Ελένης Κ. Κακούτη ν. Δημητράκη Φακοντή κ.α., Αρ. Αγωγής: 1495/01, 22.12.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:A63 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1495/01 Μεταξύ: Ελένης Κ. Κακούτη από τη Λεμεσό Ενάγουσας Και
- Δημητράκη Φακοντή από την Πάφο
- Κυβέλης Δ. Φακοντή από την Πάφο Εναγομένων ------------------------------------- Ημερομηνία: 22.12.2009 Για Ενάγουσα κ. Α. Μιχαηλίδης (Για ν΄ ακούσει απόφαση κα Δ. Αρέστη) Για Εναγόμενους κ. Π. Αγγελίδης με κα Φακοντή για κ. Π. Σαρρή (Για ν΄ ακούσει απόφαση κ. Μ. Μυτίδης) ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση της ενάγουσας είναι για διάταγμα ακύρωσης της εγγραφής ενός ακινήτου στο όνομα της εναγομένης 2 και διάταγμα επανεγγραφής του στο όνομα της ενάγουσας ελεύθερο από οποιανδήποτε επιβάρυνση. Διαζευκτικά ζητούνται αποζημιώσεις, θεραπεία η οποία τελικά δεν προωθήθηκε. Η ενάγουσα στηρίζει την υπόθεση της σε ισχυρισμούς δόλου και/ή απάτης εκ μέρους των εναγομένων, έλλειψη οποιασδήποτε αντιπαροχής και αδικαιολόγητο πλουτισμό. Ειδικότερα στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρεται πως η Ενάγουσα ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια ενός χωραφιού και λάκκου στην τοποθεσία Βατούδια στην Πέγεια, αρ. εγγραφής Β261, τεμ. 263, του Φυλ./Σχ. 45/25Ε1 (το «επίδικο κτήμα») το οποίο με βάση δύο συμφωνίες ημερ. 12.12.97 και 22.12.97 πωλήθηκε στον εναγόμενο
- Ο εναγόμενος 1 καταχώρησε εναντίον της ενάγουσας και του συζύγου της, ο οποίος ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της, την αγωγή 2479/00 με την οποία αξίωνε, μεταξύ άλλων, ειδική εκτέλεση των εν λόγω συμφωνιών. Στις 20.9.2000 εκδόθηκε απόφαση εναντίον της ενάγουσας και του συζύγου της λόγω παράλειψης τους να εμφανιστούν στο Δικαστήριο για ειδική εκτέλεση των δύο πιο πάνω συμφωνιών με την οποία διατάσσετο η εγγραφή του κτήματος επ΄ ονόματι του εναγομένου
- Στις 8.3.2001 καταχωρήθηκε εκ μέρους της ενάγουσας και του συζύγου της αίτηση παραμερισμού της πιο πάνω απόφασης και μονομερής αίτηση αναστολής εκτέλεσης της. Την ημέρα που ήταν ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου η μονομερής αίτηση για αναστολή, δηλώθηκε εκ μέρους του εναγομένου 1 ότι η οποιαδήποτε διαδικασία εκτέλεσης της απόφασης είχε σταματήσει εν αναμονή της αποπεράτωσης της αίτησης για παραμερισμό της απόφασης. Σε αντάλλαγμα της δήλωσης αυτής η ενάγουσα και ο σύζυγος της απέσυραν την μονομερή αίτηση και συμφωνήθηκε όπως τα έξοδα της ακολουθήσουν την πορεία της αίτησης για παραμερισμό της απόφασης. Ο εναγόμενος 1 κατά παράβαση της συμφωνίας αυτής προχώρησε στην εκτέλεση της απόφασης και στις 12.4.01 ενέγραψε το κτήμα επ΄ ονόματι του. Είναι ισχυρισμός της ενάγουσας ότι οι δηλώσεις ή παραστάσεις που έγιναν εκ μέρους του εναγομένου 1 στις 29.3.01 έγιναν ψευδώς και δολίως και στόχο είχαν να επηρεάσουν την ενάγουσα να αποσύρει την αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση. Στην υπεράσπιση περιλαμβάνεται αριθμός προδικαστικών ενστάσεων ως ακολούθως: (α) Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το αίτημα για επανεγγραφή του ακινήτου έπρεπε να γίνει στα πλαίσια της αίτησης για παραμερισμό της απόφασης και πως το θέμα έληξε με την ακύρωση της απόφασης στην υπόθεση 2479/00 και καλύπτεται από το κανόνα του δεδικασμένου. (β) Η αγωγή δεν αποκαλύπτει κανένα λόγο που να καθιστά τις πρώτες συμβάσεις αγοραπωλησίας παράνομες, άκυρες ή ακυρώσιμες και επίσης δεν αποκαλύπτεται οποιοσδήποτε τερματισμός της σύμβασης. (γ) Η εναγόμενη 2 ισχυρίζεται ότι όχι μόνο δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της αλλά αφορά μεταγενέστερη μεταβίβαση του εναγομένου 1 επί αυτής και πως τέτοιες μεταβιβάσεις αν είναι δόλιες επιτρέπονται κάτω από ειδική νομοθεσία και μετά την έκδοση αποφάσεως εναντίον του πρώτου καταδολιεύσαντος και όχι αυτόματα στα πλαίσια οποιασδήποτε αγωγής. Η δήλωση που επικαλείται η ενάγουσα ότι έγινε στα πλαίσια της αίτησης για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης στην υπόθεση 2479/00, είναι παραδεκτή, πλην όμως οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι αυτή έγινε με πρωτοβουλία του δικηγόρου του εναγομένου 1 χωρίς τις δικές του οδηγίες και αυτό ήταν γνωστό στην ενάγουσα. Περαιτέρω αναφέρεται πως η δήλωση δεν αποτελούσε αντάλλαγμα για την απόσυρση της αίτησης ούτε η απόσυρση της αίτησης έγινε στη βάση οποιασδήποτε δεσμευτικής συμφωνίας μεταξύ της ενάγουσας και/ή του αντιπροσώπου της και του δικηγόρου που εμφανιζόταν στην αγωγή εκείνη εκ μέρους του εναγομένου
- Είναι παραδεκτό στην υπεράσπιση ότι ο εναγόμενος 1 ουδέποτε σταμάτησε τα διαβήματα του για εκτέλεση της απόφασης και αναφέρεται πως πληρώθηκαν ΛΚ2,500 ως μεταβιβαστικά δικαιώματα στις 8.3.
- Η απόσυρση της αίτησης για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης στην υπόθεση 2479/00 έγινε για λόγους που σχετίζονταν με τους όρους και προϋποθέσεις που πιθανόν να τίθεντο από το Δικαστήριο για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και με τις πιθανότητες επιτυχίας της αίτησης. Η εναγόμενη 2 αναφέρει στην υπεράσπιση ότι η μεταβίβαση του κτήματος σ΄ αυτήν έγινε δυνάμει δωρεάς αφού ήταν και είναι σύζυγοι με τον εναγόμενο 1 αλλά υπήρχε μεταξύ τους συμφωνία παροχής δανείου ύψους ΛΚ100.000 από τη σύζυγο προς το σύζυγο. Περί της 18.4.2001 η εναγόμενη 2 υποθήκευσε το κτήμα και ενέγραψε υποθήκη προς όφελος της ALPHA BANK LTD και προς εξασφάλιση υποχρεώσεων της προς την τράπεζα υπό όρους, μεταξύ άλλων, που δεν επιτρέπουν την αποξένωση ή μεταβίβαση του κτήματος σε άλλο πρόσωπο χωρίς την συγκατάθεση της τράπεζας και πως η υποθήκη εξακολουθεί να ευρίσκεται σε ισχύ. Η ίδια δε δέχθηκε τη μεταβίβαση του ακινήτου πιστεύοντας ότι τούτο ανήκε απόλυτα στο σύζυγο της. Σε ότι αφορά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας περί παραμερισμού της απόφασης στην υπόθεση 2479/00 οι εναγόμενοι αναφέρουν πως αυτά τα γεγονότα προέκυψαν μετά την έγερση της παρούσας αγωγής και δεν μπορούν να αποτελέσουν θεμέλιο για τις προβαλλόμενες αξιώσεις της ενάγουσας. Περαιτέρω αναφέρεται πως μετά την σύναψη των αγοραπωλητηρίων εγγράφων το έτος 1997 η κατοχή του κτήματος είχε δοθεί στον εναγόμενο 1 και παρέμεινε στον έλεγχο του μέχρι της μεταβίβασης του στην εναγόμενη 2 τον Απρίλιο του 2001 και πως διαρκούσης της κατοχής αυτού ξόδευσε μεγάλα ποσά προς όφελος του κτήματος αξίας πέραν των ΕΥΡΩ 105.505,
- Ο εναγόμενος 1 υποβαλλόταν σε έξοδα για επιδιορθώσεις και προσθήκες στο κτήμα εν γνώσει της ενάγουσας και με βάση τη πεποίθηση που καλλιέργησε σ΄ αυτόν ότι ήταν ο ιδιοκτήτης του κτήματος και ότι το δικαίωμα του να εγγραφή ως ιδιοκτήτης δεν αμφισβητείτο από αυτήν. Υπό τις περιστάσεις η ενάγουσα εμποδίζεται από του να αμφισβητεί το δικαίωμα του εναγόμενου 1 να κατέχει, εκμεταλλεύεται και να διαθέτει το κτήμα ως κατ΄ ουσίαν ιδιοκτήτης. Ο εναγόμενος 1 ανταπαιτητικώς ισχυρίζεται ότι για την πώληση του κτήματος προς τον ίδιο η ενάγουσα δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου της Κώστα Κακούτη ψευδώς παρέστησε σ΄ αυτόν ότι το κτήμα ήταν ελεύθερο από οποιαδήποτε υποθήκη ενώ αυτό βαρυνόταν με υποθήκη προς τη Λαϊκή Τράπεζα για χρέος της εναγούσης το οποίο κατά το Απρίλιο 2001 ανέρχετο στο ποσό των Λκ56.300 ποσό το οποίο πλήρωσε ο εναγόμενος 1 και ανταπαιτεί. Περαιτέρω ο εναγόμενος 1 πλήρωσε φόρους κεφαλαιουχικών κερδών που ανέρχοντο στο ποσό των ΛΚ4.985 και έξοδα ΛΚ600 ποσό το οποίο αξιώνει με την ανταπαίτηση του. Περαιτέρω αξιώνει τόκο προς 8.50% ετησίως κεφαλαιοποιούμενο ανά εξάμηνο από 12.4.2001 μέχρι αποπληρωμής. Στην απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ο κανόνας του δεδικασμένου δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση καθότι δεν υφίστανται οι αναγκαίες προϋποθέσεις για επίκληση του κανόνα. Δεν υπάρχει ταυτότητα διαδίκων με την υπόθεση 2479/00 και τα επίδικα θέματα στις δύο υποθέσεις δεν είναι ταυτόσημα. Η δε εγκυρότητα των δύο συμφωνιών αποτελούσε αντικείμενο της αγωγής 2479/00 η οποία έχει αποσυρθεί και η απόφαση που εκδόθηκε σ΄ αυτήν έχει παραμεριστεί και ως εκ τούτου δεν υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο με βάση το οποίο οι εναγόμενοι να δικαιούνται να είναι ιδιοκτήτες. Υπάρχει άρνηση των ισχυρισμών της ανταπαίτησης και οποιαδήποτε ποσά πληρώθηκαν από τον εναγόμενο 1 τα οποία η ενάγουσα αρνείται ότι πληρώθηκαν, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι καταβλήθηκαν οικιοθελώς χωρίς να ενημερωθεί ή να συγκατατεθεί η ενάγουσα. Η μαρτυρία που δόθηκε στην υπόθεση ήταν σύντομη και ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε. Ο Ματθαίος Αταλιώτης (Μ.Ε.1.), Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, παρουσίασε το φάκελο της αγωγής 2479/2000 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου και κατέθεσε έγγραφα από τον εν λόγω φάκελο ως Τεκμήρια 1-
- Ο Γαβριήλ Πολεμίτης (Μ.Ε.2), Βοηθός Κτηματολογικός Λειτουργός στο Κλάδο Εγγραφών του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου, ο οποίος είχε στην κατοχή του το φάκελο του επίδικου ακινήτου, κατέθεσε διάφορα έγγραφα που βρίσκονταν στον εν λόγω φάκελο ως τεκμήρια 7-13 και ανέφερε γεγονότα που σχετίζονται με το ίδιο το επίδικο ακίνητο. Εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 2 δεν δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, η οποία όπως ανέφερα ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε και γίνεται αποδεκτή, προκύπτουν τα ακόλουθα γεγονότα: Στις 20.9.2000 εξεδόθη απόφαση στην υπόθεση 2479/00 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου (Τεκ. 2) με την οποία διατάσσετο η τιτλοποίηση επ΄ ονόματι του ενάγοντος του κτήματος μετά του λάκκου του κειμένου στην Πέγεια Πάφου τοποθεσία «Βατούδια» με αρ. τεμ. 263, του φ/σχ. 45/25Ε1 τμήμα Β, έκτασης 6098 τ.μ. το όλο μερίδιο με αρ. εγγραφής Β 263 (στο εξής καλούμενο «το επίδικο κτήμα») ελεύθερο παντός εμπράγματου βάρους, πλέον έξοδα λόγω παράλειψης των εναγομένων να καταχωρήσουν εμφάνιση. Στην εν λόγω αγωγή ενάγοντας ήταν ο κ. Δημητράκης Φακοντής - εναγόμενος 1 στην παρούσα αγωγή και εναγόμενοι ήταν η κα Ελένη Κακούτη - ενάγουσα στην παρούσα αγωγή και ο σύζυγος και πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της κ. Κωστάκης Κακούτης. Σύμφωνα με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Τεκ.1) ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι αγόρασε από την Ενάγουσα το πιο πάνω ακίνητο δυνάμει δύο συμφωνιών ημερ. 12.12.97 και 22.12.97 τις οποίες κατέθεσε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου και με επιστολή του δικηγόρου του ημερ. 15.10.99 κάλεσε την Ενάγουσα να προσέλθει στο Κτηματολόγιο για να του μεταβιβάσει τα ακίνητα, πράγμα το οποίο δεν έγινε. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω ο κ. Φακοντής αξίωνε, μεταξύ άλλων, την τιτλοποίηση των επιδίκων κτημάτων στο όνομα του. Στις 8.3.2001 η ενάγουσα και ο σύζυγος της καταχώρησαν αίτηση διά κλήσεως για παραμερισμό της απόφασης και ταυτόχρονα καταχώρησαν μονομερή αίτηση για αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε στις 20.9.2000 (Τεκ. 3). Στις 29.3.2001 όταν και οι δύο πιο πάνω αιτήσεις ήταν ορισμένες ενώπιον του Δικαστηρίου, έγιναν οι ακόλουθες δηλώσεις όπως φαίνονται από το πρακτικό του Δικαστηρίου (Τεκ. 4). «29.3.2001 Αίτηση διά κλήσεως ημερ. 8.3.2001 και μονομερής αίτησης ημερ. 8.3.2001 Για Εναγόμενους-Αιτητές κ. Ονουφρίου Για Ενάγοντα-Καθ΄ ου η Αίτηση κ. Χ. Σιαηλής με κ. Λάρδο κ. Λάρδος Έχει κατατεθεί η ένσταση ημερ. 29.3.
- Θα παρακαλούσαμε να οριστεί για ακρόαση και εν τω μεταξύ καταβάλλονται προσπάθειες για πλήρη διευθέτηση της υπόθεσης. Θα ήθελα επίσης να πληροφορήσω το συνάδελφο μου ότι η οποιαδήποτε διαδικασία εκτέλεσης έχει σταματήσει εν αναμονή της πορείας της δια κλήσεως αίτησης για παραμερισμό. κ. Ονουφρίου Ενόψει αυτής της δήλωσης του συναδέλφου μου αποσύρω τη μονομερή αίτηση ημερ. 8.3.
- κ. Σιαηλής Συμφωνώ και τα έξοδα της μονομερούς αίτησης να ακολουθήσουν την πορεία της διά κλήσεως αίτησης. κ. Ονουφρίου Συμφωνώ. Δικαστήριο Με γνώμονα τα πιο πάνω η μονομερής αίτησης ημερ. 8.3.2001 απορρίπτεται με έξοδα όπως θα υπολογιστούν στο τέλος της εκδίκασης της διά κλήσεως αίτησης, αυτά δε θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της διά κλήσεως αίτησης. Η διά κλήσεως αίτηση ιδίας ημερομηνίας ορίζεται για ακρόαση 6.6.2001 στις 9.00 π.μ..» Η απόφαση ημερ. 20.9.2000 παραμερίστηκε με απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 20.5.2002 Τεκ.5
(1)το σκεπτικό της απόφασης και Τεκ. 5
(2)η συνταχθείσα απόφαση. Κατά της απόφασης ασκήθηκε έφεση η οποία απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στις 17.6.03 (Τεκ. 6). Από τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 και από τα τεκμήρια 7-12 προκύπτουν τα ακόλουθα γεγονότα: Το επίδικο κτήμα μεταβιβάστηκε στην κα Κακούτη στις 13.2.
- Στις 11.10.2000 απεστάλη επιστολή από τον δικηγόρο κ. Χαράλαμπο Σιαηλή, εκ μέρους του ενάγοντα στην αγωγή 2479/00 προς τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Πάφου στην οποία επισυνάπτετο η απόφαση του Δικαστηρίου στην αγωγή εκείνη ημερ. 20.9.2000 και ζητείτο η μεταβίβαση και εγγραφή του ακινήτου στο όνομα του κ. Φακοντή δυνάμει της εν λόγω απόφασης (Τεκ. 10). Ακολούθως εστάλη επιστολή (Τεκ. 11) από τον ίδιο τον κ. Φακοντή προς τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Πάφου η οποία φαίνεται να ελήφθη από το Κτηματολόγιο στις 8.3.2001 με την οποία ζητείτο η άμεση τιτλοποίηση του επίδικου κτήματος επ΄ ονόματι του εκφράζοντας παράλληλα και παράπονα για την καθυστέρηση. Στις 7.3.2001 απεστάλη επιστολή από το δικηγόρο Ανδρέα Ονουφρίου προς τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Πάφου εκ μέρους των εναγομένων στην υπόθεση 2479/00 με την οποία τονίζεται ότι ο κ. Φακοντής δεν δικαιούται σε εγγραφή του επίδικου κτήματος επ΄ ονόματι του και πως κάτι τέτοιο συνιστά υπέρβαση εξουσιών εκ μέρους του Κτηματολογίου και ζητούσε όπως ακυρωθούν τα πωλητήρια έγγραφα μεταξύ των διαδίκων. Στην εν λόγω επιστολή επισυνάπτετο ένορκη δήλωση του Κωστάκη Κακούτη, εναγόμενου 2 και πληρεξούσιου αντιπρόσωπου της εναγόμενης 1 στην υπόθεση 2479/00, όπου προβάλλονται οι λόγοι για την αιτούμενη ακύρωση των πωλητηρίων εγγράφων. Το επίδικο ακίνητο τελικά ενεγράφη στο όνομα του κ. Φακοντή στις 12.4.2001 δυνάμει της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπόθεση 2479/00 ημερ. 20.9.
- Ταυτόχρονα το κτήμα υποθηκεύθηκε προς όφελος της Alpha Bank Ltd και στις 18.4.2001 μεταβιβάστηκε με δωρεάν στη σύζυγο του, Εναγομένη
- Η υποθήκη ανέρχεται σε ποσό €170.860,
- Οι συνήγοροι των δύο πλευρών προέβησαν σε εμπεριστατωμένες αγορεύσεις όπου υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους. Ο κ. Μιχαηλίδης στήριξε τους ισχυρισμούς περί δόλου εναντίον των εναγομένων στην δήλωση την οποία προέβη ο δικηγόρος του εναγομένου 1 στις 29.3.01 ενώπιον του Δικαστηρίου ως αντάλλαγμα της οποίας η ενάγουσα απέσυρε την αίτηση για αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης. Ο εναγόμενος 1 κατά παράβαση των πιο πάνω προχώρησε στην εκτέλεση της απόφασης και στις 12.4.01 ενέγραψε το κτήμα επ΄ ονόματι του και ακολούθως το μεταβίβασε με δωρεάν στην εναγόμενη 2 με σκοπό να εμποδίσει την ενάγουσα από το να επανακτήσει το κτήμα. Το περιεχόμενο του πρακτικού του Δικαστηρίου ημερ. 29.3.01 (Τεκ. 4) αποτελεί τον πυρήνα των γεγονότων που οδήγησαν στην έγερση της παρούσας αγωγής. Η εισήγηση του κ. Μιχαηλίδη ότι δηλώσεις δικηγόρου που γίνονται στα πλαίσια της δίκης δεσμεύουν τον πελάτη του δεν αμφισβητήθηκε από την άλλη πλευρά και θεωρώ ότι είναι ορθή με βάση την νομολογία. Σχετικό είναι το απόσπασμα από την υπόθεση Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 92 στην σελίδα 99 που με παρέπεμψε ο κ. Μιχαηλίδης: «Η έκταση της εξουσίας του δικηγόρου είναι αρκετά ευρεία ώστε να έχει και τη δυνατότητα να συμβιβάζει την υπόθεση του εντολέα - πελάτη του (βλ. In re Charalambous
(1985)1 C.L.R. 746). Και περιλαμβάνει την ήσσονα εξουσία να προβαίνει σε δηλώσεις, στο πλαίσιο της δίκης που δεσμεύουν τον πελάτη (βλ. Λαϊκή Τράπεζα ν. Χαραλαμπίδη
(1989)1 Α.Α.Δ. 556)» Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ετ. Τεχνικών Έργων Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ. 94, αναφέρθηκαν τα εξής: «Στην Langdale v. Danby
(1982)3 All E.R. 129 (HL) αποφασίστηκε ότι παραστάσεις στις οποίες ο διάδικος προβαίνει, μέσω του δικηγόρου του, προς τον αντίδικο του στο πλαίσιο της δίκης, μπορούν να οδηγήσουν στη θεμελίωση εξ΄ υποσχέσεως κωλύματος εφόσον (α) είναι σαφείς, (β) ο αντίδικος βασίζεται σε αυτές και αναπροσαρμόζει τη θέση του σε βαθμό και έκταση που (γ) θα ήταν άδικο να επιτραπεί στον πρώτο διάδικο να αποστεί από τις παραστάσεις του. Η αδικία προκύπτει από τη ζημιά που θα προκαλείτο στο δεύτερο διάδικο εάν καλείτο να επιστρέψει την κατάσταση πραγμάτων που υφίστατο πριν να τροποποιήσει τη θέση του.» Στην παρούσα υπόθεση οι δηλώσεις του δικηγόρου του εναγομένου 1 όπως φαίνονται από το πρακτικό του Δικαστηρίου είναι σαφείς και δεν θεωρώ ότι θα χρειαζόταν η μαρτυρία του κ. Λάρδου για να καταδειχθεί αν γνώριζε ο κ. Λάρδος ότι ο κ. Φακοντής είχε πρόθεση να προχωρήσει στην εκτέλεση της απόφασης όπως εισηγήθηκε ο κ. Αγγελίδης. Υπάρχει ισχυρισμός στο δικόγραφο των εναγομένων ότι η δήλωση αυτή έγινε με πρωτοβουλία του δικηγόρου του εναγομένου 1 που παρουσιαζόταν στην υπόθεση χωρίς όμως να έχει οδηγίες από τον κ. Φακοντή. Στην απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας ο ισχυρισμός αυτός παραμένει ατεκμηρίωτος και έκθετος σε απόρριψη. Από τα γεγονότα της υπόθεσης προκύπτει ότι έγινε μία δήλωση από το δικηγόρο του εναγομένου 1 στις 29.3.2001 η οποία δέσμευε τον κ. Φακοντή, ότι έχει σταματήσει η διαδικασία εκτέλεσης της απόφασης, η οποία ήταν ψευδής. Η διαδικασία εκτέλεσης δεν είχε σταματήσει και στις 12.4.2001 το επίδικο κτήμα ενεγράφη στο όνομα του εναγομένου 1 σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου. Μετά δε από λίγες ημέρες και συγκεκριμένα στις 18.4.2001 το κτήμα μεταβιβάστηκε δια δωρεάς στην σύζυγο του εναγομένου 1. Η δικογραφημένη θέση της εναγομένης 2 ότι υπήρχε συμφωνία παροχής δανείου από τη σύζυγο προς το σύζυγο ύψους ΛΚ. 100,000 παρέμεινε στο επίπεδο των ισχυρισμών. Εν πάσει περιπτώσει από την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΕ2 προκύπτει ότι η μεταβίβαση στο όνομα της εναγομένης 2 έγινε δια δωρεάς. Ο κ. Αγγελίδης στην αγόρευση του εισηγήθηκε ότι δεν δόθηκαν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες δόλου, ούτε υπάρχει μαρτυρία που να μπορεί να υποστηρίξει τον δόλο. Είναι γεγονός ότι το δικόγραφο της ενάγουσας ενώ εισάγει ισχυρισμό για δόλο, δεν παρατίθενται με καθαρότητα οι λεπτομέρειες του ισχυριζόμενου δόλου. Όμως θεωρώ ότι με βάση το περιεχόμενο των παραγράφων 7 μέχρι 13 δίδονται τα στοιχεία επί των οποίων βασίζεται ο ισχυρισμός της ενάγουσας περί δόλου. Σχετική με το θέμα είναι η απόφαση στην υπόθεση Φακοντή ν. Βρυώνη
(2004)1 Α.Α.Δ. 1404 όπου αποφασίστηκε ότι σκοπός της παροχής λεπτομερειών είναι η αποτροπή αιφνιδιασμού του αντιδίκου. Ωστόσο σε περίπτωση που δεν προκύψει ισχυρισμός ότι ένας διάδικος έχει αιφνιδιαστεί ή καταληφθεί εξ΄ απροόπτου η μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή. Σύμφωνα δε με τους δικονομικούς κανόνες ένας διάδικος έχει την ευχέρεια να ζητήσει λεπτομέρειες του δόλου και της απάτης. Δεν μπορεί να οικοδομηθεί υπεράσπιση επί της μη συμμόρφωσης επί της Διαταγής 19 Θεσμός 5 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Στη παρούσα υπόθεση, όπως ορθά ανέφερε ο κ. Μιχαηλίδης στην αγόρευση του οι ισχυρισμοί περί δόλου είναι οι ακόλουθοι: (α) Στις 29.3.2001, ενώπιον του Δικαστηρίου δηλώθηκε από το δικηγόρο του Εναγόμενου 1 ότι η οποιαδήποτε διαδικασία εκτέλεσης της απόφασης έχει σταματήσει και/ή ανασταλεί εν αναμονή και/ή μέχρι αποπεράτωσης της αίτησης δια κλήσεως για παραμερισμό. (β) Σε αντάλλαγμα της πιο πάνω δήλωσης υπό του Εναγόμενου 1, η Ενάγουσα απέσυρε την αίτηση για αναστολή και εγκατέλειψε την αξίωση της για έκδοση του διατάγματος αναστολής. (γ) Ο Εναγόμενος 1, κατά παράβαση των πιο πάνω, προχώρησε στην εκτέλεση της απόφασης και στις 12.4.01 ενέγραψε το κτήμα της Ενάγουσας επ΄ ονόματι του. (δ) Οι πιο πάνω δηλώσεις του Εναγομένου 1 ενώπιον του Δικαστηρίου έγιναν ψευδώς και δολίως με σκοπό να επηρεάσουν την Ενάγουσα ούτως ώστε να αποσύρει την αίτηση για αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης. (ε) Η Ενάγουσα πίστεψε ότι οι πιο πάνω δηλώσεις ήταν αληθείς και γι΄ αυτό το λόγο απέσυρε την αίτηση για αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης. (στ) Ο Εναγόμενος 1 ουδέποτε σταμάτησε ούτε είχε ποτέ πρόθεση να σταματήσει τη διαδικασία εκτέλεσης της απόφασης. (ζ) Ο Εναγόμενος 1, αμέσως μετά την εγγραφή του επίδικου κτήματος στο όνομα του, το μεταβίβασε δωρεάν στην Εναγόμενη 2, με σκοπό να εμποδίσει την Ενάγουσα από το να επανακτήσει το κτήμα. Από τη προσαχθείσα μαρτυρία και συγκεκριμένα από το περιεχόμενο του πρακτικού του Δικαστηρίου (Τεκ. 4) προκύπτει ότι η δήλωση του δικηγόρου ότι «η οποιαδήποτε διαδικασία εκτέλεσης έχει σταματήσει εν αναμονή της πορείας της δια κλήσεως αίτησης για παραμερισμό» οδήγησε σε απόσυρση της αίτησης για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε στις 20.9.2000. Βέβαια δεν υπάρχει σαφής αναφορά ότι αυτό έγινε σε αντάλλαγμα της προηγηθείσας δήλωσης του δικηγόρου του κ. Φακοντή. Η δήλωση αυτή του δικηγόρου όπως ανέφερα και πιο πάνω δέσμευε τον εναγόμενο 1, όμως, όπως προκύπτει επίσης από τα αναντίλεκτα γεγονότα της υπόθεσης, ο εναγόμενος 1 ουδέποτε σταμάτησε τη προώθηση της εκτέλεσης της απόφασης με αποτέλεσμα το ακίνητο να μεταβιβαστεί στο όνομα του στις 12.4.2001 δυνάμει της απόφασης του Δικαστηρίου. Ο κ. Αγγελίδης εισηγήθηκε πως η απόσυρση της αίτησης για αναστολή είχε ως αποτέλεσμα να απολέσει η πλευρά της ενάγουσας την δυνατότητα να επιτύχει αναστολή εκτέλεσης της απόφασης χωρίς να μπορεί όμως να προβλεφθεί το αποτέλεσμα της αίτησης. Η θέση αυτή είναι ορθή. Η μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του κ. Φακοντή ήταν το αποτέλεσμα της απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 20.9.2000 η οποία κατά την ημέρα της εγγραφής του ακινήτου βρισκόταν σε ισχύ. Αυτό προκύπτει σαφώς από τη μαρτυρία του ΜΕ2 την οποία έχω αποδεχθεί. Αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός ότι η απόφαση στην υπόθεση 2479/00 επί της οποίας εδράζετο η μεταβίβαση στο όνομα του εναγομένου 1 παραμερίστηκε μετά την έγερση της παρούσας αγωγής. Ο ισχυρισμός αυτός περιλαμβάνεται στα δικόγραφα της παρούσας υπόθεσης. Η θέση του κ. Αγγελίδη ότι θα μπορούσε η ενάγουσα να περιλάμβανε στα πλαίσια εκείνης της αγωγής και απαίτηση για επαναφορά του κτήματος, ενδεχόμενα να είναι ορθή όμως, αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει κώλυμα για την προώθηση αυτής της αγωγής, ειδικώτερα έχοντας υπόψη ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε πριν τον παραμερισμό της απόφασης, αφού είχε ήδη μεταβιβαστεί το κτήμα στον εναγόμενο 1 και οι δύο αγωγές δεν συνενώθηκαν. Επίσης πρέπει να σημειωθεί πως οι διάδικοι στην αγωγή 2479/00 δεν είναι οι ίδιοι με τους διάδικους στην παρούσα αγωγή και επίσης η αγωγή εκείνη έχει μεταγενέστερα αποσυρθεί άνευ βλάβης του δικαιώματος καταχώρησης νέας. Αυτό που ενδιαφέρει στην παρούσα υπόθεση είναι πως η βάση επί της οποίας στηρίχθηκε η μεταβίβαση του ακινήτου, δηλαδή η απόφαση για ειδική εκτέλεση της συμφωνίας πώλησης του ακινήτου έχει παραμεριστεί. Το Δικαστήριο δεν προχώρησε να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης εκείνης, ούτε στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης θα μπορούσα να εξετάσω κατά πόσο ο εναγόμενος 1 θα δικαιούτο να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης του επίδικου κτήματος δυνάμει των συμφωνιών αγοραπωλησίας του ακινήτου καθότι οι συμφωνίες αυτές δεν αποτελούν επίδικα θέματα. Ο κ. Μιχαηλίδης στην αγόρευση του προέβη σε εκτεταμένη ανάλυση του θέματος σε συνάρτηση με τον περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο, Κεφ. 232 για να υποστηρίξει την εισήγηση του ότι για το επίδικο ακίνητο δεν μπορούσε να διαταχθεί ειδική εκτέλεση με βάση την σχετική νομοθεσία. Θεωρώ όμως ότι με βάση τα δικόγραφα της παρούσας υπόθεσης, το θέμα δεν μπορεί να τύχει περαιτέρω εξέτασης. Εξετάζοντας την Έκθεση Απαίτησης είναι φανερό ότι το κατά πόσο η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 2479/00 εκδόθηκε κατά παράβαση του Κεφ. 232 δεν αποτελεί επίδικο θέμα και δεν θα μπορούσε συνεπώς να επιτύχει η αξίωση της ενάγουσας στη βάση αυτού του νομοθετήματος, αναφορά στο οποίο έγινε στο στάδιο των αγορεύσεων (βλ. Ελπινίκη Παναγή κ.ά ν. Παναγιώτη Παναγή κ.λ.π. Πολ. Έφεση 261/2006 ημερ. 11.2.2009). Περαιτέρω δεν έχει προσαχθεί μαρτυρία γι αυτό το θέμα και δεν θα μπορούσε να εξεταστεί στη βάση μόνο της Έκθεσης Απαίτησης της υπόθεσης 2479/00 και της απόφασης του Δικαστηρίου για παραμερισμό της απόφασης στην ίδια υπόθεση. Ο κ. Μιχαηλίδης εισηγήθηκε επίσης στην αγόρευση του ότι μετά το παραμερισμό της απόφασης του Δικαστηρίου στην αγωγή 2479/00 η εναγόμενη 2 έχει καταστεί εξ επαγωγής εμπιστευματοδόχος προς όφελος της ενάγουσας και πως ο ρόλος του εμπιστεύματος σε αυτή τη περίπτωση είναι να εμποδίσει την εναγόμενη 2 από το να απολαμβάνει τους καρπούς μιας δικαστικής απόφασης η οποία έχει ακυρωθεί και δεν έχει οποιαδήποτε ισχύ. Είναι αποδεκτό από τον κ. Μιχαηλίδη ότι στην έκθεση απαίτησης δεν γίνεται ρητή επίκληση της δημιουργίας εμπιστεύματος προς όφελος της ενάγουσας, όμως, ο ευπαίδευτος συνήγορος εισηγήθηκε πως με βάση νομολογιακή αρχή παρέχεται η δυνατότητα παροχής οποιασδήποτε θεραπείας η οποία δικαιολογείται από τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα, βάση της έκθεσης απαίτησης. Το εγερθέν θέμα αναλύεται ως ακολούθως στις αποφάσεις στις οποίες με παρέπεμψε ο συνήγορος: Στην υπόθεση Alexandros Evangelou Camera House Ltd v Minerva Finance & Investments Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 1734 αναλύθηκε η νομολογία επί του θέματος ως ακολούθως: « Πρόσθετα καθώς έχει νομολογηθεί . το αγώγιμο δικαίωμα συναρτάται με τα γεγονότα τα οποία το στοιχειοθετούν και όχι με το χαρακτηρισμό ο οποίος του αποδίδεται. Παρέχεται η δυνατότητα χορήγησης οποιασδήποτε θεραπείας η οποία δικαιολογείται από τα γεγονότα, τα οποία στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα, βάσει της έκθεσης απαιτήσεως (Βλ. Χρυσάνθου ν. Παγκρατίου
(1998)1 ΑΑΔ. 675, 681 και Kennedy Hotels Ltd v Νadirdjian
(1992)1 ΑΑΔ 400). Αναφορά στο θέμα γίνεται επίσης στην υπόθεση Maison Jenny Ltd v. Krashias Footwear Industry Ltd
(2002)1 ΑΑΔ : « Εφόσον στοιχειοθετούνται τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την απαίτηση είναι παραδεκτή η παροχή αρμόζουσας θεραπείας άσχετα από το ακριβές νομικό πέπλο κάτω από το οποίο τίθεται η απαίτηση». Στην υπόθεση Γεωργίου ν Γεωργίου
(2001)1 ΑΑΔ 1592 λέχθηκε ότι «Είναι δυνατή και η παροχή θεραπείας χωρίς να έχει επιζητηθεί εφόσον στοιχειοθετούνται τα γεγονότα στο σώμα της απαίτησης ». Βλ. επίσης Stylianou v Papacleovoulou
(1982)1 CLR 542, Frederikou Schools Co. Ltd and Others v. Acuac Inc.
(2002)1 ΑΑΔ D & G. Products Ltd v Αναστασίου
(2002)1 ΑΑΔ 1400, Αντωνιάδου ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1 ΑΑΔ 530.» Περαιτέρω στη υπόθεση Stylianou v. Papacleovoulou
(1982)1 C.L.R. 552 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « The difficulty is that respondents case was not cast in that frame nor did the trial Court endeavour to evaluate the facts from the angle of equitable estoppels. That does not, however, appear to be an insurmountable obstacle provided the pleaded facts and the findings of the Court justify the appreciation of the case in that perspective. In Drame v Evangelou [1978] 2 All E.R. 437, it was held that the trial Court could raise the issue of trespass notwithstanding the fact that it had not been pleaded so long as the pleaded facts justified a claim for trespass. In another case, Lord Denning pointed out that so long as the material facts giving rise to a claim are pleaded, a party may obtain any remedy warranted thereby, the rule being that he is not precluded from departing from his pleading with regard to the remedies warranted, as a legal consequence of pleaded facts. (See Re Vandervell´s Trusts (No.2) [1974]3 All E.R. 205 (C.A.)). This being the law, we directed out minds to deciding whether the facts of the case, as found by the trial Court, warrant the application of proprietary estoppels.» Η παρούσα αγωγή κινήθηκε πριν παραμεριστεί η απόφαση του Δικαστηρίου για ειδική εκτέλεση του επίδικου ακινήτου στην αγωγή 2479/00 κάτι που έγινε στις 20.5.
- Βέβαια το γεγονός του παραμερισμού της απόφασης αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης η οποία καταχωρήθηκε στις 5.9.
- Η συμπερίληψη γεγονότων που προέκυψαν μετά την έγερση μίας αγωγής είναι επιτρεπτή. Όμως δεν μπορεί ένας διάδικος να προωθεί αιτία αγωγής η οποία δεν υφίστατο κατά την έγερση της αγωγής. Στη παρούσα υπόθεση το γεγονός ότι η απόφαση παραμερίστηκε περιλαμβάνεται στην έκθεση απαίτησης. Όμως δεν μπορεί στη βάση αυτού του γεγονότος να εισαχθεί ισχυρισμός περί δημιουργίας εξ επαγωγής εμπιστεύματος, ο οποίος μάλιστα δεν περιλαμβάνεται στο δικόγραφο και να υποστηρίξει θεραπεία την οποία δεν θα δικαιούτο να προωθήσει η ενάγουσα κατά το χρόνο που καταχωρήθηκε η αγωγή. Συνακόλουθα η απόδοση των θεραπειών που περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης δεν θα μπορούσε να στηριχθεί στη δημιουργία εξ υπαγωγής εμπιστεύματος προς όφελος της ενάγουσας μετά τον παραμερισμό της απόφασης στη βάση της οποίας ο εναγόμενος 1 κατέστη ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου γιατί τέτοιος ισχυρισμός δεν περιλαμβάνεται στα δικόγραφα και τέτοια αιτία αγωγής θα ήταν πρόωρη. Η εγγραφή του ακινήτου στο όνομα του εναγομένου 1 ήταν το αποτέλεσμα της απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 20.9.2000 η οποία κατά το χρόνο που έγινε η εγγραφή βρισκόταν σε ισχύ και όχι το άμεσο αποτέλεσμα της απόσυρσης της αίτησης για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης που έγινε στα πλαίσια που έχω αναφέρει πιο πάνω και δεν θα μπορούσε να διαταχθεί η ακύρωση της μεταβίβασης ακινήτου μόνο στη βάση αυτή. Βέβαια το υπόβαθρο επί του οποίου στηρίχθηκε η μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του εναγομένου 1 έχει εκπέσει με τον παραμερισμό της απόφασης. Με αυτά τα δεδομένα και έχοντας υπόψη ότι η αγωγή 2479/00 έχει αποσυρθεί άνευ βλάβης, η ενάγουσα θα μπορούσε ενδεχόμενα να επιτύχει τις αξιούμενες στην παρούσα αγωγή θεραπείες στη βάση αυτή με αγωγή. Δεν κρίνω όμως ότι μπορεί να επιτύχει την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, καθότι κατά τον χρόνο έγερσης της η απόφαση του Δικαστηρίου στην αγωγή 2479/00 εξακολουθούσε να βρίσκεται σε ισχύ και συνεπώς, δεν υφίστατο αιτία αγωγής στη βάση των όσων έχει αναφέρει ο κ. Μιχαηλίδης στην αγόρευση του. Περαιτέρω ένα άλλο στοιχείο που προβληματίζει στην παρούσα υπόθεση είναι το γεγονός ότι το ακίνητο είναι υποθηκευμένο σε τράπεζα η οποία δεν είναι διάδικος στην υπόθεση. Σύμφωνα με τη Δ.9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών σε μία αγωγή θα πρέπει να περιλαμβάνονται όλα τα αναγκαία πρόσωπα τους οποίους τα δικαιώματα επηρεάζονται από την έκβαση της. Εδώ είναι γεγονός ότι τα δικαιώματα του ενυπόθηκου οφειλέτη είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την ιδιοκτησία του ακινήτου επί του οποίου υπάρχει υποθήκη για ποσό €170.860,14 όπως ανέφερε ο ΜΕ2 και δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ότι ο ενυπόθηκος δανειστής γνώριζε για τον τρόπο με τον οποίο κατέστη ιδιοκτήτης ο εναγόμενος 1 και ακολούθως η εναγόμενη
- Για τους πιο πάνω λόγους καταλήγω πως παρά το ότι οι εισηγήσεις του κ. Μιχαηλίδη ως προς τη δημιουργία εμπιστεύματος προς όφελος της ενάγουσας καθώς και την εισήγηση του ότι για το επίδικο ακίνητο δεν μπορούσε να διαταχθεί ειδική εκτέλεση με βάση τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας ενδεχόμενα να είναι ορθές, αυτές δεν μπορούν να εξεταστούν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι δημιουργείται μία αδικία γιατί το ακίνητο ενεγράφη στο όνομα του εναγόμενου 1 δυνάμει μίας απόφασης η οποία έχει παραμεριστεί, όμως από την άλλη δεν μπορεί αποδοθεί θεραπεία στη βάση αιτίας αγωγής που δεν υφίστατο κατά τη καταχώρηση της αγωγής. Περαιτέρω, ακόμα και σε περίπτωση που αυτό θα ήταν επιτρεπτό να γίνει πάλι θα εξακολουθούσε να υφίσταται θέμα του ποιος δικαιούται την ιδιοκτησία του κτήματος δυνάμει των συμφωνιών πώλησης μεταξύ των διαδίκων έχοντας υπόψη ότι η απόφαση που επέλυε το θέμα έχει παραμεριστεί. Συνακόλουθα η αγωγή κρίνεται ότι είναι πρόωρη και ως τέτοια δεν μπορεί να αποδώσει στην ενάγουσα τις αιτούμενες θεραπείες και απορρίπτεται. Αναφορικά με την ανταπαίτηση, δεν δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία προς υποστήριξη της και απορρίπτεται ως ατεκμηρίωτη. Εν όψει της πιο πάνω κατάληξης μου, αποφασίζω όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδα της. (Υπ.) ................ Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο