← Κύπρος

ANNETTE SANDRA COOPER (MRS BIELBY) κ.α. ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΤΡΟΥΜΠΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 923/09, 30.9.2009

ANNETTE SANDRA COOPER (MRS BIELBY) κ.α. ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΤΡΟΥΜΠΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 923/09, 30.9.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:A49 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 923/09 Μεταξύ:

  1. ANNETTE SANDRA COOPER (MRS BIELBY) από την Αγγλία
  2. ΤΕRENCE BIELBY από την Αγγλία Εναγόντων - και -
  3. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΤΡΟΥΜΠΙΟΥ
  4. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ από τη Χλώρακα Εναγομένων ----------------------------- Αίτηση ημερ. 12.3.2009 για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος Ημερομηνία: 30.9.2009 Για τους Αιτητές/Ενάγοντες: κ. Π. Ευθυμίου (κ. Χρ. Σιμιλλίδης για ν΄ ακούσει απόφαση) Για την Καθ΄ ής η Αίτηση/Εναγόμενη 1: κα Μυριάνθους για κ. Κ. Δημητριάδη (κ. Λ. Χ"Νεοφύτου για ν΄ ακούσει απόφαση) ----------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την Αίτηση ημερομηνίας 12.3.2009 οι Ενάγοντες/Αιτητές ζητούν την έκδοση προσωρινού διατάγματος που να απαγορεύει στην Εναγόμενη 1 και/ή στους υπαλλήλους της, και/ή σε οποιονδήποτε άλλο τρίτο πρόσωπο, για λογαριασμό της Εναγόμενης 1 να παραπέμψουν και/ή ξεκινήσουν τη διαδικασία διαιτησίας και/ή συνεχίσουν να προωθούν την παραπομπή σε διαιτησία της διαφοράς που προκύπτει από τις καθυστερημένες δόσεις του δανείου ημερομηνίας 12.9.2007 που αφορά τον αριθμό λογαριασμού 7210961-4 στη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Στρουμπιού. Η Αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς από μέρους των Εναγόντων όμως μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου επιδόθηκε στην Εναγόμενη 1 η οποία και καταχώρησε ένσταση. Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, θ.1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, στη Δ.39, στη Δ.64, στον Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, άρθρο 32 στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 4, 5 και 9, παράγραφοι 2 και 3, 2, 7 και 8 στους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμους 1985 έως 2001, άρθρα 51 και 52, στην Κυπριακή Νομολογία και Πρακτική των Κυπριακών Δικαστηρίων, στο δίκαιο της επιείκειας, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 1 ημερομηνίας 16.3.
  5. Πολύ συνοπτικά αναφέρω ότι στην ένορκη της δήλωση η Ενάγουσα 1 αναφέρει ότι η δανειοδότηση που έγινε και εμπλέκει την ίδια, το σύζυγο της και τον Εναγόμενο 2 και η εγγραφή υποθήκης στο ακίνητο της με αριθμό εγγραφής 8717 στο Πολέμι, ήταν προϊόν απάτης, δόλου και συνομωσίας εκ μέρους του Εναγόμενου 2 και των ανθρώπων της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Στρουμπιού. Ο Εναγόμενος 2 παρουσιαζόταν ως οικογενειακός φίλος των Εναγόντων και ενδιαφερόταν να ανοίξει γραφείο στοιχημάτων αντιπροσωπεύοντας συγκεκριμένη εταιρεία και ζήτησε από τους Ενάγοντες εγγύηση για σκοπούς απόδειξης της οικονομικής του κατάστασης με τη δέσμευση του ακινήτου της Ενάγουσας
