← Κύπρος

LFK CONSTRUCTION LTD ν. EXPLOHILL PROPERTIES LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2524/2008, 21  Οκτωβρίου 2009

LFK CONSTRUCTION LTD ν. EXPLOHILL PROPERTIES LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2524/2008, 21 Οκτωβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:A52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κουνίδου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2524/2008 Μεταξύ: L.F.K. CONSTRUCTION LTD Από την Πάφο Εναγόντων και EXPLOHILL PROPERTIES LIMITED Από την Πάφο Εναγομένων ------------------------- Ημερομηνία: 21 Οκτωβρίου 2009 Αίτηση Τροποποίησης ημερομηνίας: 11.6.2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Εναγόμενους - αιτητές: κα Ζ. Φαχιρίδου για κ. Μ. Κυπριανού Για ενάγοντες καθ΄ων η αίτηση: κ. Γ. Μαυρέσιης για κ. Χ. Φωτίου ( Για να ακούσει απόφαση κα Κ. Μενοίκου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η εναγόμενη με αίτηση ημερομηνίας 11.6.2009 ζητά την τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης της ως ακολούθως: Δια της προσθήκης πριν την παράγραφο 1 την εξής παραγράφου η οποία θα αριθμηθεί με τον αριθμό 1: «

  1. Η Εναγόμενη εγείρει προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή δεν μπορεί προωθηθεί εναντίον της εναγομένης για τον λόγο ότι η διαφορά μεταξύ ενάγουσας και εναγόμενης θα έπρεπε να παραπεμφθεί σε διαιτησία σύμφωνα με τις πρόνοιες της μεταξύ τους έγγραφης συμφωνίας ημερομηνίας 28/11/
  2. Άνευ βλάβης της προδικαστικής της ένστασης η εναγόμενη αναγκαστικά προχωρεί με την πιο κάτω υπεράσπιση.» Δια της προσθήκης μετά την παράγραφο 13 των παραγράφων 14 και 15 ως ακολούθως: «
  3. Περαιτέρω η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα λανθασμένα ξεκίνησε την δικαστική διαδικασία εναντίον της εναγόμενης αφού σύμφωνα με το παράγραφο 36 της γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 28/11/2006 οι διαφορές μεταξύ των συμβαλλομένων μερών έπρεπε να επιλυθούν με την Απόφαση του Αρχιτέκτονα του έργου και/η να παραπεμφθούνε σε Διαιτησία με βάση της πρόνοιες τον Περί Διαιτησίας Νόμου.» «
  4. Περαιτέρω η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή πρέπει να αποσυρθεί ως ουσιαστικά και νομικά αβάσιμη για το λόγο ότι οι διαφορές μεταξύ των συμβαλλομένων για οποιοδήποτε θέμα σε σχέση με την ερμηνεία η την εκτέλεση της μεταξύ τους συμφωνίας θα έπρεπε να παραπεμφθούνε σε Διαιτησία.» Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει όπως η αρίθμηση μετατραπεί ανάλογα με την προσθήκη των νέων παραγράφων. Γ) Οιονδήποτε άλλο διάταγμα θεωρήσει δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις. Δ) Διάταγμα όπως τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της αγωγής. H αίτηση υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρεται πως εκ παραδρομής και/ή ένεκα καλόπιστου λάθους δεν αναφέρεται ότι η διαφορά μεταξύ της ενάγουσας και εναγόμενης θα έπρεπε να παραπεμφθεί βάση της γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 28/11/2006, η οποία προνοεί ότι σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ των συμβαλλομένων για οποιοδήποτε θέμα σε σχέση με την ερμηνεία ή εκτέλεσης της συμφωνίας, αυτή η διαφορά θα παραπέμπεται σε διαιτησία. Συνεπεία της πιο πάνω παράλειψης, η εναγόμενη δεν θα δύναται να προωθήσει το αγώγιμο της δικαίωμα αναστολής της διαδικασίας της παρούσας αγωγής, επικαλούμενη την πρόνοια για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. Στην αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση ημερομηνίας 2/10/2009 στην οποία όμως δεν περιλαμβάνονται οι λόγοι της ένστασης. Η Δ.48 Θ4

(1)όπως τροποποιήθηκε στις 23.12.1999, προνοεί ότι η ένσταση η οποία καταχωρείται θα πρέπει αναφέρει το συγκεκριμένο άρθρο του Νόμου ή τους συγκεκριμένους Διαδικαστικούς Κανονισμούς επί των οποίων βασίζεται και θα εξειδικεύει τους συγκεκριμένους λόγους της ένστασης. Στην υπό κρίση αίτηση οι καθ΄ων η αίτηση, δεν συμμορφώθηκαν με την Διαταγή 48 Θ4
(1), αφού στην ένσταση τους με ημερομηνία 11.6.2009 δεν εξειδίκευσαν τους λόγους της ένστασης, με αποτέλεσμα η ένσταση τους να καθίσταται παράτυπη Να σημειωθεί ότι κανένας από τους συνήγορος στην αγόρευση του δεν έθιξε το ζήτημα αυτό. Στην υπόθεση Ανδρέα Σοφοκλέους ν.
  1. Κωστάκη Ταβελούδη κα. Πολιτική Έφεση 10932 ημερομηνίας 28.1.2002 λέχθηκαν τα εξής: «Θα θέλαμε όμως με αυτή την ευκαιρία να θυμίσουμε τον επιτακτικό χαρακτήρα της νέας διάταξης αναφορικά με τον καθορισμό, στο σώμα της γραπτής ένστασης, των λόγων που την υποστηρίζουν και το συναφές καθήκον του συντάκτη της να τους εξειδικεύσει. Και θα προσθέταμε με την καθαρότητα, λιτότητα έκφρασης και περιεκτικότητα, που πρέπει να χαρακτηρίζουν τη νομική γραφή. Ας μη λησμονείται ότι ο συντάκτης της ένστασης δεν έχει μόνο καθήκον να πληροφορήσει τον αντίδικο του σε ποιούς ακριβώς λόγους έγκειται η ένσταση του, αλλά και ανάλογη υποχρέωση απέναντι στο δικαστήριο». Παρά το γεγονός ότι η ένσταση των καθ΄ων η αίτηση έχει διαπιστωθεί από το Δικαστήριο ότι είναι παράτυπη θα πρέπει να εξεταστεί αν αυτή η παρατυπία μπορεί να θεραπευτεί με βάση την Δ.
  2. Η Διαταγή 64 διαλαμβάνει ως εξής: 1.
(1)Η μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς, αναφορικά με τον χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε οποιοδήποτε στάδιο οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δεν θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στην διαδικασία, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή.
(2)Τηρούμενης της παραγράφου
(3), το Δικαστήριο δύναται, εφόσον διαπιστωθεί τέτοια μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, όπως προβλέπεται στην παράγραφο
(1), και υπό τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως κρίνει δίκαιο, να παραμερίσει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τη διαδικασία στην οποία επισυνέβη η μη συμμόρφωση, οποιοδήποτε διάταγμα σε αυτή, ή ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχουν οι παρόντες κανονισμοί, να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις, εάν χρειάζονται, και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, εάν χρειάζεται, αναφορικά με τη διαδικασία γενικά, όπως κρίνει πρέπον Στην υπόθεση Karl Heinz Wunderlich v. Ευθύβουλου Παναγιώτου, Πολιτική Έφεση 10196, 23.3.1999 (ανωτέρω) σελ. 377 γίνεται αναφορά στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείου Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union
(1985)1 W.L.R 513, 520 521, 522 στην οποία έχει ερμηνευτεί η νέα αγγλική Διαταγή Δ.2 - που αντιστοιχεί με την δική μας νέα Δ.64- και από την μελέτη της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής:
  1. ΄Οπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το Δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 Θ. 2
  2. Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το Δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν εγερθεί από του Διάδικους.
  3. Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεχτή η παρατυπία.
  4. Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 Θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη.
  5. Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή - διαζευκτικά - « να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον». Συνεπακόλουθα για να μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο η παράτυπη ένσταση των καθ΄ων η αίτηση, θα πρέπει αφού αποφασίσει ότι αυτή είναι θεραπεύσιμη, να προχωρήσει και να εκδώσει διαταγή απαλλαγής από την εν λόγω παρατυπία. Στην υπόθεση Karl Heinz (πιο πάνω) λέχθηκαν τα εξής «Οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς θεωρείται ως παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευτεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα Δ.
  6. Έτσι μετά τη θέσπιση της νέας Δ.64 παρέχεται διακριτική ευχέρεια διάσωσης στην κατάλληλη περίπτωση δικονομικών μέτρων, τα οποία πριν την τροποποίηση εθεωρούντο άκυρα (βλ. Γιάννη ν. Αναπληρωτή Εφόρου Μηχανοκίνητων Οχημάτων κ.α
(1995)3 ΑΑΔ σελ. 334, Δημοκρατία ν. Lion Ins.Agency Ltd
(1995)3 AAΔ σελ. 338, 340 και Panayiotis Georgiou (Catering Ltd) κ.α ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 1516/19.7.96- απόφαση της Ολομέλειας) Ωστόσο πρέπει να υπομνησθεί πως η εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από τη νέα Δ.64 είναι εξουσία για θεραπεία των παρατυπιών που αποτελούνται από παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς. Το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να θεραπεύσει θεμελιώδεις παραλείψεις». Ο σκοπός της Δ.64 είναι η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ μη συμμόρφωσης με διαδικαστικούς θεσμούς, η οποία καθιστά την διαδικασία άκυρη και μη συμμόρφωση η οποία απλώς καθιστά την διαδικασία παράτυπη (βλ. Supreme Court Practice 1999 σελ.10). Στην Θαλλασινός ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω) κρίθηκε ότι με την νέα Δ.64 καταργείται η διάκριση μεταξύ άκυρου και αντικανονικού δικονομικού μέτρου. Εξισώνεται κάθε μορφή παρέκκλισης από τους Θεσμούς με αντικανότητα δυνάμενη να θεραπευτεί . Στην προκειμένη περίπτωση ακολουθώντας τις πιο πάνω αρχές όπως αυτές προκύπτουν μέσα από την Νομολογία, και έχοντας κατά νου τις πρόνοιες τις Δ.48 οι οποίες είναι επιτακτικές καταλήγω ότι η παρατυπία που έχει διαπιστωθεί, παρά το γεγονός οι αιτητές φαίνεται να έχουν παραιτηθεί από αυτή, αφού δεν έθιξαν καθόλου το ζήτημα, δεν είναι θεραπεύσιμη αλλά μοιραία για την ένσταση των καθ΄ων η αίτηση, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι δεν λήφθηκε κανένα διορθωτικό μέτρο σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Οι καθ΄ων η αίτηση όφειλαν να πληροφορήσουν, αυτός είναι και ο σκοπός της νέας Δ.48, με καθαρότητα τόσο τον αντίδικο τους όσο και το Δικαστήριο για τους λόγους που έχουν ενστεί στο αίτημα τους για τροποποίηση και δεν το έπραξαν. Το Δικαστήριο δεν έχει λόγους ένστασης ουσιαστικά για να εξετάσει και αυτό δεν μπορεί ασφαλώς να καλυφτεί μέσα από τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, η ένορκη δήλωση δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ένσταση τους αλλά σκοπό έχει να την υποστηρίξει. Υπό το φως τον πιο πάνω η ένσταση των καθ΄ων η αίτηση ως παράτυπο έγγραφο παραμερίζεται από την διαδικασία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Διαταγή 25 Θ. 1 προβλέπει τα εξής: 1. Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οιονδήποτε από τους διάδικους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποίησης θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων. Είναι γνωστές οι βασικές αρχές επί των οποίων το Δικαστήριο αποφασίζει θέματα τροποποίησης. Η έγκριση σχετικού αιτήματος έγκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, συνεκτιμώντας τόσο τον παράγοντα της τυχόν καθυστέρησης όσο και των παράγοντα της αναγκαιότητας της έκδοσης του σχετικού διατάγματος τροποποίησης, έτσι ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη εικόνα για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Η Διαταγή 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας έτυχε ερμηνείας σε σωρεία αποφάσεων όπου τονίστηκε ότι η τροποποίηση δικογράφων μπορεί να επιτραπεί όταν αυτή είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, εκτός από περιπτώσεις που η τροποποίηση μπορεί να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή όταν ο αιτητής κινείται με κακή πίστη (βλ.Ευριπίδου ν. Καννάουρου
(1985)1 Α.Α.Δ. 24, William Patric Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 A.A.Δ. 607, Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation και άλλων
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου και άλλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Αννα Latouf Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 11, Federal Bank of Lebanon (S.A. L) v. Nίκου K.Σιακόλα
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ 44.) Οι αρχές που διέπουν την τροποποίηση δικογράφων σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 25 συνοψίστηκαν στην υπόθεση Σ. Φοινιώτης ν. Greenmar Nanigation Ltd και άλλων (ανωτέρω) από τον Δικαστή Πική (όπως ήταν τότε) ως ακολούθως: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 στου Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο μπορεί να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβανομένων υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη.» Με την επίτευξη της τροποποίησης των δικογράφων αποφεύγεται η πολλαπλότητα διαδικασιών. Όπως τόνισε ο Δικαστής (όπως ήταν τότε) Σ. Νικήτας στην υπόθεση Π. Χρίστου ν. Α. Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 στην σελ 707: « Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για το προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής» Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. N.K. Σιακόλα (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα εξής: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσει στις κατάλληλες περιπτώσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστερήσεις νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα». Κατά κανόνα η άδεια για τροποποίηση των δικογράφων δίνεται εκτός αν ο αιτών ενεργεί κακόβουλα (mala fide) ή υπέβαλε το αίτημα του πολύ καθυστερημένα δεδομένου ότι η τροποποίηση δεν θα επηρεάζει τα δικαιώματα του αντιδίκου ( Α. Ευριπίδου ν. Π. Kαννάουρου
(1985)1 C.L.R. 24). Στο παρόν στάδιο κρίνω σκόπιμο όπως αναφερθώ στα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά προκύπτουν μέσα από τον φάκελο. Εμφάνιση στην υπόθεση καταχωρήθηκε στις 30.12.2008 και η έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης της εναγόμενης στις 16.2.2009, η απάντηση στην έκθεση υπεράσπισης και η υπεράσπιση στην ανταπαίτηση καταχωρήθηκε στις 4.3.
  1. Μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 4.5.2009 ημερομηνία κατά την οποία η συνήγορος των εναγόμενων ζήτησε όπως οριστεί εκ νέου για οδηγίες ώστε να μελετήσουν το ενδεχόμενο να καταχωρήσουν αίτηση για τροποποίηση. Στις 3.6.2009 υποβλήθηκε το ίδιο αίτημα και η υπόθεση ξανά ορίστηκε στις 6.7.
  2. Στις 11.6.2009 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση η οποία οδηγήθηκε σε ακρόαση και συνεπεία τούτου η υπόθεση επαναορίστηκε για οδηγίες στις 24.10.
  3. Λαμβάνοντας υπόψη το στάδιο που η παρούσα υπόθεση βρίσκεται και όλα τα γεγονότα όπως αυτά φαίνονται από το φάκελο της υπόθεσης, τα οποία πιο πάνω παραθέτω διαπιστώνω ότι δεν υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Σε ότι αφορά τον δεύτερο λόγο της ένστασης ότι δηλαδή δεν δίδεται ικανοποιητική μαρτυρία με την οποία να δικαιολογείται η έγκριση της αίτησης διαπιστώνω τα εξής: Με την παρ. 2 της ενόρκου δηλώσεως ημερ. 5.11.2004 ως δικαιολογία που παρουσιάζεται είναι ότι περιήλθε στην κατοχή της ενάγουσας ιατρικό πιστοποιητικό μετά την 20.8.2004 το οποίο περιγράφει τις σωματικές βλάβες που η ενάγουσα θέλει να προσθέσει στο δικόγραφο της. Εν όψει της διαπίστωσης επίσης ότι η έκθεση απαίτησης έχει καταχωρηθεί την 5.4.2004, προγενέστερα δηλαδή της λήψης του πιο πάνω ιατρικού πιστοποιητικού θεωρώ ότι η δίδεται επαρκής δικαιολογία. Σε ότι αφορά την 2η επιδιωκόμενη τροποποίηση, ήτοι την Απώλεια εισοδημάτων δια την περίοδο από 19.6.2003 μέχρι την 30.4.2004, τόσο με την ένορκη δήλωση ημερομηνίας 5.11.2004 που συνοδεύει την αίτηση, όσο και με την συμπληρωματική ένορκο δήλωση ημερομηνίας 21.1.2005 δεν δίδεται καμιά απολύτως δικαιολογία γιατί η ενάγουσα θέλει να προσθέσει στην έκθεση απαίτησης της κάτι, το οποίο φαίνεται να γνώριζε κατά την καταχώρηση την έκθεση απαίτησης και δεν το έπραξε. Στην έκθεση απαίτησης, η οποία καταχωρήθηκε την 5.4.2004, δεν περιλήφθηκε τέτοια αξίωση, σύμφωνα όμως με το χρονικό διάστημα το οποίο καθορίζει ως χρονικό διάστημα ( 19.6.2003 - 30.4.2004) για το οποίο υπήρξε απώλεια μισθών προκύπτει ότι η πιο πάνω απώλεια εισοδημάτων ήταν ήδη γνωστή στην ενάγουσα όταν καταχωρούσε την έκθεση απαίτησης της. Από την πιο επιδιωκόμενη τροποποίηση των ειδικών ζημιών είναι φανερό ότι τα δικαιώματα της εναγόμενης - καθ΄ης η αίτηση επηρεάζονται δυσμενώς διότι ενώ με την έκθεση απαίτησης της η ενάγουσα αξιώνει ως ειδικές ζημιές ποσό Λ.Κ 1055 με την παρούσα αίτηση επιδιώκει να τις αυξήσει σε Λ.Κ. 7655.- Η παντελής έλλειψη δικαιολογίας της ως άνω επιδιωκόμενης υπό της ενάγουσας τροποποίησης δεν μπορεί να έχει άλλη κατάληξη εκτός από την απόρριψη της. Στην υπόθεση Κρασιμίρ Βασιλίεφ Δημητρώφ ν. Κυριάκου Ιωάννου. Πολ. Εφεση 11592 ημερ. 19.11.2003, την οποία η πλευρά του εναγόμενου επικαλέστηκε, το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου εν μέρει και λέχθηκαν τα εξής: « Η υπό (β) τροποποίηση των λεπτομερειών ειδικών ζημιών δεν υποστηρίχθηκε από οποιαδήποτε εξήγηση, με αποτέλεσμα η διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστή ότι « Είναι ολοφάνερο ότι η αίτηση του αιτητή ενέχει κακοπιστία και προσπάθεια διόγκωσης των ειδικών ζημιών που θέλει να εξασφαλίσει γι΄αυτή την υπόθεση» να είναι απόλυτα δικαιολογημένη. Εν σχέση με την 3 επιδιωκόμενη τροποποίηση παραθέτω τα ακόλουθα: Με ένορκο δήλωση ημερ. 5.11.2004 η οποία υποστηρίζει την αίτηση επίσης καμία δικαιολογία δεν δόθηκε. Με την καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως η ενόρκως δηλούσα απαντά στους λόγους της ένστασης και προσθέτει ότι ο λόγος που ζητείται η τροποποίηση αυτή είναι γιατί δεν είχαν στην κατοχή τους βεβαίωση του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων ότι η ενάγουσα ενεκρίθη την 21.6.2004 όπως παίρνει σύνταξη ανικανότητας ουσιαστικά κατά αυτό τον τρόπο δικαιολογεί το αίτημα της για τροποποίηση κάτι το οποίο δεν έπραξε αρχικά ως όφειλε να πράξει. Θεωρώ παρόλα αυτά ότι κάποια δικαιολογία έχει παρουσιαστεί εκ μέρους της ενάγουσας αν και σε μεταγενέστερο στάδιο. Σε ότι αφορά το κακόπιστο της αίτησης που προβάλλεται ως 3ος λόγος ένστασης κάτι το οποίο η πλευρά της εναγόμενης - καθ΄ης η αίτηση συνδέει με την προηγούμενη αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 7.5.2004 η οποία αποσύρθηκε άνευ βλάβης έχω να παρατηρήσω ότι αυτό που επιζητεί η πλευρά της εναγόμενης - καθ΄ης η αίτηση είναι όπως το δικαστήριο εξετάσει την ουσία άλλη ένορκης δήλωσης να την αντιπαραβάλει με την ένορκη δήλωση της παρούσας αίτησης και να εξάξει συμπεράσματα, λειτουργία η οποία θεωρώ ότι βρίσκεται εντελώς έξω από τα πλαίσιο της παρούσας αίτησης δεδομένης της απόσυρσης της προηγούμενη αίτησης άνευ βλάβης. Λόγω των πιο πάνω καταλήγω και απορρίπτω τον 3ο λόγο της ένστασης. Δεδομένων των πιο πάνω καταλήγω ως ακολούθως: Α) Η αίτηση εγκρίνεται σε ότι αφορά τις αιτούμενες τροποποιήσεις των παραγράφων 7 9 Α, Β, Γ, 11Ζ της έκθεσης απαίτησης και εκδίδεται σχετικό διάταγμα τροποποίησης τους. Β) Η αίτηση απορρίπτεται σε ότι αφορά τις αιτούμενες τροποποιήσεις των παραγράφων 8 (θ) και 11 Α της έκθεσης απαίτησης. Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης και ανταπαίτηση να καταχωρηθεί σε 10 ημέρες από σήμερα. Απάντηση και Υπεράσπιση στην τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης να καταχωρηθεί σε 10 ημέρες από την επίδοση της. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η παράτυπη ένσταση των καθ΄ων η αιτηση δεν λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο αλλά και ταυτόχρονα ότι γενεσιουργός αιτία της παρούσας διαδικασίας αποτέλεσε η παράληψη των αιτητών να συμπεριλάβουν ισχυρισμούς της έκθεση υπεράσπισης τους δεν εκδίδω διαταγή ως προς τα έξοδα της διαδικασίας αυτής παρά μόνο διαταγή ως προς έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expences) όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται τα οποία υπέρ των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση και εναντίον των εναγομένων - αιτητών τα οποία θα καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. (Υπ.) Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.