← Κύπρος

ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΜΟΥΛΑΖΙΜΗΣ ΛΤΔ. ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ., Αρ. Αγωγής: 140/04, 30 Ιανουαρίου, 2009

ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΜΟΥΛΑΖΙΜΗΣ ΛΤΔ. ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ., Αρ. Αγωγής: 140/04, 30 Ιανουαρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ-ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον: Τ. Καρακάννα, Α.Ε.Δ., Αρ. Αγωγής: 140/04 Μεταξύ: ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΜΟΥΛΑΖΙΜΗΣ ΛΤΔ., από το Παραλίμνι, Εναγόντων, και Τράπεζα Κύπρου Λτδ., Εναγομένων. 30 Ιανουαρίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες: Ο κ. Α.Μαθηκολώνης. Για τους εναγόμενους: Η κα Κ.Κραμβή. Α Π Ο Φ Α Σ Η Tον Μάρτιο του 1988 οι εναγόμενοι, που είναι τραπεζικός οργανισμός, συμφώνησαν με τoυς ενάγοντες να παρέχουν σε αυτούς τραπεζικές διευκολύνσεις. Στα πλαίσια της συνεργασίας αυτής, οι εναγόμενοι ενέκριναν το άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού, στο υποκατάστημα τους στο Παραλίμνι, στο όνομα των εναγόντων,. Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες αξιώνουν από τους εναγόμενους επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.107.447,31 που αντιστοιχεί στο άρθροισμα παράνομων και ή αντικανονικών και ή αντισυμβατικών και ή αυθαίρετων χρεώσεων που κατέβαλαν στους εναγόμενους. Συγκεκριμένα, ισχυρίζονται ότι ο πιο πάνω λογαριασμός έχει χρεωθεί παράνομα με έξοδα μελέτης, συμβουλών, υπέρβασης, απόσυρσης, προμήθειας όπως επίσης και με διάφορα ποσά για ανανέωση εγγυητικής επιστολής. Πέραν των πιο πάνω ζητούν την επιστροφή των «παρανόμως χρεωθέντων ή και κεφαλαιοποιηθέντων τόκων.» Οι εναγόμενοι κατεχώρησαν υπεράσπιση στην οποία ισχυρίζονται, μεταξύ άλλων, ότι οι ενάγοντες καθυστέρησαν να καταχωρήσουν την αγωγή και ένεκα της καθυστέρησης αυτής κωλύονται (estopped) να εγείρουν οποιανδήποτε απαίτηση. Περαιτέρω, εμποδίζονται να απαιτούν επιστροφή των επίδικων χρεώσεων καθότι τις είχαν αποδεκτεί. Ο λογαριασμός των εναγόντων, σύμφωνα πάντα με την υπεράσπιση, χρεωνόταν με τόκο όχι μεγαλύτερο του 9% και δεν χρεώθηκε «..με παράνομες και ή κατά παράβαση της Δημόσιας Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και ή των χρηστών ηθών χρεώσεις .». Περαιτέρω και ή διαζευκτικά ισχυρίζονται ότι όλες οι χρεώσεις στο λογαριασμό των εναγόντων αφορούσαν πραγματικά έξοδα των εναγομένων, έγιναν έναντι νομίμου ανταλλάγματος για προσφερθείσες υπηρεσίες και/ή δυνάμει συμφωνιών τους, με την υπογεγραμμένη αποδοχή των εναγόντων. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι την 1.3.1988 οι διάδικοι υπέγραψαν μεταξύ τους συμφωνίας για την παροχή, από τους εναγόμενους στους ενάγοντες, τραπεζικών διευκολύνσεων, σχετικό είναι το τεκμήριο
  2. Οι εναγόμενοι άνοιξαν, προς όφελος των εναγόντων, τον τρεχούμενο λογαριασμό 0444-11-003172, ο οποίος θα αναφέρεται μετά απλά ως «ο επίδικος λογαριασμός». Στο Δικαστήριο δηλώθηκαν σαν παραδεκτά γεγονότα ότι ο επίδικος λογαριασμός, καθ΄ όλους τους ουσιώδεις χρόνους μέχρι και της εξόφλησης του, χρεωνόταν με επιτόκιο 9% ετησίως και το επιτόκιο, αυτό κεφαλαιοποιείτο δύο φορές το χρόνο, ήτοι στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Η κεφαλαιοποίηση του τόκου είχε σαν συνέπεια τη χρεώση τόκου 9%, επί κεφαλαιοποιημένου τόκου. Αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός ότι επίδικος λογαριασμός εξοφλήθηκε τη 15.1.
  3. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατάθεσαν εκ μέρους των εναγόντων, ο λογιστής, Σοφοκλής Σοφοκλέους και ο διοικητικός σύμβουλος των εναγόντων, Ανδρέας Μουλαζίμης. Εκ μέρους της υπεράσπισης κατέθεσε η διευθύντρια του υποκαταστήματος της Τράπεζας Κύπρου, όπου διατηρείτο ο επίδικος λογαριασμός, Βασούλα Χ"Πασχάλη. Συνοψίζω τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί σε ουσιώδη σημεία. Ο μάρτυρας Σοφοκλής Σοφοκλέους είναι εγκεκριμένος λογιστής και συνέταιρος στον ελεγκτικό οίκο KPMG. Οι ενάγοντες του ανέθεσαν να εξετάσει τις χρεώσεις που είχαν γίνει από τους εναγόμενους στον επίδικο λογαριασμό. Ο μάρτυρας ετοίμασε μια κατάσταση των επιδίκων χρεώσεων και τόκων, την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο, τεκμήριο
  4. Στην πιο πάνω κατάσταση καταγράφονται οι ημερομηνίες που έγιναν οι χρεώσεις και το αρχικό υπόλοιπο κατά την ημερομηνία χρέωσης. Δίπλα από κάθε ημερομηνία χρέωσης καταγράφονται τα ποσά των συσσωρευμένων τόκων μέχρι την 31.12.1998, το υπόλοιπο την 31.12.1998, τα ποσά των συσσωρευμένων τόκων μέχρι την 15.1.1999 και το υπόλοιπο τη 15.1.
  5. Ο Ανδρέας Μουλαζίμης είναι ένας εκ των δύο διοικητικών συμβούλων της εταιρείας Αναστάσης Μουλαζίμης Λτδ. Ο πιο πάνω μάρτυρας καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου είπε, μεταξύ άλλων, ότι μετά την εξόφληση του λογαριασμού των εναγόντων πληροφορήθηκε ότι η Τράπεζα Κύπρου δεν εδικαιούτο να χρεώνει το λογαριασμό τους με τόκο πέραν του 9% ετησίως. Πληροφορήθηκε επίσης ότι «. τα έξοδα ή δικαιώματα μελέτης ή συμβουλής ή έξοδα υπέρβασης ή έξοδα εγγυητικής ή έξοδα για απόσυρση ή υπό μορφή προμήθειας ήσαν παράνομες χρεώσεις.» Οι χρεώσεις αυτές, σύμφωνα πάντα με το μάρτυρα, αποτελούσαν παράνομους τόκους, καθότι οι εναγόμενοι εχρέωναν τους ενάγοντες με τόκο άνω του 9% ετησίως. Οι ενάγοντες έλαβαν νομική συμβουλή και στη συνέχεια ανέθεσαν σε λογιστή να «προσδιορίσει», όπως είπε χαρακτηριστικά τις παράνομες χρεώσεις και τόκους. Η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην καταχώρηση της αγωγής οφείλετο στο γεγονός ότι οι ενάγοντες ανέθεσαν αρχικά την πιο πάνω εργασία σε κάποιους λογιστές, οι οποίοι όμως δεν διεκπεραίωσαν την εργασία εντός ευλόγου χρόνου και ως εκ τούτου αποτάθηκαν στη συνέχεια σε άλλο λογιστή τον Σοφοκλή Σοφοκλέους, ο οποίος ετοίμασε την σχετική μελέτη. Η μάρτυρας Βασούλλα Χ"Πασχάλη ισχυρίσθηκε, εκ μέρους της υπεράσπισης, ότι οι επίδικες χρεώσεις που είχαν γίνει στον επίδικο λογαριασμό δεν ήσαν τόκοι αλλά δικαιώματα, τα οποία ήσαν νόμιμα. Ως ανέφερα και πιο πάνω, το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και επί του οποίου στηρίζεται η απαίτηση των εναγόντων είναι παραδεκτό. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι ο επίδικος λογαριασμός χρεώθηκε με διάφορα ποσά, ήτοι για έξοδα μελέτης και συμβουλών για έκδοση και ανανέωσης εγγυητικής επιστολής και για προμήθειες. Το ύψος των ποσών αυτών είναι επίσης παραδεκτό, εκείνο που αμφισβητείται είναι κατά πόσο οι χρεώσεις ήταν νόμιμες ή παράνομες και κατ΄ επέκταση κατά πόσο δικαιολογείται η επιστροφή τους στους ενάγοντες. Η μαρτυρία όλων των μαρτύρων, στην έκταση που αυτή αφορούσε γεγονότα και όχι έκφραση άποψης κατά πόσο οι χρεώσεις ήταν νόμιμες ή παράνομες, γίνεται αποδεκτή. Τα θέματα που καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει είναι στην ουσία νομικά. Το πρώτο θέμα που θα απασχολήσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην καταχώρηση της αγωγής, επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο τη διαδικασία. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι η αγωγή αφορά χρεώσεις που είχαν γίνει κατά την χρονική περίοδο 1988 μέχρι
  6. Πρόκειται για την περίοδο κατά την οποία λειτουργούσε ο επίδικος λογαριασμός. Η υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής αποδεικνύει, σύμφωνα πάντα με την υπεράσπιση, ότι η απαίτηση του ενάγοντα δεν είναι γνήσια και αυτός εμποδίζεται να προωθήσει την αγωγή του. Η καθυστέρηση στην προώθηση μιας αγωγής δυνατό να οδηγήσει στην απόρριψη της, σε περίπτωση που επηρεάζονται τα δικαιώματα του εναγομένου για δίκαιη δίκη. Όπως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά από το Εφετείο[1]: «.. Με την πάροδο αναιτιολόγητου και αντικειμενικά μεγάλου χρονικού διαστήματος, στη δικαστική διεκδίκηση δικαιώματος ενδέχεται να παρεμβληθούν μεταβολές πραγματικών καταστάσεων ακόμη και η βιολογική ύπαρξη ενδιαφερομένων μερών, . που καθιστούν δύσκολη και εν πολλοίς αδύνατη, τη δίκαιη δίκη.» Στην υπόθεση Γιαννάκης Φράγκου, ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Πέτρου Ι Τσίρου κ.α. και Κυριάκος Στυλιανίδης ως διαχειριστής της περιουσίας του Νικόλα Σ. Βασίλη[2] η οποία αφορούσε παράβαση συμφωνίας του 1974, το πρωτότυπο της συμφωνίας είχε απωλεσθεί, τα πρόσωπα που είχαν συνάψει τη συμφωνία είχαν αποβιώσει προ πολλού, ενώ οι διαχειριστές της περιουσίας δεν είχαν προσωπική γνώση των γεγονότων. Το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποίαν είχε απορριφθεί η αγωγή, σχολίασε όμως και το θέμα της καθυστέρησης. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «. Κρίνουμε πως η πρωτόδικη απόφαση είναι ορθή, . αλλά και λόγω της καθυστέρησης που επέδειξαν οι εφεσείοντες στην αξίωση των δικαιωμάτων τους, ενώπιον του Δικαστηρίου, που προέκυπταν από τη σύμβαση. Η καθυστέρηση είχε ως αποτέλεσμα ο εφεσίβλητος, διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Νικόλα Βασίλη, να βρίσκεται σε πλήρη αδυναμία να αντιμετωπίσει την υπόθεση των εφεσειόντων, εφόσον αγνοούσε πλήρως τα γεγονότα στα οποία αυτή στηριζόταν. Το διάστημα δε που μεσολάβησε λειτούργησε ώστε και οποιαδήποτε έγγραφα, δυνατό να υπήρχαν, δεν μπορούσαν, υπό τις περιστάσεις, να ανευρεθούν για να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο .» Η μεγάλη καθυστέρηση στην προώθηση μιας αγωγής, δεν επιφέρει αυτόματα την απόρριψη της. Ουσιαστική προϋπόθεση για την απόρριψη της είναι ο επηρεασμός των δικαιωμάτων του εναγομένου για δίκαιη δίκη[3]. Στην υπό εξέταση υπόθεση, οι παράνομες, κατ΄ ισχυρισμό, χρεώσεις έγιναν κατά την χρονική περίοδο 1988-1998, ενώ η αγωγή καταχωρήθηκε το 2004, έξι περίπου χρόνια μετά τη τελευταία χρέωση και δεκατέσσερα περίπου χρόνια μετά την πρώτη χρέωση. Ο ισχυρισμός του διευθυντή των εναγόντων, Ανδρέα Μουλαζίμη, ότι οι ενάγοντες δεν εγνώριζαν αρχικά τα νομικά δικαιώματα τους και ότι μεγάλο μέρος της καθυστέρησης οφείλεται στους λογιστές, γίνεται δεκτός από το Δικαστήριο ως αληθής, δεν αποτελεί όμως ικανοποιητική δικαιολογία για την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε. Η καθυστέρηση στην προώθηση της απαίτησης ήταν αναμφίβολα μεγάλη και σε κάποιο βαθμό αδικαιολόγητη, δεν έχει όμως αποδειχθεί ότι η καθυστέρηση αυτή επηρέασε, με οποιονδήποτε τρόπο, τα δικαιώματα των εναγομένων για δίκαιη δίκη. Η απαίτηση των εναγόντων στηρίζεται σε έγγραφα τα οποία ετοίμασαν οι ίδιοι οι εναγόμενοι, τα έγγραφα αυτά κατατέθηκαν ως τεκμήρια και δεν αμφισβητήθηκαν. Πέραν τούτου, ως ανέφερα και πιο πάνω, τα πλείστα γεγονότα ήσαν παραδεκτά, η υπόθεση αφορά κυρίως νομικά θέματα. Στρέφομαι τώρα στην ουσία της υπόθεσης. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε μεγάλος αριθμός εγγράφων, οι μηνιαίες καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού, που απέστελλαν οι εναγόμενοι στους ενάγοντες, πιστωτικές σημειώσεις, εντάλματα πληρωμών, ημερολογιακά χρεωστικά φύλλα, συμφωνίες δανείων και επιστολές που ανταλλάγησαν μεταξύ των διαδίκων. Με βάση τα πιο πάνω έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων δεν έχει αμφισβητηθεί, προκύπτει ότι οι ενάγοντες είχαν, κατά την επίδικη περίοδο, διάφορες οικονομικές δοσοληψίες τόσο με τους ενάγοντες όσο και με τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως της Τράπεζας Κύπρου. Ενδεικτικά αναφέρω ότι το 1988 οι ενάγοντες έλαβαν δάνειο από τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως της Τραπέζης Κύπρου Λτδ., ύψους Λ.Κ. 250.000, το 1990 έλαβαν δάνειο τακτής προθεσμίας, ύψους Λ.Κ.90.000, από τους εναγόμενους και δάνειο ενοικιαγοράς από τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως της Τράπεζας Κύπρου Λτδ., ύψους Λ.Κ.43.000, ενώ το 1998 έλαβαν δάνειο τακτής προθεσμίας από τους εναγόμενους, ύψους Λ.Κ.800.
  7. Ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός χρεωνόταν με διάφορα ποσά, τα οποία είχαν σχέση με τις πιο πάνω δοσοληψίες, δηλαδή ο λογαριασμός δεν χρεωνόταν μόνο με ποσά που είχαν άμεση σχέση με τη λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού αλλά και με ποσά που αφορούσαν άλλες τραπεζικές δοσοληψίες, που είχαν οι εναγόμενοι με τους ενάγοντες ή και με άλλα πρόσωπα, όπως ήταν ο Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως της Τραπέζης Κύπρου Λτδ. Κατά τον χρόνο λειτουργίας του τρεχούμενου λογαριασμού, ίσχυε ο περί Τόκου Νόμος του
  8. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του πιο πάνω νόμου, «. Το επιτόκιον εφ΄ οιουδήποτε χρέους ή υποχρεώσεως δεν δύναται να υπερβαίνει το 9% ετησίως[4]». Ο «τόκος», σύμφωνα με τις πρόνοιες του ιδίου νόμου, σημαίνει την αμοιβή ή αποζημίωση για την χρήση ή διακράτηση υπό ενός προσώπου χρηματικού κεφαλαίου που ανήκει ή οφείλεται σε άλλο πρόσωπο και οποιονδήποτε ποσό, υπό μορφή δικαιώματος, επιβαρύνσεως ή εξόδων ή οιανδήποτε άλλη μορφήν πέραν του κεφαλαίου πληρωτέο, στον δικαιούχο του χρηματικού κεφαλαίου, σε αντάλλαγμα σε σχέση προς την χρήση και διακράτηση του χρηματικού κεφαλαίου[5]. Ηταν η θέση των εναγόντων ότι οποιαδήποτε χρέωση έγινε στον επίδικο λογαριασμό πέραν του τόκου 9%, με το οποίο ήδη χρεωνόταν ο λογαριασμός, ήταν παράνομη, καθότι αντίκειτο στις πρόνοιες του περί Τόκου Νόμου του 1977, που ίσχυε τότε. Ως ανέφερα και πιο πάνω, ο λογαριασμός χρεωνόταν με διάφορα ποσά, που αφορούσαν διάφορες δοσοληψίες, που είχαν οι ενάγοντες τόσο με τους εναγόμενους όσο και με τρίτα πρόσωπα. Κατά πόσο μια χρέωση αντίκειται στις πρόνοιες του πιο πάνω νόμου και αποτελεί υπερχρέωση θα πρέπει να εξετασθεί σε συνάρτηση με την αρχική υποχρέωση, από την οποία προέκυψε η χρέωση. Αν ο επίδικος λογαριασμός χρεώθηκε με οποιαδήποτε ποσά που είχαν σχέση με τη λειτουργία του, τότε τα ποσά αυτά, αν εμπίπτουν στην έννοια του όρου «τόκου», όπως ερμηνεύεται στο άρθρο 2 του περί Τόκου Νόμου του 1977, θα μπορούν να χαρακτηρισθούν παράνομα, εφόσον ο συγκεκριμένος λογαριασμός ήδη χρεωνόταν με επιτόκιο 9% ετησίως. Αν τα ποσά αυτά όμως ήταν άσχετα με τη λειτουργία του επιδίκου λογαριασμού, αλλά είχαν σχέση με άλλες δοσοληψίες των εναγόντων με τους εναγομένους τότε η κάθε δοσοληψία θα πρέπει να εξετασθεί ξεχωριστά για να μπορέσει το Δικαστήριο να διαπιστώσει κατά πόσο το άρθροισμα των χρεώσεων που έγιναν δυνάμει της συγκεκριμένης δοσοληψίας, νοουμένου ότι αυτές εμπίπτουν στον όρο «τόκο», υπερέβαιναν το 9% ετησίως που προέβλεπε ο νόμος. Στις περιπτώσεις που οι χρεώσεις έγιναν στα πλαίσια δοσοληψιών ασχέτων με τη λειτουργία του συγκεκριμένου λογαριασμού, για παράδειγμα στα πλαίσια συμφωνίας δανειοδότησης ή ενοικιαγοράς, το Δικαστήριο δεν θα λάβει υπόψη το γεγονός ότι ο επίδικος τρεχούμενος χρεωνόταν με επιτόκιο 9% καθότι οι χρεώσεις επί του δανείου ή επί της ενοικιαγοράς είναι άσχετες με τις χρεώσεις επί του τρεχούμενου λογαριασμού, ανεξαρτήτως αν όλες οι χρεώσεις καταλήγουν στον ίδιο λογαριασμό, δηλαδή τον επίδικο. Αν για παράδειγμα οι ενάγοντες δανείζονταν και οι εναγόμενοι χρέωναν τόκο, δικαιώματα και έξοδα, το άρθροισμα των οποίων δεν υπερέβαινε το 9% που προέβλεπε ο περί Τόκων Νόμος του 1977, η χρέωση των δικαιωμάτων αυτών δεν ήταν παράνομη ούτε μετατρεπόταν σε παράνομη αν τα ποσά αυτά δεν εξοφλούνταν αμέσως αλλά χρεώνονταν στον επίδικο λογαριασμό που ήδη χρεωνόταν με τόκο και έξοδα. Σε αντίθεση περίπτωση θα είχαμε το εξής παράδοξο. Δικαιώματα που επιβάλλοντο στα πλαίσια συμφωνίας δανειοδότησης ή ενοικιαγοράς και εξοφλούνταν από τους ενάγοντες αμέσως, με μετρητά, θα θεωρούνταν νόμιμα ενώ αν τα ίδια δικαιώματα, με οδηγίες του πελάτη, χρεώνονταν σε λογαριασμό, το επιτόκιο του οποίου ήταν ήδη 9%, θα θεωρούνταν παράνομα. Κατ΄ επέκταση, κατά πόσο οι διάφορες χρεώσεις, την επιστροφή των οποίων απαιτούν οι ενάγοντες, αποτελούσαν υπερχρεώσεις, αποτελεί θέμα που θα πρέπει να εξετασθεί, σε σχέση με την κάθε χρέωση, ξεχωριστά. Στις περιπτώσεις δε που οι επίδικες χρεώσεις έγιναν από κάποιο τρίτο πρόσωπο και όχι από τους εναγόμενους, οι ενάγοντες καμία απαίτηση μπορούν να έχουν εναντίον των εναγομένων, για επιστροφή των ποσών αυτών. Η υπό εξέταση υπόθεση δεν αφορά μια αλλά πολλές δοσοληψίες που είχαν οι διάδικοι μεταξύ τους, μέσα σε χρονική περίοδο δέκα περίπου ετών. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε μεγάλος αριθμός τεκμηρίων και ως εκ τούτου έκρινα σκόπιμο, για αποφυγή οποιασδήποτε σύγχισης, όπως εξετάσω τις αμφισβητούμενες χρεώσεις του κάθε έτους, ξεχωριστά. Την 22.3.1988 εκδόθηκε δελτίο εισπράξεως, για το ποσό των Λ.Κ.7.500, που αφορούσε «Δικαιώματα Τραπέζης για την έκδοση της εγγυητικής επιστολής αρ. 444/18 για £250.000.- προς όφελος του Ο.Χ.Τ.Κ.», Τεκμήριο
  9. Ο επίδικος λογαριασμός των εναγόντων, που διατηρούσαν στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ., χρεώθηκε την 19.7.1989 με το ποσό των Λ.Κ.7.226.50 για δικαιώματα ανανέωσης της πιο πάνω εγγυητικής επιστολής προς τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ. και την 20.7.92 με το ποσό των Λ.Κ.5.925,
  10. Αντίγραφα των σχετικών εγγράφων στις οποίες φαίνονται οι πιο πάνω χρεώσεις έχουν κατατεθεί σαν τεκμήρια 3 και 5 αντίστοιχα. Αντίγραφο της συμφωνίας δανείου για το ποσό των Λ.Κ.250.000, όπως επίσης και αντίγραφο της εγγυητικής επιστολής έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και αποτελούν και αυτά μέρος του τεκμηρίου
  11. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του πρώτου εγγράφου, το δάνειο χορηγήθηκε από τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ. προς την ενάγουσα εταιρεία ενώ σύμφωνα με την εγγυητική επιστολή, δικαιούχος ήταν ο Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ. Οι ενάγοντες με επιστολή τους, ημερομηνίας 7.3.1988, εξουσιοδότησαν τους εναγόμενους όπως χρεώσουν τον επίδικο λογαριασμό με «. την προμήθεια εκ 3% της Τραπέζης για την ετήσια ανανέωση της Εγγυητικής Επιστολής σε όφελος του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ., που θα εγγυάται το εκάστοτε υπόλοιπο του Δανείου μας». Με βάση τα πιο πάνω στοιχεία, προκύπτει ότι τόσο το ποσό των Λ.Κ.7.500, που αφορούσε τα δικαιώματα για την έκδοση της εγγυητικής επιστολής, όσο και τα ποσά των Λ.Κ.7.226,50 και Λ.Κ.5.925,75 που αφορούσαν δικαιώματα ανανέωσης της πιο πάνω εγγυητικής επιστολής, ήσαν ποσά τα οποία οφείλοντο προς τρίτο πρόσωπο, τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως της Τράπεζας Κύπρου Λτδ και όχι προς τους εναγόμενους, Τράπεζα Κύπρου Λτδ. Το γεγονός ότι τα πιο πάνω ποσά χρεώθηκαν στον επίδικο λογαριασμό που διατηρούσαν οι ενάγοντες στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ. δεν παρέχει το δικαίωμα στους ενάγοντες να ζητούν επιστροφή των πιο πάνω ποσών από τους εναγομένους. Οποιαδήποτε τυχόν απαίτηση των εναγόντων για επιστροφή των δύο πιο πάνω ποσών θα έπρεπε να στρεφόταν εναντίον του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ., που είχε χορηγήσει το δάνειο και προς όφελος του οποίου εκδόθηκε η εγγυητική και όχι εναντίον των εναγομένων οι οποίοι απλώς, συμμορφούμενοι στις οδηγίες των εναγόντων χρέωσαν το λογαριασμό τους με τα επίδικα ποσά. Το 1990 ο επίδικος λογαριασμός χρεώθηκε με το ποσό των Λ.Κ.250 ως «έξοδα αξιολόγησης και μελέτης για το δάνειο εκ Λ.Κ.90.000». Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε μόνο το ένταλμα πληρωμής με το οποίο φαίνεται ότι οι ενάγοντες έλαβαν από τους εναγόμενους το ποσό των Λ.Κ.90.000 και μια επιστολή των εναγομένων προς τους ενάγοντες με την οποία ενέκριναν, μεταξύ άλλων, δάνειο ύψους Λ.Κ.90.000.- Στην επιστολή αυτή, που αποτελεί μέρος του τεκμηρίου 4 γίνεται αναφορά σε διάφορους όρους και γίνεται πρόβλεψη και για το επιτόκιο. Κατά πόσο οι όροι αυτοί όμως έγιναν αποδεκτοί από τους ενάγοντες και στη συνέχεια εφαρμόσθηκαν, παραμένει άγνωστο στο Δικαστήριο. Σημειώνω ότι στο ίδιο το έγγραφο υπάρχει πρόνοια ότι η επιστολή αυτή δε δημιουργεί για τους ενάγοντες οποιαδήποτε νομική υποχρέωση αλλά οι σχέσεις τους θα διέπονται από τους όρους των σχετικών συμβολαίων «που υπογράφησαν ή θα υπογραφούν». Εφόσον οι όροι του συγκεκριμένου δανείου και ιδιαίτερα το επιτόκιο με το οποίο χρεωνόταν το δάνειο παραμένουν άγνωστοι, το Δικαστήριο δεν μπορεί καταλήξει θετικά κατά πόσο το άρθροισμα των χρεώσεων που έγιναν στα πλαίσια της πιο πάνω δανειοδότητης, στις οποίες περιλαμβάνεται και το ποσό των Λ.Κ.250, υπερέβαινε το 9% ετησίως που προέβλεπε ο νόμος. Το 1993 ο επίδικος λογαριασμός χρεώθηκε με το ποσό των Λ.Κ.1.503.-. Σε σχέση με τη χρέωση αυτή κανένα περαιτέρω στοιχείο δίδεται στο ένταλμα πληρωμής, ημερομηνίας 1.11.03, που έχει κατατεθεί, τεκμήριο
  12. Στο τεκμήριο 6 περιλαμβάνεται επιστολή των εναγομένων προς τους ενάγοντες, ημερομηνίας 27.9.03, με την οποίαν τους πληροφορούν ότι το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού τους έχει αυξηθεί από Λ.Κ.50.000 σε Λ.Κ.100.000, καμία μαρτυρία όμως έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να συνδέει την πιο πάνω χρέωση με την αύξηση του ορίου στον τρεχούμενο λογαριασμό. Ενόψει των πιο πάνω, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η χρέωση του ποσού των Λ.Κ.1.503 είχε σχέση με τη λειτουργία του επιδίκου λογαριασμού. Το 1994 ο επίδικος λογαριασμός χρεώθηκε με τα ποσά των Λ.Κ.26 και Λ.Κ.41 για «withdrawal" και τα ποσά των Λ.Κ.450 και Λ.Κ.15.000 για «advice», σχετικά είναι τα τεκμήρια 7 και 8 που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε σχέση με το ποσό των Λ.Κ.26.- κατατέθηκε ένταλμα πληρωμής στο οποίο φαίνεται ότι ποσό Λ.Κ.20 δόθηκε για «L/G Νο. 444/1217 και 1218" και Λ.Κ.6 για χαρτόσημα. Κατατέθηκε επίσης ένταλμα πληρωμής για ποσό Λ.Κ.41, το ποσό αυτό αφορούσε χαρτόσημα. Η χρέωση για την καταβολή χαρτοσήμων δεν εμπίπτει στην έννοια του όρου «τόκος» όπως έχει ερμηνευθεί στο άρθρο 2 του περί Τόκου Νόμος του
  13. Πέραν τούτου, καμία μαρτυρία έχει δοθεί ότι οι πάνω χρεώσεις αφορούσαν την λειτουργία του επίδικου λογαριασμού. Το 1995 ο επίδικος λογαριασμός χρεώθηκε με τα ποσά των Λ.Κ.351 για εκτιμητικά έξοδα, Λ.Κ.68 ως «excess expenses», Λ.Κ.21 για «προμήθεια για L/G No. 444/1625 και χαρτόσημα», και Λ.Κ.48.- ως «excess expenses», Λ.Κ.14.38 για «comm.. on F.C.P. 444545035», Λ.Κ.17 για «χαρτόσημα» Λ.Κ.4 για excess expenses, Λ.Κ. 462,03 ως «Β/D debit» και Λ.Κ.2.347,30 ως «unearned commission on guarantees». Σχετικά είναι τα τεκμήρια 9, 10, 11, 12, 14,15 και 16 αντίστοιχα. Και στην περίπτωση αυτή όμως, όπως και στην περίπτωση του δανείου των Λ.Κ.90.000, η συμφωνία δανείου δεν έχει κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, οι όροι του δανείου είναι άγνωστοι και κατ΄ επέκταση είναι αδύνατο να καταλήξει κάποιος κατά πόσο η συγκεκριμένη χρέωση αποτελούσε υπερχρέωση. Και αν ακόμη θεωρούσα ότι τα πιο πάνω ποσά εμπίπτουν στην έννοια του όρου «τόκος» με βάση τις πρόνοιες του περί Τόκων Νόμου του 1977, το άρθροισμα των ποσών αυτών σε σχέση με το ποσό του δανείου δεν υπερβαίνει το 9%. Περαιτέρω καμία μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οι χρεώσεις αυτές είχαν σχέση με την λειτουργία του επίδικου λογαριασμού. Η απαίτηση των εναγόντων για επιστροφή των πιο πάνω ποσών δεν γίνεται δεκτή. Τον ίδιο χρόνο ο επίδικος λογαριασμός χρεώθηκε με το ποσό των Λ.Κ.10.000 που αφορούσε «έξοδα μελέτης και αξιολόγησης για την αύξηση του ορίου της και το δάνειο αρ. 0444-12-012667». Ως είναι διατυπωμένη η πιο πάνω πρόνοια, παραμένει άγνωστο στο Δικαστήριο για ποιο «όριο» γινόταν αναφορά, κατά πόσο ήταν το όριο του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού ή κάποιου άλλου λογαριασμού. Επιπρόσθετα, καμιά μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ως προς τους όρους της συμφωνίας δανείου, ενώ στην επιστολή με την οποία εγκρίνεται η χορήγηση του συγκεκριμένου δανείου, η οποία όμως, ως ρητά αναφέρεται, δεν δημιουργούσε οποιανδήποτε νομική υποχρέωση, το επιτόκιο που αναγράφεται ήταν λιγότερο του 9% ετησίως. Επιπρόσθετα δεν διευκρινίζεται τι ποσοστό από τις Λ.Κ.10.000 αφορούσε την αίτηση ορίου και το δάνειο. Ενόψει τούτου, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι οι επίδικες χρεώσεις αποτελούσαν υπερχρεώσεις και κατ΄ επέκταση ότι ήταν παράνομες. Το 1996 ο επίδικος λογαριασμός χρεώθηκε με τα ποσά των Λ.Κ.60, Λ.Κ.40, Λ.Κ.88, Λ.Κ.20, Λ.Κ.40 και Λ.Κ.60, σύνολο Λ.Κ.308 ως «excess expenses" και Λ.Κ.53 ως «withdrawal», τεκμήρια 17, 18 και 19 αντίστοιχα. Και σε αυτή την περίπτωση καμία μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι τα ποσά αυτά αποτελούσαν χρεώσεις σε σχέση με την λειτουργία του επίδικου λογαριασμού ενώ σε σχέση με την χρέωση του ποσού των Λ.Κ.53 φαίνεται από το ένταλμα πληρωμής που κατατέθηκε και αποτελεί μέρος του τεκμηρίου 19, ότι αφορούσε την αξία χαρτοσήμων για κάποιο συμβόλαιο ενοικιαγοράς. Την 27.11.96 ο λογαριασμός χρεώθηκε με το ποσό των Λ.Κ.14.000 που αφορούσε «έξοδα μελέτης και αξιολόγησης για τους λογαριασμούς σας», σύμφωνα με την πιστωτική σημείωση που κατατέθηκε. Στο κάτω μέρος του ιδίου εντύπου, σε ξεχωριστό πλαίσιο αναγράφονται δύο αριθμοί λογαριασμών. Ως είναι διατυπωμένο το σχετικό έντυπο και ελλείψει οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας, αδυνατώ να αντιληφθώ κατά πόσο το ποσό αυτό δόθηκε ως έξοδα μελέτης και αξιολόγησης για τους δύο πιο πάνω λογαριασμούς ή για τον επίδικο λογαριασμό. Με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου δεν έχω ικανοποιηθεί ότι οι χρεώσεις αυτές αποτελούσαν υπερχρεώσεις και κατ΄ επέκταση ότι ήταν παράνομες. Κανένα στοιχείο έχει τεθεί επίσης ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με τις χρεώσεις που είχαν γίνει το 1997, κατά πόσο αυτές είχαν σχέση με την λειτουργία του επιδίκου λογαριασμού. Το 1997 χρεώθηκε ο επίδικος λογαριασμός με το συνολικό ποσό των Λ.Κ.808, ως «excess expenses». Το ίδιο έτος χρεώθηκαν τα ποσά των Λ.Κ.150 και Λ.Κ.6.000 για «withdrawal». Σε σχέση με το ποσό των Λ.Κ.150 κατατέθηκε, πέραν της κατάστασης λογαριασμού, τεκμήριο 20, ένταλμα πληρωμής, τεκμήριο 21, ενώ σε σχέση με το ποσό των Λ.Κ.6.000 ημερολογιακό χρεωστικό φύλλο, τεκμήριο 23, και χρεωστική σημείωση, τεκμήριο
  14. Στο ένταλμα πληρωμής δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε εξήγηση σε σχέση με την χρέωση του ποσού, ενώ το μόνο που αναγράφεται στο χρεωστικό φύλλο είναι «έξοδα μελέτης και αξιολόγησης» και στην χρεωστική σημείωση «έξοδα μελέτης και αξιολόγησης για τους λογαριασμούς σας.» Η απαίτηση των εναγόντων για επιστροφή των πιο πάνω ποσών δεν γίνεται δεκτή. Το 1998 ο επίδικος λογαριασμός χρεώθηκε σε διάφορες ημερομηνίες με ποσά που κυμαίνονταν από Λ.Κ.20 μέχρι Λ.Κ.92, σύνολο Λ.Κ.616, ως «excess expenses». Σχετική είναι η κατάσταση λογαριασμού, τεκμήριο
  15. Παραμένει άγνωστο στο Δικαστήριο τι αφορούσαν οι χρεώσεις αυτές. Ο λογαριασμός χρεώθηκε σε άλλες τρεις διαφορετικές περιπτώσεις με μεγαλύτερα ποσά, ήτοι Λ.Κ.4.000, Λ.Κ.6.000 και Λ.Κ. 7.
  16. Για τα πιο πάνω ποσά έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου χρεωστικές σημειώσεις, τεκ.25, 26 και 27 αντίστοιχα. Και στα τρία πιο πάνω τεκμήρια αναγράφεται ότι οι χρεώσεις αφορούσαν «έξοδα μελέτης και αξιολόγησης για τους λογαριασμούς σας». Κανένα περαιτέρω στοιχείο έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να προσδιορίζει σε ποιους λογαριασμούς γινόταν αναφορά για να μπορέσει το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο οι χρεώσεις αυτές, σ΄ αναλογία με τη τραπεζική διευκόλυνση που είχε παραχωρηθεί, αντίβαινε τις πρόνοιες του περί Τόκων Νόμου του
  17. Συνεπώς δεν έχω ικανοποιηθεί ότι οι χρεώσεις αυτές αποτελούσαν υπερχρεώσεις. Πέραν των πιο πάνω, επισημαίνω ότι όλα τα εντάλματα πληρωμής και όλες οι χρεώσεις γενικά, είχαν γίνει αποδεκτές από τους ενάγοντες. Ο διευθυντής των εναγόντων Ανδρέας Μουλαζίμης παραδέχθηκε ότι όλα τα έντυπα των χρεώσεων φέρουν την υπογραφή του ενώ κανένα στοιχεία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οι ενάγοντες διαμαρτυρήθηκαν για το περιεχόμενο των καταστάσεων του λογαριασμού, που αποστέλλονταν στους ενάγοντες και οι οποίες περιλαμβάνουν και τις επίδικες χρεώσεις. Εξαίρεση αποτελεί μια χρέωση για το ποσό των Λ.Κ.7.226,50, που αφορούσε δικαιώματα ανανέωσης εγγυητικής επιστολής, για την οποία οι ενάγοντες είχαν διαμαρτυρηθεί με επιστολή μέσω του δικηγόρου τους, ημερομηνίας 20.11.
  18. Το γεγονός ότι οι ενάγοντες δεν αμφισβήτησαν τις επίδικες χρεώσεις, αποτελεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία εναντίον τους. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England[6] διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «
  19. Bank statements as evidence. Entries in statements of account to the credit of the customer are, when delivered to him, prima facie evidence against the banker; when it is returned by the customer without objection, entries to his debit are prima facie evidence against him."[7] Το βάρος ήταν στους ώμους των εναγόντων να αποδείξουν ότι οι χρεώσεις ήταν παράνομες και όχι των εναγομένων να αποδείξουν ότι ήταν νόμιμες. Οι ενάγοντες πέραν του ποσού των Λ.Κ.107.447.31, που αποτελεί το άρθροισμα των παράνομων , κατ΄ ισχυρισμό, χρεώσεων, ζητούν επιστροφή του τόκου που χρεώθηκε επί εκάστου ποσού πλέον «. παρανόμως χρεωθέντες ή και κεφαλαιοποιηθέντες τόκους επί του εν λόγω ποσού». Αποτελεί παραδεκτό γεγονός, ως ανέφερα και πιο πάνω, ότι ο επίδικος λογαριασμός εχρεώνετο, καθ΄ όλους τους ουσιώδεις χρόνους, με επιτόκιο 9% ετησίως. Ο τόκος κεφαλαιοποιείτο δύο φορές το χρόνο, την 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου. Η κεφαλαιοποίηση του τόκου είχε σαν συνέπεια τη χρέωση τόκου προς 9% ετησίως και επί του κεφαλαιοποιημένου τόκου. Ο μάρτυρας εναγόντων Σοφοκλής Σοφοκλέους ετοίμασε, μετά από οδηγίες των εναγόντων, κατάσταση «χρέωσης και ανατοκισμού» του κάθε ποσού, την επιστροφή του οποίου απαιτούν οι ενάγοντες ξεχωριστά. Ολες οι καταστάσεις, φέρουν τα ίδια χαρακτηριστικά. Στην πρώτη στήλη αναγράφεται η πρώτη ημερομηνία χρέωσης του ποσού και στη συνέχεια οι ημερομηνίες εκάστου έτους κατά τις οποίες ο τόκος κεφαλαιοποιείτο, μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης του ποσού. Στη δεύτερη στήλη αναγράφεται το υπόλοιπο, στην τρίτη στήλη οι ημέρες τοκισμού, στη τέταρτη στήλη ο τόκος που χρεώνετο και στη τελευταία στήλη το τελικό υπόλοιπο. Αναφέρω ενδεικτικά ότι σύμφωνα με την κατάσταση, σε σχέση με το ποσό των Λ.Κ.250, που χρεώθηκε στον επίδικο λογαριασμό την 28.7.1990, το τελικό υπόλοιπο του ποσού αυτού ήταν την 15.1.99, Λ.Κ.
  20. Με βάση τα στοιχεία αυτά, προκύπτει ότι ο τόκος με τον οποίο εχρεώνετο ο επίδικος λογαριασμός και κεφαλαιοποιείτο δύο φορές το χρόνο ήταν για την περίοδο 28.7.90 μέχρι 15.1.99, Λ.Κ.282,
  21. Με τον τρόπο που είναι διατυπωμένη η κατάσταση αυτή και οι υπόλοιπες που αφορούν τα υπόλοιπα ποσά, δεν μπορεί κάποιος να διακρίνει ποιο ήταν το ποσό του ανατοκισμού, δηλαδή ποιο ήταν το ποσό του τόκου που χρεώθηκε επί του κεφαλαιοποιημένου τόκου. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να επισημάνω ότι ούτε καν στην Εκθεση Απαίτησης διευκρινίζεται το θέμα αυτό. Στην Εκθεση Απαίτησης απλώς αναγράφεται ότι οι ενάγοντες αξιώνουν επί των διαφόρων χρεώσεων τους «παρανόμως χρεωθέντες ή και κεφαλαιοποιηθέντες τόκους επί του εν λόγω ποσού». Ο υπολογισμός του ποσού αυτού δεν αποτελεί έργο του Δικαστηρίου αλλά προσώπου με λογιστικές γνώσεις. Ο μάρτυρας Σοφοκλής Σοφοκλέους δεν εξετάσθηκε σε σχέση με το θέμα αυτό και κανένα περαιτέρω στοιχείο έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προς απόδειξη του συγκεκριμένου θέματος. Η απαίτηση των εναγόντων για επιστροφή των πιο πάνω τόκων δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου, δεν κρίνω σκόπιμο να προχωρήσω και να εξετάσω την εισήγηση της υπεράσπισης ότι οι ενάγοντες, εφόσον αποδέχθηκαν τις επίδικες χρεώσεις κωλύονται να εγείρουν οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον των εναγομένων. Το θέμα θα ήταν ακαδημαϊκής σημασίας, πληροφοριακά όμως αναφέρω ότι με βάση την υπάρχουσα νομολογία είναι αμφίβολο κατά πόσο ο πελάτης που αποδέχεται μια χρέωση κωλύεται μετέπειτα να την αμφισβητήσει[8]. Ενόψει όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι η απαίτηση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων δεν μπορεί να πετύχει. Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τ.Καρακάννα, Α.Ε.Δ., /ΑΚΣ. [1] Χ.Ιερείδης ως διαχειριστής και Γεωργία Παναγιώτου Π.Ε. 11357, [2] Π.Ε. 12038, ημερομηνίας 26.1.07 [3] Βλέπετε Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου και Ελλη Μιχαήλ Κτωρίδη Π.Ε. 59/06, 20.2.07 [4] Αρθρο 3 του Νόμου. [5] Αρθρο 2 του Νόμου. [6] Tέταρτη έκδοση, τόμος 3, παρ.91 [7] Σε ελεύθερη μετάφραση στα Ελληνικά: "Τραπεζικές καταστάσεις ως μαρτυρία. Καταχωρίσεις σε καταστάσεις λογαριασμού σε πίστη του πελάτη είναι όταν παραδίδονται σε αυτόν, εκ πρώτης όψεως μαρτυρία εναντίον του τραπεζίτη όταν επιστρέφεται από τον πελάτη χωρίς διαμαρτυρία, καταχωρίσεις σε χρέωση του πελάτη είναι εκ πρώτης όψεως μαρτυρία εναντίον του.» [8] Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury´s Laws of Statutes, 4η έκδοση, τόμος 3, παρ.
  22. Βλέπετε επίσης τη σημείωση 3 της ιδίας παραγράφου. «. Assuming that the return of the statement without comment constitutes a stated and settled account, it appears doubtful whether the customer is estopped from subsequently disputing debits shown therein to the prejudice of the bank, that is, from reopening the account on proof of error». Σε ελεύθερη μετάφραση στα Ελληνικά: «Αν υποθέσουμε ότι η επιστροφή της κατάστασης χωρίς σχόλιο συνιστά «a settled and stated" λογαριασμό, φαίνεται αμφίβολο κατά πόσο ο πελάτης κωλύεται μετέπειτα να αμφισβητήσει τις χρεώσεις που φαίνονται σ΄ αυτή σε ζημιά της τράπεζας, δηλαδή να επανανοίξει το λογαριασμό όταν αποδειχθεί λάθος.» . cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.