  6. Σε εκτέλεση αυτού, τους παρουσιάστηκαν έγγραφα στην Ελληνική γλώσσα, τους πήραν στο Κτηματολόγιο Πάφου όπου υπέγραψαν άλλα έγγραφα χωρίς να γνωρίζουν τι ακριβώς γινόταν. Στη βάση λευκών οδηγιών η Εναγόμενη 1 εξέδωσε επιταγές στο όνομα του Εναγόμενου 2 για το συνολικό ποσό των £100.000 ο οποίος εξαφανίστηκε και βρίσκεται στην Αυστραλία. Στις 13.3.2009 ο Εναγόμενος 2 μετά από παράκληση των Εναγόντων έστειλε στους Ενάγοντες επιστολή στην οποία παραδέχεται τις δόλιες, απατηλές και συνωμοτικές συνθήκες κάτω από τις οποίες πήρε τα χρήματα του δανείου και στην επιστολή αναφέρει ότι ο διευθυντής της Τράπεζας Στρουμπιού του ζήτησε προμήθεια £11.000 για το δάνειο αυτό. Η συμπεριφορά του Εναγόμενου 2 καταγγέλθηκε στην Αστυνομία και ως εκ τούτου επειδή στην υπόθεση υπάρχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμο θέμα δόλου, απάτης και συνομωσίας θα πρέπει να εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα γιατί τα θέματα αυτά δεν μπορούν να τεθούν ενώπιον του διαιτητή. Η Καθ΄ ής η Αίτηση / Εναγόμενη 1 καταχώρησε γραπτή ένσταση στην οποία προβάλλει μεταξύ άλλων και τους ακόλουθους λόγους ένστασης: «α. Δεν αποκαλύπτεται αιτία και/ή βάση αγωγής εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 αλλ΄ ούτε και οι Ενάγοντες δικαιούνται σε εναντίον τους θεραπείες. γ. Η Ενάγουσα αρ. 1 δεν ήρθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή απέκρυψε από το Δικαστήριο την αλήθεια και/ή κατασκεύασε μαρτυρία για να εξασφαλίσει το αιτηθέν διάταγμα.» Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του γραμματέα της Εναγομένης 1 Μήρου Γιάγκου και της υπαλλήλου της Εναγόμενης 1 Γεωργίας Παναγή, ημερομηνίας 3.4.
  7. Στην ένορκη δήλωση του ο Μήρος Γιάγκου αναφέρει ότι αρχές του καλοκαιριού του 2007 επισκέφθηκαν τον γραμματέα της Εναγόμενης 1 οι Ενάγοντες και ο Εναγόμενος
  8. Αφού συστήθηκαν στο γραμματέα του ζήτησαν πληροφορίες για το κατά πόσο η Καθ΄ ής η Αίτηση θα μπορούσε να τους παραχωρήσει δάνειο ύψους £100.
  9. Ο γραμματέας μιλούσε στον Εναγόμενο 2 και εκείνος μετάφραζε στους Ενάγοντες στα Αγγλικά τα όσα συζητούσαν. Ο Εναγόμενος 2 του ανέφερε ότι το δάνειο θα ήταν εκ μέρους και των τριών ως πρωτοφειλετών και η υποθήκη θα ήταν επί ακινήτων των Εναγόντων. Μετά από λίγες ημέρες οι Ενάγοντες και ο Εναγόμενος 2 τον επισκέφθηκαν, του παρέδωσαν αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας και η Εναγόμενη 1 ανέθεσε σε ειδικό εκτιμητή την ετοιμασία εκτίμησης για την αξία του ακινήτου. Σε συνεδρία της επιτροπής της Εναγόμενης 1 ημερομηνίας 3.9.2007 η αίτηση για παροχή δανείου εγκρίθηκε, οι Ενάγοντες και ο Εναγόμενος 2 ενημερώθηκαν και στις 12.9.2007 υπογράφτηκε η συμφωνία δανείου από τους Ενάγοντες και τον Εναγόμενο
  10. Συμπληρώθηκε και υπογράφτηκε επίσης από την Ενάγουσα 1 το έγγραφο υποθήκης και στις 17.9.2007 η Ενάγουσα 1 μαζί με την υπάλληλο της Εναγόμενης 1 Γεωργία Παναγή μετέβησαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου για να καταχωρηθεί η υποθήκη όπως και έγινε. Ακολούθως το ποσό του δανείου καταβλήθηκε με επιταγές στον Εναγόμενο 2, όπως περιγράφονται στην παράγραφο 21 της ένορκης δήλωσης του Μήρου Γιάγκου και οι σχετικές αποδείξεις παραλαβής των χρημάτων υπογράφονται από τους Ενάγοντες και τον Εναγόμενο
  11. Οι Ενάγοντες και ο Εναγόμενος 2 παρέλειψαν να πληρώσουν οποιαδήποτε δόση έναντι του εναγομένου λόγω δανείου και η Εναγόμενη 1 τους απέστειλε σχετικές ειδοποιήσεις ημερομηνίας 12.6.2008 και 7.11.
  12. Στην ένορκη δήλωση της η Γεωργία Παναγή αναφέρει επίσης ότι και η ίδια εξήγησε στην Αγγλική γλώσσα στους Ενάγοντες την όλη διαδικασία αλλά φάνηκε όπως αναφέρει ότι οι Ενάγοντες την γνώριζαν. Οι Ενάγοντες και ο Εναγόμενος 2 συμπλήρωσαν και υπέγραψαν τη σχετική αίτηση δανείου στο γραφείο της και σε συνάντηση μαζί της αφού τους εξήγησε με κάθε λεπτομέρεια τη διαδικασία. Στις 12.9.2007 υπέγραψαν τη συμφωνία δανείου και το έγγραφο υποθήκης. Στις 17.9.2007 η ίδια και η Ενάγουσα 1 μετέβησαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου ενώπιον της υπαλλήλου Μαρίας Χρίστου η οποία ρώτησε την Ενάγουσα 1 αν συνήψε δάνειο £100.000 από την Εναγόμενη 1 και αν υποθηκεύει το ακίνητο της προς όφελος της Εναγόμενης 1 για εξασφάλιση του δανείου αυτού. Η Ενάγουσα 1 απάντησε καταφατικά και η υποθήκη έγινε δεκτή. Αναφέρει περαιτέρω ότι τις πληρωμές στον Εναγόμενο 2 τις έκαμε η ίδια προσωπικά και με παράκληση της εξέδωσε τις επιταγές στο όνομα του Εναγόμενου
  13. Οι αποδείξεις πληρωμών φέρουν όλες τη δική της υπογραφή ως ταμία και τις υπογραφές των Εναγόντων και του Εναγόμενου 2, αφού στην παρουσία τους εξέδωσε και παρέδωσε τις επιταγές στο όνομα του Εναγόμενου
  14. Οι δικηγόροι των διαδίκων στις αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους παραθέτοντας και σχετική νομολογία. Ο μεν δικηγόρος των Αιτητών εισηγήθηκε την έκδοση του διατάγματος εφόσον πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που έθεσε η νομολογία και η δικηγόρος της Καθ΄ ής η Αίτηση ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αφού όπως είπε οι οποιοιδήποτε ισχυρισμοί των Εναγόντων μπορούν να τεθούν και ενώπιον του διαιτητή στην περίπτωση που η Εναγόμενη 1 προχωρήσει σε διαιτησία. Η Αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στα άρθρα 51 και 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 1985 έως 2001 όπως επίσης και στο άρθρο 9

(2)του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4 το οποίο αποτελεί το επίκεντρο και την ουσία του αιτήματος αλλά και της αγόρευσης του κ. Ευθυμίου. Το άρθρο 9
(2)του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4 προνοεί σε ελεύθερη μετάφραση ότι: «Όταν συμφωνία μεταξύ συμβαλλομένων προβλέπει ότι τυχόν διαφορές που δυνατόν να προκύψουν μεταξύ τους στο μέλλον παραπέμπονται σε διαιτησία και σε κάποια διαφορά που αναφύεται στην συνέχεια εγείρεται το ζήτημα κατά πόσο οποιοσδήποτε από τους συμβαλλόμενους έχει καταστεί ένοχος δόλου, το Δικαστήριο έχει εξουσία, στην έκταση που είναι αναγκαίο όπως το ζήτημα αυτό αποφασιστεί από το Δικαστήριο, να διατάξει όπως η συμφωνία παύσει να ισχύει και να παραχωρήσει άδεια για ακύρωση οποιουδήποτε συνυποσχετικού που έγινε βάσει της συμφωνίας αυτής.» Οι πρόνοιες του άρθρου 9 του Κεφ. 4 εξετάστηκαν στις υποθέσεις Ψιλογένης κ.α. ν. Νέας Συνεργατικής Πάνω Πλατρών
(2004)1 Α.Α.Δ. 243 και Φύτος Χριστοδούλου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πολεμίου, Πολιτική Έφεση 88/2006 ημερομηνίας 13.3.2009 στις οποίες αναφέρθηκε ο κ. Ευθυμίου και υιοθετήθηκε η θέση ότι τα Δικαστήρια έχουν τη διακριτική ευχέρεια να αποτρέπουν και/ή να εμποδίζουν τη διεξαγωγή διαιτησίας σε υποθέσεις στις οποίες εγείρονται θέματα δόλου. Στην υπόθεση Ψιλογένης (ανωτέρω) γίνεται αναφορά στις υποθέσεις Russel v. Russel
