Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Χρυστάλλας Α. Σάββα κ.α., Αρ. Αγωγής: 187/06, 16 Ιανουαρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2009:A3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ.ΘΩΜΑ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 187/06 Μεταξύ: Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ Εναγόντων και
- Χρυστάλλας Α. Σάββα,
- Μαργαρίτας Χριστοδούλου,
- Αντρέα Χριστοδούλου,
- Δήμου Δημοσθένους, Εναγομένων Ημερομηνία: 16 Ιανουαρίου,
- Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κα Χατζηκωνσταντή. Για την Εναγόμενη 1: κα Αργυρού. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες στην Έκθεση Απαίτησής τους ισχυρίζονται ότι είναι οι ιδιοκτήτες του οχήματος με αριθμό εγγραφής WU
- Δυνάμει συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερ. 8.12.2003 η οποία έγινε στο Παραλίμνι ενοικίασαν στην Εναγομένη 1 και υπό συνήθεις όρους ενοικιαγοράς το πιο πάνω περιγραφόμενο όχημα. Η Εναγομένη 1 με την υπογραφή της ρηθείσας συμφωνίας πήρε την κατοχή του οχήματος. Η τιμή της ενοικιαγοράς συμφωνήθηκε σε Λ.Κ.1.700 πλέον Λ.Κ. 5 χαρτόσημα και Λ.Κ.15 μεταβιβαστικά, πλέον Λ.Κ. 507,20 δικαιώματα ενοικιαγοράς, σύνολο Λ.Κ. 2.227,20 πληρωτέο σε 60 ίσες μηνιαίες δόσεις εκ Λ.Κ.37,12 εκάστη, η πρώτη δόση πληρωτέα την 8.1.2004 και κάθε επόμενη την 8ην μέρα κάθε μήνα μέχρι εξοφλήσεως. Οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 εγγυήθηκαν γραπτώς όλες τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 οι οποίες πηγάζουν από την ανωτέρω συμφωνία. Η Εναγομένη 1 ή και όλοι οι Εναγόμενοι κατά παράβαση της ανωτέρω συμφωνίας καθυστερούσαν την πληρωμή των συμφωνηθέντων δόσεων. Συνεπεία των ως άνω καθυστερήσεων οι Ενάγοντες με επιστολή του δικηγόρου τους ημερ. 19.1.2006 τερμάτισαν την ανωτέρω συμφωνία υπαιτιότητι της Εναγομένης 1 και εκάλεσαν όλους τους Εναγόμενους όπως πληρώσουν το τότε οφειλόμενο υπόλοιπο εκ Λ.Κ.1.719,94 πλέον τόκους προς 11,25% επί ποσού Λ.Κ. 403,74 από 19.1.06 μέχρι εξοφλήσεως και τόκους προς 8% επί ποσού Λ.Κ. 1.314,20 μέχρι εξοφλήσεως. Επίσης κάλεσαν την Εναγομένη 1 όπως τους παραδώσει το ανωτέρω περιγραφόμενο όχημα. Οι Εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με τις ως άνω απαιτήσεις και έτσι οι Ενάγοντες προχώρησαν στην καταχώριση της παρούσας αγωγής. Η μόνη από τους Εναγομένους που υπερασπίστηκε την Αγωγή ήταν η Εναγομένη 1 (στο εξής θα αναφέρεται ως η Εναγομένη). Όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο η Εναγομένη 2 (στο εξής θα αναφέρεται ως η Μαργαρίτα) σε κάποιο στάδιο μετά την ημερομηνία της επίδικης συμφωνίας απεβίωσε. Οι Εναγόμενοι 3 και 4 παρουσιάστηκαν ως μάρτυρες Υπεράσπισης. Αίτηση η οποία καταχωρήθη από τους Ενάγοντες για έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγομένων 3 και 4 λόγω μη καταχώρισης εμφάνισης, απεσύρθη στις 25.10.
- Η Εναγομένη στο δικόγραφο της υπεράσπισής της αρνείται την αξίωση των Εναγόντων και ισχυρίζεται ότι οποιονδήποτε έγγραφο φέρεται ότι υπεγράφη από την ίδιαν είναι προϊόν πλαστογραφίας και/ή πλαστοπροσωπίας των Εναγόντων και/ή των υπαλλήλων τους και/ή προϊόν δόλου και/ή συμπαιγνίας και/η απάτης των Εναγόντων και/ή υπαλλήλων τους με σκοπό να την εξαπατήσουν και να αποκομίσουν οικονομικό όφελος. Στο δικόγραφό της παραθέτει λεπτομέρειες δόλου και/ή απάτης των εναγόντων και/ή των υπαλλήλων τους. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για την πλευρά των Εναγόντων έδωσαν ένορκη μαρτυρία ο Γιώργος Ρούσος, Διευθυντής της προμηθεύτριας εταιρείας (M.E.1) και ο υπάλληλος των Εναγόντων Παναγιώτης Νικολάου (Μ.Ε.2). Ο Μ.Ε.1 κατέθεσε ότι είναι ο Διευθυντής της εταιρείας Roussos Motor Agency Ltd η οποία ασχολείται με αγοραπωλησίες αυτοκινήτων. Γνώρισε την Εναγομένη μέσω της Μαργαρίτας, την οποία γνώριζε από πριν. Η Μαργαρίτα του τηλεφώνησε κάποια μέρα και του ζήτησε ένα αυτοκίνητο, όχι πολύ ακριβό για την Εναγομένη. Πήγε μαζί με την Μαργαρίτα στην Κοφίνου, όπου διέμενε η Εναγομένη, η οποία και είδε το επίδικο αυτοκίνητο. Τον ρώτησαν για την τιμή του και τους ανέφερε ότι θα το άφηνε Λ.Κ. 1.
- Τον πληροφόρησαν ότι το αυτοκίνητο θα πληρωνόταν μέσω τράπεζας. Τους ανέφερε ότι σε αυτήν την περίπτωση θα χρειάζονταν τρεις εγγυητές. Η μία εκ των εγγυητών ήταν η Μαργαρίτα. Ζήτησε τα στοιχεία των άλλων εγγυητών για να συμπληρώσει την αίτηση (Proposal) προς την Τράπεζα (βλέπε το Τεκμήριο 2). Η Μαργαρίτα τηλεφώνησε στον σύζυγό της (Εναγόμενο 3) ο οποίος μέσω τηλεφώνου του έδωσε τα στοιχεία του, τα οποία συμπλήρωσε στην αίτηση. Με τον ίδιον τρόπο η Μαργαρίτα τηλεφώνησε και στον άλλον εγγυητή (Εναγόμενο 4) και του έδωσε και αυτός τα στοιχεία του από τηλεφώνου, τα οποία επίσης συμπλήρωσε στην αίτηση. Πριν ζητήσει τα στοιχεία των εγγυητών τους επεξήγησε ότι η Εναγομένη θα αγόραζε αυτοκίνητο από κοντά του και ότι θα την εγγυούνταν στην Τράπεζα. Οι Εναγόμενοι 3 και 4 δέχθηκαν να την εγγυηθούν και του έδωσαν τα στοιχεία τους. Αφού συμπλήρωσε την αίτηση και το τιμολόγιο πώλησης του επίδικου αυτοκινήτου (Τεκμήριο 1) η Εναγομένη τα υπέγραψε στην παρουσία του, μαζί με το έντυπο μεταβίβασης του αυτοκινήτου. Ακολούθως υπέβαλε την αίτηση (proposal) στην Ενάγουσα τράπεζα για έγκριση. Όταν εξασφάλισε την προφορική έγκριση της Ενάγουσας τράπεζας προχώρησε στην μεταβίβαση του αυτοκινήτου επ΄ ονόματι της Εναγομένης και της τράπεζας , αφού πρώτα του πιστοποιήθηκε από την τράπεζα το έντυπο μεταβίβασης. Στη συνέχεια πήγε στην Κοφίνου και στον Ψευδά, όπου υπέγραψαν το επίδικο συμβόλαιο η Εναγόμενη και οι εγγυητές (βλέπε το Τεκμήριο 3). Οι εγγυητές υπέγραψαν το συμβόλαιο στο σπίτι της Μαργαρίτας στον Ψευδά. Ο ίδιος υπέγραψε στο συμβόλαιο ως μάρτυρας της υπογραφής των Εναγομένων. Το συμβόλαιο υπεγράφη εις τριπλού και παραδόθηκε από τον ίδιο στην Ενάγουσα τράπεζα, από την οποία πληρώθηκε το ποσό των Λ.Κ. 1.700 (βλέπε το Τεκμήριο 5). Μετά την υπογραφή του συμβολαίου παρέδωσε το επίδικο αυτοκίνητο στην Εναγομένη. Μετά από πάροδο κάποιου διαστήματος του τηλεφώνησαν από την Ενάγουσα τράπεζα και του ανέφεραν ότι οι δόσεις του επίδικου συμβολαίου δεν πληρώνονταν κανονικά. Κατόπιν αυτού επισκέφθηκε την Εναγομένη στο σπίτι της και την ενημέρωσε για το τηλεφώνημα που δέχθηκε από την τράπεζα. Της πρότεινε επίσης να μεσολαβούσε για να της «χαρίσει» η τράπεζα κάποιο ποσό και να πληρώσει το υπόλοιπο. Ο Μ.Ε.2 κατέθεσε ότι εργάζεται στο υποκατάστημα της Ενάγουσας Τράπεζας στο Παραλίμνι. Αναφέρθηκε στους όρους της επίδικης συμφωνίας (βλέπε την γραπτή δήλωση του - Τεκμήριο 4 η οποία κατατέθηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του). Κατέθεσε επίσης αντίγραφο της επιστολής τερματισμού (βλέπε το Τεκμήριο 7) καθώς επίσης κατάσταση του λογαριασμού της Εναγομένης, την οποία επεξήγησε (βλέπε το Τεκμήριο 8). Κατά την αντεξέτασή του επεξήγησε ότι συμπλήρωσε επί του επίδικου συμβολαίου τον πίνακα με τα δικαιώματα της Ενάγουσας Τράπεζας. Όταν του παρουσιάστηκε η αίτηση και το τιμολόγιο (Τεκμήρια 1 και 2) επικοινώνησε με την Εναγομένη, η οποία του επιβεβαίωσε ότι τα στοιχεία που αναγράφονταν στην αίτηση ήταν ορθά. Μετά την ολοκλήρωση του επίδικου συμβολαίου επικοινώνησε και πάλι με την Εναγομένη και την ενημέρωσε για τα δικαιώματα της τράπεζας, τις δόσεις και για το πότε αναμένετο να πάρει αντίγραφο του επίδικου συμβολαίου. Κατά τον ίδιο τρόπο επικοινώνησε και με τους εγγυητές. Επιπλέον είχε ξανατηλεφωνήσει στην Εναγομένη και την ενημέρωσε για τις καθυστερήσεις των δόσεων που υπήρχαν στον λογαριασμό της. Η Εναγομένη πότε δεν του ανέφερε ότι δεν είχε σχέση με το επίδικο συμβόλαιο και ότι δεν παρέλαβε το αυτοκίνητο. Η Εναγομένη κατέθεσε ότι γνώρισε την Μαργαρίτα τυχαία στο νοσοκομείο της Κοφίνου. Στη συνομιλία τους η Μαργαρίτα της είπε για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε. Κάλεσε την Μαργαρίτα στο σπίτι της. Μετά από 2-3 επισκέψεις της Μαργαρίτας γνωρίστηκαν καλύτερα μεταξύ τους. Ακολούθως η Μαργαρίτα της ανέφερε ότι ήθελε να αγοράσει αυτοκίνητο όμως επειδή η ίδια δεν είχε άδεια οδήγησης της ζήτησε «να μπει» στην ασφάλειά της για να μπορέσει να αγοράσει το αυτοκίνητο. Συμφώνησε να εγγραφεί η ασφάλεια επ΄ ονόματί της μέχρι να βγάλει άδεια οδήγησης η Μαργαρίτα. Μετά από 3 περίπου μέρες της τηλεφώνησε η Μαργαρίτα και της ζήτησε να συναντηθούν σε κάποιο καφενείο απέναντι από το Παγκύπριο Λύκειο στην Λάρνακα. Πήγε στην συνάντηση και μετά από λίγο πήγε και τις βρήκε ο Μ.Ε.
- Η Μαργαρίτα της σύστησε τον Μ.Ε.1 ως τον ασφαλιστή της. Ο Μ.Ε.1 έβγαλε από τον χαρτοφύλακά του μια λευκή κόλλα και της ζήτησε τα στοιχεία της για να γίνει η ασφάλεια. Αφού συμπλήρωσε τα στοιχεία που του έδωσε στην κόλλα, της ζήτησε να την υπογράψει στο κάτω μέρος της, πράγμα το οποίο έκαμε. Λίγο καιρό μετά την ως άνω συνάντηση την επισκέφθηκε η Μαργαρίτα στο σπίτι της, παίρνοντας μαζί της το αυτοκίνητο που είχε αγοράσει και το οποίο της έδειξε. Δεν πρόσεξε τα νούμερα του αυτοκινήτου. Από τότε δεν ξαναείδε την Μαργαρίτα. Δεν υπέγραψε οποιοδήποτε από τα έγραφα που ισχυρίστηκε ο Μ.Ε.
- Ουδέποτε της τηλεφώνησαν από την Ενάγουσα Τράπεζα για να της αναφέρουν οτιδήποτε σε σχέση με το επίδικο αυτοκίνητο. Ο αριθμός τηλεφώνου της που αναγράφεται επί των Τεκμηρίων 2 και 3 τερματίστηκε στις 24.6.
- Κατέθεσε σχετική βεβαίωση της Α.ΤΗ.Κ (βλέπε το Τεκμήριο 13). Δεν έκαμε καμιά πληρωμή προς την Ενάγουσα Τράπεζα. Οι υπογραφές που υπάρχουν επί των αποδείξεων της δέσμης - Τεκμήριο 11 δεν είναι δικές της. Για πρώτη φορά ενημερώθηκε για την υπό εξέταση υπόθεση όταν παρέλαβε την επιστολή τερματισμού (Τεκμήριο 7). Όταν πήρε την ως άνω επιστολή επισκέφθηκε το κατάστημα της Ενάγουσας Τράπεζας στην Λάρνακα, απέναντι από το "Body Line". Μίλησε με κάποιο υπεύθυνο της Τράπεζας στον οποίο εξήγησε ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε για την υπόθεση. Το πρόσωπο αυτό της ανέφερε ότι επρόκειτο για υπόθεση του καταστήματος στο Παραλίμνι. Του άφησε την επιστολή και έφυγε, νομίζοντας ότι η υπόθεση είχε κλείσει. Πριν πάει στην Τράπεζα πήγε στο σπίτι της Μαργαρίτας στον Ψευδά δύο φορές αλλά δεν την βρήκε. Δεν γνώριζε ότι είχε αποβιώσει. Στην αυλή του σπιτιού ήταν το αυτοκίνητο της Μαργαρίτας εγκαταλελειμμένο. Πριν από ένα περίπου χρόνο την επισκέφθηκε στο σπίτι της ο Μ.Ε.
- Θυμήθηκε ότι ήταν ο ασφαλιστής της Μαργαρίτας. Της ανέφερε ότι δεν ήταν ασφαλιστής αλλά πωλητής. Άρχισε να της μιλά για την υπόθεση. Του ανέφερε ότι δεν είχε καμιά σχέση με την υπόθεση και ότι είχε ήδη αποταθεί στην δικηγόρο της. Ο εναγόμενος 3 κατέθεσε ότι υπηρέτησε ως Αστυνομικός από το 1974 - 2003 οπόταν αφυπηρέτησε. Ήταν ο σύζυγος της Μαργαρίτας, με την οποία ήταν σε διάσταση από το
- Η Μαργαρίτα απεβίωσε πριν 2 -3 χρόνια. Πριν τη διάσταση τους κατοικούσαν στον Ψευδά, στην οδό Σαλαμίνος
- Το επίδικο αυτοκίνητο οδηγείτο από την Μαργαρίτα. Μετά το θάνατο της παρέμεινε εγκαταλελειμμένο στην αυλή του σπιτιού της. Γνώρισε την εναγόμενη κατά το διάστημα που ο σύζυγος της εργαζόταν μαζί του. Κάποια μέρα ο σύζυγος της την πήρε στον τόπο που εργάζονταν και τη γνώρισε. Ο Μ.Ε.1 ήταν φίλος του αδελφού της Μαργαρίτας. Τον γνώρισε πριν τη διάσταση τους. Η τελευταία φορά που τον είχε δει ήταν πριν τη διάσταση τους. Ουδέποτε εγγυήθηκε την εναγόμενη στο επίδικο συμβόλαιο, ούτε του ζητήθηκε από την εναγόμενη να την εγγυηθεί. Η υπογραφή που υπάρχει δίπλα από το όνομα του στο επίδικο συμβόλαιο δεν είναι δική του. Ούτε και ο αριθμός ταυτότητας που αναγράφεται κάτω από το όνομα του είναι ο δικός του αριθμός. Ο αριθμός ταυτότητας του είναι
- Δεν παρέλαβε καμιά επιστολή από την ενάγουσα Τράπεζα. Η πρώτη φορά που έμαθε για την παρούσα υπόθεση ήταν όταν ο δικαστικός επιδότης τον επισκέφθηκε για να του επιδώσει την αγωγή. Ανέφερε στον επιδότη ότι δεν είχε καμιά σχέση με το επίδικο αυτοκίνητο. Όταν ο επιδότης του είπε τον αριθμό ταυτότητας του, του ανέφερε ότι ο αριθμός αυτός δεν ήταν δικός του, γι΄ αυτό και αρνήθηκε να παραλάβει την αγωγή. Ακολούθως επικοινώνησε με το κατάστημα της ενάγουσας Τράπεζας στο Παραλίμνι και μίλησε με κάποιο πρόσωπο, του οποίου δεν θυμόταν το όνομα. Του εξήγησε ότι δεν είχε καμιά σχέση με την υπόθεση, ότι ο αριθμός ταυτότητας δεν ήταν δικός του και του ζήτησε να κοιτάξουν να βρουν πού ήταν το λάθος. Μετά που αρνήθηκε να παραλάβει την αγωγή περίμενε ότι θα τον ξανακαλούσε η Τράπεζα. Κατά την αντεξέταση του σε ερώτηση της συνηγόρου των εναγόντων πού είδε τον αριθμό της ταυτότητας του στην αγωγή απάντησε ότι την πρώτη φορά που τον επισκέφθηκε ο δικαστικός επιδότης του ανέφερε ότι δεν είχε καμιά σχέση με την υπόθεση και έδωσε στον επιδότη τον αριθμό της ταυτότητας του, τον οποίο ο δικαστικός επιδότης σημείωσε. Ο επιδότης τον επισκέφθηκε για δεύτερη φορά και τον ενημέρωσε για τον αριθμό ταυτότητας που αναγράφετο στο συμβόλαιο. Ανέφερε τότε στον επιδότη ότι ο αριθμός αυτός δεν ήταν δικός του. Επεξήγησε ότι δεν διόρισε δικηγόρο για να τον υπερασπιστεί στην αγωγή επειδή δεν είχε καμιά σχέση με την υπόθεση. Ο εναγόμενος 4 κατέθεσε ότι κατοικεί στο Δάλι εδώ και 33 χρόνια. Ουδέποτε κατοίκησε στον Ψευδά. Δεν γνωρίζει την εναγόμενη, για πρώτη φορά την είδε στο Δικαστήριο. Η Μαργαρίτα ήταν η σύζυγος του εξάδελφου του (εναγόμενου 3). Την συναντούσε στο σπίτι της θείας του στον Ψευδά, όταν τύχαινε να την επισκεφθεί. Ουδέποτε εγγυήθηκε την εναγόμενη για να αγοράσει το επίδικο αυτοκίνητο, ούτε και υπέγραψε την επίδικη συμφωνία. Η υπογραφή που υπάρχει επί του επίδικου συμβολαίου δίπλα από το όνομα του δεν είναι δική του. Δεν παρέλαβε καμιά επιστολή της ενάγουσας Τράπεζας. Παραδέχθηκε ότι παρέλαβε την παρούσα αγωγή, όμως επειδή δεν είχε καμιά σχέση με την υπόθεση αμέλησε και δεν έκαμε οτιδήποτε. Είχε την αγωγή στο αυτοκίνητο του μέχρι που χάθηκε. Επειδή δεν γνώριζε την εναγόμενη δεν έδωσε σημασία και δεν διάβασε την αγωγή. Ούτε και μίλησε με τους άλλους δύο εγγυητές για την αγωγή. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι η υπογραφή που υπάρχει επί του επίδικου συμβολαίου δίπλα από το όνομα του είναι πλαστογραφημένη από την Μαργαρίτα. Δεν κατάγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία επειδή όλα ήταν πλαστογραφημένα και δεν είχε καμιά σχέση με την εναγόμενη. Αξιολόγηση - ευρήματα Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Ο Μ.Ε.1 άφησε πολύ καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Απάντησε σε οτιδήποτε του ζητήθηκε με ευθύτητα, λιτότητα, χωρίς δισταγμούς και αμφιταλαντεύσεις. Περιέγραψε τα γεγονότα με σαφήνεια, λεπτομέρεια, χωρίς να αφήσει οτιδήποτε αδιευκρίνιστο. Η αντεξέταση στην οποία υπεβλήθη δεν κατέστη δυνατό να κλονίσει την αξιοπιστία του. Πέραν της θετικής εντύπωσης που άφησε από το εδώλιο του μάρτυρα, η εκδοχή του διέθετε συνοχή, πειστικότητα, λογικότητα. Κάποιες αντιφάσεις τις οποίες έχω εντοπίσει στη μαρτυρία του ήταν τόσο επουσιώδεις κατά τρόπο που δεν θα μπορούσαν να αποδυναμώσουν την εκδοχή του, αντίθετα φανερώνουν την έλλειψη προσχεδιασμού στη μαρτυρία του. Ο Μ.Ε.2 κρίνεται ως εξαίρετος μάρτυρας. Περιέγραψε τα γεγονότα, όπως περιέπεσαν στην αντίληψη του χωρίς καμιά προσπάθεια υπερβολής ή παραποίησης τους για να δώσει προβάδισμα στην υπόθεση των εργοδοτών του. Δεν έχω κανένα δισταγμό να πω ότι ήταν ένας ανεξάρτητος και αντικειμενικός μάρτυρας. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Σε αντίθεση με τους μάρτυρες των εναγόντων η εναγόμενη άφησε πενιχρή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η εκδοχή της δεν είχε ίχνος λογικής και ειλικρίνειας. Η προσπάθεια της να πείσει το Δικαστήριο ότι η όλη υπόθεση ήταν μια συμπαιγνία μεταξύ της ενάγουσας τράπεζας και του Μ.Ε.1 για να την εξαναγκάσουν να πληρώσει το αξιούμενο ποσό κάθε άλλο παρά επιτυχής θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Επιχείρησε πολύ άκομψα να παρουσιάσει τον εαυτό της ως το θύμα της υπόθεσης που δεν είχε καμιά σχέση με όσα της καταλόγισαν οι μάρτυρες των εναγόντων. Επιπλέον η εκδοχή της παρουσίαζε ασάφειες, κενά, παραλείψεις τα οποία άφησαν πολλά ερωτηματικά στο Δικαστήριο. Ο ισχυρισμός της ότι υπέγραψε κάποιο έγγραφο, το οποίο η ίδια θεώρησε ότι σχετιζόταν με την «ασφάλεια», δηλαδή το ασφαλιστικό έγγραφο για το αυτοκίνητο που θα αγόραζε η Μαργαρίτα δεν είναι καν δικογραφημένος, γι΄ αυτό δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Όμως, ακόμα και στην περίπτωση που είχε δικογραφηθεί και πάλι δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός για τον λόγο ότι δεν μπορεί να αντέξει τη βάσανο της λογικής. Διερωτώμαι πώς θα μπορούσε να εξυπηρετήσει η επ΄ ονόματι της εγγραφή της «ασφάλειας» του αυτοκινήτου, αφού ο σκοπός για τον οποίο προορίζετο ήταν να καλύψει την Μαργαρίτα, η οποία ήταν το πρόσωπο που θα αγόραζε το αυτοκίνητο, όμως δεν μπορούσε να εκδοθεί επ΄ ονόματι της το ασφαλιστικό έγγραφο επειδή δεν είχε άδεια οδήγησης. Καμιά επεξήγηση δεν έχει δοθεί για το πώς θα μπορούσε να χρησιμεύσει το υποτιθέμενο ασφαλιστικό έγγραφο από τη στιγμή που το έγγραφο αυτό δεν θα είχε καμιά σχέση με τη Μαργαρίτα. Επιπλέον διερωτώμαι ποια σχέση θα μπορούσε να έχει η «κόλλα» την οποία κατά τον ισχυρισμό της υπέγραψε με το επίδικο συμβόλαιο ή με τα άλλα έγγραφα που κατέθεσε ο Μ.Ε.1 (Τεκμήρια 1 και 2) από τη στιγμή που η ίδια αρνήθηκε ότι οι υπογραφές που υπάρχουν επ΄ αυτών είναι δικές της υπογραφές. Όμως, ούτε και ο ισχυρισμός της ότι δεν υπέγραψε κανένα από τα επίδικα έγγραφα θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός. Αν ο ισχυρισμός της αυτός ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα το λιγότερο το οποίο θα ανέμενα από αυτήν ήταν να ανέθετε την εξέταση των ισχυριζόμενων υπογραφών της σε ειδικό γραφολόγο, ο οποίος θα μπορούσε με την μαρτυρία του να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό της ότι δεν υπέγραψε τα επίδικα έγγραφα. Κατ΄ αυτό τον τρόπο θα καταρρίπτετο και η αξιοπιστία της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 ότι τα επίδικα έγγραφα υπεγράφησαν από την ίδια στην παρουσία του. Η απουσία μαρτυρίας εμπειρογνώμονα άφησε τον ισχυρισμό της ότι δεν υπέγραψε τα επίδικα έγγραφα μετέωρο. Ως μη ανταποκρινόμενες στη λογική θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και οι ενέργειες στις οποίες προέβη αμέσως μόλις περιήλθε σε γνώση της η ύπαρξη του επίδικου συμβολαίου, με την παραλαβή της επιστολής τερματισμού. Το λιγότερο το οποίο θα ανέμενα από ένα πρόσωπο, το οποίο για πρώτη φορά πληροφορείται την από μέρους του υπογραφή μιας συμφωνίας, για την οποία υποτίθεται ότι δεν έχει ιδέα, όπως προσπάθησε να παρουσιάσει τον εαυτό της ήταν να καταγγείλει αμέσως την υπόθεση στην Αστυνομία. Αντ΄ αυτού επισκέφθηκε κάποιο κατάστημα της ενάγουσας τράπεζας στη Λάρνακα, όπου συνομίλησε με κάποιο υπάλληλο, του οποίου δεν θυμόταν το όνομα, στο οποίο άφησε την επιστολή τερματισμού, «νομιζόμενη» ότι η υπόθεση είχε «κλείσει». Η επεξήγηση την οποία έχει δώσει στο Δικαστήριο για την παράλειψη της να αποταθεί στην Αστυνομία, συγκεκριμένα ότι δεν γνώριζε ότι έπρεπε να πάει στην Αστυνομία κάθε άλλο παρά πειστική θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Ας σημειωθεί ότι τουλάχιστον μέχρι την ακρόαση της υπόθεσης η ισχυριζόμενη πλαστογραφία δεν είχε καταγγελθεί στην Αστυνομία. Η απόρριψη της εκδοχής της ότι δεν έχει καμιά σχέση με το επίδικο συμβόλαιο αναπόφευκτα με οδηγεί και στην απόρριψη της θέσης της ότι δεν έκαμε καμιά από τις πληρωμές, οι οποίες περιγράφονται στις αποδείξεις της δέσμης αποδείξεων - Τεκμήριο
- Την ίδια πενιχρή εντύπωση έχουν αφήσει στο Δικαστήριο και οι εναγόμενοι 3 και
- Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι μοναδικός σκοπός της παρουσίας τους στο Δικαστήριο ήταν να βοηθήσουν την εναγόμενη και όχι να πουν την αλήθεια. Η μαρτυρία του εναγόμενου 3 πέραν του ότι στερείτο πειστικότητας ήταν και αμφιταλαντευόμενη. Αρχικά ισχυρίστηκε ότι αρνήθηκε να παραλάβει την αγωγή από το δικαστικό επιδότη επειδή δεν είχε σχέση με την υπόθεση και ο αριθμός ταυτότητας που του είχε πει ο επιδότης δεν ήταν δικός του. Σε κατοπινό στάδιο, όταν αντελήφθηκε, μετά από υπόδειξη ότι στο κλητήριο ένταλμα δεν αναγράφετο κανένας αριθμός ταυτότητας, εφεύρε την ιστορία με τις δύο επισκέψεις του δικαστικού επιδότη, όπου στην μεν πρώτη επίσκεψη ο επιδότης είχε σημειώσει τον αριθμό της ταυτότητας του, ενώ στη δεύτερη του επίσκεψη τον είχε ενημερώσει για τον αριθμό ταυτότητας που αναγράφετο πάνω στο συμβόλαιο, ο οποίος δεν ήταν ο αριθμός της δικής του ταυτότητας, γι΄ αυτό δεν δέχθηκε να παραλάβει την αγωγή. Επίσης διερωτώμαι πόσο πιστευτή θα μπορούσε να γίνει η θέση του ότι δεν δέχθηκε να παραλάβει το κλητήριο ένταλμα επειδή, όπως ισχυρίστηκε δεν είχε σχέση με την υπόθεση. Επιπλέον, αν πράγματι δεν είχε καμιά σχέση με την υπόθεση όπως προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο, λογικά οι πρώτες ενέργειες τις οποίες θα ανέμενα από αυτόν αμέσως μόλις είχε περιέλθει σε γνώση του η ύπαρξη της παρούσας υπόθεσης ήταν ότι θα ζητούσε να εξετάσει το συμβόλαιο, το οποίο του αποδιδόταν ότι είχε υπογράψει και περαιτέρω ότι όντας και ο ίδιος πρώην Αστυνομικός θα κατάγγελλε την υπόθεση στην Αστυνομία. Όχι μόνο δεν προέβη σε καμιά από τις ως άνω ενέργειες αλλά ούτε και εμφανίστηκε στην αγωγή, προβάλλοντας την ευτελή δικαιολογία για την παράλειψη του να εμφανιστεί στην αγωγή το ότι δεν είχε σχέση με την υπόθεση. Εφησύχασε με τα το να τηλεφωνήσει στο κατάστημα των εναγόντων στο Παραλίμνι και να ζητήσει από τον υπάλληλο με τον οποίο είχε συνομιλήσει, του οποίου παρεμπιπτόντως δεν θυμόταν το όνομα «να κοιτάξουν να βρουν πού ήταν το λάθος». Δεν παραγνωρίζω ότι ο αριθμός ταυτότητας που αναγράφεται επί του επίδικου συμβολαίου κάτω από το όνομα και την διεύθυνση του, δεν είναι ο ορθός αριθμός ταυτότητας του. Όμως ενώπιον μου υπάρχει η καθ΄ όλα αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Ε.1 σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία τα είχαν δώσει οι ίδιοι οι εναγόμενοι. Επιπλέον, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώθηκαν από τους ίδιους τους εναγόμενους τηλεφωνικά, κατόπιν τηλεφωνήματος του Μ.Ε.2 σε όλους τους εναγόμενους. Ενόψει των όσων αναφέρω πιο πάνω καταλήγω ότι η λανθασμένη περιγραφή του αριθμού ταυτότητας του εναγόμενου 3 επί της αιτήσεως και του επίδικου συμβολαίου (Τεκμήρια 2 και 3) δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τη θέση των εναγομένων ότι το επίδικο συμβόλαιο είναι κατασκευασμένο από τους Ενάγοντες. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι εάν ευσταθούσε ο ισχυρισμός της υπεράσπισης ότι το επίδικο συμβόλαιο είχε κατασκευαστεί από τους Ενάγοντες λογικά δεν θα ανέμενα ότι το επίδικο αυτοκίνητο θα μεταβιβαζόταν επ΄ ονόματι της Εναγόμενης. Σύμφωνα με το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο του πιστοποιητικού εγγραφής μηχανοκίνητου οχήματος (Τεκμήριο 6) η Εναγόμενη είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια μαζί με την Ενάγουσα τράπεζα του επίδικου αυτοκινήτου. Ως στερούμενη πιεστικότητας χαρακτηρίζεται και η εκδοχή του εναγόμενου
- Διερωτώμαι πόσο πειστική θα μπορούσε να ήταν η θέση του ότι παρά το ότι δεν είχε εγγυηθεί την εναγόμενη, εντούτοις μετά που παρέλαβε την αγωγή δεν έκαμε καμιά ενέργεια, ούτε καν μπήκε στον κόπο να την διαβάσει επειδή δεν είχε σχέση με την υπόθεση. Απλά είχε βάλει μέσα στο αυτοκίνητο του το κλητήριο ένταλμα που παρέλαβε, το οποίο χάθηκε μετά από καιρό. Επιπλέον η δικαιολογία την οποία είχε δώσει για την παράλειψη του να καταγγείλει την ισχυριζόμενη πλαστογραφία ήταν τόσο ευτελής σε βαθμό που δεν θα μπορούσε να γίνει πιστευτή. Τονίζω επίσης την παράλειψη του να συνομιλήσει για την παρούσα υπόθεση με τον εναγόμενο 3, ο οποίος είναι εξάδελφος του, παρά ότι είχε δει το όνομα του στην αγωγή. Μελετώντας τη μαρτυρία των εναγομένων έχω προσέξει ότι σ΄ αυτήν υπάρχουν απίθανες αλλά και αξιοπερίεργες συμπτώσεις. Για παράδειγμα και οι τρεις εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι δεν είχαν καμιά σχέση με την παρούσα υπόθεση. Παρά το ότι ισχυρίστηκαν ότι οι υπογραφές που υπάρχουν επί του επίδικου συμβολαίου είναι προϊόν πλαστογραφίας εντούτοις κανένας από αυτούς δεν κατάγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία. Τόσο η εναγόμενη όσο και ο εναγόμενος 3 αμέσως μόλις έμαθαν την ύπαρξη της παρούσας υπόθεσης συνομίλησαν με κάποιο υπάλληλο καταστήματος της ενάγουσας τράπεζας, του οποίου δεν θυμούνταν το όνομα, χωρίς να κάμουν οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια. Οι συμπτώσεις τις οποίες περιέγραψα αμέσως πιο πάνω δεν μου έχουν αφήσει καμιά αμφιβολία ότι η μαρτυρία και των τριών εναγομένων ήταν προϊόν προσυνεννόησης και μια εκ των υστέρων προσπάθεια τους να εκμεταλλευθούν το θάνατο της Μαργαρίτας για να απεκδυθούν των ευθυνών που τους δημιούργησε η υπογραφή του επίδικου συμβολαίου, ισχυριζόμενοι μεταξύ άλλων ότι η Μαργαρίτα ήταν το πρόσωπο το οποίο είχε στην κατοχή του το επίδικο αυτοκίνητο. Στο σημείο αυτό αξίζει να υπογραμμίσω τον ισχυρισμό του εναγόμενου 4 ότι η υπογραφή του επί του επίδικου συμβολαίου πλαστογραφήθηκε από την Μαργαρίτα. Η ενώπιον μου μαρτυρία αποκάλυψε ότι υπήρχε κάποια σχέση μεταξύ των εγγυητών της εναγομένης. Ο εναγόμενος 3 ήταν ο σύζυγος της Μαργαρίτας ενώ ο εναγόμενος 4 ήταν εξάδελφος του συζύγου της. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υποδείξω ότι ο Μ.Ε.2 κατά την αντεξέτασή του είχε ερωτηθεί από την συνήγορο της Εναγόμενης αν γνώριζε ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 ήταν σύζυγοι. Επιπλέον ο Εναγόμενος 4 παραδέχθηκε ότι γνώριζε την Μαργαρίτα. Η Μαργαρίτα ήταν φίλη της εναγόμενης και την εγγυήθηκε στο επίδικο συμβόλαιο. Τα όσα αναφέρω αμέσως πιο πάνω ενισχύουν κατά την άποψη μου την θέση του Μ.Ε.1 ότι ήταν η Μαργαρίτα που πρότεινε ως εγγυητές τους εναγόμενους 3 και 4 και αυτή η οποία τους τηλεφώνησε για να δώσουν τα στοιχεία τους στον Μ.Ε.
- Η υπεράσπιση έδωσε μεγάλη βαρύτητα στο γεγονός ότι η διεύθυνση της εναγόμενης, η οποία αναγράφεται στο επίδικο συμβόλαιο είναι διαφορετική από την διεύθυνση η οποία αναγράφεται στην αίτηση (proposal - Τεκμήριο 2). Είμαι της άποψης ότι το γεγονός αυτό δεν θα μπορούσε να έχει οποιαδήποτε αρνητική επίδραση στην υπόθεση των εναγόντων. Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Ε.2, όταν του παρουσιάστηκε η αίτηση επικοινώνησε τηλεφωνικά με την εναγόμενη, η οποία του επιβεβαίωσε την ορθότητα των στοιχείων που αναγράφονταν στην αίτηση. Κατά τον ίδιο τρόπο επιβεβαίωσε τα στοιχεία της εναγόμενης, τα οποία αναγράφονται στο επίδικο συμβόλαιο κατά τον χρόνο της ολοκλήρωσης του συμβολαίου. Επιπλέον επεξήγησε κατά τρόπο πειστικότατο ότι επικοινώνησε με την εναγόμενη στον αριθμό τηλεφώνου που αναγράφεται στην αίτηση, ο οποίος είναι ακριβώς ο ίδιος με τον αριθμό τηλεφώνου που αναγράφεται επί του επίδικου συμβολαίου. Στον ίδιο αριθμό επικοινωνούσε και μεταγενέστερα με την εναγόμενη, όταν το συμβόλαιο παρουσίαζε καθυστερήσεις. Η υπεράσπιση για να καταρρίψει την θέση του Μ.Ε.1 ότι επικοινωνούσε με την εναγόμενη στον ως άνω αριθμό τηλεφώνου παρουσίασε βεβαίωση από την Α.Τ.Η.Κ. (Τεκμήριο 13) σύμφωνα με την οποία ο αριθμός τηλεφώνου 99300590 τερματίστηκε στις 24.6.
- Ας σημειωθεί ότι πρόκειται για τον ίδιο αριθμό τηλεφώνου, ο οποίος αναγράφεται και στα Τεκμήρια 2 και
- Είμαι της άποψης ότι η υπό αναφορά βεβαίωση δεν θα μπορούσε να κλονίσει τη μαρτυρία του Μ.Ε.
- Όπως επεξήγησε, δεν θυμόταν με ακρίβεια μέχρι πότε τηλεφωνούσε στην εναγόμενη. Απλά, συμβουλευόμενος την κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο 8 - υπολόγισε ότι θα πρέπει να τηλεφωνούσε στην εναγόμενη μέχρι την 12.8.2005 επεξηγώντας ότι η ημερομηνία αυτή ήταν η ημερομηνία της τρίτης κατά σειρά προειδοποιητικής επιστολής για καθυστερημένες δόσεις, η οποία είχε σταλεί στην εναγόμενη. Πέραν των όσων αναφέρω πιο πάνω θα πρέπει ακόμα να υπογραμμίσω ότι ο Μ.Ε.2 επεξήγησε κατά τρόπο πειστικότατο τον λόγο για τον οποίο δεν του φάνηκε παράξενο το γεγονός ότι η διεύθυνση της εναγόμενης επί του επίδικου συμβολαίου ήταν η ίδια με την διεύθυνση των εναγόμενων 2 και
- Η απόρριψη της μαρτυρίας των Εναγομένων σηματοδοτεί και την αποτυχία της υπεράσπισης να αποδείξει τους ισχυρισμούς της περί δόλου και απάτης της Ενάγουσας Τράπεζας. Για όλους τους λόγους τους οποίους έχω επεξηγήσει πιο πάνω καταλήγω σε εύρημα ότι τα γεγονότα επεσυνέβησαν όπως τα περιέγραψαν στην μαρτυρία τους οι Μ.Ε.1 και Μ.Ε.
- Ειδικότερα αποδέχομαι ότι οι εναγόμενοι υπέγραψαν το επίδικο συμβόλαιο - Τεκμήριο 3 κάτω από τις συνθήκες που επεξήγησε ο Μ.Ε.
- Αποδέχομαι επίσης ότι η εναγόμενη υπέγραψε το τιμολόγιο - Τεκμήριο 1 και την αίτηση (proposal ) - Τεκμήριο
- Οι Εναγόμενοι 3 και 4 υπέγραψαν το επίδικο συμβόλαιο ως εγγυητές της Εναγομένης. Παραπέμπω στο μέρος του επίδικου συμβολαίου που περιγράφεται «εγγύηση και αποζημίωση». Νομική πτυχή Έχοντας κατά νου τα ως άνω περιγραφόμενα ευρήματα μου θα προχωρήσω στην εξακρίβωση της νομικής φύσης του επίδικου συμβολαίου. Οι ενάγοντας στην έκθεση απαίτησης τους ισχυρίζονται ότι αυτό αποτελεί συμφωνία ενοικιαγοράς. Όπως είναι νομολογημένο η συμφωνία ενοικιαγοράς, υπό την τριμερή της μορφή εμπεριέχει στην πραγματικότητα δύο συμφωνίες. Η πρώτη συμφωνία αναφέρεται στην σχέση του εμπόρου με τον χρηματοδότη στη βάση της οποίας μεταβιβάζεται η ιδιοκτησία των εμπορευμάτων στον χρηματοδότη έναντι του ανταλλάγματος το οποίο είναι το ποσό της χρηματοδότησης. Σ΄ αυτή την συμφωνία δεν εμπλέκεται καθόλου ο ενοικιαγοραστής. Η δεύτερη συμφωνία αναφέρεται στην σχέση χρηματοδότη - ενοικιαγοραστή και εμπεριέχει δύο στοιχεία: (α) την παραχώρηση της κατοχής και της χρήσης των αντικειμένων της ενοικιαγοράς στον ενοικιαγοραστή και (β) την υποχρέωση του ενοικιαγοραστή να επιστρέψει την κατοχή των εμπορευμάτων στον χρηματοδότη (ιδιοκτήτη) εάν και εφόσον δεν ασκήσει το δικαίωμα αγοράς. (Βλέπε μεταξύ άλλων Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ v. Χρίστου Χριστάκη Παντελή και άλλων
(2004)1 Α.Α.Δ. 854 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Κώστα Σπύρου Κωνσταντίνου και άλλων
(2001)1 Α.Α.Δ. 248). Στην τελευταία υπόθεση λέχθηκε ότι ο τρόπος απόκτησης της κυριότητας του αντικειμένου από τους χρηματοδότες δεν είναι εξ ορισμού ουσιώδους σημασίας για τη φύση της συναλλαγής της ενοικιαγοράς. Το σύνηθες είναι να την αποκτούν από τον έμπορο του αντικειμένου, καταβάλλοντας το τίμημα του και να συνάπτουν στην συνέχεια σύμβαση ενοικιαγοράς με τον πελάτη του εμπόρου, με προοπτική την τελική μεταβίβαση της κυριότητας σ΄ αυτόν. Δεν αποκλείεται όμως το αντικείμενο να ανήκει αρχικά στον ίδιο τον ενοικιαγοραστή. Όπως εξηγήθηκε στην Eastern Distributors n. Goldring
(1957)2 All E.R. 525 δεν υπάρχει οτιδήποτε που να εμποδίζει ιδιοκτήτη οχήματος από του να το επιστρέψει με δόσεις. Και νοουμένου ότι η πώληση είναι γνήσια και όχι πλασματική, απολήγει ισχυρή η σύμβαση ενοικιαγοράς που την ακολουθεί. Η επίδικη συμφωνία, εκτός από τη συμφωνία μεταξύ ενάγουσας τράπεζας και εναγόμενης, περιλαμβάνει ξεχωριστό μέρος το οποίο περιγράφεται ως «Δήλωση εμπόρου». Η δήλωση αυτή υπογράφεται από την εταιρεία Roussos Motor Agency Ltd μέσω του Μ.Ε.1 ο οποίος, όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο είναι και ο διευθυντής της υπό αναφορά εταιρείας. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στο μέρος αυτό του Τεκμηρίου 3, η υπό αναφορά εταιρεία προσφέρει προς πώληση προς την ενάγουσα τράπεζα το επίδικο αυτοκίνητο, το οποίο αποτελεί αποκλειστική ιδιοκτησία της. Είναι λοιπόν φανερό ότι το μέρος αυτό της επίδικης συμφωνίας εμπεριέχει κατ΄ ουσίαν τη συμφωνία της ενάγουσας τράπεζας με την προμηθεύτρια εταιρεία, δυνάμει της οποίας η τελευταία πώλησε στην ενάγουσα τράπεζα το επίδικο αυτοκίνητο. Αναμφιβόλως το ποσό το οποίο εισέπραξε η προμηθεύτρια εταιρεία από την ενάγουσα τράπεζα, συγκεκριμένα το ποσό των Λ.Κ.1.700 (βλέπε την επιταγή - Τεκμήριο 5) αποτελεί το τίμημα πώλησης του επίδικου αυτοκινήτου στους ενάγοντες και συγχρόνως το ποσό της χρηματοδότησης. Με βάση τους όρους της επίδικης συμφωνίας οι οποίοι περιγράφονται στις εσωτερικές σελίδες η ενάγουσα τράπεζα εκμίσθωσε στην εναγομένη το επίδικο αυτοκίνητο για το ποσό των Λ.Κ.1.700 πλέον Λ.Κ.507,20 ως δικαιώματα ενοικιαγοράς, ήτοι συνολικό ποσό Λ.Κ.2.227,20 συμπεριλαμβανομένων των χαρτοσήμων και των μεταβιβαστικών δικαιωμάτων, του ποσού αυτού πληρωτέου σε 60 ισόποσες μηνιαίες δόσεις των Λ.Κ.37,12 η κάθε δόση πληρωτέα την 8η μέρα κάθε μήνα, αρχίζοντας από την 8η.1.2004. Η εναγόμενη δηλώνει ενυπογράφως στο μέρος που περιγράφεται ως «συμφωνία και διακήρυξη του μισθωτή» ότι παρέλαβε το επίδικο αυτοκίνητο και αφού το εξέτασε το βρήκε κατάλληλο και απόλυτα ικανοποιητικό. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να κάμω αναφορά και στην μαρτυρία του Μ.Ε.1 σύμφωνα με την οποία αμέσως μετά την υπογραφή του επίδικου συμβολαίου από την εναγόμενη και τους εγγυητές παρέδωσε το επίδικο αυτοκίνητο στην εναγομένη. Ο όρος 5 (α) των όρων της συμφωνίας παρέχει το δικαίωμα στην εναγομένη, ως την μισθωτή του επίδικου αυτοκινήτου, εφόσον εκπληρώσει τους συμφωνηθέντες όρους να προβεί στην αγορά του επίδικου αυτοκινήτου με την πληρωμή του δικαιώματος αγοράς που αναφέρεται στον πίνακα της συμφωνίας. Επιπλέον συμφώνως του όρου 5 (β) της συμφωνίας η εναγόμενη έχει το δικαίωμα να λύσει (τερματίσει) την συμφωνία πριν την λήξη της αφού επιδώσει γραπτή ειδοποίηση τερματισμού προς την ενάγουσα τράπεζα, επιστρέφοντας το επίδικο αυτοκίνητο στους ιδιοκτήτες του. Έχοντας κατά νου τα όσα περιγράφω αμέσως πιο πάνω καταλήγω ότι η επίδικη συμφωνία συγκεντρώνει όλα τα αναγκαία χαρακτηριστικά γνωρίσματα σύμβασης ενοικιαγοράς από την τριμερή της μορφή. Η έκθεση απαίτησης των Εναγόντων περιλαμβάνει και διαζευκτικές βάσεις αγωγής. Στην παράγραφο 11 υπάρχει ισχυρισμός ότι το ποσό του επίδικου συμβολαίου παρεχωρήθη υπό μορφή πιστωτικών διευκολύνσεων. Συνεπεία παράβασης των όρων του συμβολαίου οι Ενάγοντες αξιώνουν το υπόλοιπο του λογαριασμού της Εναγόμενης ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας ή/και ως ποσού αχρεωστήτως καταβληθέντος ή/και ως money had and received . Κατ΄ αρχήν είναι δικονομικά επιτρεπτή η στήριξη της αξίωσης των Εναγόντων σε διαζευκτικές αιτίες αγωγής (βλέπε Καταφυγιώτης και άλλη ν. Χρυσοστομή
(1997)1 Α.Α.Δ. 1746). Όμως ενόψει της κατάληξης μου ότι η επίδικη συμφωνία αποτελεί γνήσια συμφωνία ενοικιαγοράς πιστεύω ότι δεν θα μπορούσαν να εξεταστούν και οι διαζευκτικές αιτίες αγωγής (βλέπε Δάφνος Δρυάδης και άλλη ν. Κώστα Καλησπέρα
(1998)1 Α.Α.Δ. 881). Από το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο της κατάστασης λογαριασμού - Τεκμήριο 8, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι η εναγόμενη δεν πλήρωνε τα μηνιαία μισθώματα, κατά τον τρόπο που προνοείται στην επίδικη συμφωνία. Η τελευταία πληρωμή για το ποσό των Λ.Κ.30,00 έγινε στις 31.8.2005. Επιπλέον μέχρι την ως άνω ημερομηνία εκκρεμούσε η πληρωμή ληξιπρόθεσμων μισθωμάτων. Ο όρος 2 (β) των όρων της επίδικης συμφωνίας καθορίζει την υποχρέωση της εναγόμενης να πληρώνει με ακρίβεια στην ορισμένη μέρα τα μηνιαία μισθώματα. Ο όρος 6 της συμφωνίας παρέχει το δικαίωμα στην ενάγουσα τράπεζα να την τερματίσει σε περίπτωση που η εναγόμενη παραλείπει να πληρώσει τα μισθώματα κατά την συμφωνημένη ημερομηνία. Στην περίπτωση του τερματισμού της συμφωνίας το δικαίωμα της εναγόμενης να κατέχει το επίδικο αυτοκίνητο σταματά να υφίσταται. Είναι λοιπόν φανερό ότι η παράλειψη της εναγόμενης να πληρώνει τα μηνιαία μισθώματα κατά την συμφωνηθείσα ημερομηνία οδήγησε τους εναγόμενους να τερματίσουν την επίδικη συμφωνία αποστέλλοντας την επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 19.1.2006 (βλέπε το Τεκμήριο 9) η οποία, όπως υπήρξε παραδεκτό παραλήφθηκε από την εναγόμενη. Αποτελεί επίσης εύρημα μου ότι προηγήθηκε προειδοποιητική επιστολή των εναγόντων ημερομηνίας 23.11.2005 (βλέπε το Τεκμήριο 7) με βάση την οποία καλούσαν την εναγόμενη όπως πληρώσει τις καθυστερημένες δόσεις της. Στην απόφαση Ελληνική Τράπεζα Λτδ v. Νίκου Τσαρδελλή
(2003)1 Α.Α.Δ. 246 επεξηγούνται τα δικαιώματα τα οποία αποκτά ο εκμισθωτής σε περίπτωση τερματισμού της σύμβασης ενοικιαγοράς. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την ως άνω απόφαση: «Η παράλειψη καταβολής των προβλεπόμενων από σύμβαση ενοικιαγοράς ενοικιαστικών δόσεων παρέχει, αφ΄ εαυτής, έρεισμα για την καταγγελία της, επαγόμενη τον τερματισμό της, εφόσον παρέχεται τέτοιο δικαίωμα από τις πρόνοιες της. Επί τούτου, ο εκμισθωτής αποκτά δικαίωμα αποζημιώσεων, ανάλογο προς τη ζημιά που υφίσταται. Αυτή ποικίλλει, ανάλογα με τα επακόλουθα του τερματισμού. Εάν επιστραφεί το αντικείμενο της μίσθωσης, ή ζημιά περιορίζεται στη διαφορά μεταξύ, αφενός, του ολικού τιμήματος της ενοικιαγοράς και, αφετέρου, της αξίας του αντικειμένου της μίσθωσης κατά τον χρόνο της επιστροφής, που συνήθως παίρνει τη μορφή του τιμήματος της διάθεσης του. Στην περίπτωση μη επιστροφής του αντικειμένου της ενοικιαγοράς, ο εκμισθωτής δικαιούται σε αποζημιώσεις για ποσό ίσο προς την αξία του αντικειμένου το οποίο κατακρατεί ή οικειοποιείται ο μισθωτής. Τα αστικά αδικήματα της παράνομης κατακράτησης (detinue) και της παράνομης οικειοποίησης (conversion) διαγράφουν, ανάλογα με την περίπτωση, το πλαίσιο διεκδίκησης αποζημιώσεων για τη ζημιά που υφίσταται ο εκμισθωτής. Και στις δύο περιπτώσεις, η αξία των απωλεσθέντων αντικειμένων θεωρείται ίση προς τη συμφωνηθείσα στη σύμβαση ενοικιαγοράς αξία των αντικειμένων.» Στις Overstone Ltd v. Shipway
(1962)1 W.L.R. 117 και Yeoman Credit Ltd n. McLean
(1962)1 W.L.R. 131, διευκρινίζεται ότι, «στον καθορισμό της ζημιάς, λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι η αξία των αντικειμένων καθορίζεται με αναφορά στο χρόνο που επέρχεται η ζημιά, ως αποτέλεσμα της κατακράτησης ή της οικειοποίησης. Έτσι ο χρόνος καθορισμού των αποζημιώσεων επέρχεται πρότερα του χρόνου καταβολής των δόσεων ενοικιαγοράς, γεγονός που λαμβάνεται υπόψη στον καθορισμό των αποζημιώσεων.» Όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο το επίδικο αυτοκίνητο δεν παραδόθηκε στους ενάγοντες. Μέχρι την ημερομηνία τερματισμού της επίδικης συμφωνίας η εναγόμενη θα έπρεπε να είχε πληρώσει 25 μισθώματα, ήτοι το συνολικό ποσό των Λ.Κ.928 (25 Χ Λ.Κ.37,12). Σύμφωνα με τις πληρωμές οι οποίες περιγράφονται στην κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο 8 η εναγόμενη πλήρωσε το συνολικό ποσό των Λ.Κ.
- Υπάρχει συνεπώς υπόλοιπο Λ.Κ.368,
- Οι ενάγοντες αξιούν επίσης την πληρωμή τόκου επί των καθυστερημένων δόσεων. Ο όρος 2 (γ) των όρων της επίδικης συμφωνίας ρητά προνοεί ότι ο μισθωτής (η εναγόμενη) υποχρεούται να πληρώνει τόκο επί των καθυστερημένων μισθωμάτων με ετήσιο επιτόκιο ίσο προς το ποσοστό που φαίνεται στον πίνακα. Ακριβώς κάτω από τον πίνακα του συμβολαίου αναφέρεται ότι ο τόκος επί των καθυστερημένων μισθωμάτων θα υπολογίζεται με ετήσιο ποσοστό ίσο προς το εκάστοτε ισχύον βασικό επιτόκιο της ενάγουσας τράπεζας προσαυξημένο κατά 7%. Στον όρο 2 (γ) της συμφωνίας αναφέρεται ότι η ενάγουσα τράπεζα θα μεταβάλλει το βασικό επιτόκιο οποτεδήποτε δημοσιευθεί στον ημερήσιο τύπο νέο βασικό επιτόκιο και η δημοσίευση που θα γίνεται θα θεωρείται ως ικανοποιητική ειδοποίηση προς τον μισθωτή για τη μεταβολή του βασικού επιτοκίου. Η συνήγορος των εναγόντων για να αποδείξει το εκάστοτε ισχύον βασικό επιτόκιο κατέθεσε μια σειρά από φωτοαντίγραφα, τα οποία όπως επεξήγησε η ίδια αποτελούν αντίγραφα των εφημερίδων στις οποίες δημοσιεύθηκαν οι αλλαγές στο βασικό επιτόκιο (βλέπε το Τεκμήριο 12). Η υπεράσπιση δεν έφερε ένσταση στην κατάθεση τους, όμως δεν αποδέχθηκε το περιεχόμενο τους. Πέραν του ότι πρόκειται για κακής ποιότητας φωτοαντίγραφα, δεν προσκομίστηκε καμιά μαρτυρία αναφορικά με το πρωτότυπο από το οποίο λήφθηκαν τα σχετικά φωτοαντίγραφα εις τρόπο ώστε να διαφανεί ότι πρόκειται για εφημερίδα. Φυσικά έχω προσέξει ότι στο κάθε φωτοαντίγραφο υπάρχει προσθήκη, πιθανόν με πέννα του ονόματος της εφημερίδας καθώς και της ημερομηνίας δημοσίευσης της. Είναι φανερό ότι πρόκειται για εκ των υστέρων επεμβάσεις για τις οποίες δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει το δικαστήριο σε ευρήματα αναφορικά με την εγκυρότητα τους. Ενόψει της αποτυχίας των εναγόντων να αποδείξουν το βασικό επιτόκιο θα επιδικάσω μόνο νόμιμο τόκο επί των καθυστερημένων δόσεων. Είμαι της άποψης ότι η επιδίκαση της προσαύξησης του 7% προϋπέθετε την απόδειξη του βασικού επιτοκίου. Σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο 8 ο λογαριασμός της εναγόμενης έχει χρεωθεί με τα «notification charge». Ο Μ.Ε.2 επεξήγησε στη μαρτυρία του ότι πρόκειται για τις χρεώσεις των προειδοποιητικών επιστολών οι οποίες στάληκαν στην εναγόμενη από τα κεντρικά γραφεία της ενάγουσας τράπεζας. Όπως επεξήγησε, οι επιστολές αυτές στέλλονται σε όλους τους πελάτες της τράπεζας κάθε φορά που υπάρχει καθυστερημένη δόση και χρεώνονται με το ποσό των Λ.Κ.5,00 η κάθε επιστολή. Δυστυχώς όμως καμιά από τις επιστολές αυτές δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο, με αποτέλεσμα η χρέωση τους στο λογαριασμό της εναγόμενης να παραμείνει κατ΄ ουσίαν ατεκμηρίωτη. Από τη στιγμή που ο Μ.Ε.2 δεν είχε καμιά σχέση με τις επιστολές αυτές είμαι της άποψης ότι η παρουσίαση τους στο Δικαστήριο καθίστατο αναγκαία για να διαφανεί ότι πράγματι στάληκαν στην εναγόμενη. Εκτός από τα «notification charge» υπάρχει μια χρέωση η οποία περιγράφεται ως «TRF/Tracing fees» για το ποσό των Λ.Κ.34,
- Δυστυχώς καμιά επεξήγηση δεν έχει δοθεί σε σχέση με την χρέωση αυτή, με αποτέλεσμα να μην μπορώ να καταλήξω σε εύρημα ότι ορθά χρεώθηκε στο λογαριασμό της εναγόμενης. Οι ενάγοντες δικαιούνται επίσης να εισπράξουν από την εναγόμενη τα υπόλοιπα 35 μισθώματα τα οποία δεν είχαν καταστεί πληρωτέα μέχρι την ημερομηνία τερματισμού της επίδικης συμφωνίας, το ποσό των οποίων ανέρχεται στις Λ.Κ.1.299,
- Φυσικά το ποσό αυτό θα πρέπει να μειωθεί κατά ποσό ίσο προς το όφελος που θα αποκομίσουν οι ενάγοντες από το γεγονός ότι λαμβάνουν την αξία του επίδικου αυτοκινήτου ως ζημιά ενωρίτερον από ότι κανονικά θα την έπαιρναν. Η ζημιά καθορίζεται κατά τον χρόνο τερματισμού της συμφωνίας και μη επιστροφής του αντικειμένου της ενοικιαγοράς. Αναφορικά με τον τρόπο υπολογισμού της αποζημίωσης παραπέμπω στις υποθέσεις Αντωνιάδου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 539 και Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ v. Χρίστου Χριστάκη Παντελή και άλλων (ανωτέρω). Συνεπώς από το ποσό των Λ.Κ.1.299,20 θα αφαιρεθεί ποσό ίσο προς το δικαίωμα ενοικιαγοράς που ενσωματώνεται στις 35 επόμενες μηνιαίες δόσεις, ήτοι Λ.Κ.295,
- Κατ΄ αυτό τον τρόπο το ποσό της αποζημίωσης καθορίζεται στις Λ.Κ.1.003,
- Το ποσό αυτό θα φέρει νόμιμο τόκο. Οι ενάγοντες δικαιούνται επίσης στην έκδοση διαταγμάτων για επιστροφή του επίδικου αυτοκινήτου και πώληση του με δημόσιο πλειστηριασμό. Με βάση τα όσα προσπάθησα να επεξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι οι ενάγοντες δικαιούνται σε απόφαση εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των Λ.Κ.1.371,45 (€2.343,26). Στο ποσό αυτό κατέληξα αφού πρόσθεσα το ποσό των Λ.Κ.1.003,45 με το υπόλοιπο των καθυστερημένων δόσεων (Λ.Κ. 368). Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης για Λ.Κ.1.371,45 (€2.343,26) με νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Επιπλέον εκδίδονται διατάγματα για παράδοση του αυτοκινήτου υπ΄ αρ. εγγραφής WU365 και πώληση του με δημόσιο πλειστηριασμό, ως οι παράγραφοι Α και Β του αιτητικού της έκθεσης απαίτησης. Ο χρόνος για συμμόρφωση καθορίζεται στις 30 μέρες από της επίδοσης του διατάγματος. (Υπ.) ................................ Θ. Θωμά, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο