← Κύπρος

Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γεώργιος Κ. Ιωαννίδης κ.α., Αρ. Αγωγής: 876/2007, 18.11.2009

Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γεώργιος Κ. Ιωαννίδης κ.α., Αρ. Αγωγής: 876/2007, 18.11.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:A57 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: K. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 876/2007 Μεταξύ: Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Εναγόντων και

  1. Γεώργιος Κ. Ιωαννίδης
  2. Κυριακού Γ. Ιωαννίδη
  3. Κωνσταντίνος Ι. Ιωαννίδης
  4. Μαρία Χ. Χαραλάμπους Εναγομένων ---------- Ημερομηνία: 18.11.2009 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κα Κ. Κακουλλή (Για ν΄ ακούσει απόφαση κα Ν. Μαλλούρη) Για τους Εναγόμενους: κος Ν.Νικολάου (Για ν΄ ακούσει απόφαση κα Δ. Κυπριανίδου) Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον όλων των εναγομένων αλληλέγγυα και κεχωρισμένα ποσό €4.501.930,46 πλέον τόκους προς 11.5% ετησίως από 1.1.07 κεφαλοποιούμενο την 30ην Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνο μέχρι εξόφλησης, ως υπόλοιπο οφειλόμενο δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 12.8.2004 με την οποία παραχωρήθηκαν δάνεια και άλλες τραπεζικές διευκολύνσεις καθώς και συμφωνίας της ίδιας ημερομηνίας η οποία περιέχεται σε επιστολή προσφοράς των εναγόντων την οποία προσυπέγραψαν οι εναγόμενοι 1 - 4 με την οποία οι ενάγοντες ενέκριναν τη παραχώρηση δανείου συνολικού ποσού μέχρι ΛΚ 4.000.
  5. Περαιτέρω οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον του εναγομένου 1 εκποίηση της υποθήκης με αριθμό Υ2934/04 ημερομηνίας 12.8.2004 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης περί τον Οκτώβριο 2006 το δάνειο παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ΛΚ3.786.578,87 και ληξιπρόθεσμο ποσό ΛΚ252.440,31 κατά παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων των εναγομένων και προς τούτο οι ενάγοντες περί τις 16.10.2006 απέστειλαν επιστολή προς τους εναγομένους 1 - 4 με την οποία τους καλούσαν να τακτοποιήσουν το λογαριασμό τους άλλως αυτός θα επιβαρυνόταν με αυξημένο επιτόκιο και θα προέβαιναν σε λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον του. Με επιστολή ημερ. 21.12.2006 οι ενάγοντες τερμάτισαν τη λειτουργία της συμφωνίας δανείου και κάλεσαν τους εναγόμενους να εξοφλήσουν το χρεωστικό υπόλοιπο τους. Περαιτέρω τους πληροφόρησαν ότι το επιτόκιο που θα επιβαρύνοντο θα ήταν αυξημένο δηλ. το συνολικό επιτόκιο θα ήταν 11.50% το χρόνο κεφαλαιοποιούμενο την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Οι εναγόμενοι μετά τον τερματισμό πλήρωσαν έναντι της οφειλής τους στις 12.2.2007 το ποσό των ΛΚ1.304.840,62 και οι ενάγοντες απάλλαξαν το ακίνητο με αρ. εγγραφής 3216 από την υποθήκη Υ2934/
  6. Οι εναγόμενοι αποδέχονται την ύπαρξη των συμφωνιών, ισχυρίζονται όμως ότι οι ενάγοντες κωλύονται να εγείρουν την παρούσα αγωγή και να αξιώνουν πλήρη εξόφληση του υπολοίπου, γιατί οι εναγόμενοι στις 12.2.2007 κατέβαλαν στους Ενάγοντες ολόκληρο το ποσό της ισχυριζόμενης καθυστερημένης δόσης καθώς και ολόκληρο το ποσό της επόμενης δόσης καταβάλλοντας επιπλέον ποσό Λ.Κ.804.840.62 και/ ή καταρτίστηκε νέα συμφωνία και/ ή τροποποίηση της υφιστάμενης και συνέχιση της στην οποία οι ενάγοντες συμφώνησαν ρητά και/ή σιωπηρά και/ή λόγω της συμπεριφοράς τους (by conduct). Περαιτέρω οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο όρος περί πληρωμής επιβαρύνσεων σε περίπτωση καθυστέρησης ήταν "unfair", καταπιεστικός και άδικος και δεν θα μπορούσαν οι ενάγοντες να στηρίζονται σ΄ αυτόν για να προβαίνουν σε αξίωση στη παρούσα αγωγή. Επίσης ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες είχαν προβεί σε υπερχρεώσεις και άλλες παράνομες χρεώσεις. Αποτελεί περαιτέρω ισχυρισμό των εναγομένων ότι περί τις 12.2.2007 συνάφθηκε νέα σύμβαση προφορικά και/ή σιωπηρά βάση της οποίας οι ενάγοντες κωλύονται να εγείρουν τη παρούσα αγωγή λόγω συμπεριφοράς (estoppel by conduct). Στην απάντηση στην υπεράσπιση οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι το ποσό που εισέπραξαν στις 12.2.07 εισπράχθηκε έναντι και προς μείωση της αποκρυσταλλωμένης και εκκαθαρισμένης οφειλής των εναγομένων με στόχο να μετριάσουν τη ζημιά τους. Η κα Φωτεινή Βασιλείου (ΜΕ1), υπάλληλος των εναγόντων από το 1984 ανέφερε ότι εργάζεται στο υποκατάστημα 545 στο οποίο τηρούνται οι λογαριασμοί των εναγομένων. Κατά τον Αύγουστο του 2004 ήταν υποτμηματάρχης του τμήματος χορηγήσεων του εν λόγω υποκαταστήματος και σήμερα είναι υποτμηματάρχης του τμήματος δικαστικών υποθέσεων στο ίδιο υποκατάστημα. Οι ενάγοντες, ανέφερε η μάρτυρας, δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 12.8.2004 (Τεκ.2) (στο εξής αναφερόμενη ως «η συμφωνία») συμφώνησαν όπως παρέχουν στους εναγομένους δάνεια σε τρεχούμενο ή οποιοδήποτε λογαριασμό ή δάνεια τακτής προθεσμίας προσωπικά ή από κοινού με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και να δίνουν στους εναγομένους πίστωση ή να τους παρέχουν τραπεζικές και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις οποιουδήποτε είδους. Περαιτέρω η μάρτυρας ανέφερε ότι με συμφωνία μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων ημερομηνίας 12.8.2004 η οποία περιέχεται σε επιστολή των εναγόντων την οποία προσυπόγραψαν αποδεχόμενοι το περιεχόμενο της οι εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 (στο εξής καλούμενη «η επιστολή προσφοράς») (Τεκ.3) οι ενάγοντες ενέκριναν την παραχώρηση δανείου συνολικού ποσού μέχρι Λ.Κ.4.000.000 στο λογαριασμό με αριθμό 545/339829-
  7. Η αποπληρωμή του δανείου θα γινόταν με 9 συνεχείς εξαμηνιαίες δόσεις εκ Λ.Κ.250,000 η κάθε μία από τις οποίες η πρώτη θα άρχιζε 12 μήνες μετά την πρώτη εκταμίευση/ανάληψη από το δάνειο ενώ οι λογιζόμενοι τόκοι και έξοδα του δανείου μέχρι την ημερομηνία έναρξης της πρώτης εξαμηνιαίας δόσης θα καταβάλλονταν αμέσως μετά το λογισμό τους. Το δε υπόλοιπο του δανείου θα εξοφλείτο εφάπαξ 3 μήνες μετά την ημερομηνία που θα έπρεπε να καταβληθεί η τελευταία εξαμηνιαία δόση. Το εν λόγω δάνειο θα χρεωνόταν με σύνολο επιτοκίου 8,50% ετησίως επί των ημερήσιων χρεωστικών υπολοίπων λογιζόμενο κατά την κρίση των εναγόντων και καταλογιζόμενο στους εναγόμενους την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνο εκτός αν άλλως τους γνωστοποιείτο από τους ενάγοντες, ενώ σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής υποχρεώσεων τακτής λήξης θα υπήρχε χρέωση πρόσθετης επιβάρυνσης 3% επί του ληξιπρόθεσμου ποσού. Περαιτέρω, οι ενάγοντες θα δικαιούντο να προβαίνουν σε ανατοκισμό, ενώ τα έξοδα ανοίγματος λογαριασμού και μελέτης/ αξιολόγησης της αίτησης συμφωνήθηκαν σε Λ.Κ.
  8. Δυνάμει της συμφωνίας και της επιστολής προσφοράς οι ενάγοντες κατέβαλαν στους εναγόμενους σε διάφορες ημερομηνίες τις οποίες καθόρισε αναλυτικά μεταξύ 13.8.2004 και 26.11.2004 το συνολικό ποσό των ΛΚ3.019.740.
  9. Η πρώτη πληρωτέα δόση σύμφωνα με την μάρτυρα εκ Λ.Κ.250.000 ήταν στις 13.8.2005 ενώ οι λογιζόμενοι τόκοι και έξοδα του δανείου ήταν πληρωτέοι κατά τις ημερομηνίες λογισμού που είναι η 31η Δεκεμβρίου και 30η Ιουνίου κάθε έτους και στη συγκεκριμένη περίπτωση η πρώτη ημερομηνία λογισμού ήταν η 31.12.
  10. Περαιτέρω δυνάμει σύμβασης και δήλωσης υποθηκεύσεως ακινήτου με αριθμό Υ2934/04 (στο εξής καλούμενη «η υποθήκη») (Τεκ.4) και εγγράφου υποθήκης ημερομηνίας 12.8.2004 μεταξύ εναγόντων και εναγομένου 1 ο τελευταίος ανέλαβε όπως πληρώσει στους ενάγοντες σε πρώτη ζήτηση το ποσό των Λ.Κ.4.400.000 και προς εξασφάλιση της πληρωμής του πιο πάνω ποσού, τόκων και εξόδων ο εναγόμενος 1 παραχώρησε προς όφελος των εναγόντων υποθήκη επί του ακινήτου (α) στο όλο μερίδιο του στο χωράφι υπό τεμάχιο αρ. 194, του Φύλλου/Σχεδίου LI/47 που βρίσκεται στα Μανδριά, Επαρχία Πάφου και που καλύπτεται από το Πιστοποιητικό Εγγραφής αρ. 3216 και (β) στο όλο μερίδιο του στο χωράφι υπό τεμάχιο αρ. 156, του Φύλλου/Σχεδίου LI/47 που βρίσκεται στα Μανδριά, Επαρχία Πάφου και που καλύπτεται από το Πιστοποιητικό Εγγραφής αρ.
  11. Η μάρτυρας ανέφερε ότι τον Οκτώβριο του 2006 το δάνειο με αριθμό 545/339829-2 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους Λ.Κ.3.786.578.87 και ληξιπρόθεσμο ποσό εκ Λ.Κ.252.440.31 που περιλαμβάνει Λ.Κ.2440.31 τόκους καθυστερήσεων κατά παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων των Εναγομένων. Στις 16.10.06 οι Ενάγοντες απέστειλαν προς τους Εναγόμενους επιστολή με την οποία τους καλούσαν να τακτοποιήσουν την εκκρεμότητα τους διαφορετικά θα έκλειναν τον λογαριασμό και θα επιβαρύνονταν με αυξημένο επιτόκιο και επίσης ότι θα προέβαιναν σε λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον τους. Ανάλογες επιστολές στάληκαν στους εναγόμενους και στις 11.4.2006, 31.8.2006 και 21.9.2006 (Τεκ.5

(1)
(2)
(3)
(4)). Με επιστολή που απέστειλαν οι ενάγοντες στους εναγόμενους ημερομηνίας 21.12.06 (Τεκ. 6) οι ενάγοντες τερμάτισαν τη λειτουργία της συμφωνίας δανείου καλώντας τους να εξοφλήσουν το χρεωστικό υπόλοιπο τους το οποίο ανερχόταν σε Λ.Κ.3.925,890.83 το οποίο μεταφέρθηκε σε λογαριασμό καθυστερήσεων με αριθμό 545/399088-9 και κάλεσαν τους εναγομένους όπως εξοφλήσουν το πιο πάνω υπόλοιπο πλέον τόκους εντός 7 ημερών από 21.12.
  1. Περαιτέρω στην επιστολή πληροφορούσαν τους εναγόμενους ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού θα επιβαρυνόταν από την μεταφορά του στις καθυστερήσεις με αυξημένο επιτόκιο, δηλαδή σύνολο επιτοκίου 11.5% τον χρόνο. Οι Εναγόμενοι μετά τον τερματισμό πλήρωσαν έναντι της οφειλής τους το ποσό των Λ.Κ.1.304.840,62 και οι Ενάγοντες απάλλαξαν το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 3216 από την υποθήκη Υ2934/
  2. Η μάρτυρας κατέθεσε τη κατάσταση για το λογαριασμό 545/339829-2 που στη συνέχεια μεταφέρθηκε στις καθυστερήσεις με αρ. 545/399088-9 (Τεκ. 8) όπου οι καταγραφές σ΄ αυτήν συγκρίθηκαν από την ίδια με την αρχική καταχώριση και είναι ορθοί. Όπως διευκρίνισε αυτοί αποτελούν αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου που τηρείται από τη τράπεζα με τη μορφή ηλεκτρονικού αρχείου. Αποτελεί ένα από τα συνήθη βιβλία της Τράπεζας και οι καταχωρίσεις σ΄ αυτό έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας. Το τραπεζικό βιβλίο βρίσκεται φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις της τράπεζας και βρίσκεται υπό τον έλεγχο της και σ΄ αυτό έχουν πρόσβαση μόνο οι λειτουργοί της τράπεζας. Η μάρτυρας επίσης ανέφερε πως το ποσό που πληρώθηκε από τους εναγόμενους στις 12.2.07 δεν είχε ως συνέπεια το καταρτισμό νέας συμφωνίας, παρά μόνο οι ενάγοντες πίστωσαν αυτό το ποσό έναντι του λογαριασμού των εναγομένων που βρισκόταν στις καθυστερήσεις μετά τον τερματισμό της Συμφωνίας για να μετριάσουν τη ζημιά τους. Η κα Βασιλείου ανέφερε πως είναι η ίδια που εισέπραξε το ποσό της πληρωμής της 12.2.07 και συμπλήρωσε γραμμάτιο είσπραξης το οποίο κατέθεσε ως Τεκ.
  3. Κατά την αντεξέταση η μάρτυρας ανέφερε ότι ο εναγόμενος κατάθεσε ΛΚ95.000 στις 13.8.2005, στις 20.5.2005 ΛΚ25.469,19 και τα ποσά αυτά χρησιμοποιήθηκαν για να καλύψουν τους τόκους που χρεώθηκαν στις 31.12.
  4. Στις 12.7.2005 κατέθεσε ΛΚ168.400,55 και αυτό το ποσό ήταν για να καλύψει τόκους της 30.6.
  5. Στις 21.10.2005 κατατέθηκαν ΛΚ250.000 που αφορούσαν τη πρώτη δόση του δανείου με καθυστέρηση κάποιων μηνών καθότι η πρώτη δόση ξεκινούσε τον Αύγουστο του
  6. Η επόμενη κατάθεση ΛΚ253.000 έγινε στις 2.5.2006, ενώ θα έπρεπε να γίνει το Φεβρουάριο του 2006 Ο κ. Γεώργιος Ψίλλος (ΜΕ2) κλητήρας της Εθνικής Τράπεζας κατά το Δεκέμβριο του 2006 μέχρι σήμερα κατέθεσε το βιβλίο αποστολής επιστολών (Τεκ. 10) όπου σ΄ αυτό αναγνώρισε την υπογραφή του στη αλληλογραφία που παραδόθηκε στο ταχυδρομείο στις 28.12.
  7. Κατά την αντεξέταση διευκρίνισε ότι σ΄ αυτή τη σελίδα περιλαμβάνονταν επιστολές που αποστάληκαν με απλό ταχυδρομείο. Ο κ. Γεώργιος Ιωαννίδης (ΜΥ1), εναγόμενος 1 αναγνώρισε την ύπαρξη της συμφωνίας Τεκ. 2 και ανέφερε ότι σύμφωνα με αυτή του δόθηκε ένας χρόνος περίοδος χάρητος για να πληρώσει τους τόκους το ποσού ανά εξαμηνία. Ο ίδιος είχε υπογραμμένα έντυπα στο διευθυντή της τράπεζας στη Πάφο έτσι ώστε κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία πληρωμής αν ο ίδιος απουσίαζε από τη Κύπρο για οποιοδήποτε λόγο, αυτός να παίρνει χρήματα από ένα συγκεκριμένο λογαριασμό που διέθετε και να καταβάλλει τους τόκους ως η μεταξύ τους συμφωνία. Μετά το πρώτο χρόνο πλήρωσε τις πρώτες δύο δόσεις κανονικά και μία ημέρα πήγε στη Λευκωσία στα κεντρικά γραφεία της Διοίκησης της Τράπεζας σε ανώτερο τραπεζικό υπάλληλο με τον οποίο είχαν γίνει και όλες οι διαπραγματεύσεις για το δανεισμό και του ζήτησε να καθυστερήσει τη πληρωμή το πολύ δύο δόσεων της τάξης των ΛΚ500,000 και μετά να πληρώσει περισσότερες από τις ΛΚ500,000 και να του αποδεσμεύσουν ένα ακίνητο νοουμένου ότι το ακίνητο που θα παρέμενε θα ήταν αρκετό για να εξασφαλιστεί ή τράπεζα. Ο κ. Ξενοφώντος του είπε πως θα ανέφερε το θέμα στο διευθύνοντα σύμβουλο της τράπεζας κ. Τσιτσιρίδη ο οποίος όταν του ανέφερε το αίτημα του είπε « Γιώργο μου δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα και θέλω να ξέρεις και να νιώθεις ότι η Εθνική Τράπεζα Ελλάδος είναι το σπίτι σου». Ζήτησε ο ίδιος αν ήθελαν να υποβληθεί το αίτημα γραπτώς αλλά του είπε ότι δεν χρειάζεται. Όλα αυτά λέχθηκαν στη παρουσία του κ. Ξενοφώντος. Όταν ο ενάγοντας έδωσε τις ΛΚ1.304.000 αποδεσμεύτηκε το ένα ακίνητο γιατί το άλλο ακίνητο που παρέμεινε υποθηκευμένο ήταν πολύ μεγάλης αξίας την οποία καθόρισε σε ΛΚ12.000.
  8. Οι σχέσεις του με την διοίκηση της τράπεζας, είπε ήταν πολύ καλές και δεν θυμάται να του αποστάληκε επιστολή τερματισμού. Σε μεταγενέστερη ερώτηση ο μάρτυρας ανέφερε ότι μετά την πληρωμή του ποσού πήρε επιστολή τερματισμού. Κατά την αντεξέταση δεν μπορούσε να καθορίσει την ημερομηνία της επίσκεψης του στα κεντρικά γραφεία της Τράπεζας. Όταν δε του επεδείχθηκαν οι επιστολές Τεκ.5
(1)-
(5)ανέφερε ότι έχει φύγει από αυτή τη διεύθυνση, χωρίς να θυμάται πότε έγινε η αλλαγή της διεύθυνσης. Ο κ. Ξένιος Ξενοφώντος (ΜΥ2) ανέφερε ότι το έτος 2004 εργαζόταν στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) ως προϊστάμενος πιστοδοτήσεων μεγάλων επιχειρήσεων. Βλέποντας τις συμφωνίες Τεκ. 2 και 3 τις οποίες όμως δεν αναγνώρισε, ανέφερε πως η πρακτική της Τράπεζας είναι να συνδυάζει αυτές τις δύο, μία βασική συμφωνία με γενικούς όρους και μία ειδική συμφωνία στην οποία περιγράφονται οι συγκεκριμένοι όροι των πιστοδοτήσεων που εγκρίνονται στο πελάτη. Η συνεργασία της τράπεζας με τον κ. Ιωαννίδη είχε ξεκινήσει το 2004 με την επίδικη δανειοδότηση και επίσης είχε άλλους τρεχούμενους πιστωτικούς λογαριασμούς γύρω στο ΛΚ1,500,000 στο όνομα της εταιρείας ΑΛΕΠΑ στην οποία ο κ. Ιωαννίδης με την οικογένεια του είναι μεγαλομέτοχοι. Η πρώτη δόση του δανείου έπρεπε να αποπληρωθεί 12 μήνες μετά την πρώτη εκταμίευση του δανείου, δηλαδή τον Αύγουστο του 2005 περίπου. Επειδή υπήρξε μία μικρή καθυστέρηση στην αποπληρωμή των δόσεων του κ. Ιωαννίδη ο ίδιος επικοινώνησε με το πελάτη ο οποίος πήγε στα γραφεία τους στη Λευκωσία. Ο κ. Ιωαννίδης του ανέφερε ότι τη συγκεκριμένη στιγμή δεν μπορούσε να αποπληρώσει το ποσό της καθυστέρησης, αλλά υπολόγιζε ότι σε μερικούς μήνες θα αποπλήρωνε όχι μόνο το ποσό της καθυστέρησης αλλά και αριθμό επόμενων δόσεων και πως θα τους έδιδε ένα ποσό πολύ μεγαλύτερο των ΛΚ1,000,
  1. Ο ίδιος βρήκε τη πρόταση ικανοποιητική και είπε στον εναγόμενο 1 ότι θα έπρεπε να συζητηθεί το θέμα με τον διευθύνοντα σύμβουλο της τράπεζας κ. Τσιτσιρίδη. Πράγματι διευθετήθηκε συνάντηση με τον κ. Τσιτσιρίδη, τον εναγόμενο 1 και τον ίδιο και ο κ. Τσιτσιρίδης ανέφερε ότι έβλεπε θετικά το θέμα και ήταν πολύ εγκάρδιος με τον κ. Ιωαννίδη. Στη συνέχεια έγιναν ενέργειες για να επικυρωθεί γραπτώς το αίτημα. Το σώμα που αποφασίζει είναι το Συμβούλιο Εργασιών του οποίου προΐσταται ο κ. Τσιτσιρίδης. Λόγω του ότι ορισμένα μέλη δεν συμφώνησαν, η τράπεζα αποφάσισε να μην εγκρίνει το αίτημα και να συνεχίσει να λαμβάνει μέτρα για αποπληρωμή της δόσης. Ακολούθως με οδηγίες του γενικού διευθυντή της τράπεζας κ. Φροντίστα απεστάλη επιστολή τερματισμού. Όπως ανέφερε ο μάρτυρας την επιστολή την έγραψε ο ίδιος ο κ. Φρονίστας και την απέστειλε στο κατάστημα της Πάφου να την αντιγράψουν και να την αποστείλουν στο πελάτη. Αργότερα έμαθε ότι ο κ. Ιωαννίδης προέβη σε κατάθεση ποσού πέραν των ΛΚ1.000.
  2. Ο ίδιος γνώριζε ότι είχε στο μεταξύ αποσταλεί επιστολή τερματισμού και ότι το δάνειο είχε κλείσει. Κατά την αντεξέταση τέθηκε στο μάρτυρα επιστολή ημερ. 27.2.2006 που απέστειλε ο ίδιος στον κ. Ιωαννίδη (Τεκ. 12) καθώς και επιστολή ημερ. 22.3.2006 με επισυνημμένα έγγραφα που απέστειλε ο ίδιος προς το υποκατάστημα της Πάφου (Τεκ. 13) σχετικά με το δάνειο του κ. Ιωαννίδη. Ο μάρτυρας επίσης διευκρίνισε ότι η συνάντηση μεταξύ του ιδίου, του κ. Τσιτσιρίδη και του κ. Ιωαννίδη έγινε το καλοκαίρι του 2006 χωρίς να μπορεί να καθορίσει την ημερομηνία. Μετά το πέρας της μαρτυρίας της υπεράσπισης υποβλήθηκε αίτημα για προσκόμιση αντικρουστικής μαρτυρίας από τους ενάγοντες. Το αίτημα έγινε γραπτώς και μετά από ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου δόθηκε η σχετική άδεια και κλήθηκε ως μάρτυρας ο κ. Γιάννης Τσιτσιρίδης. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι σήμερα εργάζεται στην Τράπεζα Probank Α.Ε. ενώ από τις 15.10.2004 μέχρι τις 20.3.2007 διετέλεσε διευθύνων σύμβουλος των εναγόντων. Ο Εναγόμενος 1 ήταν πελάτης των εναγόντων κατά την εν λόγω περίοδο που εργάστηκε στην τράπεζα και τον συνάντησε μερικές φορές με την πιο πάνω ιδιότητα του. Σε κάποιο στάδιο πριν τη λήξη της θητείας του περί τον Δεκέμβριο του 2006, ο κ. Ξένιος Ξενοφώντος ο οποίος τότε ήταν προϊστάμενος πιστοδοτήσεων μεγάλων επιχειρήσεων τον ενημέρωσε από τηλεφώνου ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν στο γραφείο του και του ζήτησε να τον επισκεφθεί λέγοντας του ότι τον εναγόμενο 1 τον απασχολούσε κάποιο ζήτημα και ο ίδιος τους αποδέχθηκε. Καταρχήν ο εναγόμενος 1 ανέφερε ότι αντιμετώπιζε προβλήματα στη σχέση του με συγκεκριμένο ανώτατο στέλεχος της τράπεζας για προσωπικούς λόγους. Στη συνέχεια ο εναγόμενος 1 τον πληροφόρησε ότι είχε κάποιες οικονομικές δυσκολίες προσωρινής φύσης σχετικά με την καταβολή των δόσεων του δανείου που ήταν ήδη σε καθυστέρηση. Του έδωσε να καταλάβει ότι σύντομα θα εισέπραττε κάποια ποσά και ότι τότε θα μπορούσε να εξοφλήσει τα καθυστερημένα καθώς και την επόμενη δόση. Ο μάρτυρας του είπε ότι όλα αυτά ακούγονται μεν καλά θα πρέπει όμως σε κάθε περίπτωση να είναι σε θέση να τα τεκμηριώσει προκειμένου η τράπεζα να σταθμίσει τις οποιεσδήποτε αποφάσεις της. Η συνάντηση ολοκληρώθηκε με την υπόδειξη του μάρτυρα προς τον κ. Ιωαννίδη ότι πρέπει να τεκμηριώσει το αίτημα του παρουσιάζοντας λεπτομερώς την οικονομική κατάσταση του και πως προτίθεται να εξυπηρετήσει τις οφειλές του. Ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι δεν είχε αρμοδιότητα να εξετάσει το αίτημα του εναγομένου 1 και πολύ περισσότερο να το εγκρίνει, γεγονός που και άλλες φορές ο ίδιος προσωπικά του το είχε επισημάνει. Η τράπεζα ανέφερε λειτουργεί συλλογικά μέσω αρμοδίων επιτροπών και αιτήματα παρουσιάζονται ενώπιον της επιτροπής και οι αποφάσεις είναι πάντα ομόφωνες. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει ομοφωνία τότε τα αιτήματα παραπέμπονται σε ανώτερο κλιμάκιο. Γνωρίζοντας αυτά τα στοιχεία ο ίδιος και με βάση τον τρόπο που ο ίδιος προσωπικά λειτουργούσε, ουδέποτε έδωσε την εντύπωση στον κ. Ιωαννίδη ότι έγκριση αιτημάτων ήταν αποκλειστική αρμοδιότητα του. Ανέφερε επίσης ότι ο κ. Ξενοφώντος που ήταν παρών στη συνάντηση ήταν ο καθ΄ ύλην αρμόδιος να αναλύσει το οποιοδήποτε αίτημα του εναγομένου 1 και να υποβάλει σχετικό εισηγητικό σημείωμα προς το συλλογικό εγκριτικό όργανο που ήταν το Συμβούλιο Εργασιών το οποίο αποτελείτο από τον ίδιο ως Πρόεδρο, τον Γενικό Διευθυντή κ. Π. Φρονίστα και τους αξιωματούχους κ.κ Α. Θουκιδίδη και Α. Πρίφτη ως μέλη. Ενδεχομένως να ανέφερε στον εναγόμενο 1 ότι εφόσον αυτός προσκομίσει τα απαραίτητα στοιχεία της τεκμηρίωσης θα υποβάλει γραπτώς σημείωμα ο κ. Ξενοφώντος. Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας ανέφερε ότι την ημέρα που είχε συνάντηση με τον εναγόμενο 1 η συμφωνία του με την τράπεζα βρισκόταν σε ισχύ. Η συνάντηση αυτή έγινε στις αρχές Δεκεμβρίου. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών προέβησαν σε γραπτές αγορεύσεις όπου ανέπτυξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους τις οποίες εξέτασα. Η κα Κακουλλή ανέφερε ότι οι ενάγοντες με βάση τη μαρτυρία που παρουσίασαν απέδειξαν την υπόθεση τους, ενώ αντίθετα η μαρτυρία των εναγομένων, για τους λόγους που εξήγησε, δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή και πως οι εναγόμενοι δεν έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους. Ο κ. Νικαλάου από την άλλη, αφού και αυτός ανέλυσε τη μαρτυρία εισηγήθηκε πως στην παρούσα υπόθεση, σύμφωνα με το μαρτυρικό υλικό, οι ενάγοντες δεν μπορούν να προωθούν την αξίωση τους, λόγω κωλύματος (estoppel by conduct). Θα αναφερθώ στις επί μέρους θέσεις των δύο συνηγόρων εκεί όπου χρειάζεται στη πορεία της απόφασης. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον μου και έχω εξετάσει όλα τα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Η κα Φωτεινή Βασιλείου υπήρξε συνεπής και σταθερή στη μαρτυρία της και εξήγησε με σαφήνεια τον τρόπο λειτουργίας του λογαριασμού των εναγομένων. Η μάρτυρας κατέθεσε τις καταστάσεις του λογαριασμού των εναγομένων και δεν υπήρξε αμφισβήτηση των καταχωρήσεων που υπήρχαν σ΄ αυτούς. Δεν υπήρξε επίσης αμφισβήτηση του υπόλοιπου οφειλόμενου ποσού. Περαιτέρω η θέση της μάρτυρος περί πληρωμής των τόκων και των δύο δόσεων που πληρώθηκαν πριν την αποστολή της επιστολής Τεκ. 6 με καθυστέρηση επίσης παρέμεινε αναντίλεκτη. Συνακόλουθα αποδέχομαι ως ορθή τη μαρτυρία της και το περιεχόμενο των καταστάσεων λογαριασμού που κατάθεσε. Θα πρέπει να σημειωθεί πως η μάρτυρας επεξήγησε με σαφήνεια τον τρόπο που ετοιμάστηκαν οι καταστάσεις λογαριασμού και πως τα στοιχεία που περιλαμβάνονται σ΄ αυτούς αποτελούν μέρος του ηλεκτρονικού αρχείου της τράπεζας. Ο κ. Γεώργιος Ψίλλος, η μαρτυρία του οποίου περιορίστηκε στο θέμα της αποστολής της επιστολής τερματισμού κρίνεται ως ένας καθόλα αξιόπιστος μάρτυρας και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Η μαρτυρία του κ. Γεώργιου Ιωαννίδη, Εναγόμενου 1 δεν ήταν σαφής σε ουσιαστικά σημεία της υπόθεσης και ήταν διαφορετική από αυτή του κ. Ξενοφώντος, του δεύτερου μάρτυρα υπεράσπισης, σε κάποια καθοριστικά σημεία. Παρατηρείται επίσης διάσταση στις θέσεις του κ. Ιωαννίδη με τις έγγραφες προτάσεις όπως θα εξηγηθεί στη συνέχεια. Η συνάντηση του κ. Ιωαννίδη με τους κ.κ. Ξενοφώντος και Τσιτσιρίδη κατά την οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ζήτησε την καθυστέρηση της πληρωμής δύο δόσεων και έλαβε διαβεβαιώσεις ότι δεν επρόκειτο η τράπεζα να προχωρήσει σε τερματισμό της σύμβασης, δεν καθορίζεται χρονικά από τον ίδιο. Οι δε απαντήσεις που έδωσε στην αντεξέταση και συγκεκριμένα η αναφορά του ότι η συνάντηση έγινε πριν καταστεί πληρωτέα η τρίτη δόση, δηλαδή πριν τις 13.8.2006, είναι διαφοροποιημένη από τις θέσεις του κ. Ξενοφώντος. Ο κ. Ξενοφώντος ανέφερε πως κατά τη συνάντηση ο εναγόμενος 1 ζήτησε κατανόηση για την αδυναμία του να πληρώσει τη δόση που ήταν ήδη καθυστερημένη, συνεπώς η συνάντηση έγινε μετά τις 13.8.
  3. Σχετικές με το θέμα αυτό είναι και οι επιστολές που κατά την αντεξέταση του ο εναγόμενος 1 αποδέχθηκε ότι απέστειλε στη τράπεζα στις 23.10.2006 και 6.11.2006 (Τεκ. 11
(1)και 11
(2)) όπου ο εναγόμενος 1 αναφέρεται σε καθυστερημένη δόση και ζητά τη διαβεβαίωση ότι με τη καταβολή του ποσού των ΛΚ1.052.400 θα απαλλασσόταν ένα ακίνητο από την υποθήκη. Ένα άλλο στοιχείο που δημιουργεί ερωτηματικά ως προς το αξιόπιστο της μαρτυρίας του είναι η θέση του που επαναλήφθηκε σε διάφορα στάδια της κατάθεσης του ότι δηλαδή μπορούσε ανά πάσα στιγμή να διευθετήσει τις εκάστοτε πληρωτέες δόσεις του δανείου, σε αντίθεση με τη μαρτυρία του Ξενοφώντος ότι ο εναγόμενος δήλωσε αδυναμία στη εμπρόθεσμη πληρωμή της δόσης του δανείου και ζήτησε κατανόηση για τη καθυστέρηση στη πληρωμή δόσης που ήταν ήδη καθυστερημένη, συνεπώς αναφερόταν σε ημερομηνία μετά τις 13.8.
  1. Τονίστηκε από την κα Κακουλλή, ορθά θα έλεγα και η θέση του μάρτυρα σε κάποιο στάδιο της αντεξέτασης του ότι ο λόγος της καθυστέρησης της πληρωμής της δόσης δεν οφειλόταν στο γεγονός ότι δεν μπορούσε να την καταβάλει αλλά σε δική του επιλογή γιατί, όπως είπε, κερδίζει περισσότερα αξιοποιώντας και επενδύοντας ο ίδιος τα χρήματα που χρωστά. Η θέση αυτή δεν βρίσκει έρισμα στη λογική. Πως είναι δυνατό να γίνει πιστευτή η θέση του εναγόμενου 1 ότι ζήτησε να καθυστερήσει τη πληρωμή δύο δόσεων χωρίς να χρεωθεί με επιπρόσθετο επιτόκιο όπως προνοούσε η μεταξύ τους συμφωνία, ενώ θα μπορούσε ο ίδιος να προβεί στην έγκαιρη πληρωμή των δόσεων του. Διαφοροποιημένη υπήρξε επίσης η θέση του εναγόμενου 1 από αυτή του κ. Ξενοφώντος και ως προς το τι διαμείφθηκε στη συνάντηση με τον κ. Τσιτσιρίδη. Ο κ. Ιωαννίδης ουσιαστικά ισχυρίστηκε πως το αίτημα του για καθυστέρηση στη πληρωμή της δόσης έγινε αποδεκτό, λέγοντας του ο κ. Τσιτσιρίδης ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα και μάλιστα ότι δεν χρειαζόταν να υποβληθεί τίποτε γραπτώς, ενώ η εκδοχή του κ. Ξενοφώντος είναι ότι ο κ. Τσιτσιρίδης είπε στο κ. Ιωαννίδη ότι το βλέπει θετικά, συμπληρώνοντας σε άλλο σημείο της κατάθεσης του ότι έδωσε την εντύπωση ότι το αίτημα εγκρίθηκε. Βέβαια η θέση του κ. Ξενοφώντος ότι ο κ. Τσιτσιρίδης είπε στον εναγόμενο 1 ότι το βλέπει θετικά σε συνδυασμό με τη θέση του ιδίου μάρτυρα ότι ο κ. Τσιτσιρίδης δεν ήταν αρμόδιος για να εγκρίνει τέτοιο αίτημα, ουδόλως συνάδει με τη θέση του κ. Ιωαννίδη ότι το αίτημα του έγινε αποδεκτό και μάλιστα ότι ο κ. Τσιτσιρίδης του ανέφερε ότι δεν χρειαζόταν καν να υποβληθεί γραπτώς. Από τη μαρτυρία δε του κ. Ξενοφώντος προκύπτει ότι το αίτημα δεν ήταν της αρμοδιότητας του Διευθύνοντα Συμβούλου αλλά του Συμβουλίου Εργασιών, ενώπιον του οποίου τέθηκε και απορρίφθηκε. Ασαφής και αντιφατική υπήρξε η μαρτυρία του κ. Ιωαννίδη και ως προς την επιστολή τερματισμού που απέστειλαν οι ενάγοντες (Τεκ. 6) για την οποία ισχυρίστηκε ότι δεν τη παρέλαβε και ότι είχε φύγει από τη διεύθυνση που αναγράφεται σ΄ αυτή, χωρίς όμως να μπορεί να καθορίσει το χρόνο που έφυγε ούτε να δικαιολογήσει το γεγονός ότι αυτή είναι η διεύθυνση που αναγράφεται στην αγωγή και αυτή στην οποία επιδόθηκε η αγωγή. Σε άλλο μέρος της μαρτυρίας του ανέφερε ότι την επιστολή την έλαβε μετά τη πληρωμή του ποσού που έκανε το Φεβρουάριο του 2007, ενώ σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του είπε ότι για τον τερματισμό πληροφορήθηκε από το διευθυντή του παραρτήματος της τράπεζας στη Πάφο. Αντίθετα ο κ. Ξενοφώντος ανέφερε πως περί τα τέλη Δεκεμβρίου 2006 του τηλεφώνησε ο εναγόμενος 1 και εξέφρασε την έκπληξη και απογοήτευση του για το τερματισμό. Πέραν των πιο πάνω, η μαρτυρία τόσο του κ. Ιωαννίδη όσο και του κ. Ξενοφώντος δεν συνάδει με το περιεχόμενο της υπεράσπισης, κάτι που επηρεάζει την αξιοπιστία της εκδοχής τους. Στη παράγραφο 2 της υπεράσπισης γίνεται αναφορά σε κώλυμα των εναγόντων να εγείρουν τη παρούσα αγωγή γιατί οι εναγόμενοι κατέβαλαν στις 12.2.2007 στους ενάγοντες ολόκληρο το ποσό των οφειλομένων δόσεων πλέον το ποσό των ΛΚ804,840.62 έναντι του υπολοίπου και/ή καταρτίστηκε νέα συμφωνία και/ή τροποποιήθηκε η υφιστάμενη και οι ενάγοντες αποδέχτηκαν τη συνέχιση της, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στους όρους της συμφωνίας ή να αναφέρεται ρητά η ημερομηνία που έγιναν αυτά. Στη παράγραφο 6 της υπεράσπισης αναφέρεται ότι στις 12.2.2007 συνάφθηκε νέα συμφωνία προφορικά και/ή σιωπηρά βάση της οποίας οι εναγόμενοι κωλύονται να εγείρουν τη παρούσα αγωγή. Για τους πιο πάνω λόγους, σε όση έκταση η μαρτυρία του κ. Ιωαννίδη δεν συνάδει με την υπόλοιπη αποδεκτή μαρτυρία δεν γίνεται αποδεκτή. Ο κ. Ξενοφώντος φαίνεται να είναι δυσαρεστημένος από τους ενάγοντες, εναντίον των οποίων καταχώρησε αγωγή και από το Γενικό τους Διευθυντή κ. Φρονίστα τον οποίο χαρακτήρισε ως αυταρχικό. Αυτό που προβληματίζει είναι ότι ο μάρτυρας αυτός ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο ήταν διευθυντικό στέλεχος των εναγόντων και γνώριζε καθηκόντως τις διαδικασίες και ανέφερε ρητά ότι ο κ. Τσιτσιρίδης από μόνος του δεν μπορούσε να εγκρίνει το αίτημα του εναγομένου 1 και πως αρμόδιο σώμα ήταν το Συμβούλιο Εργασιών, ο ίδιος διευθέτησε τη συνάντηση με τον κ. Τσιτσιρίδη προφανώς για να έχει την υποστήριξη του ιδίου, είπε ότι ο κ. Τσιτσιρίδης έβλεπε το θέμα θετικά, παρά ταύτα στη συνέχεια ανέφερε πως η εντύπωση που αποκόμισε ο εναγόμενος 1 είναι ότι δεν θα τερματιζόταν η συμφωνία του δανείου, προφανώς για να βοηθήσει την υπόθεση των εναγομένων, με τρόπο που δεν με έπεισε. Ο κ. Τσιτσιρίδης υπήρξε συνεπής στη μαρτυρία του την οποία έδιδε με άμεσο τρόπο χωρίς υπεκφυγές δίδοντας μου την εντύπωση του ατόμου που προσήλθε στο Δικαστήριο με στόχο να παραθέσει τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση όπως τα θυμάται, χωρίς οποιαδήποτε διάθεση να παραπλανήσει, ούτε με οποιεσδήποτε υπερβολές. Δεν μου διαφεύγει ότι ούτε αυτός ο μάρτυρας εργάζεται σήμερα στη Τράπεζα, δεν είχε στη κατοχή του οποιαδήποτε έγγραφα της τράπεζας και η μαρτυρία του περιορίστηκε σε αναφορές στο τι ουσιαστικά ο ίδιος θυμόταν από την συνάντηση με τον εναγομένο
  2. Όπως ανέφερα και πιο πάνω οι δύο συμφωνίες Τεκ. 1 και 2 είναι παραδεκτές από τους εναγόμενους. Η θέση που προβλήθηκε στην αγόρευση των εναγομένων ότι ο λόγος που οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 προσχώρησαν στη συμφωνία με σκοπό να αποφύγουν οι ενάγοντες τις απαγορεύσεις του νόμου περί δανειοδότησης σε ένα φυσικό πρόσωπο ποσού πιο μεγάλου από ένα συγκεκριμένο ποσό, πέραν του ότι δεν είναι δικογραφημένη, παρέμεινε ατεκμηρίωτη και δεν μπορεί να οδηγήσει σε οποιοδήποτε εύρημα. Όσον αφορά τις καταστάσεις λογαριασμού οι οποίες δείχνουν τη κίνηση του λογαριασμού δανείου αυτές δεν αμφισβητήθηκαν και γίνονται αποδεκτές. Παράλειψη αντεξέτασης της κας Βασιλείου επί του θέματος καθιστά τη μαρτυρία αυτή αποδεκτή.(βλ. Adidas v. Jonitexo
(1987)1 CLR 383, Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 ΑΑΔ 786 Fredericou Schools v. Acuac Inc.
(2002)1 ΑΑΔ 1528). Από τις καταστάσεις λογαριασμού είναι εμφανές ότι υπήρξε καθυστέρηση στη αποπληρωμή του δανείου, όπως ανέφερε η κα Βασιλείου, την μαρτυρία της οποίας έχω αποδεχθεί και προβαίνω στα ανάλογα ευρήματα. Όσον αφορά τις προειδοποιητικές επιστολές (Τεκ. 5
(1)-
(4)) καθώς και την επιστολή τερματισμού (Τεκ. 6) αυτές φαίνεται να αποστάληκαν στη διεύθυνση λεωφ. Ελευθερίας 136 στη Χλώρακα, διεύθυνση η οποία αναγράφεται τόσο στη βασική συμφωνία όσο και στην επιστολή προσφοράς. Σύμφωνα με τον όρο 20 του Τεκ. 2 «κάθε ειδοποίηση/κοινοποίηση δυνάμει του Εγγράφου αυτού μπορεί να αποστέλλεται στον πελάτη με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή επιδίδεται σ΄ αυτόν δια χειρός στη διεύθυνση που έχει δηλώσει στην Τράπεζα ή στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του». Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι έχει δηλωθεί στη Τράπεζα άλλη διεύθυνση από αυτή που αναγράφεται στη συμφωνία, ούτε ότι γνωστοποιήθηκε σ΄ αυτήν αλλαγή διεύθυνσης. Συνακόλουθα, η αποστολή των επιστολών σε αυτή τη διεύθυνση με συνηθισμένο ταχυδρομείο, θεωρώ ότι πληρεί τις συμβατικές υποχρεώσεις της Τράπεζας. Περαιτέρω, σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΕ2, η επιστολή (Τεκ. 6) ταχυδρομήθηκε με συνηθισμένο ταχυδρομείο και προς τούτο ο μάρτυρας κατέθεσε το βιβλίο αποστολής επιστολών (Τεκ. 10) όπου φαίνεται η αλληλογραφία που παραδόθηκε στο ταχυδρομείο. Η μαρτυρία αυτή είναι ικανοποιητική για να αποδειχθεί η αποστολή της εν λόγω επιστολής (βλ. Halsbury's Laws of England 4η έκδοση, τόμος 17 σελ. 210). Οι εναγόμενοι προβάλλουν στην υπεράσπιση τους ισχυρισμό ότι το χρεωστικό υπόλοιπο περιλάμβανε υπερχρεώσεις και ανατοκισμούς. Στη παράγραφο 2 της βασικής συμφωνίας Τεκ. 2 και στη παράγραφο Γ της επιστολής προσφοράς Τεκ. 3, δίδεται το δικαίωμα στη τράπεζα να προβαίνει σε ανατοκισμό σύμφωνα με την εκάστοτε νομοθεσία καθώς επίσης και όπως καθορίζει το ύψος του βασικού ή πρόσθετου επιτοκίου με γραπτή ειδοποίηση προς το πελάτη. Συνακόλουθα, ο ανατοκισμός είναι επιτρεπτός με βάση τις μεταξύ των διαδίκων συμφωνιών. Όσο δε αφορά τις υπερχρεώσεις, καμία αντεξέταση δεν έγινε στη ΜΕ1 για το θέμα και καμία αμφισβήτηση δεν έγινε του περιεχομένου των καταστάσεων λογαριασμού, ούτε δόθηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία επί του θέματος, συνακόλουθα ο ισχυρισμός αυτός παρέμεινε ατεκμηρίωτος. Σύμφωνα με τη μαρτυρία όπως την έχω αποδεχθεί, οι ενάγοντες τερμάτισαν τις συμφωνίες με επιστολή ημερ. 21.12.06 (Τεκ. 6), μετά που απέστειλαν προειδοποιητικές επιστολές Τεκ. 5
(1)-
(4)λόγω καθυστέρησης πληρωμής δόσης του δανείου μετά που αυτή κατέστη πληρωτέα. Το δικαίωμα της τράπεζας να τερματίσει τη λειτουργία του λογαριασμού του πελάτη προνοείται στη παράγραφο 4 της βασικής συμφωνίας Τεκ. 2. Σύμφωνα δε με τον όρο 9
(1)της συμφωνίας οι ενάγοντες δικαιούντο να χρεώνουν επιβάρυνση σε περίπτωση καθυστέρησης οποιασδήποτε δόσης, η οποία καθορίστηκε σε 3% το χρόνο επί του ληξιπρόθεσμου ποσού σύμφωνα με το όρο Δ(γ) της επιστολής προσφοράς Τεκ. 3. Στην υπεράσπιση προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο όρος αυτός είναι άδικος και καταπιεστικός. Η θέση της κας Κακουλλή επί του θέματος είναι ορθή. Από τη στιγμή που η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία επιτρέπει την χρέωση του επιπρόσθετου επιτοκίου και αυτό γνωστοποιήθηκε στους εναγομένους γραπτώς, ο εναγόμενος 1 είναι ένας έμπειρος επιχειρηματίας, όπως ανέφερε και συναλλάσσεται συχνά με τράπεζες, δεν μπορεί να θεωρηθεί η χρέωση αυτή ότι είναι άκυρη ούτε ο σχετικός όρος στις μεταξύ των διαδίκων συμφωνίες ότι είναι άδικος και καταπιεστικός. Η χρέωση επιτοκίου υπερημερίας είναι συνήθης τραπεζική πρακτική και έχει αναγνωριστεί η δυνατότητα χρέωσης τέτοιου επιτοκίου σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σχετική με το θέμα αυτό είναι και η απόφαση στην υπόθεση Παναγιώτη Νεάρχου ν. Εθνικής Τράπεζας
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 818 που με παρέπεμψε η κα Κακουλλή. Στη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου των εναγομένων αναφέρεται ότι κατά τον τερματισμό της συμφωνίας είχαν γίνει πληρωμές ύψους ΛΚ791.869,74 παρόλο που δυνάμει της συμφωνίας έπρεπε να καταβληθεί το ποσό των ΛΚ750.000,00. Βέβαια αναγνωρίζεται η υποχρέωση καταβολής τόκων από τον συνήγορο, αναφέροντας όμως ότι δεν ήξεραν οι εναγόμενοι πότε θα γινόταν αυτός ο λογισμός και πως στην επιστολή τερματισμού δεν γίνεται αναφορά στο ποσό της καθυστέρησης. Η εισήγηση του συνηγόρου δεν είναι ορθή. Ο τρόπος αποπληρωμής του δανείου προνοείται με σαφήνεια στον όρο Α της επιστολής προσφοράς Τεκ. 3 και στον όρο Γ της ίδιας επιστολής αναφέρεται ότι οι εναγόμενοι έχουν υποχρέωση να καταβάλλουν τους τόκους την 30ην Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου εκτός εάν άλλως τους γνωστοποιηθεί από τη Τράπεζα. Όσον αφορά το καθυστερημένο οφειλόμενο ποσό αυτό αναγράφεται στις προειδοποιητικές επιστολές που στάληκαν στους εναγόμενους Τεκ. 5
(1)-
(4)το οποίο αναγνωρίζεται και από τον εναγόμενο 1 στις επιστολές που απέστειλε ο ίδιος Τεκ. 11
(1)-
(2). Στο σημείο αυτό θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ και στη μαρτυρία του κ. Ιωαννίδη περί ύπαρξης υπογραμμένων εντύπων στη Τράπεζα έτσι ώστε να καθίσταται δυνατή η πληρωμή των τόκων σε περίπτωση που ο ίδιος απουσίαζε εκτός Κύπρου. Οι θέσεις αυτές του μάρτυρα δεν καλύπτονται από τα δικόγραφα όπως τονίστηκε και κατά το στάδιο προσκόμισης αυτής της μαρτυρίας. Προβάλλεται στην υπεράσπιση ο ισχυρισμός ότι οι ενάγοντες κωλύονται να εγείρουν της παρούσα αγωγή και να αξιώνουν πλήρη εξόφληση του υπολοίπου, γιατί οι εναγόμενοι στις 12.2.207 κατέβαλαν στους ενάγοντες ολόκληρο το ποσό της ισχυριζόμενης καθυστερημένης δόσης, καθώς και ολόκληρο το ποσό της επόμενης δόσης που δεν ήταν καθυστερημένη και/ή κατέβαλαν επιπλέον ποσό ΛΚ804,840.62 έναντι του υπολοίπου και/ή καταρτίστηκε νέα συμφωνία και/ή τροποποίηση της υφιστάμενης και συνέχιση της που αποδέχτηκαν οι ενάγοντες και/ή στα οποία οι Ενάγοντες συμφώνησαν ρητά και/ή σιωπηρά και/ή λόγω της συμπεριφοράς τους (by conduct) και για τούτο οι εναγόμενοι ισχυρίζονται κώλυμα των εναγόντων και/ή ισχυρίζονται ότι η μεταξύ τους συμφωνία συνεχίζει και/ή ανανεώθηκε και/ή τροποποιήθηκε. Το βάρος απόδειξης αυτού του ισχυρισμού βαρύνει τους εναγόμενους. Σύμφωνα με τη μαρτυρία και την αγόρευση του συνηγόρου των εναγομένων, οι εναγόμενοι στηρίζουν τον ισχυρισμό τους περί νέας συμφωνίας και/ή περί ύπαρξης κωλύματος στα όσα διαμείφθηκαν στη συνάντηση μεταξύ του εναγόμενου 1, του κ. Ξενοφώντος και του κ. Τσιτσιρίδη. Ο συνήγορος των εναγομένων εισηγήθηκε πως οι παραστάσεις στις οποίες προέβη ο κ. Τσιτσιρίδης κατά την συνάντηση που είχε με τον κ. Ιωαννίδη ότι δεν θα ασκήσουν τα συμβατικά τους δικαιώματα και δη το δικαίωμα τερματισμού της σύμβασης δανείου, οδήγησαν τους εναγόμενους, οι οποίοι βασίστηκαν σε αυτές τις παραστάσεις, να μεταβάλουν τη θέση τους με τρόπο που θα ήταν άδικο πληρώνοντας ένα ποσό ΛΚ1.304.840.62 στους ενάγοντες στις 12.2.2007 μία ημέρα πριν τη λήξη της επόμενης δόσης ενώ σε καμία περίπτωση ο εναγόμενος 1 δεν ανέφερε ότι αδυνατούσε να εξεύρει το ποσό των ΛΚ250.000. Περαιτέρω ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι στη παρούσα περίπτωση έχουμε περίπτωση κωλύματος λόγω συμπεριφοράς (by conduct) και ανέλυσε το θέμα με αναφορά σε νομολογία. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια τη καταληκτική παράγραφο της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου των εναγομένων: «Στην περίπτωση μας ο εναγόμενος 1, βασιζόμενος σε υποσχέσεις και/ή την σιωπή και/ή παραστάσεις και/ή συμπεριφορά των αντιπρόσωπων των εναγόντων κ. Τσιτσιρίδη και κ. Ξενοφώντος μετέβαλε την συμπεριφορά του ώστε θα ήταν ανεπιεικές να δεχτούμε ότι βάσει των πιο πάνω παραστάσεων οι ενάγοντες δικαιούνται να επιμείνουν στην αυστηρή εφαρμογή των νομίμων τους δικαιωμάτων και να θεωρήσουν την επίδικη συμφωνία δανείου τερματισθείσα, η οποία νομική θεώρηση θα έχει σοβαρές επιπτώσεις στους εναγόμενους αφού θα τους θέσει ενώπιον μέτρων εκτέλεσης για επιστροφή του υπολοίπου ποσού του επίδικου δανείου και μάλιστα με αυξημένο τόκο κάτι που θα τους φέρει σε δεινή και δυσχερή θέση, θέση που δεν προβλέπανε ότι θα περιέλθουν όταν δέχοντο τις υποσχέσεις από τους ενάγοντες μέσω σιωπής και/ή συμπεριφοράς και/ή λόγων και/ή πράξεων ότι αυτοί δεν θα επέμεναν στην αυστηρή τήρηση των νομίμων δικαιωμάτων τους.» Η θέση της υπεράσπισης όπως προβλήθηκε από τη μαρτυρία του κ. Ιωαννίδη και όπως προκύπτει και από την αγόρευση του συνηγόρου τους είναι ότι κατά τη συνάντηση που είχαν στη Λευκωσία οι κ.κ. Ιωαννίδης, Ξενοφώντος και Τσιτσιρίδης, ο κ. Τσιτσιρίδης έκανε αποδεκτό το αίτημα του κ. Ιωαννίδη για καθυστέρηση πληρωμής το πολύ δύο δόσεων και ακολούθως τη πληρωμή μεγαλύτερου ποσού. Όσον αφορά το χρόνο που έγινε η συνάντηση, όπως ανέφερα και πιο πάνω υπάρχει διαφορετική αναφορά από τους ΜΥ1 και ΜΥ2 η οποία δεν έχει γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ανεξάρτητα όμως από την κατάληξη μου αυτή, δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ότι αυτό έγινε στις 12.2.2007 όπως αναφέρεται στη παράγραφο 6 της υπεράσπισης. Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι κατά το στάδιο των αγορεύσεων η πλευρά των εναγομένων στηρίζεται μόνο στην ύπαρξη κωλύματος λόγω συμπεριφοράς των αντιπροσώπων των εναγόντων Τσιτσιρίδη και Ξενοφώντος και δεν γίνεται καμία αναφορά σε νέα συμφωνία ή σε τροποποίηση της υφιστάμενης συμφωνίας. Αυτό που προκύπτει από τη μαρτυρία όπως την έχω αποδεχθεί είναι ότι η συνάντηση έλαβε χώρα μετά την καθυστέρηση στη καταβολή μίας δόσης του δανείου και πριν το τερματισμό της συμφωνίας και πως σ΄ αυτήν δεν δόθηκε καμία διαβεβαίωση από τον κ. Τσιτσιρίδη όπως ανέφερε ο κ. Ιωαννίδης ούτε υπήρχε τέτοια εξουσία. Η πληρωμή του ποσού των ΛΚ1.304.840.62 έγινε μετά τον τερματισμό της συμφωνίας και αυτό συνάδει και με τη έκδοση απόδειξης άνευ βλάβης. Επίσης με βάση τις επιστολές που ο ίδιος ο εναγόμενος 1 απέστειλε στη τράπεζα στις 23.10.2006 και 6.11.2006 (Τεκ. 11
(1)και
(2)) υπάρχει αναγνώριση της οφειλής του ποσού της ληγμένης δόσης των ΛΚ252.400, ενώ με τις εν λόγω επιστολές ζητείται όπως με τη πληρωμή αυτής της δόσης καθώς και ποσού ΛΚ800.000, η τράπεζα να προβεί σε απαλλαγή του κτήματος αρ. 3216 τεμ. 194 στα Μαντριά από τις υποθήκες. Αυτό δικαιολογεί και το γεγονός ότι στις 12.2.2007 δεν έγινε απλά η πληρωμή της καθυστερημένης δόσης αλλά και επιπρόσθετου ποσού, έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η απαλλαγή του ακινήτου από την υποθήκη. Με αυτά τα δεδομένα, καταλήγω ότι δεν υπάρχει καν το στοιχείο που επικαλέστηκε ο συνήγορος των εναγομένων στην αγόρευση του, ότι δηλαδή οι εναγόμενοι στηριζόμενοι στις παραστάσεις του κ. Τσιτσιρίδη ότι δεν επρόκειτο να τερματίσει τη συμφωνία, μετέβαλαν την θέση τους με τρόπο που θα ήταν άδικο, πληρώνοντας το ποσό των ΛΚ1.304.840.62 στους ενάγοντες στις 12.2.2007. Η πληρωμή του ποσού αυτού, εκτός του ότι ήταν πληρωτέα λόγω του τερματισμού, ήταν και το ποσό που ο ίδιος ο εναγόμενος 1 εισηγήθηκε όπως πληρώσει έτσι ώστε να απαλλάξει το ακίνητο του από την υποθήκη. Συνακόλουθα, ακόμα και αν γινόταν αποδεκτή η μαρτυρία του κ. Ιωαννίδη περί μη τερματισμού της συμφωνίας, που δεν γίνεται, πάλι δεν μπορεί να θεωρηθεί η πληρωμή του ποσού στις 12.2.2007 ως μεταβολή της θέσης του με άδικο γι αυτόν τρόπο, έχοντας υπόψη ότι η πληρωμή του ποσού συνοδεύτηκε και από απαλλαγή του ακινήτου. Όσον αφορά τη θέση ότι οι εναγόμενοι θα μπορούσαν να πληρώσουν τη καθυστερημένη δόση του δανείου εάν δεν στηρίζονταν στις παραστάσεις των αξιωματούχων της τράπεζας, ούτε αυτή μπορεί να ευσταθήσει, καθότι σύμφωνα με τα γεγονότα όπως τα έχω αποδεχθεί, ακόμα και σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΥ2, η συνάντηση έλαβε χώρα μετά που ήταν καθυστερημένη η μία δόση του δανείου. Περαιτέρω θεωρώ ότι σύμφωνα με τα ευρήματα μου ως προς τα γεγονότα δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη οποιασδήποτε νέας συμφωνίας ούτε τροποποίηση της υφιστάμενης συμφωνίας όπως εισηγούνται οι εναγόμενοι στο δικόγραφο τους. Συνακόλουθα η υπεράσπιση των εναγομένων δεν γίνεται αποδεκτή. Εν όψει των πιο πάνω και έχοντας αποδεχθεί τη μαρτυρία των εναγόντων κρίνω ότι αυτοί έχουν αποδείξει την υπόθεση τους και εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1 - 4 αλληλεγγύως και κεχωρισμένως για το ποσό των €4.501.930,46 πλέον τόκους προς 11.5% ετησίως από 1.1.07 κεφαλαιοποιούμενο την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνο μέχρι εξόφλησης. Περαιτέρω εναντίον του εναγομένου 1 εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος (Γ) του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης. Τα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται εναντίον των εναγομένων. (Υπ.) ................ Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.