(1880)14 Ch. D. 471 και Cunningham-Reid and Another v. Buchanan-Jardine
(1988)2 All E.R. 438 στις οποίες αναφέρθηκε σε ελεύθερη μετάφραση ότι: «Σε υπόθεση όπου διατυπώνεται κατηγορία για δόλο, το Δικαστήριο γενικώς θα αρνηθεί να παραπέμψει την υπόθεση σε διαιτησία αν ο διάδικος που κατηγορείται για δόλο επιθυμεί δημόσια έρευνα. Πλην όμως όπου η ένσταση στη διατησία εγείρεται από το διάδικο που διατυπώνει την κατηγορία για δόλο, το Δικαστήριο δεν θα δεχθεί κατ΄ ανάγκη την ένσταση, και δεν θα το πράξει ποτέ, εκτός αν αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση δόλου.» Η Αίτηση στηρίζεται επίσης στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 το οποίο δίνει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία να εκδώσει παρεμπίπτον διάταγμα σε όλες τις υποθέσεις που θεωρεί ότι είναι δίκαιη ή πρόσφορη η έκδοση του. Για την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος στη βάση του άρθρου 32 θα πρέπει να υπάρχουν οι εξής προϋποθέσεις: α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση. β) Η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής και γ) ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 και η προϋπόθεση που αναφέρεται στην υπόθεση Russel (ανωτέρω) δηλαδή αν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση δόλου. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση έχει επεξηγηθεί ότι ικανοποιείται με την κατάδειξη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. Το δεύτερο κριτήριο για την πιθανότητα ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επιβάλλει όπως ο Ενάγων δείξει ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας, η οποία έχει επεξηγηθεί ως κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα. Απαιτείται η ένδειξη ορατού ενδεχόμενου επιτυχίας. Τα δύο αυτά κριτήρια είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα. Ενώ το πρώτο κριτήριο εξετάζεται σε σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, το δεύτερο κριτήριο συσχετίζει τη νομική θεμελίωση με το αποδεικτικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου για την πραγματική θεμελίωση της Αγωγής. Η τρίτη προϋπόθεση ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εξετάζεται υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα της υπόθεσης. Αφού ικανοποιηθούν τα τρία αυτά κριτήρια, το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Θα πρέπει να υπενθυμίσω ότι αυτό το στάδιο της διαδικασίας δεν προσφέρεται για επίλυση των αμφισβητούμενων γεγονότων πάνω στα οποία θα αποφασιστεί η ουσία της αγωγής. Τα δικαιώματα των διαδίκων θα αποφασιστούν μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας από το μόνο αρμόδιο σώμα που δεν είναι άλλο από το Δικαστήριο το οποίο θα εκδικάσει την ουσία της αγωγής. Στην ένορκη της δήλωση η Ενάγουσα 1 καταλογίζει σε υπαλλήλους της Εναγόμενης 1 συνωμοτική συμπεριφορά να ζητούν πιεστικά από αυτή και το σύζυγο της να υπογράψουν τα έγγραφα εν λευκώ και χωρίς να τους εξηγούν τι υπογράφουν, αλλά χωρίς να κατονομάζει τα πρόσωπα αυτά. Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι η δανειοδότηση και η υποθήκη ήταν προϊόν απάτης, δόλου και συνομωσίας εκ μέρους του Εναγομένου 2 και των ανθρώπων της Εναγόμενης
  1. Αόριστα αναφέρεται ότι τους παρουσιάστηκαν έγγραφα στα Ελληνικά, τους πήραν στο Κτηματολόγιο όπου υπέγραψαν άλλα έγγραφα χωρίς και πάλι να αναφέρει ποια πρόσωπα έκαμαν αυτές τις ενέργειες. Στην παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης αναφέρεται και πάλι σε υπαλλήλους της Συνεργατικής και σε λευκές οδηγίες με βάση τις οποίες η Εναγόμενη 1 εξέδωσε τις επιταγές στο όνομα του Εναγομένου 2, παραλείπει όμως να αναφερθεί στις αποδείξεις πληρωμών που επισυνάπτονται στην ένσταση της Εναγόμενης 1 όπου φαίνεται κάτω από τον τίτλο «υπογραφή πελάτη» η υπογραφή τριών προσώπων που έλαβαν γνώση της έκδοσης και παραλαβής των επιταγών. Στην παράγραφο 18 της ένορκης δήλωσης η Ενάγουσα 1 αναφέρει «ότι κάποια πρόσωπα χρηματίστηκαν για να δώσουν τη δανειοδότηση αυτή με τον τρόπο που την έδωσαν προς τον Εναγόμενο 2». Ποια είναι αυτά τα πρόσωπα; Η Ενάγουσα 1 αναφέρεται σε επιστολή την οποία απέστειλε ο Εναγόμενος 2, από την Αυστραλία όπου βρίσκεται, μετά από παράκληση τους (η υπογράμμιση είναι δική μου) στην οποία ο Εναγόμενος 2 αναφέρεται σε χρηματισμό και εκβιαστική συμπεριφορά του διευθυντή της τράπεζας «the Bank manager». Στο στάδιο αυτό δεν εξετάζω την αποδεικτική αξία της επιστολής αυτής. Θα πρέπει όμως και πάλι να σημειωθεί ότι η Ενάγουσα 1 αναφέρεται σε «κάποια πρόσωπα» ισχυρισμός τόσο αόριστος και γενικός και ταυτόχρονα να σημειωθεί επίσης ότι η καταγγελία στην Αστυνομία όπως η ίδια αναφέρει στην ένορκη της δήλωση έγινει μόνο εναντίον του Εναγόμενου
  2. Οι αναφορές της Ενάγουσας 1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση των Εναγόντων για συνωμοτική και δόλια συμπεριφορά ανωνύμων υπαλλήλων της Εναγόμενης 1 δεν αποδεικνύουν εκ πρώτης όψεως υπόθεση δόλου εναντίον οποιουδήποτε συγκεκριμένου προσώπου, υπαλλήλου της Εναγομένης 1, πολύ δε περισσότερο εναντίον της Εναγόμενης 1 για αόριστες προσωπικές ενέργειες ανώνυμων υπαλλήλων της. Οι αναφορές στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 1 όπως επίσης και στην Έκθεση Απαίτησης που βρίσκεται στο φάκελο της υπόθεσης και αν ακόμη θεωρηθεί ότι καταδεικνύουν σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση αφού αναφέρονται και εναντίον του Εναγόμενου 2, δεν καταδεικνύουν πιθανότητα επιτυχίας κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής εναντίον της Εναγόμενης 1 αφού όπως επεξηγήθηκε επανειλημμένα η προϋπόθεση αυτή αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Περαιτέρω, αν το αιτούμενο διάταγμα δεν εκδοθεί δεν είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Ως εκ τούτου, για τους λόγους που έχω αναφέρει πιο πάνω είναι η κατάληξη μου ότι η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ της Καθ΄ ής η Αίτηση / Εναγόμενης 1 και εναντίον των Αιτητών / Εναγόντων όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ................... Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής ./Λ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.