Επί τοις αφορώσι την Χρύσω Λουκαίδου Καίζερ, Αρ. Αίτ. Πτώχευσης 318/2009, 2.12.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:A59 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αίτ. Πτώχευσης 318/2009 ΣΕ ΠΤΩΧΕΥΣΗ: Επί τοις αφορώσι την Χρύσω Λουκαίδου Καίζερ από την Πάφο ---------------------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 2.12.2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους αιτητές : κ. Α. Παπαγεωργίου Για την καθ΄ης η αίτηση: κ. Γ. Σιαηλής Α Π Ο Φ Α Σ Η Παρά το ότι η υπό κρίση αίτηση στρέφεται εναντίον της Χρύσως Λουκαίδου Καίζερ από την Πάφο, η ALPHA BANK CYPRUS LIMITED, ζητά από το Δικαστήριο, την έκδοση διατάγματος παραλαβής σε σχέση με την περιουσία του Ανδρέα Χριστοδούλου Κάιζερ. Σύμφωνα με την αίτηση, η Χρύσω Λ. Καίζερ, η οποία δια περίοδο μεγαλύτερη των έξι μηνών πριν την καταχώρηση της αίτησης, είχε την διαμονή της στην Πάφο, δικαίως οφείλει στην ALPHA BANK CYPRUS LIMITED, το ποσό των €25423.62 σεντ. Το ποσό αυτό σύμφωνα πάντα με την αίτηση, είναι το φερόμενο ως υπόλοιπο ποσό κατά την 17.7.2009 σε σχέση με την απόφαση ημερομηνίας 4.11.2002 του Ε.Δ Πάφου στην αγωγή 1557/
- Η απόφαση που εκδόθηκε εναντίον της καθ΄ης η αίτηση στην πιο πάνω αγωγή αφορούσε το ποσό των Λ.Κ. 16543.08 σεντ με τόκο 11% ετησίως από 24.3.2001 μέχρι εξόφλησης πλέον Λ.Κ.1261.50 έξοδα με τόκο 8% ετησίως από 27.4.2001 μέχρι εξόφλησης. Σύμφωνα με την αίτηση, όπως λανθασμένα αναφέρεται (βλέπε απόφαση), η απόφαση δεν αναστάληκε και η αιτήτρια ούτε άλλο πρόσωπο εκ μέρους της, δεν κατέχει οποιαδήποτε ασφάλεια επί της περιουσίας της χρεώστριας ή επί οιουδήποτε μέρους αυτής για την πληρωμή των πιο πάνω ποσών. Η Χρ. Λ. Κάιζερ, εντός 3 μηνών πριν την υποβολή της παρούσας αίτησης, διέπραξε πράξη πτώχευσης, καθότι δεν συμμορφώθηκε εντός 7 ημερών με την ειδοποίηση πτώχευσης με αριθμό 549/2006, η οποία της επιδόθηκε στις 2.6.
- Η αίτηση, βεβαιώνεται με ένορκη δήλωση της κας Λίζας Χαραλάμπους, η οποία ορκίζεται ότι είναι υπάλληλος και/ή αντιπρόσωπος των αιτητών γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη της δήλωση και να εκπροσωπήσει τους αιτητές στο Δικαστήριο για τους σκοπούς της παρούσας αίτησης. Η καθ΄ης η αίτηση, καταχώρησε στις 6.10.2009, ένσταση στην αίτηση, η οποία περιλαμβάνει τους ακόλουθους λόγους:
- Η αίτηση στερείται νομικής και ουσιαστικής βάσης και/ή δεν στηρίζεται σε οποιοδήποτε Νόμο ή Κανονισμό, συνεπώς είναι νομικά και ουσιαστικά ανύπαρκτη.
- Η απαίτηση και τα έξοδα στην αγωγή 1557/2001 είναι πολύ λιγότερα από τα αναφερόμενα.
- Η αίτηση δεν μπορεί να προχωρήσει και πρέπει να απορριφθεί καθ΄ότι ενώ η αίτηση γίνεται εναντίον της Χρύσως Λουκαίζου Κάιζερ οι αιτητές ζητούν από το Δικαστήριο όπως εκδώσει διάταγμα παραλαβής εναντίον του Ανδρέα Χριστοδούλου Κάιζερ.
- Η αίτηση δεν μπορεί να προχωρήσει και πρέπει να απορριφθεί καθ΄ότι ήδη έχει καταχωρηθεί ακόμα μια αίτηση πτώχευσης με αριθμό 11/2007 και ως εκ τούτου η αίτηση είναι καταχρηστική. Σύμφωνα με την ένσταση, η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και για τους ακόλουθους λόγους: Α) Η καθ΄ης η αίτησης εργάζεται, έχει υψηλό μισθό και σταθερό μηνιαίο εισόδημα, έχει ακίνητη περιουσία και ουδόλως στερείται της ικανότητας να πληρώνει τα χρέη της. Απλά αντιμετώπισε στο παρόν στάδιο προβλήματα οικονομικής ρευστότητας, τα οποία είναι προσωρινά. Συνεπώς είναι άδικο και παράλογο να κυρηχθεί σε πτώχευση για ένα χρέος το οποίο εν πάσει περιπτώσει μπορεί να αποπληρώσει. Β) Το ύψος του οφειλόμενου ποσού είναι τέτοιο το οποίο θα μπορούσε κάλλιστα να το πληρώνει με μηνιαίες δόσεις. Γ) Ο αιτητής είναι εξασφαλισμένος ότι θα εισπράξει το λαβείν του, διότι καθ' ης η αίτηση διαθέτει περιουσία η αξία της οποίας είναι πολύ μεγαλύτερη από το οφειλόμενο ποσό. Κατά την ακρόαση της αίτησης, για τους αιτητές ένορκο κατάθεση, πέραν του Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Πάφου Ματθαίου Αταλιώτη, έδωσε και η κα Λίζα Χαραλάμπους εκ μέρους των αιτητών. Εκ μέρους της καθ΄ης η αίτηση δεν δόθηκε καμία μαρτυρία. Οι συνήγοροι αμφοτέρων των πλευρών υποστήριξαν με τις αγορεύσεις τους τις θέσεις τους. Ειδική αναφορά σε αυτές θα γίνει πιο κάτω όπου τούτο θεωρηθεί αναγκαίο. Νομική Πτυχή του θέματος: Ο περί Πτωχεύσεως Νόμος Κεφ. 5 είναι στην ουσία αντιγραφή του αγγλικού Bankruptcy Act
- Η πτώχευση έχει χαρακτήρα οιονεί ποινικό και αποτελεί δυσμενή εξέλιξη στην υπόσταση του χρεώστη (βλ. Αρέστη ν. Λαική,
(2002)ΑΑΔ 1 (Β) 1258). Σκοπός της πτωχευτικής διαδικασίας, όπως τονίστηκε στην υπόθεση London Clubs Ltd v. Ρ. Παπαδόπουλου,
(2002)ΑΑΔ 1(Γ) 1699, είναι η προστασία και διασφάλιση της περιουσίας του υπό πτώχευση ώστε να χρησιμοποιηθεί όπως ο νόμος ορίζει για την ικανοποίηση εξ΄ολοκλήρου ή μερικώς και κατ΄ισονομία όλων των πιστωτών. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Κεφ. 5, η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει «εκτός», αν προϋπάρχουν κάποιες προυποθέσεις. Όπως προσδιορίστηκε στο σύγγραμμα Williams & Hunter on Bankruptcy 19η έκδοση σελ 44, η λέξη ¨εκτός¨ (unless), που χρησιμοποιείται στο αντίστοιχο αγγλικό άρθρο 4
(1)του Bankruptcy Act 1914, πρέπει να θεωρείται ως νομική αρχή, που επιβάλλει το βάρος απόδειξης της κάθε μίας από τις προϋποθέσεις του Νόμου, στον πιστωτή. Οι προϋποθέσεις (όρους) που το άρθρο 5
(1)εμπεριέχει και που πρέπει να πληρούνται κατά την καταχώρηση της αίτησης είναι: (α) Το χρέος που οφείλεται από τον χρεώστη προς τον πιστωτή ανέρχεται σε €854.30 (Λ.Κ. 500.-). (β) Το χρέος είναι εκκαθαρισμένο ποσό άμεσα πληρωτέο. (γ) Η πράξη πτώχευσης στην οποία εδράζεται η αίτηση, συνέβηκε εντός 3 μηνών από της καταχωρήσεως της αίτησης πτώχευσης (δ) Ο χρεώστης κατοικεί στην Κύπρο, ή μέσα σε περίοδο ενός χρόνου πριν την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης είχε τη συνήθη διαμονή του, ή είχε τόπο διαμονής, ή τόπο εργασίας στην Κύπρο, ή διεξήγε εργασίες στην Κύπρο προσωπικά ή με αντιπρόσωπο. Το άρθρο 6
(2)του Κεφ. 5 προνοεί, μάλλον επιτακτικά, ότι όταν το Δικαστήριο, ικανοποιηθεί, με τέτοια απόδειξη, θα εκδίδει διάταγμα παραλαβής σύμφωνα με την αίτηση. Ποια είναι η «τέτοια απόδειξη»; Στο άρθρο 6
(2)υπάρχει ξεκάθαρη η απάντηση. « Κατά την ακρόαση της αίτησης το Δικαστήριο θα απαιτεί απόδειξη (α) του χρέους που οφείλεται προς τον αιτούνται πιστωτή (β) της επίδοσης της αίτησης και (γ) της πράξης πτώχευσης .» Όπως προσδιορίστηκε στο σύγγραμμα Williams & Hunter on Bankruptcy 19η σελ. 44 και 45 το χρέος πρέπει να είχε προέλθει πριν από την πράξη πτώχευσης. Να ήταν πληρωτέο πριν την πράξη πτώχευσης και πρέπει να διατηρείται πληρωτέο μέχρι το στάδιο της ακρόασης της αίτησης πτώχευσης και ακόμα στο στάδιο της έκδοσης του διατάγματος παραλαβής. Αν στο μεταξύ το χρέος πληρωθεί δεν εκδίδεται διάταγμα. Σε ότι αφορά του δύο μάρτυρες που έχουν καταθέσει ενώπιον μου, αποδέχομαι την μαρτυρία τους. Να σημειωθεί ότι η μαρτυρία του Μ.1 δεν έχει στο σύνολο της αμφισβητηθεί αφού δεν αντεξετάστηκε, ενώ σε ότι αφορά την Μ.2, παρά την μακρά αντεξέταση την οποία υποβλήθηκε από τον συνήγορο της καθ΄ης η αίτηση, αφού εξέτασα με προσοχή την μαρτυρία της δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να κλονίσει την αξιοπιστία της, υπήρξε σταθερή, ειλικρινής και απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις που της τέθηκαν με ευθύτητα, χωρίς υπεκφυγές και με ειλικρίνεια. Αποδέχομαι ως αληθινά τα όσα έχει αναφέρει και επίσης ότι αυτή είναι εξουσιοδοτημένη από τους αιτητές για την υποβολή και υποστήριξη της αίτησης τους. Το άρθρο 6
(1)του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ.5, προνοεί πως η αίτηση πιστωτή θα πρέπει να βεβαιώνεται από ένορκη δήλωση του πιστωτή ή από πρόσωπο για λογαριασμό του που γνωρίζει τα γεγονότα και θα επιδίδεται κατά τον καθορισμένο τρόπο. Σύμφωνα με το πιο άρθρο, είναι επιτακτικό όπως η αίτηση πτώχευσης επιβεβαιώνεται από ένορκη δήλωση από πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά από δικές του γνώσεις ως προς την αλήθεια των γεγονότων που διαλαμβάνονται στην αίτηση. Η πιο πάνω μάρτυρας των αιτητών, έχοντας υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας της, διαφάνηκε ότι ήταν πρόσωπο το οποίο μπορούσε να ορκιστεί θετικά ως προς το σύνολο των γεγονότων που περιλαμβάνονται στην αίτηση και ότι είχε ιδία γνώση αυτών. Το γεγονός ότι δεν μπορούσε, όπως φάνηκε, να θυμηθεί την διεύθυνση της οικίας της καθ΄ης η αίτηση αναφέροντας όμως ότι αυτή είναι στην Πάφο και ζήτησε να συμβουλευτεί τον φάκελο της δεν σημαίνει ότι δεν γνώριζε το περιεχόμενο της αίτησης όπως ήταν η θέση του συνηγόρου της καθ΄ης η αίτηση. Η εν λόγω μάρτυρας, είμαι απόλυτα βέβαιη ότι ως προς τα ουσιώδη γεγονότα της αίτησης κατέθεσε κατά θετικό τρόπο. Εξετάζοντας τον δεύτερο λόγο της ένστασης, ο οποίος αφορά το ποσό και τα έξοδα της αγωγής διαπιστώνω πως αν αφαιρεθούν όλες οι πληρωμές που έχουν γίνει κατά καιρούς, όπως η μάρτυρας ανάφερε, το εναπομείναν ποσό είναι πολύ περισσότερο από το ποσό που ο νόμος απαιτεί. Συγκεκριμένα, είναι κοινά παραδεχτό ότι μέχρι 31/12/2007 πληρώθηκε το ποσό των Λ.Κ.3500 (€5980.10) και μετά την πιο πάνω ημερομηνία και μέχρι σήμερα το ποσό των €34.427.21, δηλαδή μέχρι την καταχώρηση της αίτησης για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης έχει πληρωθεί το συνολικό ποσό των €40.407.31 σεντς έναντι του εξ αποφάσεως χρέους της καθ΄ης η αίτηση και όχι το ποσό των €55.250 που ανέφερε ο συνήγορος της καθ΄ης η αίτηση στην αγόρευση του, ο οποίος λανθασμένα ανέφερε ότι το ποσό των 20.972 είναι λίρες Κύπρου το οποίο στην συνέχεια μετέτρεψε σε ευρώ με αποτέλεσμα να θεωρεί ότι έγινε πληρωμή ποσού €35.750 αντί €20.972.- που είναι το ορθό όπως φαίνεται και στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 5). Από ένα πρόχειρο υπολογισμό του ποσού που προκύπτει μετά τον συνυπολογισμό και των τόκων της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης για έκδοση ειδοποίηση πτώχευσης δηλαδή τα τέλη Μαΐου 2009 το ποσό της απόφασης είναι περίπου €57.000.- ως εκ τούτου μετά την αφαίρεση του ποσού που πληρώθηκε, το ποσό που απομένει μέχρι και σήμερα ξεπερνά κατά πολύ το ποσό που προβλέπεται από τον Νόμο (Άρθρο 5
(1)(α) του Κεφ.5) ήτοι τα €854.30.- Συνεπακόλουθα ο πιο πάνω λόγος της ένστασης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Ο ισχυρισμός του συνηγόρου της καθ΄ης η αίτηση ότι σκοπίμως απέκρυψαν οι αιτητές τις πληρωμές που έγιναν έναντι του εξ΄αποφάσεως χρέους καθώς και τα μέτρα εκτέλεσης που έχουν ληφθεί στα πλαίσια της αγωγής αλλά και για προηγούμενες αιτήσεις πτώχευσης δεν ευσταθεί αφού στην αίτηση, η οποία επιβεβαιώνεται με ένορκη δήλωση της Μ.2, αναφέρονται τα ακόλουθα: « Ήτοι σύνολο οφειλόμενων ποσών μετά εξόδων και τόκο μετά από αφαίρεση των πληρωμών του ανωτέρω οφειλέτη ανέρχονται στα € 25423.62». Σε ότι αφορά τα μέτρα εκτέλεσης και άλλες αιτήσεις πτώχευσης που έχουν καταχωρηθεί, μια εναντίον της καθ΄ ης η αίτηση και δύο εναντίον του Ανδρέα Χριστοδούλου Καιζερ, υποχρέωση των αιτητών να αναφέρουν αυτά στην ίδια την αίτηση δεν προβλέπεται. Το άρθρο 5
(1)εμπεριέχει τις προϋποθέσεις (όρους) που πρέπει να πληρούνται κατά την καταχώρηση της αίτησης. Στο πιο πάνω άρθρο δεν περιλαμβάνεται προϋπόθεση ότι στην αίτηση θα πρέπει να αναφερθούν οι πληρωμές που έχουν γίνει και τα μέτρα εκτέλεσης που έχουν ληφθεί από τον αιτητή προς ικανοποίηση της απόφασης. Επίσης το άρθρο 6
(2)προνοεί επιτακτικά μάλλον ότι όταν το δικαστήριο ικανοποιηθεί με τέτοια απόδειξη θα εκδίδει διάταγμα παραλαβής σύμφωνα με την αίτηση. Σύμφωνα με το άρθρο 6
(2)το Δικαστήριο θα απαιτεί (α) απόδειξη του χρέους που οφείλεται προς τον αιτούντα πιστωτή, (β) της επίδοσης της αίτησης, και (γ) της πράξης πτώχευσης. Συνεπώς στο άρθρο 6
(2)δεν προνοεί ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιείται ότι εμπεριέχονται στην σχετικά αίτηση για διάταγμα παραλαβής, τυχόν μέτρα εκτέλεσης που ελήφθηκαν προς ικανοποίηση της απόφασης. Από την άλλη η Μ.2 με ειλικρίνεια απάντησε σε όλες τις σχετικές ερωτήσεις που της τέθηκαν αναφορικά με τις πληρωμές, τα μέτρα εκτέλεσης που έχουν ληφθεί εναντίον άλλων οφειλετών και τις άλλες αιτήσεις πτώχευσης που έχουν καταχωρηθεί. Αμφισβητήθηκε η εγκυρότητα της αίτησης γιατί στην αίτηση αναφέρονται τα εξής: «Εμείς η ALPHA BANK CYPRUS LIMITED εκ Λευκωσίας δια μέσω του εξουσιοδοτημένου υπαλλήλου μας, Λίζας Χαραλάμπους αιτούμεθα παρά του δικαστηρίου όπως εκδώσει διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του Ανδρέα Χριστοδούλου Κάιζερ εκ Πάφου και λέγω:» Παρά το ότι ζητείται η έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του Ανδρέα Χριστοδούλου Κάιζερ όλες οι λοιπές αναφορές στο σώμα της αίτησης σε χρεώστη γίνονται σε σχέση με την Χρύσω Λουκαίδου Καιζερ. Η μάρτυρας των αιτητών κατά την μαρτυρία της χαρακτήρισε την αναφορά στην αίτηση του ονόματος του Ανδρέα Χρ. Κάιζερ ως λανθασμένη. Η όλη μαρτυρία που παρουσιάστηκε αφορούσε την Χρύσω Λουκαίδου Κάιζερ και πράγματι προκύπτει υπό τις περιστάσεις ότι πρόκειται περί λάθους η αναφορά σε άλλο όνομα. Παραπέμπω όμως και στο άρθρο 102 του Κεφ. 5, όπου, τυπικό ελάττωμα ή αντικανότητα δεν ακυρώνει καμιά πτωχευτική διαδικασία, όταν μάλιστα, όπως προκύπτει, δεν είχε εγερθεί από τα μέρη, ώστε να έθεταν και ζήτημα επηρεασμού τους. Παρά το ότι εγέρθηκε μέχρι τέλος το πιο πάνω ζήτημα από την πλευρά της καθ΄ης η αίτηση δεν θεωρώ ότι η λανθασμένη αναφορά, όπως πιο πάνω, επηρέασε με οποιοδήποτε τρόπο οιαδήποτε δικαιώματα της καθ΄ης η αίτηση αφού η πιο πάνω αναφορά είναι εμφανές ότι δεν προκάλεσε καμία σύγχυση ή παρερμηνεία. Θεωρώ ότι πρόκειται καθαρά για τυπικό λάθος το οποίο δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της αίτησης. Ισχυρίζεται η καθ΄ης η αίτηση ότι η αίτηση θα πρέπει ως καταχρηστική να απορριφθεί. Ο λόγος είναι ότι έχει καταχωρηθεί ακόμη μια αίτηση πτώχευσης εναντίον της. Μέσα από την ενώπιον μου μαρτυρία έχει διαφανεί, αφού αυτό έγινε παραδεχτό από την Μ.2 ότι οι αιτητές σε προηγούμενο στάδιο καταχώρησαν ακόμη μια αίτηση πτώχευσης εναντίον της καθ΄ης η αίτηση κατά το έτος 2007 την οποία στη συνέχεια απέσυραν. Το γεγονός και μόνο ότι εναντίον ενός προσώπου σε προηγούμενο χρονικό σημείο καταχωρήθηκε άλλη ή άλλες αιτήσεις πτώχευσης δεν οδηγεί αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι η καταχώρηση μιας νέα αίτησης είναι καταχρηστική. Θα πρέπει να καταδειχτεί ότι η πτωχευτική διαδικασία αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, ότι δηλαδή χρησιμοποιείται για αλλότριους σκοπούς αντίθετους με αυτούς που σκοπεί η πτωχευτική διαδικασία, όπως διαλαμβάνεται στα άρθρα 4, 9 και 19 του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ.5. Σκοπός της πτωχευτικής διαδικασίας αναφέρεται πιο πάνω (βλ. London Clubs Ltd v. Ρ. Παπαδόπουλου (πιο πάνω)). Στην υπόθεση Πετράκης ν. Κίμωνος
(2006)1 (Β) ΑΑΔ 1311, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Το όλο θέμα είναι θέμα γεγονότων. Εκεί που δεν υπάρχουν στοιχεία δόλου ή αθέμιτης εξασφάλισης χρημάτων ή πλεονεκτημάτων προς όφελος του συγκεκριμένου αιτητή - πιστωτή και εις βάρος του χρεώστη και των άλλων πιστωτών του, αίτηση εκδόσεως διατάγματος παραλαβής δεν θεωρείται ότι γίνεται για παράλληλο και αθέμιτο σκοπό ή κατά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, έστω και αν έχει σαν συνεπαγόμενο αποτέλεσμα κάποιο πλεονέκτημα για τον πιστωτή». Η απόφαση την υπόθεση London Clubs Ltd (ανωτέρω), αφορούσε ειδοποιήσεις πτώχευσης. Υποβλήθηκε αίτηση ακυρώσεως των επιδοθεισών ειδοποιήσεων πτώχευσης επειδή συνιστούσαν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Είχαν προηγηθεί άλλες δύο ειδοποιήσεις πτωχεύσεως οι οποίες αποσύρθηκαν από τους αιτητές αφού ο καθ΄ου η αίτηση συμφώνησε να πληρώνει το ποσό μηνιαίων δόσεων τριπλάσιο από εκείνο που είχε αρχικά συγκατατεθεί να πληρώνει. Το Εφετείο παρατήρησε πως δεν εξηγήθηκε στο πρωτόδικο δικαστήριο γιατί δεν είχε προωθηθεί η ορθή διαδικασία είσπραξης της εξ αποφάσεως οφειλής του εφεσίβλητου μετά που αυτός αμέλησε να καταβάλει τις καθυστερημένες δόσεις του. Παρά το ότι υπήρχε σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου για μηνιαίες δόσεις, οι εφεσείοντες δεν το προώθησαν προς εκτέλεση. Πέραν τούτου οι εφεσείοντες είχαν αποσύρει, προηγουμένως, τις δύο ειδοποιήσεις πτώχευσης, με αντάλλαγμα την αύξηση του ποσού των δύο διαταγμάτων μηνιαίων δόσεων από Λ.Κ.100.- το καθένα σε Λ.Κ.300.- το καθένα. Με εκείνα τα δεδομένα το Εφετείο αποφάνθηκε πως η διαδικασία που ανελήφθη από τους εφεσείοντες ήταν καταπιεστική εις βάρος του εφεσίβλητου , γιατί δεν απέβλεπε, με την ορθή χρήση της δικαστικής διαδικασίας, στην εκτέλεση των υπέρ του αποφάσεων, αλλά απέβλεπε στην καταπίεση του εφεσίβλητου με την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση τα γεγονότα δείχνουν ότι μετά την καταχώρηση της πρώτης αίτησης πτώχευσης και ενώ αυτή εκκρεμούσε, η διευθέτηση με τους αιτητές έγινε μετά από παράκληση της ίδιας της καθ΄ης η αίτηση, η οποία αποτάθηκε κοντά τους παρουσιάζοντας τους χειρόγραφη επιστολή (Τεκμήριο 4) στην οποία παρέθετε τους λόγους και ζητούσε διευθέτηση και την οποία για τους λόγους που εξήγησε η μάρτυρας αποδέχτηκαν αφού η καθ΄ης η αίτηση πρότεινε την πληρωμή ποσού Λ.Κ.2000, το οποίο και κατέβαλε και δεσμεύτηκε όπως πληρώνει με δόσεις το εξ΄ αποφάσεως χρέος της. Η μάρτυρας συγκεκριμένα ανέφερε «Ο λόγος που αποσύραμε τις αιτήσεις, ήταν επειδή προηγήθηκε η επιστολή της κυρίας Κάιζερ και για ανθρωπιστικούς λόγους και για τον λόγο ότι είχε καταθέσει και το ποσό των Λ.Κ.2000 και την δέσμευση που είχαμε πάρει, γι΄αυτό είχαμε αποσύρει τότε». Σε υποβολή ότι η αίτηση αποσύρθηκε επειδή καταβλήθηκε από την καθ΄ης η αίτηση το πιο πάνω ποσό και επειδή υποσχέθηκε ότι θα πληρώνει μηνιαίες δόσεις η μάρτυρας ανέφερε «Όχι υπήρχε και ο λόγος της επιστολής». Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι και τα δύο, η επιστολή και η διευθέτηση με την πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.2000 και την δέσμευση για καταβολή μηνιαίων δόσεων επενέργησαν στην απόσυρση της πρώτης αίτησης πτώχευσης που καταχωρήθηκε εναντίον της καθ΄ης η αίτηση. Στην προκειμένη περίπτωση θεωρώ πως δίδεται επαρκής εξήγηση από τους αιτητές για τους λόγους που αποσύρθηκε η προηγούμενη αίτηση η οποία καταχωρήθηκε εναντίον της καθ΄ης η αίτηση. Σε ότι αφορά τις αιτήσεις που είχαν καταχωρηθεί εναντίον του συζύγου της δεν θεωρώ σκόπιμο να υπεισέλθω εφόσον εναντίον του εκκρεμεί άλλη αίτηση στην οποία εγείρονται τα ίδια ζητήματα προς εκδίκαση. Από τα ενώπιον μου στοιχεία δεν υπάρχει οτιδήποτε από το οποίο να φαίνεται ότι οι αιτητές αποβλέπουν στην απόσπαση χρημάτων από την καθ΄ης η αίτηση κατά αθέμιτο τρόπο ή ότι χρησιμοποιούν την δικαστική διαδικασία της έκδοσης διατάγματος παραλαβή με άλλο στόχο άλλον από εκείνο που προβλέπεται, και κατά τρόπο καταπιεστικό για την καθ΄ης η αίτηση. Η μάρτυρας αρνήθηκε ότι θα επέσυραν και την παρούσα αίτηση αν η καθ΄ ης η αίτηση κατέθετε το ποσό των €10000.- Υπό το φως των πιο πάνω και ο τέταρτος λόγος της ένστασης απορρίπτεται. Θεωρώ ότι δεν ευσταθεί κανένας από τους λόγους που περιλαμβάνεται στην παράγραφο 5 της ένστασης της καθ΄ης η αίτηση. Ως μόνο ουσιαστικά λόγο ένστασης που εντοπίζω είναι αυτός που αναφέρεται στην υποπαράγραφο 5 (γ). Και αν ακόμη η καθ' ης η αίτηση διαθέτει περιουσία η αξία της οποίας είναι πολύ μεγαλύτερη από το οφειλόμενο ποσό, όπως αναφέρεται στην ένσταση, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι οι αιτητές εξασφαλισμένοι πιστωτές. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κεφ.5 «ασφαλισμένος πιστωτής» σημαίνει πρόσωπο το οποίο κατέχει υποθήκη, ενέχυρο, επιβάρυνση ή δικαίωμα επίσχεσης επί της περιουσίας του πιστωτή ή σε οποιοδήποτε μέρος αυτής, ως ασφάλεια για χρέος που οφείλεται σε αυτόν από χρεώστη. Σύμφωνα με την ενώπιον μου μαρτυρία η καθ΄ης η αίτηση δεν είναι κάτοχος ακίνητης περιουσίας, αλλά και όπως πιο πάνω αναφέρω αν αυτό συνέβαινε, δεν σημαίνει αυτόματα ότι οι αιτητές καθίστανται και ασφαλισμένοι πιστωτές σύμφωνα με τον Νόμο. Ο ισχυρισμός ότι η καθ΄ης η αίτηση μπορεί να αποπληρώνει το χρέος της και ότι δεν στερείται της ικανότητας να πληρώνει τα χρέη της, δεν συνάδει με το γεγονός ότι ενώ της έχει επιδοθεί η Ειδοποίηση Πτώχευσης υπ΄αρ. 549/2009 στις 2/6/2009 με την οποία καλείται να προβεί σε πληρωμή του εξ΄ αποφάσεως χρέους της, στην οπισθογράφηση της οποίας καταγράφονται οι συνέπειες της μη συμμόρφωσης, αυτή δεν προέβη σε πληρωμή, με αποτέλεσμα να διαπράξει πράξη πτώχευσης (βλ. άρθρο 3
(1)(ζ) του Περί Πτωχεύσεων Κεφ. 5). Πιο πάω ισχυρισμός αλλά και η θέση ότι το οφειλόμενο ποσό είναι τέτοιο το οποίο θα μπορούσε κάλλιστα να το αποπληρώσει με μηνιαίες δόσεις δεν προσθέτει οτιδήποτε, υπό την έννοια ότι δεν μπορεί υπό τις περιστάσεις να αποτελέσει λόγο ένστασης στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αφού ούτε σχετικός παράγοντας είναι αλλά ούτε και προϋπόθεση είναι για την έκδοση διατάγματος παραλαβής. Στο ερώτημα που έχει θέσει ο συνήγορος της καθ΄ης η αίτηση ποια περιουσία θα προστατεύσουν οι αιτητές και ποια περιουσία θα διασφαλίσουν, αφού σύμφωνα με τα Τεκμήρια 2 και 3 που έχουν οι αιτητές παρουσιάσει στο Δικαστήριο η καθ΄ης η αίτηση δεν είναι κάτοχος ακίνητης περιουσίας, απαντά το άρθρο 2 στο οποίο αναφέρονται τα ακόλουθα: «Περιουσία περιλαμβάνει χρήματα, εμπορεύματα, αγώγιμα δικαιώματα, γη και περιουσία κάθε περιγραφής ανεξάρτητα αν είναι κινητή ή ακίνητη, ή αν δεν βρίσκεται στην Κύπρο ή αλλού, επίσης υποχρεώσεις, δουλείες και κάθε είδους περιουσία, συμφέρον και όφελος, παρόν ή μελλοντικό, κεκτημένο ή υπό αίρεση, που προκύπτει από ή είναι συναφές με περιουσία όπως πιο πάνω ορίζεται πιο πάνω». Συνεπακόλουθα η κατοχή ακίνητης περιουσίας από τον οφειλέτη δεν αποτελεί και την μόνη περιουσία που εξασφαλίζει τους σκοπούς της πτώχευσης. Ως εκ τούτου θεωρώ άνευ σημασίας το γεγονός ότι η καθ΄ης η αίτηση δεν είναι, όπως έχει διαφανεί, κάτοχος ακίνητης περιουσίας. Αποτελεί λόγο ένστασης τον οποίο ο συνήγορος της καθ΄ης αίτηση υποστήριξε και στην αγόρευση του ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί αφού δεν στηρίζεται σε οποιοδήποτε Νόμο ή Κανονισμό και συνεπώς είναι νομικά και ουσιαστικά ανύπαρκτη, παραπέμποντας στο Κανονισμό 16 των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών. Ο συνήγορος των αιτητών επί του προκειμένου δεν απάντησε. Το άρθρο 16 των Πτωχευτικών Κανονισμών διαλαμβάνει ως εξής: «Every application on the Court shall se out the law or rules which it is based, and be supported by affidavit verifying the facts relied upon....." Μετάφραση: «Κάθε αίτηση στο Δικαστήριο θα πρέπει να αναφέρει τον Νόμο ή τους Κανονισμούς επί των οποίων στηρίζεται και θα πρέπει να υποστηρίζεται με ένορκο δήλωση που να βεβαιώνει τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται...» Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει συμμόρφωση με το πιο πάνω άρθρο αφού στην αίτηση δεν αναφέρεται ούτε ο Νόμος ούτε τα άρθρα και ούτε οι Κανονισμοί που αυτή στηρίζεται. Συνεπακόλουθα ελλείπει το δικαιοδοτικό υπόβαθρο στήριξης της αίτησης. Ακολουθεί η απάντηση στο ερώτημα, ποια θα είναι η τύχη της αίτησης, αφού αυτή δεν συμμορφώνεται με τα άρθρο 16 των Πτωχευτικών Κανονισμών. Σύμφωνα με το άρθρο 188 των Πτωχευτικών Κανονισμών, όταν δεν γίνεται πρόνοια στους πιο πάνω Κανονισμούς αναφορικά με οποιοδήποτε ζήτημα ανακύπτει σε πτωχευτική διαδικασία θα εφαρμόζονται σε σχέση με τέτοιο ζήτημα οι Θεσμοί Πολιτικής δικονομίας στην έκταση που δεν συγκρούονται με το πνεύμα των Πτωχευτικών Κανονισμών. Υπό τις περιστάσεις και παρά το γεγονός ότι η αίτηση έχει διαπιστωθεί από το Δικαστήριο ότι είναι παράτυπη θα πρέπει να εξεταστεί αν αυτή η παρατυπία μπορεί να θεραπευτεί κατ΄ εφαρμογή της Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Διαταγή 64 διαλαμβάνει ως εξής: 1.
(1)Η μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς, αναφορικά με τον χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε οποιοδήποτε στάδιο οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δεν θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στην διαδικασία, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή.
(2)Τηρούμενης της παραγράφου
(3), το Δικαστήριο δύναται, εφόσον διαπιστωθεί τέτοια μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, όπως προβλέπεται στην παράγραφο
(1), και υπό τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως κρίνει δίκαιο, να παραμερίσει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τη διαδικασία στην οποία επισυνέβη η μη συμμόρφωση, οποιοδήποτε διάταγμα σε αυτή, ή ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχουν οι παρόντες κανονισμοί, να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις, εάν χρειάζονται, και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, εάν χρειάζεται, αναφορικά με τη διαδικασία γενικά, όπως κρίνει πρέπον Στην υπόθεση Karl Heinz Wunderlich v. Ευθύβουλου Παναγιώτου, Πολιτική Έφεση 10196, 23.3.1999 (ανωτέρω) σελ. 377 γίνεται αναφορά στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείου Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union
(1985)1 W.L.R 513, 520 521, 522 στην οποία έχει ερμηνευτεί η νέα αγγλική Διαταγή Δ.2 - που αντιστοιχεί με την δική μας νέα Δ.64- και από την μελέτη της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής:
- ΄Οπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το Δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 Θ. 2
- Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το Δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν εγερθεί από του Διάδικους.
- Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεχτή η παρατυπία.
- Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 Θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη.
- Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή - διαζευκτικά - « να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον». Στην υπόθεση Karl Heinz (πιο πάνω) λέχθηκαν τα εξής «Οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς θεωρείται ως παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευτεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα Δ.
- Έτσι μετά τη θέσπιση της νέας Δ.64 παρέχεται διακριτική ευχέρεια διάσωσης στην κατάλληλη περίπτωση δικονομικών μέτρων, τα οποία πριν την τροποποίηση εθεωρούντο άκυρα (βλ. Γιάννη ν. Αναπληρωτή Εφόρου Μηχανοκίνητων Οχημάτων κ.α
(1995)3 ΑΑΔ σελ. 334, Δημοκρατία ν. Lion Ins.Agency Ltd
(1995)3 AAΔ σελ. 338, 340 και Panayiotis Georgiou (Catering Ltd) κ.α ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 1516/19.7.96- απόφαση της Ολομέλειας) Ωστόσο πρέπει να υπομνησθεί πως η εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από τη νέα Δ.64 είναι εξουσία για θεραπεία των παρατυπιών που αποτελούνται από παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς. Το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να θεραπεύσει θεμελιώδεις παραλείψεις». Ο σκοπός της Δ.64 είναι η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ μη συμμόρφωσης με διαδικαστικούς θεσμούς, η οποία καθιστά την διαδικασία άκυρη και μη συμμόρφωση η οποία απλώς καθιστά την διαδικασία παράτυπη (βλ. Supreme Court Practice 1999 σελ.10). Στην Θαλλασινός ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω) κρίθηκε ότι με την νέα Δ.64 καταργείται η διάκριση μεταξύ άκυρου και αντικανονικού δικονομικού μέτρου. Εξισώνεται κάθε μορφή παρέκκλισης από τους Θεσμούς με αντικανότητα δυνάμενη να θεραπευτεί . Έχοντας εξετάσει με προσοχή το λεκτικό της Δ.64 και την ερμηνεία που της δόθηκε σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, έχω καταλήξει ότι η διαταγή αυτή δεν δίνει την εξουσία στο Δικαστήριο για να προβεί σε τροποποίηση μιας αίτησης με την παράθεση Νομικής βάσης σε αυτή όταν η Νομική βάση παντελώς ελλείπει. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Bank of Foreign Trade of Russian Federation "Vneshtorgbank" v. Icc Chemicals (UK) Ltd PΗ Πολιτική Έφεση 10337 ημερομηνίας 13.10.1999, η διαταγή 64 δεν έχει καμία σχέση με την τροποποίηση δικογράφων ή αιτήσεων. Η Διαταγή 64 εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει συμμόρφωση με τους θεσμούς και μόνο στην έκταση που η ίδια καθορίζει. Στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση δεν συμμορφώνεται με το άρθρο 16, οι πρόνοιες του οποίου είναι επιτακτικές, προς τούτου άλλωστε χρησιμοποιείται στο άρθρο αυτό η λέξη "shall".Δεν πρόκειται κατά την άποψη μου για απλή παρατυπία που μπορεί να θεραπευτεί, σε τέτοια περίπτωση θα πρέπει το δικαστήριο ουσιαστικά να προβεί σε τροποποίηση της αίτησης προσθέτοντας σε αυτή την νομική βάση που ελλείπει, πρόκειται κατά την άποψη μου για παράληψη μοιραία για την αίτηση, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι δεν λήφθηκε κανένα διορθωτικό μέτρο σε σχέση με το ζήτημα αυτό από την πλευρά των αιτητών και παρά το γεγονός ότι θίχτηκε με την ένσταση της καθ΄ης η αίτηση από την πρώτη στιγμή. Να σημειωθεί ότι το ζήτημα αυτό φαίνεται να μην απασχόλησε καθόλου τους αιτητές αφού ακόμη και στην αγόρευση του ο συνήγορος των αιτητών δεν ανέφερε οτιδήποτε σχετικό. Για τον πιο πάνω λόγο η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Σε περίπτωση που η πιο πάνω κατάληξη μου κατ΄ έφεση θεωρηθεί λανθασμένη και αφού έχω διαπιστώσει και ικανοποιηθεί, - ότι η αίτηση των Πιστωτών επαληθεύεται με ένορκη δήλωση από εξουσιοδοτημένο πρόσωπο της αιτήτριας, το οποίο γνωρίζει τα γεγονότα. - ότι υφίσταται οφειλή της καθ΄ης η προς τους αιτητές ύψους πέραν των €854. 30.- - το χρέος προέρχεται από Δικαστική απόφαση που δεν έχει ικανοποιηθεί (άρθρο 6
(1)
(2)) που κατέστη πληρωτέο (άρθρο 5
(1)(β)). - ότι η καθ΄ης η αίτηση είναι οφειλέτης όπως ο Νόμος ορίζει και το Δικαστήριο τούτο έχει κατά τόπο αρμοδιότητα να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα αφού η καθ΄ου η αίτηση για τους τελευταίους έξι μήνες είχε την διαμονή της στην Πάφο. - οι πιστωτές δεν είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές (άρθρο 5
(2)) - η πράξη πτώχευσης έχει αποδειχθεί. Στις 2/6/2009 επιδόθηκε στην καθ' ης η αίτηση προσωπικά και εντός 1 μηνός από την καταχώρησης της η Ειδοποίηση Πτώχευσης υπ΄αρ. 549/2009 και το χρέος δεν πληρώθηκε εντός 7 ημερών (άρθρο 6
(2)και 3
(1)(g)). Το γεγονός αυτό συνιστά πράξη Πτώχευσης (βλ. άρθρο 3
(1)(ζ) του Περί Πτωχεύσεων Κεφ.5). Η αίτηση καταχωρήθηκε εντός 3 μηνών από την πράξη πτώχευσης. Θα προχωρούσα στην έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας της καθ΄ης η αίτηση. Υπό το φως όμως της πιο πάνω διαπίστωσης, που αφορά το γεγονός ότι η αίτηση δεν συμμορφώνεται με το άρθρο 16 των Πτωχευτικών κανονισμών, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της καθ΄ης η αίτηση και εναντίον των αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ)............ Κ. Κουνίδου Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο