέρει οτιδήποτε που δεν ισχύει ή δεν υπάρχει κατά το χρόνο κατά τον οποίο αρχίζει να ισχύει η ακύρωση· (β) επηρεάζει την προηγούμενη ισχύ νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό ή οτιδήποτε που τελέστηκε κανονικά ή που επιτράπηκε με βάση το νομοθέτημα που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό· ή (γ) επηρεάζει δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ή ευθύνη που εξασφαλίζεται, προέρχεται ή προκύπτει, βάσει νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό· ή (δ) επηρεάζει ποινή, κατάσχεση, ή τιμωρία που προέκυψε σχετικά με ποινικό αδίκημα που διαπράχθηκε εναντίον νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό· ή (ε) επηρεάζει έρευνα, νομική διαδικασία ή θεραπεία σχετικά με οποιοδήποτε δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ευθύνη, ποινή, κατάσχεση ή τιμωρία όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, Και τέτοια έρευνα, νομική διαδικασία, ή θεραπεία μπορεί να εγερθεί, συνεχιστεί, ή εκτελεσθεί και τέτοια ποινή, κατάσχεση, ή τιμωρία μπορεί να επιβληθεί ωσάν ο ακυρωτικός Νόμος δεν ψηφιζόταν.» Το γεγονός ότι ο παλαιός Νόμος έχει καταργηθεί δεν θεωρώ ότι μπορεί να επηρεάσει την υποχρέωση ή ευθύνη των Εναγομένων για πληρωμή τόκου σύμφωνα με τις πρόνοιες του παλαιού Νόμου και των μεταξύ των διαδίκων συμφωνιών. Στο Ν. 160(Ι)/99 προνοούνται κάποιες μεταβατικές διατάξεις για υφιστάμενα οικιστικά δάνεια και υφιστάμενες υποθήκες. Το γεγονός ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη πρόνοια για άλλα είδη δανείων ή διευκολύνσεων δεν θεωρώ ότι καθιστά το Ν. 160(Ι)/99 εφαρμοστέο στην παρούσα περίπτωση με δεδομένο ότι οι επίδικες συμφωνίες έχουν τερματιστεί πριν την θέσπιση του Νόμου αυτού και η παρούσα αγωγή επίσης έχει καταχωρηθεί πολύ πριν τη θέσπιση της σχετικής νομοθεσίας. Κύριος άξονας της επιχειρηματολογίας των Εναγομένων περί αξιώσεως τόκου πέρα του επιτρεπομένου είναι οι πρόνοιες του άρθρου 3 του περί Τόκου Νόμου 2/77 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «3. Το επιτόκιον εφ΄ οιουδήποτε χρέους ή υποχρεώσεως δεν δύναται να υπερβαίνη το 9% ετησίως.» Στις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του ιδίου Νόμου δίδονται οι ακόλουθοι ορισμοί: «`τόκος΄σημαίνει την αμοιβήν ή αποζημίωσιν διά την χρήσιν ή διακράτησιν υφ΄ ενός προσώπου χρηματικού κεφαλαίου ανήκοντος ή οφειλομένου εις έτερον πρόσωπον και οιονδήποτε ποσόν, υπό μορφήν δικαιώματος, επιβαρύνσεως ή εξόδων ή οιανδήποτε άλλην μορφήν, πέραν του κεφαλαίου, πληρωτέου εις τον δικαιούχον του χρηματικού κεφαλαίου επ΄ ανταλλάγματι εν σχέση προς την χρήσιν ή διακράτησιν του χρηματικού κεφαλαίου, αλλά δεν περιλαμβάνει ποσά άτινα νομίμως επιβάλλονται συμφώνως προς τις διατάξεις του περί Τοκιστών Νόμου του 1962 ή συμφώνως προς τας διατάξεις του περί Ελέγχου Ενοικιαγοράς και Πωλήσεως επί Πιστώσει και Μισθώσεως Ιδιοκτησίας Νόμου του 1966 υπό τίνος τοκιστού ή διαθέτου, αναλόγως της περιπτώσεως, διά ενοίκια και δικαιώματα ενοικιαγοράς, έξοδα, επιβαρύνσεις ή δαπάνας.» «`χρεωστικόν επιτόκιο΄σημαίνει το επιτόκιον διά του οποίου αι τράπεζαι δύνανται να χρεώσουν τους λογαριασμούς των χρεωστών των, ως τούτο καθορίζεται υπό της Κεντρικής Τραπέζης βάσει του άρθρου 36 του περί Κεντρικής Τραπέζης της Κύπρου Νόμου, νοουμένου ότι ο τοιούτος καθορισμός δημοσιεύεται εν τη επισήμω εφημερίδα της Δημοκρατίας.» Περαιτέρω θα πρέπει να γίνει αναφορά στις πρόνοιες του άρθρου 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, σύμφωνα με τις οποίες: «
(1)Καθ΄ οιανδήποτε ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου διαδικασίαν, διά την είσπραξιν οιουδήποτε χρέους διά το οποίον τόκος είναι πληρωτέος είτε δυνάμει συμφωνίας ή άλλως ως διά νόμου προβλέπεται, το δικαστήριον θα επιδικάζη τόκον συμφώνως προς το συμφωνηθέν ή άλλως διά νόμου προβλεπόμενον επιτόκιον διά την περίοδον την αρχομένην από της ημέρας καθ΄ ην τοιούτος τόκος κατέστη απαιτητός μέχρι τελικής αποπληρωμής: Νοείται ότι το τοιούτον επιτόκιον δεν θα υπερβαίνη το ανώτατον όριον του εκάστοτε υπό του νόμου επιτρεπομένου επιτοκίου.» Υπολογισμός τόκου με διαιρέτη το εμπορικό έτος αποτελούμενο από 360 ημέρες αντί του ημερολογιακού έτους το οποίο αποτελείται από 365 ημέρες: Αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση ο τρόπος υπολογισμού του τόκου, όπου, όπως ανέφερε ο κ. Ευσταθίου, λαμβάνεται υπόψη ως διαιρέτης το εμπορικό έτος αποτελεούμενο από 360 ημέρες αντί το ημερολογιακό έτος το οποίο αποτελείται από 365 ημέρες. Αυτός ο τρόπος υπολογισμού του τόκου καθιστά τον επιβληθέντα από τους Ενάγοντες 1 τόκο πέραν του επιτρεπομένου από τη σχετική νομοθεσία ποσοστού του 9%, εισηγήθηκε η υπεράσπιση. Ο κ. Ευσταθίου καθόρισε σαφώς ότι κατά τον υπολογισμό του τόκου ακολουθείτο ο ακόλουθος τύπος: Κεφάλαιο χ Επιτόκιο χ Μέρες διά 360 διά 100. Σύμφωνα με τις συμφωνίες που υπεγράφησαν μεταξύ των διαδίκων (Τεκμ. 512, 513, 525 και 530) προνοείται χρέωση τόκου προς 9% το χρόνο πάνω στα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα και πως για να καθοριστεί ο τόκος θα υπολογίζονται οι μήνες προς όσες μέρες έχει ο καθένας από αυτούς αλλά για να βρεθεί ο τόκος θα λαμβάνεται ως διαιρέτης το εμπορικό έτος των 360 ημερών. Κατά την αντεξέταση του μάρτυρα υπεβλήθη σ΄ αυτόν ότι η χρήση του διαιρέτη των 360 ημερών αντί 365 καθιστά τον τόκο ο οποίος χρεώνεται στους διάφορους λογαριασμούς πέραν του 9%, θέση με την οποία διαφώνησε ο μάρτυρας. Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου προκύπτει ότι η Ενάγουσα 1 τράπεζα χρησιμοποιούσε αυτό το διαιρέτη λογίζοντας προς τούτο, όχι το ημερολογιακό αλλά το λεγόμενο «εμπορικό έτος». Φαίνεται ότι αυτή η πρακτική δεν είναι άγνωστη στο τραπεζικό σύστημα και φαίνεται να χρησιμοποιείται από διάφορες τράπεζες. Αυτό που διαφοροποιεί την κατάσταση με την χρήση διαιρέτη 360 αντί 365 ημερών είναι το ποσό του τόκου που χρεώνεται. Συμβατικά παρέχεται πρόνοια σε όλες τις επίδικες συμφωνίες για την χρήση του διαιρέτη αυτού. Ειδικότερα παραπέμπω στο άρθρο 3(α) της συμφωνίας δανείου ημερ. 5.3.86 (Τεκμ. 512), το άρθρο 2(α) της συμφωνίας παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων ημερ. 5.3.86 (Τεκμ. 513), τον άρθρο 3(α) της συμφωνίας δανείου ημερ. 26.4.89 (Τεκμ. 525) και του άρθρου 2 της συμφωνίας προεξόφλησης τιμολογίων ημερ. 9.11.90 (Τεκμ. 530). Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο η χρήση του διαιρέτη των 360 αντί 365 καθιστά τον χρεωθέντα τόκο πέρα του μεγίστου επιτοκίου που προνοείται από τον Περί Τόκου Νόμο του 1977 (Ν. 2/77), όπως είναι η εισήγηση των Εναγομένων και συνεπώς ανεπίτρεπτη η είσπραξη του ποσού των τόκων τα οποία υπολόγισαν οι Ενάγοντες με βάση αυτό τον διαιρέτη. Θα πρέπει να σημειωθεί πως η θέση αυτή των Εναγομένων δεν είναι ειδικά δικογραφημένη απλά περιλαμβάνεται μία γενική αναφορά στα δικόγραφα περί χρέωσης ποσών πέρα των επιτρεπομένων από τη νομοθεσία. Βέβαια, χρέωση η οποία αντίκειται στη νομοθεσία δεν μπορεί να διεκδικηθεί στο Δικαστήριο, ανεξάρτητα αν υπάρχει η ανάλογη δικογραφική κάλυψη καθώς αποτελεί νομικό θέμα. Επίσης είναι σαφές από την μαρτυρία του κ. Ευσταθίου ότι οι καταστάσεις λογαριασμού που αποστέλλονταν στους Εναγομένους 1 περιλάμβαναν χρεώσεις τόκων οι οποίοι υπολογίστηκαν με βάση την πιο πάνω φόρμουλα και ουδέποτε αμφισβητήθηκαν, πέραν του γεγονότος ότι υπήρξε όρος στις γραπτές συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων για τη χρήση αυτού του διαιρέτη. Στην υπόθεση Ζαρτάρ Παχατουριάν ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ,
(2002)1 Α.Α.Δ. 322 το Δικαστήριο εξέτασε σχετικό όρο υπολογισμού τόκου πανομοιότυπο με αυτό που περιλαμβάνεται στις επίδικες συμφωνίες ο οποίος όπως αναφέρεται στη σελίδα 326 της εν λόγω απόφασης είχε ως εξής: «.προς υπολογισμό του τόκου, θα λογίζονται οι μήνες προς όσας έκαστος τούτον έχει ημέρας, προς εύρεση δε του τόκου θα λαμβάνεται ως διαιρέτης το εκ 360 ημερών εμπορικό έτος.» Τόσο το πρωτόδικο Δικαστήριο όσο και το Εφετείο δεν θεώρησαν τον όρο αυτό ως επιλήψιμο. Στην υπόθεση Archbold Investments Ltd κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ,
(2006)1 Α.Α.Δ. 1084 υπήρχε επίσης πρόνοια περί τόκου με διαιρέτη το εμπορικό έτος των 360 ημερών και το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο τρόπος υπολογισμού του τόκου επί 360 ημερών αντί 365 δεν οδηγεί σε χρέωση πέραν του 9%. Στην υπόθεση εκείνη προνοείτο τόκος 8,5% μέχρι την ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας και 9% από τον τερματισμό της συμφωνίας. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η χρέωση τόκου με τον πιο πάνω τρόπο υπολογισμού δεν υπερέβαινε το 8,5% μέχρι την ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας. Ενόψει των πιο πάνω καταλήγω ότι ο υπολογισμός τόκου επί 360 ημερών αντί 365 δεν είναι νομικά επιλήψιμος. Αξίωση τόκου που υπερβαίνει το ποσό του δοθέντος από την τράπεζα κεφαλαίου Ο κ. Ευσταθίου κατά την αντεξέταση δέχθηκε ότι οι αξιούμενοι τόκοι επί των διαφόρων ποσών των δανείων που δόθηκαν στην Εναγομένη 1 υπερβαίνουν το ποσό του κεφαλαίου που δόθηκε στην εν λόγω εταιρεία. Υπήρξε η θέση των Εναγομένων ότι κάτι τέτοιο είναι ανεπίτρεπτο και παραβαίνει τις πρόνοιες του άρθρου 6 του Περί Τόκων Νόμου του 1977. Το άρθρο 6 του εν λόγω Νόμου προνοεί τα ακόλουθα: «6
(1)Το ποσόν το οποίον δύναται να ανακτηθή δι΄ αγωγής ως καθυστερούμενος τόκος εφ΄ οιουδήποτε χρέους ή υποχρεώσεως δεν θα υπερβαίνη το ποσόν του αρχικού χρέους ή υποχρεώσεως εν σχέση προς την οποίαν ο τοιούτος τόκος είναι πληρωτέος.» Στην υπόθεση The Turkish Bank of Nicosia Ltd v. Mustafa H. Cukurova and others
(1977)1 CLR233 αποφασίστηκε πως από τη στιγμή που η συμφωνία για πληρωμή τόκου προς 9% είχε ενσωματωθεί στην απόφαση το μόνο ποσό που μπορούσε να αξιωθεί ήταν το διπλάσιο του κεφαλαίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση θα σήμαινε τη καταστρατήγηση του περί Τόκου Νόμου Κεφ. 150 και του άρθρου 33
(3)του Νόμου 14/60 και θα απόληγε στην καταβολή τόκου επί τόκου. Στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου και άλλοι ν. Coudounaris Food Products Ltd και άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 641 η χρέωση τόκου που υπερέβαινε το αρχικό κεφάλαιο κρίθηκε ως παράνομη χρέωση τόκου κατά παράβαση του Περί Τόκου Νόμου του 1977 και συνεπώς άκυρη. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η χρέωση ποσών σε σχέση με την χρήση ή διακράτηση χρηματικού κεφαλαίου είναι παράνομη εφόσον αυτή υπερβαίνει το ποσοστό του 9% ετησίως, όμως σε τέτοια περίπτωση δεν καθίσταται παράνομη ολόκληρη η συναλλαγή στην οποία υπάρχει η ανεπίτρεπτη πρόνοια και ούτε καν ολόκληρη η ίδια η πρόνοια καθίσταται παράνομη, απλά περικόπτεται η ανεπίτρεπτη χρέωση ή το ποσοστό της που υπερβαίνει το 9% ετήσια και η υπόλοιπη περισώζεται. (Βλέπε Τράπεζα Κύπρου ν. Coudounaris (πιο πάνω), Νεοφύτου ν. Κυριακίδης αρ. 3
(1993)2 Α.Α.Δ. 299). Ισχυρισμός περί παράβασης του άρθρου 6 του Νόμου του 1977 σε αξίωση υπολοίπου τρεχουμένου λογαριασμού έγινε στην υπόθεση Archbold Investments Ltd κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 1084. Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι ο επίδικος λογαριασμός ο οποίος ήταν λογαριασμός παρατραβήγματος και το εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο δεν ήταν σταθερό. Στο λογαριασμό εγκρίθηκαν αυξήσεις των ορίων παρατραβήγματος, εγίνοντο συνεχείς χρεοπιστώσεις, ώστε δεν υπήρχε σταθερό κεφάλαιο. Έπεται ότι δεν παραβιάσθηκε το άρθρο 6
(1)του Ν. 2/
- Ανατοκισμός Από πλευράς Εναγομένων προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο υπολογισμός τόκου από την πρώτη ημέρα που καταβάλλεται το κεφάλαιο και σε περίπτωση καταβολής πληρωμών η καταβολή τους πρώτα έναντι των τόκων ήταν αντίθετη με τη σχετική νομοθεσία. Ο κ. Ευσταθίου κατά την αντεξέταση του εξήγησε πως ο τόκος χρεώνεται από την πρώτη ημέρα που υπήρχε χρέωση του λογαριασμού και όχι από την επόμενη ημέρα όπως εισηγήθηκε η υπεράσπιση. Για να μην υπάρξει ανατοκισμός εντός του έτους, επεξήγησε ο μάρτυρας, οι τόκοι χρεώνονταν μεν κάθε τριμηνία με την ημερομηνία της τριμηνίας αλλά με ημερομηνία αξίας την πρώτη ημέρα του επόμενου χρόνου. Ως προς την είσπραξη του τόκου, ο μάρτυρας ανέφερε, ότι η πρακτική που ακολουθεί η τράπεζα είναι ότι η κάθε πιστωτική συναλλαγή εξοφλά πρώτα τον τόκο ο οποίος είναι δεδουλευμένος επί ημερήσιας βάσης και αν περισσέψει οποιοδήποτε ποσό εξοφλά το κεφάλαιο. Στην πρόσφατη απόφαση του εφετείου Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ και άλλων Πολ. Εφ. 163/06 ημερ. 5.5.2009 το Δικαστήριο εξέτασε το θέμα του ανατοκισμού και ανέφερε τα ακόλουθα στις σελίδες 8 και 9 της απόφασης: «Στη σχετική κατάθεση της η μάρτυς της εφεσείουσας τράπεζας ανέφερε ότι δεν υπήρξε ανατοκισμός αφού οι εφεσίβλητοι κατέθεταν συνεχώς στον επίδικο λογαριασμό και οι καταθέσεις καταλογίζονταν πρώτα έναντι των τόκων και ακολούθως έναντι του κεφαλαίου. Τούτο ανταποκρίνεται τόσο στο άρθρο 2(α) της συμφωνίας μεταξύ των αντιδίκων (Τ.1), όσο και από το σχετικό κανόνα που διαμορφώθηκε στην υπόθεση Devynes and others v. Noble and others, Baring and others v. Noble and others, Clayton´s case (1814-1823) All E.R.
- Το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης περιέχεται στις πρόνοιες του άρθρου 61 του περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ. 149) το οποίο προνοεί ότι όταν ένας οφειλέτης ο οποίος οφείλει διάφορα χρέη σε έναν πιστωτή δεν καθορίζει έναντι ποιου συγκεκριμένου χρέους γίνεται η πληρωμή, αυτό καταλογίζεται προς εξόφληση των χρεών κατά σειρά αρχαιότητας και αν τα χρέη έχουν την ίδια σειρά αρχαιότητας, ο καταλογισμός της πληρωμής γίνεται συμμετρικά. Η πιο πάνω απόφαση έχει ήδη τύχει της επιδοκιμασίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Ζαρτάρ Παχατουριάν ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 322 από το Δικαστή Χατζηχαμπή. «προκύπτει σαφώς από τον όρο 4(α) ότι η τράπεζα νομιμοποιείται όταν γίνεται πληρωμή έναντι του δανείου, να υπολογίζει και να εξοφλά τους μέχρι την ημέρα εκείνη δεδουλευμένους τόκους, όπως ακριβώς ήταν η πρακτική της στην προκειμένη περίπτωση.» Ο κ. Ευσταθίου διευκρίνισε στη μαρτυρία του ότι όταν γίνοντο πληρωμές από την Εναγόμενη 1 εταιρεία αυτές καταλογίζονταν πρώτα έναντι των τόκων και μετά έναντι του κεφαλαίου. Αυτή ήταν η πρακτική που ακολουθούσαν οι Ενάγοντες διαχρονικά και σύμφωνα με το μάρτυρα ποτέ δεν αμφισβητήθηκε αυτή η πρακτική από την Εναγόμενη 1. Στην υπόθεση Επίσημου Παραλήπτη υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστή της υπό διάλυση εταιρείας Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ και άλλων ν. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(2005)1 Α.Α.Δ. 38 αναγνωρίστηκε η δυνατότητα της τράπεζας να καταλογίσει μία πληρωμή έναντι των τόκων πρώτα και ακολούθως έναντι του κεφαλαίου. Θα πρέπει να σημειωθεί πως στις συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων δεν υπάρχει οτιδήποτε που να προσδιορίζει διαφορετικό τρόπο καταλογισμού των πληρωμών που εγίνοντο. Στη συμφωνία Τεκμ. 512 προνοείται στον όρο 3(α) «ότι η Τράπεζα θα δικαιούται να καταλογίζει τα έναντι του δανείου ποσά που κατατίθενται κάθε φορά πρώτα για εξόφληση ή για μερική εξόφληση των δουλεμένων τόκων ως τη μέρα της καταθέσεως, προμήθειας και δικαιώματα και τυχόν υπόλοιπο έναντι του κεφαλαίου». Πανομοιότυπη πρόνοια υπάρχει και στον όρο 3(α) της συμφωνίας Τεκμ. 525. Συνακόλουθα αποτελεί εύρημα μου ότι οι Εναγόμενοι δεν είχαν προσδιορίσει τον τρόπο που επιθυμούσαν να χρησιμοποιούνται οι καταθέσεις οι οποίες εγίνοντο στο τρεχούμενο λογαριασμό ενώ στις συμφωνίες δανείων Τεκμ. 512 και 514 είχαν προσδιορίσει ότι αυτές θα μπορούσαν να γίνουν πρώτα έναντι των τόκων και ακολούθως έναντι του κεφαλαίου. Οι πρόνοιες των άρθρων 59 - 61 του Κεφ. 149 ουσιαστικά επαναλαμβάνουν τη νομική αρχή η οποία είχε καθιερωθεί και έγινε γνωστή ως Clayton Rule, δηλαδή αν ο οφειλέτης δεν ορίσει το χρέος για το οποίο γίνεται μια πληρωμή ούτε μπορεί να συναχθεί από άλλες περιστάσεις η βούληση του, τότε ο πιστωτής δικαιούται κατά βούληση να αποπληρώσει το διάφορα χρέη Βλ. Archbold Investment v. Λαϊκή (πιο πάνω). Στην υπόθεση αυτή τονίστηκε ότι όταν δεν υπάρχει μαρτυρία για συνεννόηση, αναφορικά με τη μέθοδο που έπρεπε οι ενάγοντες να χρησιμοποιούν για καταλογισμό των πληρωμών, η αποπληρωμή από πλευράς τους πρώτα των τόκων ή άλλων χρεώσεων είναι ορθή. Ο κ. Δημητριάδης ανέφερε πως δεν υπήρξε οποιαδήποτε διαμαρτυρία για τον τρόπο που πληρώνονταν οι λογαριασμοί. Όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω οι καταστάσεις λογαριασμών αποστέλλοντο στην Εναγομένη. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω καταλήγω ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε ανατοκισμός στους λογαριασμούς. Θα εξετάσω τον κάθε λογαριασμό ξεχωριστά υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων μου για να αποφασίσω το υπόλοιπο που δικαιούνται να αξιώσουν οι Ενάγοντες, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι υπόλοιπες υπερασπίσεις των Εναγομένων τις οποίες θα εξετάσω στην συνέχεια. Λογαριασμός δανείου 063-12-009580 Ο λογαριασμός αυτός σχετίζεται με τη συμφωνία δανείου ημερ. 5.3.1986 (Τεκμ. 512). Όπως ανέφερα και πιο πάνω η υπογραφή της συμφωνίας αυτής είναι παραδεκτή. Η εκταμίευση του ποσού του δανείου έγινε σταδιακά, σύμφωνα με τη μαρτυρία του κ. Ευσταθίου όπως φαίνεται από την κατάσταση λογαριασμού Τεκμ. 1
(1). Καταχωρήθηκαν προς τούτο τα παραστατικά των εκταμιεύσεων Τεκμ. 2 - 5 στα οποία ο κ. Α. Δημητριάδης αναγνώρισε την υπογραφή του, χωρίς όμως να είναι σε θέση να επιβεβαιώσει ή να απορρίψει το περιεχόμενο τους, όπως είπε κατά την αντεξέταση του, ενώ αρχικά είχε αρνηθεί ότι έγινε η εκταμίευση του δανείου. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το Τεκμ. 5 ήταν παραποιημένο και μετά ανέφερε ότι ήθελε χρόνο να το ελέγξει. Κατά το στάδιο που έδινε μαρτυρία ο κ. Δημητριάδης στις υποθέσεις 2543/91 και 1402/92 ερωτήθηκε για την υπόθεση 1201/92 και ότι η Λαϊκή αξιώνει ποσό £441.592,42 και κατά πόσο δέχεται την οφειλή προς τη Λαϊκή. Η απάντηση που έδωσε είναι ότι δεν μπορεί να απαντήσει διότι εγείρονται νομικά θέματα προσθέτοντας όμως ότι «εκείνο το οποίο μπορώ να επιβεβαιώσω είναι ότι αυτά τα ποσά δόθηκαν στην εταιρεία. Βεβαίως υπάρχουν κάποιοι τόκοι που είναι υπερβολικοί. Δεν είναι μεγάλο ποσό, είναι μικρό ποσό πράγματι αλλά θα έλεγα ότι αυτό το ποσό σε γενικές γραμμές κύριε πρόεδρε δόθηκε στην Apak και αυτή είναι η πραγματικότητα». Έχοντας υπόψη την ασάφεια που υπάρχει στη μαρτυρία του κ. Δημητριάδη στην παρούσα υπόθεση και την μαρτυρία του στις συνενωμένες αγωγές 2543/91 και 1402/92 κρίνω ότι οι ισχυρισμοί του περί μη εκταμίευσης του ποσού του δανείου αποτελεί υπεκφυγή για να μην παραδεχθεί την εκταμίευση του ποσού του δανείου και δεν γίνονται αποδεκτές. Αναφορικά με τις καταστάσεις του λογαριασμού δανείου 063-12-009580 ο κ. Δημητριάδης ανέφερε πως υπήρχε προσωπικό λογιστηρίου το οποίο έκαμνε απλώς καταχωρήσεις στο λογιστικό σύστημα χωρίς να ελέγχει αν ήταν νόμιμες ή όχι. Αργότερα ο ίδιος για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας έλεγξε τις καταστάσεις και ετοίμασε το Τεκμ.
- Στα πλαίσια της μαρτυρίας του στις υποθέσεις 2543/91 και 1402/92 (Τεκμ. 556) και συγκεκριμένα στις σελ. 1564 ο κ. Α. Δημητριάδης ανέφερε τα ακόλουθα: «Υπήρχαν κοπέλες στο λογιστήριο της Εναγομένης 1 οι οποίες έπαιρναν όλα τα τιμολόγια, τις αποδείξεις και όλες τις πράξεις τις οποίες έκαμνε η Εναγόμενη 1 τις καταχωρούσαν στο λογιστικό σύστημα. Γινόταν έλεγχος από τον υπεύθυνο του λογιστηρίου και επίσης εγώ σε τακτά χρονικά διαστήματα, κάποτε εβδομαδιαίως, κάποτε κάθε 15 μέρες, έλεγχα αυτές τις καταχωρήσεις και βεβαιωνόμουν ότι ήταν ορθές και εκτύπωνα τα αποτελέσματα. Αυτές τις καταχωρήσεις εκτύπωσα, ιδιαίτερα τα λογιστικά βιβλία της εταιρείας όταν η εταιρεία τέθηκε σε εκκαθάριση το 1994.» Αυτό αποτελεί κατά τη κρίση μου σαφώς διαφοροποιημένη θέση. Φαντάζει παράδοξο συνειδητά να ασκείται αυξημένος έλεγχος και να μην γνωρίζει ο μάρτυρας αν εκταμιεύθηκε το ποσό του δανείου. Η θέση του μάρτυρα ότι δεν γνώριζε ότι κάποιες χρεώσεις ήταν παράνομες και αυτός είναι ο λόγος που δεν αμφισβητήθηκαν σε προηγούμενο στάδιο είναι λογική. Όμως ο μάρτυρας δεν αμφισβητεί μόνο κάποιες χρεώσεις γιατί έρχονται σε αντίθεση, κατά τους ισχυρισμούς του με τη εφαρμοζόμενη νομοθεσία, αλλά και άλλα ποσά. Κρίνω ότι η εκταμίευση του ποσού του δανείου τεκμηριώνεται τόσο από τα παραστατικά που κατατέθηκαν όσο και από τη κατάσταση λογαριασμού η οποία δεν αμφισβητήθηκε πριν την ακροαματική διαδικασία της παρούσας αγωγής. Ακόμα και στο στάδιο που έδιδε μαρτυρία ο κ. Α. Δημητριάδης δεν υπήρξε σαφής αμφισβήτηση του ποσού που εκταμιεύθηκε παρά μόνο των χρεώσεων που έγιναν στο λογαριασμό αυτό. Ο κ. Ευσταθίου εξήγησε με σαφήνεια τον τρόπο που ετοιμάστηκε η αναθεωρημένη κατάσταση λογαριασμού για τον εν λόγω λογαριασμό Τεκμ.
- Όπως εξήγησε ο μάρτυρας η ετοιμασία αυτού του λογαριασμού έγινε από τον ίδιο με τρόπο ώστε να αποφευχθεί η κεφαλαιοποίηση του τόκου. Ανακάλεσε, είπε, από το ηλεκτρονικό αρχείο της τράπεζας τις πληροφορίες που αφορούσαν το συγκεκριμένο λογαριασμό δανείου και με τη χρήση συγκεκριμένου προγράμματος προέβη σε υπολογισμό του τόκου με βάση το ανείσπρακτο κεφάλαιο που είχαν δανείσει στο πελάτη αγνοώντας την όποια κεφαλαιοποίηση ανείσπρακτου τόκου. Το επιτόκιο που χρησιμοποίησε ήταν 9% ετησίως. Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι προέβη σε αναθεώρηση λογαριασμών έτσι ώστε να αποφευχθεί η κεφαλαιοποίηση τόκων σε κάποιες περιπτώσεις όπου δεν υπήρχαν καταθέσεις. Ο μάρτυρας ανέφερε πως ο τόκος χρεώνετο από την ίδια ημέρα που γινόταν ανάληψη του ποσού του δανείου και όχι από την επόμενη. Συμφώνησε επίσης ο μάρτυρας ότι στο λογαριασμό αυτό έγιναν συνολικές πληρωμές ύψους £23.310,19 οι οποίες καταβλήθηκαν έναντι των τόκων. Αρνήθηκε όμως ο μάρτυρας τη θέση της υπεράσπισης ότι το μέγιστο ποσό που θα μπορούσε να αξιώνει η τράπεζα για τον εν λόγω λογαριασμό είναι το διπλάσιο του ποσού του κεφαλαίου που κατέβαλε στην Εναγομένη 1 μείον το ποσό των τόκων (£23.310,19) που καταβλήθησαν έναντι του δανείου, αναφέροντας ότι παραμένει σε εκκρεμότητα ολόκληρο το κεφάλαιο το οποίο μαζί με τους τόκους ανέρχεται μέχρι 31.12.2005 σε ποσό £295.533,16 και ο τόκος συνεχίζει να αξιώνεται σε ποσοστό 9% επί του ποσού των £115.000 που αποτελεί το αξόφλητο κεφάλαιο μέχρι πλήρους εξόφλησης. Έχοντας εξετάσει την αναθεωρημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ. 11) και τις εξηγήσεις που δόθηκαν από το μάρτυρα καταλήγω πως σε αυτή δεν περιλαμβάνεται οποιοσδήποτε ανατοκισμός. Η καταβολή των πληρωμών που έγιναν σε αυτό το λογαριασμό έναντι των τόκων δεν αποτελεί οτιδήποτε το επιλήψιμο όπως έχω αναλύσει πιο πάνω. Όσον αφορά το γεγονός ότι η Τράπεζα χρησιμοποίησε για σκοπούς υπολογισμού του τόκου διαιρέτη 360 ημερών αντί 365, κάτι που προνοείτο στη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, επίσης δεν κρίνω ότι είναι επιλήψιμο. Η χρέωση τόκου από την πρώτη ημέρα που καταβάλλεται το κεφάλαιο δεν θεωρώ ότι ανεβάζει το επιτόκιο πάνω από 9% ούτε θεωρώ ότι καταστρατηγεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο το σχετικό νόμο, έχοντας υπόψη την ερμηνεία που δίδεται στον όρο τόκος. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη συμφωνία δανείου Τεκμ. 512 ο τόκος θα χρεώνεται επί των ημερήσιων χρεωστικών υπολοίπων και χρεωστικό υπόλοιπο υπάρχει από την πρώτη ημέρα που δίδεται το κεφάλαιο. Σημειώνω επίσης τη μαρτυρία του κ. Ευσταθίου ότι ο τόκος χρεώνεται από την πρώτη ημέρα που γίνεται δανεισμός αλλά δεν λογίζεται η τελευταία ημέρα. Αναφορικά με την εισήγηση ότι μόνο το διπλάσιο του ποσού του κεφαλαίου μπορεί να ανακτηθεί ως καθυστερημένος τόκος στην παρούσα αγωγή, η θέση αυτή είναι ορθή σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 6 του Περί Τόκου Νόμου όπως αναλύεται πιο πάνω. Ενόψει των πιο πάνω καταλήγω ότι για τον λογαριασμό αυτό το ποσό που μπορεί να αξιωθεί είναι £145.860,00 πλέον 9% από 1.10.1991 μέχρι εξοφλήσεως επί του αξόφλητου κεφαλαίου των £115.000 υπό τον όρο ότι το σύνολο του εισπρακτέου τόκου δεν θα υπερβαίνει το διπλάσιο του αρχικού κεφαλαίου. Λογαριασμός δανείου 063-12-020266 Η υπογραφή της συμφωνίας δανείου ημερ. 26.4.1989 (Τεκμ. 525) είναι παραδεκτή. Η εκταμίευση του ποσού του δανείου δηλ. £50.000 έγινε σε δύο ημερομηνίες. Ποσό £40.000 στις 11.5.1989 και ποσό £10.000 στις 1.6.1989 (τα παραστατικά είναι Τεκμ. 6 και 7 αντίστοιχα). Όπως εξήγησε ο κ. Σιάρτος (Μ.Ε.2) το ποσό των £20.000 με το οποίο χρεώθηκε στις 12.10.1989 ο λογαριασμός αυτός αφορούσε τη μεταφορά από το εν λόγω λογαριασμό στο τρεχούμενο λογαριασμό με αρ. 063-11-002531, καθότι το ποσό των £21.736,00 το οποίο πιστώθηκε στον εν λόγω λογαριασμό δανείου στις 11.10.1989 θα έπρεπε να πιστώνετο στον λογαριασμό τρεχουμένου. Μετά από αυτή τη εξέλιξη και σε συνεννόηση με τον κ. Δημητριάδη στις 12.10.1989 μεταφέρθηκε από το ποσό των £21.739 το ποσό των £20.000 στον τρεχούμενο (τα παραστατικά είναι Τεκμ. 8 και 9). Στο σημείο αυτό παρεμβάλλω τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 όπου κατά την αντεξέταση, του υποδείχθηκε ένα σημείο στο τέλος του Τεκμ. 525 όπου αναφέρεται δήλωση εκ μέρους της εταιρείας ότι έχουν λάβει το ποσό του δανείου που ανερχόταν σε £50.
- Το ποσό αυτό, ανέφερε ο μάρτυρας εκταμιεύθηκε ποσό £40,000 στις 11.5.89 και ποσό £10,000 την 1.6.
- Με αυτή τη μαρτυρία, αποδέχομαι ότι το ποσό του δανείου δεν λήφθηκε στις 26.4.89, ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας δανείου (Τεκμ. 525) αλλά κατά τις ημερομηνίες που αναγράφονται στα παραστατικά (Τεκμ. 6 και 7) όπως αναφέρονται και στις καταστάσεις λογαριασμού. Το γεγονός ότι στη συμφωνία αναφέρεται ότι το ποσό του δανείου λήφθηκε την ίδια ημέρα που υπογράφη η συμφωνία δεν αλλοιώνει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την εγκυρότητα της σύμβασης. Ο κ. Δημητριάδης στη μαρτυρία του ανέφερε ότι το ποσό αυτό εξοφλήθηκε από τους Sainsbury´s. Εκτός του γεγονότος ότι δεν υπάρχει η αναγκαία δικογραφική κάλυψη ότι το ποσό του δανείου αυτού εξοφλήθηκε, η μαρτυρία του κ. Δημητριάδη επί του σημείου χαρακτηρίζεται από γενικότητα και δεν τεκμηριώθηκε. Δεν μπορεί ένας μάρτυρας ο οποίος προβαίνει σε γραπτή κατάθεση η οποία αποτελείται από 118 σελίδες, ετοιμάζει τις αμφισβητήσεις του επί των χρεωθέντων ποσών με τόση λεπτομέρεια να μην μπορεί να τεκμηριώσει ένα τέτοιο ισχυρισμό με στοιχεία. Οι καταστάσεις λογαριασμού που έχουν κατατεθεί από τον κ. Ευσταθίου Τεκμ. 1
(2)αποδέχομαι ότι καταγράφουν όλες τις πράξεις που έγιναν σε αυτό το λογαριασμό. Ο κ. Ευσταθίου κατέθεσε επίσης αναθεωρημένη κατάσταση λογαριασμού για τον εν λόγω λογαριασμό Τεκμ. 12 την οποία επεξήγησε με σαφήνεια. Τονίστηκε από το μάρτυρα ότι η ετοιμασία των αναθεωρημένων καταστάσεων κρίθηκε αναγκαία λόγω ελλείψεως καταθέσεων, με αποτέλεσμα να υπάρξει ανατοκισμός στις καταστάσεις λογαριασμού που είχαν αποσταλεί στους πελάτες. Και σε αυτή τη περίπτωση οι πληρωμές που έγιναν κατατέθηκαν πρώτα έναντι των τόκων, κάτι που σύμφωνα με την ανάλυση που έκανα πιο πάνω στην απόφαση μου είναι επιτρεπτό και προνοείται και στη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία (Τεκμ. 525 όρος 3(α)). Συνακόλουθα καταλήγω ότι η πρακτική αυτή της τράπεζας δεν οδήγησε σε οποιοδήποτε ανατοκισμό ή εν πάση περιπτώσει σε επιβολή τόκου πέραν του επιτρεπομένου. Και σε αυτή τη περίπτωση χρησιμοποιήθηκε διαιρέτης 360 ημερών και υιοθετώ και επαναλαμβάνω τα όσα ανέφερα πιο πάνω σε συνάρτηση με το θέμα. Εγέρθηκε επίσης και σε αυτή τη περίπτωση το θέμα της χρέωσης τόκου από τη πρώτη ημέρα καταβολής του δανείου και σε αυτή τη περίπτωση ο κ. Ευσταθίου εξήγησε με σαφήνεια ότι ο τόκος καθίσταται πληρωτέος από την πρώτη ημέρα που καταβάλλονται τα ποσά από τη Τράπεζα και δεν μετρά η τελευταία ημέρα. Για τους λόγους που ανέφερα και πιο πάνω δεν θεωρώ ότι υπάρχει οτιδήποτε το επιλήψιμο σε αυτό τον τρόπο υπολογισμού του τόκου. Όσον αφορά τη θέση των Εναγομένων ότι η Τράπεζα δικαιούται να διεκδικεί τόκο που δεν θα υπερβαίνει το ποσό του κεφαλαίου υιοθετώ και επαναλαμβάνω τα όσα ανέφερα πιο πάνω. Με βάση τα ευρήματα μου και τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα καταλήγω ότι το ποσό που δικαιούται να αξιώνει η τράπεζα σε συνάρτηση με αυτό το λογαριασμό ανέρχεται στο ποσό των £42.584,91 με 9% τόκο επί του αξόφλητου κεφαλαίου των £40.155,50 από 1.10.1991 μέχρι εξοφλήσεως υπό τον όρο ότι το σύνολο του εισπρακτέου τόκου δεν θα υπερβαίνει το διπλάσιο του αρχικού κεφαλαίου των £50.000. Βέβαια παραμένει προς εξέταση το θέμα των άλλων υπερασπίσεων που προβάλλονται ως προς την εγκυρότητα της συμφωνίας δανείου, θέματα που θα με απασχολήσουν στη συνέχεια. Τρεχούμενος λογαριασμός 063-11-002531 Στις 5.3.1986 υπογράφηκε η συμφωνία χορήγησης τραπεζικών διευκολύνσεων με τη μορφή τρεχούμενου λογαριασμού (Τεκμ. 513). Η υπογραφή της συμφωνίας είναι παραδεκτή. Η συμφωνία υπεγράφη μετά την αποδοχή από την ΑΡΑΚ της επιστολής προσφοράς της Τράπεζας ημερ. 5.3.1986 όπου γίνεται αναφορά, μεταξύ άλλων, σε λογαριασμό παρατραβήγματος με όριο £46.000. Το όριο φαίνεται να διαφοροποιείται σε μεταγενέστερο στάδιο όπως αναφέρεται στην επιστολή της τράπεζας ημερ. 6.3.1989 με την οποία έγινε επανακαθορισμός των διευκολύνσεων που χορηγήθηκαν. Επίσης στην επιστολή αυτή γίνεται αναφορά σε εξαγωγές με όριο £50.000. Ο κ. Ευσταθίου εξήγησε με περισσή λεπτομέρεια τις καταστάσεις του εν λόγω λογαριασμού Τεκμ. 1
(3)- 1
(22)και τη κάθε μια καταγραφή ξεχωριστά. Έχω αναφερθεί πιο πάνω σ΄ αυτό το θέμα και έχω αποδεχθεί τη μαρτυρία του ότι σ΄ αυτές τις καταστάσεις περιλαμβάνονται όλες οι πράξεις που έγιναν από τη τράπεζα. Ο κ. Ευσταθίου καταχώρησε επίσης αναθεωρημένη κατάσταση λογαριασμού Τεκμ. 494, κατάσταση των επιταγών Τεκμ. 495 και κατάσταση των διαφόρων ποσών μετά των τόκων που αφαιρέθηκαν από το αξιούμενο δυνάμει των καταστάσεων λογαριασμών ποσών. Όπως επεξήγησε ο μάρτυρας ο τρόπος ετοιμασίας αυτής της κατάστασης έγινε με τον τρόπο που έγιναν και οι αναθεωρημένες καταστάσεις Τεκμ. 11 και
- Η αναθεωρημένη κατάσταση ξεκινά στις 30.6.1991 ενώ η πρώτη συναλλαγή έγινε στις 7.3.
- Επεξηγήθηκε ικανοποιητικά πιστεύω από το μάρτυρα ο λόγος που έγινε αυτό. Μέχρι 30.6.1991 οι καταθέσεις υπερέβαιναν τους χρεωθέντες τόκους και κατά συνέπεια εξοφλούντο. Συνακόλουθα δεν υπήρχε κεφαλαιοποίηση τόκου. Ανέφερε επίσης ο μάρτυρας ότι για κάποια έξοδα τα οποία χρεώθηκαν και οδηγούσαν σε επιβολή υψηλότερου επιτοκίου από το 9%, κάτι που έμαθαν εκ των υστέρων ότι δεν μπορούσαν να χρεώνουν αφαιρέθηκαν μαζί με τους τόκους τους και οι καταγραφές αυτών των ποσών φαίνονται στο Τεκμ.
- Ο μάρτυρας επεξήγησε και την κατάσταση που ετοίμασε για τις επιταγές όπου ιεραρχούνται με βάση την ημερομηνία αξίας και αποτελεί τη νοητή κατάσταση που έχει στη μνήμη του ο ηλεκτρονικός υπολογιστής για να υπολογίζει τους τόκους. Στην παρούσα όμως περίπτωση την ετοίμασε ο ίδιος λόγω έλλειψης ικανοποιητικών καταθέσεων. Το αξιούμενο ποσό αναφορικά με τον τρεχούμενο λογαριασμό είναι £220.211,64 πλέον τόκος 9% ετησίως επί του κεφαλαίου που παραμένει αξόφλητο που είναι £217.371,
- Ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι στις 25.10.91 δηλαδή μετά το τερματισμό που έγινε στις 30.9.1991 πληρώθηκε εγγυητική για ποσό £5.093,29 και αυτός είναι ο λόγος που έχει διαχωριστεί ο τόκος που αξιώνεται σε £212.278,24 από 1.10.91 και σε £5.093,29 από 25.10.
- Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι οι τόκοι που διεκδικούνται από τη τράπεζα μετά τις 30.9.1991 που έγινε ο τερματισμός όπως φαίνονται στο Τεκμ. 1
(3)δεν αποτελούν τα συγκεκριμένα ποσά που διεκδικεί σήμερα η τράπεζα. Αυτά έχουν μειωθεί με τον τρόπο που φαίνεται στο Τεκμ.
- Αμφισβητήθηκαν συγκεκριμένες χρεώσεις που έγιναν στο τρεχούμενο λογαριασμό. Οι χρεώσεις που έγιναν για πληρωμή των προσωπικών δανείων των διευθυντών της εταιρείας κ. Α. Δημητριάδη και κ. Κ. Νικολαίδη ήταν μεταξύ των ποσών που αμφισβητήθηκαν. Σημειώνω ότι τα ποσά των £500 μηνιαίως, τα οποία περιλαμβάνονται στον πίνακα 2 του Τεκμ. 504 πιστώθηκαν στο δάνειο του κ. Α. Δημητριάδη 063-12-003991 και τα ποσά των £400 μηνιαίως που επίσης περιλαμβάνονται στον πίνακα 2 του Τεκμ. 504 πιστώθηκαν στο δάνειο του κ. Κ. Νικολαίδη 063-12-
- Επίσης το ποσό των £10.000 το οποίο περιλαμβάνεται στον πίνακα 2 του Τεκμ. 504 έχει κατατεθεί στους λογαριασμούς δανείου με αποτέλεσμα να μειώσει το δάνειο της εταιρείας. Περαιτέρω οι χρεώσεις στον τρεχούμενο λογαριασμό που έγιναν προς τη ΣΥΤΑ και ΑΗΚ επίσης αμφισβητήθηκαν ότι έγιναν χωρίς εξουσιοδότηση. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του κ. Ευσταθίου επί όλων των πιο πάνω θεμάτων. Θα πρέπει να σημειωθεί πως η θέση του κ. Δημητριάδη ότι δεν έλεγχε τους λογαριασμούς και πως αυτό γινόταν από κάποιες υπαλλήλους του λογιστηρίου εκτός του γεγονότος ότι δεν συνάδει με τη μαρτυρία που έδωσε στις συνενωμένες αγωγές 2543/91 και 1402/92 την οποία παρέθεσα πιο πάνω, επιπρόσθετα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή γιατί δεν δόθηκε καμία δικαιολογία για ποιο λόγο ενώ μειώνετο το δάνειο τόσο το δικό του όσο και του κ. Κ. Νικολαίδη και ενώ πληρώνοντο οι λογαριασμοί της ΣΥΤΑ και της ΑΗΚ και τους αποστέλλονταν οι λογαριασμοί που έδειχναν αυτές τις χρεώσεις δεν προέβη σε καμία αμφισβήτηση. Θα έπρεπε ο ίδιος να γνώριζε ότι από το τρεχούμενο λογαριασμό της εταιρείας καταβάλλετο η δόση του δανείου τόσο του ιδίου όσο και του κ. Νικολαίδη ή κατά πόσο είχαν δοθεί οδηγίες από την εταιρεία να καταβάλλονται απ΄ ευθείας από τη Τράπεζα τα ποσά που οφείλοντο στη ΣΥΤΑ και ΑΗΚ. Επιπρόσθετα, δεν μπορεί να παραμείνει χωρίς σχολιασμό το γεγονός ότι τα δικόγραφα των Εναγομένων αποτελούνται από 41 σελίδες το δικόγραφο των Εναγομένων 1 και 55 σελίδες το δικόγραφο των Εναγομένων 2 και 3 και ο ισχυρισμός περί υπερβολικών χρεώσεων να καταλαμβάνει μόλις μία μικρή παράγραφο και να τίθεται με τόση γενικότητα ενώ κατά την ακροαματική διαδικασία αυτό να είναι ένα κεντρικό στοιχείο της αντεξέτασης των μαρτύρων των εναγόντων και να έχει γίνει τόσο σχολαστική αντεξέταση επί των θεμάτων αυτών. Θεωρώ ότι αυτές οι αμφισβητήσεις είναι εκ των υστέρων σκέψεις. Η δικαιολογία που δόθηκε από τον κ. Δημητριάδη, ότι τώρα, κατά την ακροαματική διαδικασία της παρούσας υπόθεσης, αντιλήφθηκε το παράνομο των διάφορων χρεώσεων μπορεί να ευσταθήσει μόνο σε συνάρτηση με τους επιβληθέντες τόκους. Δεν μπορεί όμως να επεκταθεί και στις χρεώσεις που έγιναν στον τρεχούμενο λογαριασμό της εταιρείας που αναφέρονται πιο πάνω. Μετά την ημερομηνία τερματισμού 30.9.1991 η μόνη χρέωση που αξιώνουν οι Ενάγοντες 1 είναι αυτή της πληρωμής της εγγυητικής για ποσό ΛΚ.5.093,23 που έγινε στις 25.10.1991, διευκρίνισε ο μάρτυρας. Έχοντας αποδεχθεί τη μαρτυρία του κ. Ευσταθίου και έχοντας υπόψη τις καταστάσεις του τρεχουμένου λογαριασμού της Εναγομένης 1 Τεκμ. 1
(3)-1
(22), τις αναθεωρημένες καταστάσεις Τεκμ. 494 καταλήγω ότι το υπόλοιπο αυτού του λογαριασμού ανέρχεται σε £220.204,69 πλέον τόκο προς 9% επί ποσού £212.271,29 από 1.10.91 και επί ποσού £5.093,29 από 25.10.91 μέχρι εξόφλησης. Το γεγονός ότι ο υπολογισμός του τόκου γινόταν με διαιρέτη το 360 έχει εξεταστεί πιο πάνω και το υιοθετώ. Με βάση τη μαρτυρία του κ. Ευσταθίου και τις επεξηγήσεις που έχει προβεί καθώς και με βάση το Τεκμ. 494 καταλήγω ότι δεν υπάρχει ανατοκισμός. Ο λογαριασμός 063-11-002531 αποτελεί τρεχούμενο λογαριασμό και το εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο δεν ήταν σταθερό. Έχω αναλύσει πιο πάνω τον τρόπο υπολογισμού του τόκου και την κατάληξη μου ότι οι δοσοληψίες που περιέχονται στους λογαριασμούς καθώς και τα ποσά όπως αξιώνονται με βάση το Τεκμ. 494 είναι ορθά και πως δεν περιλαμβάνεται οποιοσδήποτε ανατοκισμός. Το κεφάλαιο σε αυτό το λογαριασμό δεν είναι σταθερό έχοντας υπόψη τις συνεχείς χρεοπιστώσεις και δεν διαπιστώνεται παράβαση του άρθρου 6 του περί Τόκου Νόμου βλ. Archbold Investments Ltd κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 1084. Οι Εναγόμενοι οι οποίοι προβάλλουν αυτό το ισχυρισμό θα έπρεπε να τον τεκμηριώσουν με μαρτυρία. Στο σημείο αυτό θα επαναλάβω πως δεν γίνεται ειδική αναφορά στα δικόγραφα τους για το θέμα αυτό. Υπέρβαση ορίου τρεχουμένου λογαριασμού Οι Εναγόμενοι κατά το στάδιο των αγορεύσεων ισχυρίστηκαν ότι οι Ενάγοντες 1 δεν έχουν δώσει καμιά επεξήγηση γιατί αξιώνουν από τους Εναγόμενους ποσό μεγαλύτερο από το εγκεκριμένο όριο του τρεχούμενου λογαριασμού. Σύμφωνα με τους Ενάγοντες 1 η θέση αυτή θα πρέπει να απορριφθεί για τους ακόλουθους λόγους: (α) δεν είναι δικογραφημένη, (β) δεν υποβλήθηκε σε κανένα από τους μάρτυρες των εναγόντων,(γ) σύμφωνα με το Τεκμ. 556 φαίνεται πως η υπέρβαση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού της AΡΑΚ ήταν σε γνώση του κ. Ανδρέα Δημητριάδη, (δ) η πλειοψηφία των συναλλαγών αφορούσαν επιταγές οι οποίες εκδίδονταν από την ίδια την Εναγομένη 1 και τέλος (ε) πως η αύξηση του ορίου του τρεχούμενου ήταν επιτρεπτή με βάση τη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων (Τεκμ. 513). Είναι γεγονός ότι η θέση αυτή των εναγομένων δεν περιλαμβάνεται στις δικογραφημένες τους θέσεις ούτε υπήρξε αντεξέταση οποιουδήποτε από τους μάρτυρες των εναγόντων επί του θέματος αυτού. Υπό αυτές τις περιστάσεις θα πρέπει να θεωρηθεί ότι οι Εναγόμενοι αποδέχονται τη θέση των Εναγόντων (βλ. Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785). Παρά ταύτα θα εξετάσω κατά πόσο η υπέρβαση του ορίου του τρεχούμενου πέραν από τα ποσά που είχε δοθεί έγκριση περιορίζει τη δυνατότητα της τράπεζας να αξιώσει οποιοδήποτε ποσό υπερβαίνει το ποσό της έγκρισης. Η συμφωνία ημερομηνίας 5.3.1986 για παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων προς την Εναγομένη 1 (Τεκμ. 513), δεν περιέχει οποιοδήποτε περιορισμό ως προς το ποσό των εν λόγω διευκολύνσεων. Ο όρος 1 της εν λόγω συμφωνίας προνοεί τα ακόλουθα: «Το ποσόν και ο τύπος των δανείων και/ή πιστώσεων οιασδήποτε και/ή οιωνδήποτε άλλων τραπεζικών ή πιστωτικών διευκολύνσεων γενησομένων υπό της Τραπέζης προς τον πελάτην θα υπόκεινται εις την απόλυτον κρίσιν της Τραπέζης.» Σύμφωνα με τον όρο αυτό παρέχεται η δυνατότητα στους ενάγοντες 1 να αυξήσουν το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού της Εναγομένης 1 εταιρείας, συνεπώς η οποιαδήποτε αύξηση του ορίου ήταν επιτρεπτή με βάση της μεταξύ των μερών συμφωνίας. Πανομοιότυπος όρος έτυχε ανάλογης ερμηνείας στην υπόθεση Archbold Investments Ltd κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 1084. Τόσο από τις καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμ. 1
(3)-1
(22)) όσο και από τα παραστατικά που κατατέθηκαν ως τεκμήρια προκύπτει ότι η συντριπτική πλειοψηφία των συναλλαγών αφορούσαν επιταγές τις οποίες εξέδιδε η Εναγόμενη 1 εταιρεία. Στην υπόθεση C.T.A. Techno Marketing Ltd και άλλου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 720 το Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε τη θέση των εφεσειόντων ότι κακώς ετιμούντο οι επιταγές που εξέδιδαν, γιατί δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια και αυτό γιατί, οι εφεσείοντες είναι αυτοί που ζητούσαν από τους εφεσίβλητους να τιμήσουν τις επιταγές και η κάθε επιταγή που τιμήθηκε συνιστούσε, σύμφωνα με τα άρθρα 3
(1)και 73 του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262, εντολή των εφεσειόντων 1 προς τους εφεσίβλητους για να πληρώσουν τον δικαιούχο. Για τους πιο πάνω λόγους θεωρώ πως οι εναγόμενοι δεν νομιμοποιούνται να αμφισβητούν τη δυνατότητα των Εναγόντων 1 να αξιώνουν οποιοδήποτε υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού το οποίο υπερβαίνει το εγκριθέν όριο. Λογαριασμός προεξόφλησης τιμολογίων Η μαρτυρία του κ. Ευσταθίου ήταν σαφής επί του θέματος και γίνεται αποδεκτή. Το γεγονός ότι δεν καταχωρήθηκε κατάσταση λογαριασμού όπως γίνεται με τους άλλους λογαριασμούς έχει επεξηγηθεί επαρκώς από το μάρτυρα και δέχομαι ότι στο λογαριασμό αυτό παραμένουν απλήρωτες οι προεξοφλήσεις των Τεκμ. 401 όπου η αξίωση ανέρχεται σε £5.612,76 με τόκο προς 9% ετησίως από 7.5.1991 μέχρι εξοφλήσεως και του ποσού του Τεκμ. 413 όπου το αξιούμενο ποσό είναι £3.544,49 με τόκο προς 9% επί του ποσού £4.085,71 από 25.6.91 έως 26.4.1994 και προς 9% επί ποσού £3.544,49 από 27.4.1994 μέχρι εξόφλησης. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι κατά τη μαρτυρία του κ. Δημητριάδη όταν ερωτήθηκε κατά πόσο το Τεκμ. 401 αφορούσε την προεξόφληση των τιμολογίων 4533 μέχρι 4566 ισχυρίστηκε ότι δεν είχε τέτοια στοιχεία ενώπιον του για να το επιβεβαιώσει αναγνωρίζοντας όμως αργότερα την υπογραφή του επί του Τεκμήριου
- Η θέση των Εναγομένων ότι τα ποσά αυτά περιλαμβάνονται στο τρεχούμενο λογαριασμό είναι λανθασμένη. Αυτό που προκύπτει από τη μαρτυρία τόσο του ΜΕ1 όσο και του ΜΕ2 είναι ότι τα τιμολόγια που προεξοφλήθηκαν από τους Ενάγοντες πιστώνονται στο τρεχούμενο λογαριασμό. Θα εξετάσω τώρα τη μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων που κλήθηκαν από τους Ενάγοντες και τους Εναγόμενους για να εξετάσω το θέμα της εγκυρότητας των επίδικων συμφωνιών στο πλαίσιο που έχω αναφέρει σε προηγούμενο στάδιο της απόφασης μου. Ο κ. Λεονάρδος Σιάρτος (Μ.Ε.2), ανέφερε ότι εργαζόταν από τις 15.2.71 στην Grindleys Bank Ltd και από την 1.1.93 μέχρι σήμερα στη Λαϊκή η οποία εξαγόρασε τις εργασίες της Grindleys. Είναι ο υπάλληλος των Εναγόντων που κλήθηκε να καταθέσει σε συνάρτηση με τις επίδικες συμφωνίες. Όπως αναφέρει ο μάρτυρας στη γραπτή κατάθεση του, στις 30.9.1985 παρέλαβε αίτημα ημερομηνίας 24.9.1985 για χορήγηση τραπεζικών διευκολύνσεων το οποίο υποβλήθηκε από την Εναγομένη 1 (Τεκμ. 508) το οποίο αφού αξιολογήθηκε μετά από συναντήσεις με το διευθυντή της Εναγομένης 1 εταιρείας, χορηγήθηκε δάνειο ύψους £115.000,00 και τρεχούμενος με όριο £46.000,
- Η έγκριση των τραπεζικών διευκολύνσεων και του δανείου γνωστοποιήθηκαν με επιστολή ημερ. 5.3.1986 (Τεκμ. 509) οι όροι της οποίας έγιναν αποδεκτοί από την Εναγομένη 1 και για λογαριασμό της υπέγραψαν οι διευθυντές της κ. Ανδρέας Δημητριάδης και κ. Κώστας Νικολαίδης και για λογαριασμό των Εναγόντων 1 οι κ.κ. Φειδίας Θρασυβουλίδης και Στέφανος Χριστοδούλου. Η συμφωνία δανείου ημερομηνίας 5.3.1986 κατατέθηκε ως Τεκμ.
- Το ποσό του δανείου έχει εκταμιευθεί από το λογαριασμό δανείου με αρ. 063-12-009580 τμηματικά ως ακολούθως: Ποσό £40.000,00 στις 30.4.1986 (παραστατικό της εκταμίευσης - Τεκμ. 2), ποσό £23.600 στις 30.6.1986 (παραστατικό της εκταμίευσης - Τεκμ. 3), ποσό £39.000 στις 29.9.1986 (παραστατικό της εκταμίευσης - Τεκμ. 4) και ποσό £12.400 στις 9.2.1987 (παραστατικό της εκταμίευσης - Τεκμ. 5). Στις 5.3.1986 υπεγράφη η συμφωνία χορήγησης τραπεζικών διευκολύνσεων με τη μορφή τρεχούμενου λογαριασμού η οποία κατατέθηκε ως Τεκμ.
- Η υπογραφή από την ΑΡΑΚ των δύο συμφωνιών Τεκμ. 512 και 513 είναι παραδεκτή από την ΑΡΑΚ στη παράγραφο 19.5 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της και από τους Εναγομένους 2 και 3 στη παράγραφο 34
(2)του δικογράφου τους. Επίσης η σύναψη των συμφωνιών αυτών δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.2 ούτε το άνοιγμα των δύο λογαριασμών. Συνακόλουθα αποδέχομαι την σύναψη των δύο συμφωνιών. Προς εξασφάλιση των πιο πάνω διευκολύνσεων δόθηκαν οι ακόλουθες εξασφαλίσεις:
(1)Με σύμβαση και δήλωση υποθήκευσης ακινήτου με αρ. Υ411/86, ημερ. 5.3.1986 η Εναγομένη 2 υποθήκευσε προς όφελος των εναγόντων 1 όλο το μερίδιο της επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 41478, που βρίσκεται στην Πέγεια της επαρχίας Πάφου για το ποσό των £194.000,00 πλέον τόκους προς 9% ετησίως από τις 5.3.1986.
(2)Με βάση συμφωνία ημερομηνίας 5.3.1986 εκδόθηκε από την Εναγομένη 1 Ομόλογο Πάγιας Επιβάρυνσης ημερ. 5.3.1986 μεταξύ άλλων, των μηχανημάτων τα οποία περιγράφονται στο επισυνημμένο παράρτημα για ποσό που δεν θα υπερέβαινε το ποσό των £100.000,00 (Τεκμ. 514 το ομόλογο και Τεκμ. 515 το πιστοποιητικό εγγραφής).
(3)Με βάση συμφωνία ημερομηνίας 5.3.1986 εκδόθηκε από την Εναγομένη 1 Ομόλογο Πάγιας Επιβάρυνσης ημερ. 5.3.1986 μεταξύ άλλων, των μηχανημάτων τα οποία περιγράφονται στο επισυνημμένο παράρτημα για ποσό που δεν θα υπερέβαινε το ποσό των £100.000,00 (Τεκμ. 516 το ομόλογο και Τεκμ. 517 το πιστοποιητικό εγγραφής).
(4)Με συμφωνία εγγύησης για απεριόριστο ποσό των κ.κ. Κώστα Νικολαίδη και Ανδρέα Δημητριάδη ημερ. 5.3.1986, ο κ. Κώστας Νικολαίδης και κ. Ανδρέας Δημητριάδης εγγυήθηκαν τις παραχωρηθείσες προς την Εναγομένη 1 τραπεζικές διευκολύνσεις. Με βάση τις συμφωνίες δανείου και τρεχουμένου ημερ. 5.3.86 ανοίχθηκαν στο κατάστημα της Πάφου οι λογαριασμοί με αρ. 063-12-009580 και 063-11-002531 αντίστοιχα. Μετά από αίτημα της Εναγομένης 1 εταιρείας για αναδιάρθρωση των ήδη παραχωρηθέντων τραπεζικών διευκολύνσεων, την αναδιάρθρωση των υφισταμένων εξασφαλίσεων και την χορήγηση νέων τραπεζικών διευκολύνσεων με την μορφή της προεξόφλησης τιμολογίων εξαγορών στις 6.3.89 οι Ενάγοντες 1 με επιστολή προσφοράς προς την Εναγομένη 1 τους γνωστοποίησαν την διαφοροποίηση των υφισταμένων τραπεζικών διευκολύνσεων, την χορήγηση νέων τραπεζικών διευκολύνσεων καθώς και των εξασφαλίσεων (Τεκμ. 524). Στην εν λόγω επιστολή υπήρχε επιφύλαξη ότι θα ακύρωνετο η δεύτερη υποθήκη για το ποσό των £100.000 όταν θα μειώνετο ο λογαριασμός δανείου στις £50.
- Στις 26.4.89 υπογράφτηκε συμφωνία μεταξύ Εναγόντων 1 και Εναγομένης 1 για την παραχώρηση δανείου ύψους £50.000 (Τεκμ. 525) και δυνάμει αυτής της συμφωνίας οι Ενάγοντες παραχώρησαν το ποσό των £50.000 και ανοίχθηκε στο κατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας στην Πάφο ο λογαριασμός δανείου με αριθμό 063-12-
- Η σύναψη της συμφωνίας αυτής είναι παραδεκτή στη παράγραφο 38.6 της υπεράσπισης και ανταπαίτησης της ΑΡΑΚ και στη παράγραφο 31.4 της υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων 2 και
- Για τις τραπεζικές διευκολύνσεις οι οποίες παραχωρήθηκαν στην Εναγομένη 1 κατά τα έτη 1989 και 1990 οι Εναγόμενοι πέραν από τις υφιστάμενες εξασφαλίσεις παραχώρησαν και τις πιο κάτω: Η υποθήκη με αριθμό Υ411/86 ακυρώθηκε και η Εναγομένη 2 με σύμβαση και δήλωση υποθήκευσης ακινήτου με αριθμό Υ605/89 ημερ. 4.4.89 υποθήκευσε προς όφελος των Εναγόντων 1 και 2 όλο το συμφέρον της επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 41478 που βρίσκεται στην Πέγεια της επαρχίας Πάφου για το ποσό των £194.000 πλέον τόκους προς 9% ετησίως από τις 4.4.89 μέχρι εξόφλησης (Τεκμ. 497). Επίσης στις 4.4.89 οι Ενάγοντες 1 και 2 υπέγραψαν συμφωνία με την Εναγομένη σύμφωνα με την οποία το προϊόν από την πώληση του ακινήτου το οποίο η Εναγομένη 2 υποθήκευσε προς όφελος των Εναγόντων 1 και 2 θα κατανέμετο εξίσου μεταξύ των Εναγόντων 1 και 2 προς πλήρη εξόφληση των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 (Τεκμ. 527). Περαιτέρω η Εναγόμενη 2 με σύμβαση και δήλωση υποθήκευσης ακινήτου με αριθμό Υ606/89 ημερ. 4.4.89 υποθήκευσε προς όφελος των Εναγόντων 1 όλο το συμφέρον της επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 41478 που βρίσκεται στην Πέγεια της επαρχίας Πάφου για το ποσό των £100.000 πλέον τόκους προς 9% ετησίως από τις 4.4.89 μέχρι εξόφλησης (Τεκμ. 498). Στις 4.5.89 η Εναγομένη 2 υπέγραψε συμφωνία εκχώρησης ενοικίων με την οποία εξασφάλιζε μέχρι του ποσού των £25.000 τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 (Τεκμ. 528). Τα ομόλογα επιβάρυνσης ημερ. 5.3.86 καθώς και η συμφωνία εγγύησης ημερ. 5.3.86 εξακολουθούσαν να βρίσκονται σε ισχύ. Λόγω της μη ομαλής λειτουργίας που παρουσίαζαν οι λογαριασμοί της Εναγομένης 1 και με στόχο την συνέχιση παραχώρησης των τραπεζικών διευκολύνσεως οι Ενάγοντες 1 ζήτησαν από την Εναγομένη 1 περαιτέρω εξασφαλίσεις και η Εναγομένη 2 με σύμβαση και δήλωση υποθήκευσης ακινήτου με αριθμό Υ2053/90 ημερ. 26.10.90 υποθήκευσε προς όφελος των Εναγόντων 1 όλο το συμφέρον της επί του ακινήτου με αριθμού εγγραφής 41478 για το ποσό των £120.000 πλέον τόκους προς 9% ετησίως από τις 26.9.90 μέχρι εξόφλησης (Τεκμ. 499). Με επιστολή προσφοράς ημερ. 6.3.89 εγκρίθηκε στα πλαίσια διευκόλυνσης των εργασιών της Εναγομένης 1 σε σχέση με το εξαγωγικό της εμπόριο η χορήγηση τραπεζικών διευκολύνσεων με την μορφή προεξόφλησης τιμολογίων εξαγωγών και στις 9.11.90 υπογράφτηκε η εν λόγω συμφωνία εξαγωγών (Τεκμ. 530). Η εν λόγω συμφωνία είναι παραδεκτή από την ΑΡΑΚ στις παραγράφους 52.6 και 47.11 της υπεράσπισης και ανταπαίτησης της και στη παράγραφο 34.10 της υπεράσπισης και ανταπαίτησης των Εναγομένων 2 και
- Ο μάρτυρας ανέφερε ότι αποστέλλονταν στην Εναγομένη 1 αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού μηνιαίως ή κατά τριμηνία ανάλογα με το είδος του λογαριασμού. Κατέθεσε ως Τεκμ. 531-537 αντίγραφα των ταχυδρομηθέντων καταστάσεων λογαριασμών και για τους τρεις λογαριασμούς με εξαίρεση τις καταστάσεις λογαριασμών (α) του λογαριασμού δανείου με αρ. 063-12-009580 για την περίοδο από 31.9.89 μέχρι 31.12.89, (β) του λογαριασμού δανείου με αρ. 063-12-20266 για την περίοδο από 1.7.89 μέχρι 31.12.89 και (γ) του τρεχούμενου λογαριασμού με αρ. 063-11-002531 για τις περιόδους από 1.7.86 μέχρι 14.7.86, από 1.10.89 μέχρι 31.12.89 και για το
- Λόγω της μη ομαλής λειτουργίας των λογαριασμών της Εναγομένης 1 και του γεγονότος ότι τα χρεωστικά υπόλοιπα των λογαριασμών αυξάνονταν χωρίς να γίνονται απαιτούμενες πιστώσεις στους λογαριασμούς αποφασίστηκε το κλείσιμο όλων των λογαριασμών της Εναγομένης 1 και αποστάλη στην Εναγομένη 1, 2 και στους εγγυητές επιστολή ημερ. 30.9.91 (Τεκμ. 538). Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας υποστήριξε πως η εμπλοκή του με την παρούσα υπόθεση ξεκίνησε με την παραλαβή της αίτησης για παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων (Τεκμ. 508) στο οποίο αναγνώρισε και την μονογραφή του και στο οποίο έθεσε και την ημερομηνία που το παρέλαβε. Ακολούθως, είπε ο μάρτυρας, είχε διαβουλεύσεις με τον κ. Ανδρέα Δημητριάδη ο οποίος φαινόταν να ήταν γνώστης των επιχειρήσεων που θα διεξήγαγε η ΑΡΑΚ. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι η τελική διαμόρφωση και αξιολόγηση των διευκολύνσεων που ζητήθηκαν από την ΑΡΑΚ στηρίχθηκε σε μελέτη, όπως την αποκάλεσαν οι Εναγόμενοι που ετοιμάστηκε από την Τράπεζα Αναπτύξεως και περιλαμβάνεται στο Τεκμ.
- Ο Μ.Ε.2 αρνήθηκε τη θέση αυτή και τόνισε πως αυτό το Τεκμήριο το είδε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο. Κατά την αντεξέταση του μάρτυρα αναλώθηκε αρκετός χρόνος για τον τρόπο που η Λαϊκή αξιολόγησε το αίτημα της ΑΡΑΚ για χρηματοδότηση (Τεκμ. 508). Ο μάρτυρας εξήγησε με σαφήνεια τα κριτήρια που λήφθησαν υπόψη κατά την αξιολόγηση του αιτήματος της ΑΡΑΚ. Το έγγραφο το οποίο περιλαμβάνει την αξιολόγηση που έγινε από την Λαϊκή για εσωτερικούς σκοπούς της τράπεζας τελικά καταχωρήθηκε από τον κ. Δημητριάδη ως Τεκμ. Κ.Δ.4
(22). Στο έγγραφο αυτό δεν υπάρχει πουθενά η υπογραφή του μάρτυρα, όμως όπως ο ίδιος διευκρίνισε, έλαβε μέρος στην αξιολόγηση του αιτήματος και είχε επαφές με τον κ. Δημητριάδη ο οποίος φαινόταν γνώστης όλων των θεμάτων που αφορούσαν την επένδυση που θα έκανε η ΑΡΑΚ. Ο ίδιος, είπε, είχε μετατεθεί στο Λονδίνο μεταξύ 15.11.85 και Μαΐου 1986 και όταν επέστρεψε ανέλαβε πάλι τον έλεγχο των χορηγήσεων της εταιρείας ΑΡΑΚ. Αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση η θέση του μάρτυρα ότι είχε κατ΄ ιδίαν συναντήσεις με τον κ. Δημητριάδη κατά το στά