Αναστασίας Σίμου Τοφαρίδη ν. Andrew - Lewis Parton κ.α., Αρ. Αγωγής: 1047/08, 16 Φεβρουαρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2009:A7 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1047/08 Μεταξύ: Αναστασίας Σίμου Τοφαρίδη Ενάγουσας και 1) Andrew - Lewis Parton, κ.ά. Εναγομένων Αίτηση για συντηρητικό διάταγμα ημερ. 10/10/08 Ημερομηνία: 16 Φεβρουαρίου, 2009 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Κ. Στυλιανού για ν' ακούσει απόφαση για κο Γ. Κουκούνη Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κα Γ. Ζαχαρίου Ενδιάμεση Απόφαση Οι ενάγουσα, κατά την εκδοχή της, είναι από το 1958 εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια ενός τεμαχίου γης που απέκτησε δια δωρεάς από τους γονείς της. Το 1964 μετανάστευσε με τον σύζυγο της στην Αγγλία. Το 1994 ευρισκόμενη στην Κύπρο προέβη σε έρευνα στο Κτηματολόγιο οπότε διαπίστωσε ότι το εν λόγω κτήμα δεν περιλαμβανόταν στο σχετικό πιστοποιητικό έρευνας ως μέρος της περιουσίας της. Η απάντηση που έλαβε από το Κτηματολόγιο ήταν να μην ανησυχεί «αφού έχει κοτσιάνι». Στις 4/8/2008 ευρισκόμενη και πάλι στην Κύπρο διαπίστωσε ότι στο εν λόγω κτήμα έχουν στο μεταξύ ανεγερθεί δύο κατοικίες. Προέβη μέσω του δικηγόρου της σε νέα έρευνα στο Κτηματολόγιο οπότε διαπίστωσε ότι σύμφωνα με τα κτηματικά μητρώα που καταρτίστηκαν δυνάμει των περί Επαρχιακών Κτηματολογικών Γραφείων Αμμοχώστου και Κερύνειας (Προσωρινές Διατάξεις), Νόμου, Ν.44/84, το κτήμα είχε αρχικά στις 4/1/1994 δηλωθεί από την εναγόμενη 3 επ' ονόματι του αποβιώσαντος παππού της και στη συνέχεια, στις 7/7/2000, πωλήθηκε και μεταβιβάστηκε από τους διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος (εναγόμενους 3 και 4) στους εναγόμενους 1 και 2. Επί αυτών των γεγονότων η ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αγωγή και με την παρούσα αίτηση ζητά εναντίον των εναγομένων 1 και 2 συντηρητικό διάταγμα επί του κτήματος το οποίο ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εισηγήθηκε πως αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής. Αυτή η αναφορά παραπέμπει στο ΄Αρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6[1], που παρέχει τη δικαιοδοσία για την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος μόνο αν αφορά το αντικείμενο της αγωγής. ΄Οπως προκύπτει από την υπόθεση Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231 όταν η περιουσία είναι αντικείμενο της αγωγής τότε το ΄Αρθρο 4 μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του ΄Αρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60[2]. Στη νομική βάση της αίτησης αναφέρονται και τα δύο άρθρα. Ο δε ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας αγορεύοντας παρέπεμψε και στις προϋποθέσεις του ΄Αρθρου 32, εισηγούμενος ότι πληρούνται και θα πρέπει το διάταγμα να εκδοθεί ώστε να διατηρηθεί «το σημερινό status quo». Η ευπαίδευτη δικηγόρος των εναγομένων 1 και 2 αμφισβήτησε ότι το κτήμα είναι το αντικείμενο της αγωγής για δύο λόγους: Κατά πρώτον, με δεδομένο ότι ο αριθμός εγγραφής του κτήματος της ενάγουσας διαφέρει από τον αριθμό εγγραφής του κτήματος των εναγομένων, εισηγήθηκε ότι η ενάγουσα δεν έχει συνδέσει επαρκώς και δεν έχει ταυτίσει στον απαιτούμενο βαθμό τα δύο κτήματα. Ως προς αυτό το ζήτημα, θεωρώ ότι από την υπάρχουσα μαρτυρία αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε σχέση με την ταυτότητα του κτήματος. Εισηγήθηκε όμως περαιτέρω, η κα Ζαχαρίου, ότι η ενάγουσα δεν έχει αποκαλύψει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγομένων 1 και 2 οι οποίοι ως καλόπιστοι αγοραστές απέκτησαν καλό τίτλο επί του κτήματος και συνεπώς το κτήμα δεν είναι το «αντικείμενο της αγωγής», αλλά πρόκειται για υπόθεση διεκδίκησης αποζημιώσεων εναντίον των άλλων εναγομένων. Αν και η ΄Εκθεση Απαίτησης αναφέρεται σε «δόλο, απάτη, ψευδείς παραστάσεις, συνομωσία κτλ», όσα η ενάγουσα αναφέρει από πλευράς γεγονότων, θέτουν βασικά, αν λάβουμε υπόψη τις νομικές έννοιες των όρων, ζήτημα συνομωσίας (conspiracy) εκ μέρους των εναγομένων 3, 4 και 5 με συμμετοχή ή συνέργεια των αρμοδίων του κτηματολογίου, εξ ου και η προσθήκη του Γενικού Εισαγγελέα ως εναγόμενου 6. Λέγει συγκεκριμένα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ότι «οι εναγόμενοι 3, 4 και 5 ενήργησαν συνειδητά και όπως φαίνεται γνώριζαν ή πληροφορήθηκαν από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου ότι εγώ εκ παραδρομής δεν δήλωσα το κτήμα μου μετά τα γεγονότα του 1974 και με την βοήθεια Κτηματολογικού ή Κτηματολογικών Λειτουργών πέτυχαν να το εγγράψουν στο όνομα του αποβιώσαντα και ακολούθως το πώλησαν προς τους εναγόμενους 1 και 2». Για την ευθύνη των εναγόμενων 1 και 2 στην ένορκη δήλωση της ενάγουσας αναφέρεται (παράγρ. 21) ότι «οι εναγόμενοι 1 και 2 ενήργησαν παράνομα ή/και συμμετείχαν στην αποστέρηση, υφαρπαγή και τον σφετερισμό του κτήματος μου ή/και ενήργησαν αμελώς ή/και παρέβησαν τα εκ του νόμου και κανονισμών απορρέοντα καθήκοντα τους ή/και όφειλαν να ενεργούσαν ως επιμελείς και συνετοί αγοραστές και να ερευνούσαν το ιδιοκτησιακό καθεστώς του κτήματος μου προτού το αγοράσουν ή/και όφειλαν να γνωρίζουν ότι τούτο ήταν ιδιοκτησία μου». Η αναφορά σε «παράνομη ενέργεια» είναι αξιολογικός νομικός χαρακτηρισμός και όχι αναφορά σε γεγονότα, όπως πρέπει να είναι κάθε μαρτυρία και όπως ειδικότερα επιβάλλεται για ένορκες δηλώσεις (Δ.39 κ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών). Χαρακτηρισμούς και όχι γεγονότα αποτελούν και οι γενικόλογες αναφορές περί συμμετοχής στην αποστέρηση, υφαρπαγή και σφετερισμό του κτήματος. Πέραν τούτου, οι ισχυρισμοί τίθενται διαζευκτικά κατά ανεπίτρεπτο επίσης τρόπο. Στην Επιτροπή Σιτηρών Κύπρου v. «ARAMBELLA»
(2002)1 Α.Α.Δ. 1033, έχει διευκρινιστεί ότι μια ένορκη δήλωση δεν μπορεί να περιέχει διαζευκτικούς ισχυρισμούς ως προς τα γεγονότα, αλλά μπορούν να τίθενται διαζευκτικοί ισχυρισμοί επί της νομικής βάσης. Εν προκειμένω όμως, η διαζευκτικότητα είναι επί των γεγονότων τα οποία και συσκοτίζει. Ποια είναι η θέση της ενάγουσας; Οι εναγόμενοι 1 και 2 συμμετείχαν στην «αποστέρηση, υφαρπαγή και σφετερισμό» ή ενήργησαν αμελώς το 2000; Η αθέμιτη αυτή διαζευκτικότητα θα μπορούσε να θέσει τέλος σε περαιτέρω συζήτηση. Εν πάση περιπτώσει όμως, επειδή στην αχρείαστα μακροσκελή ένορκη δήλωση της ενάγουσας και σε μια αχρείαστη, όπως φάνηκε, απαντητική ένορκη δήλωση της, εκείνο που επαναλαμβάνεται και τονίζεται είναι ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 παρέλειψαν, ως είχαν υποχρέωση, να ερευνήσουν το ιδιοκτησιακό καθεστώς του κτήματος προτού το αγοράσουν «οπόταν θα διαπίστωναν ότι ο τίτλος ιδιοκτησίας ή/και εγγραφή που έγινε στο όνομα του αποβιώσαντα δεν ήταν καλός ή/και η εγγραφή δεν ήταν νόμιμη και έπασχε», η εισήγηση της κας Ζαχαρίου ήταν ότι δεν αποδίδεται στους εναγόμενους 1 και 2 γνώση αλλά «παράλειψη δέουσας έρευνας». ΄Οντως, αυτό είναι γενικά το πνεύμα των ισχυρισμών της ενάγουσας σ' αυτή την αίτηση παρά το ότι στην ΄Εκθεση Απαίτησης που ακολούθησε σε μια από τις πολλές «λεπτομέρειες δόλου ή/και απάτης κλπ» τους αποδίδεται η κατηγορία ότι «γνώριζαν ή/και όφειλαν να γνωρίζουν». Σε σχέση με τη θέση της ενάγουσας για παράλειψη δέουσας έρευνας, η κα Ζαχαρίου υπέδειξε τους ισχυρισμούς του εναγομένου 1 στην ένορκη δήλωση του η οποία συνοδεύει την ένσταση. Ο εναγόμενος 1 αναφέρει ότι τους δόθηκε ο τίτλος ιδιοκτησίας και ακολούθως έλεγξαν με το δικηγόρο τους και διαπίστωσαν ότι η εγγραφή αυτή βρισκόταν σε ισχύ και ακολούθως προχώρησαν στην κατάρτιση της συμφωνίας χωρίς να μπορούν να διαπιστώσουν ή να υποψιαστούν ότι υπήρχε οποιοδήποτε θέμα όπως το ισχυρίζεται η ενάγουσα. Ως προς τους ισχυρισμούς αυτούς ο εναγόμενος 1 δεν αντεξετάστηκε. ΄Ομως, δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για να διαπιστωθεί κατά πόσο οι εναγόμενοι προέβησαν σε δέουσα έρευνα ή όχι. Αντίθετα, τώρα δεν ενδείκνυνται ευρήματα επί της ουσίας, ούτε ακόμα ενδείκνυται να γίνει διαπίστωση για την επενέργεια της τυχόν καλής πίστης των εναγομένων 1 και
- Εκείνο που πρέπει να διερευνηθεί είναι το κατά πόσο υπάρχει συζητήσιμο ερώτημα σε σχέση με τον τίτλο των εναγόμενων 1 και 2 έστω και αν αυτοί ενήργησαν καλόπιστα. Η εισήγηση της κας Ζαχαρίου, με αναφορά στην A.A. Pilotos Ltd v. Houghton κ.ά. Πολ. ΄Εφ. 12162, ημερ. 26/6/2007 που αφορούσε την αγορά κλοπιμαίου αυτοκινήτου, ότι «ένας καλόπιστος αγοραστής αποκτά καλό τίτλο» τέθηκε με γενικότητα που δεν βρίσκει έρεισμα στην εν λόγω απόφαση η οποία έχει ως αφετηρία τον κανόνα του κοινοδικαίου ότι «ο αγοραστής δεν μπορεί να αποκτήσει καλύτερο τίτλο από εκείνο που έχει ο πωλητής σύμφωνα με τον λατινικό όρο nemo dat non quod habet». Στη συνέχεια συζητούνται οι εξαιρέσεις του κανόνα αυτού και ειδικότερα η περίπτωση αγοράς κλοπιμαίου κινητού στην «ανοιχτή αγορά» («market overt»). Στην περίπτωση εκείνη οι εφεσείοντες είχαν πωλήσει κλοπιμαίο αυτοκίνητο το οποίο όμως είχαν αγοράσει με καλή πίστη και έναντι νομίμου ανταλλάγματος υπό συνθήκες που ομοίαζαν με συνθήκες πώλησης σε ανοιχτή αγορά, οπότε αποφασίστηκε ότι μπορούσαν να μεταβιβάσουν την ιδιοκτησία του αυτοκινήτου. Συνεπώς, το ζήτημα της απόκτησης καλού τίτλου επί κινητού, όπως ήταν η περίπτωση, εξετάζεται υπό το φως του εν λόγω κανόνα και των εξαιρέσεων του και σε συνάρτηση με τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης. Σε σχέση με μεταβίβαση ακινήτου στην απόφαση του Επ. Δικ. Λευκωσίας, Δήμητρα Χριστοδούλου v. ALOCAY HOLDINGS LTD, Αρ. Αγ. 421/96, ημερ. 29/2/00, (απόφαση Κ. Κληρίδη, Π.Ε.Δ.) η οποία αφορούσε μεταβίβαση δυνάμει πλαστού πληρεξουσίου εγγράφου το δικαστήριο ακύρωσε τη συναλλαγή δίνοντας την καθοριστική σημασία στη νομιμότητα που πρέπει να διέπει τις συναλλαγές παρά στην ανάγκη για ασφάλεια των συναλλαγών και για προστασία του καλόπιστου τρίτου. Παρόμοια ήταν και η δική μου προσέγγιση στην υπόθεση Ελένη Παναγή Σταυρινού v. Βασίλη Παναγή Σταυρινού κ.ά., Αρ. Αγ. 559/03, Ε. Δ. Λάρνακας, ημερ. 16/1/
- Χωρίς να προδικάζεται οτιδήποτε επί της ουσίας και για τους περιορισμένους σκοπούς του παρόντος ζητήματος θεωρώ ότι από τα παραπάνω προκύπτει συζητήσιμη υπόθεση και ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας όπως έχουν εξηγηθεί οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R.
- Δεν αναφέρομαι στο άρθρο 32 μόνο επειδή η ίδια η ενάγουσα επέλεξε να στηρίξει την αίτηση της και στο άρθρο αυτό επιπρόσθετα προς το άρθρο 4 του Κεφ.
- Η ουσία έγκειται στο ότι, παρά την ευχέρεια που παρέχεται από το άρθρο 4 για προστασία του αντικειμένου της αγωγής ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32, το δικαστήριο κατά την άσκηση της ευρείας διακριτικής του εξουσίας θα πρέπει ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης να σταθμίσει όλους τους σχετικούς παράγοντες έτσι ώστε το αποτέλεσμα να είναι δίκαιο και εύλογο. Η εξουσία του δικαστηρίου, έστω και αν έχει ρυθμιστεί νομοθετικά, δεν παύει να πηγάζει κατ' ουσία από το δίκαιο της επιείκειας και να διέπεται από τις αρχές της. Ασφαλώς δε, είναι πάντοτε σχετικό το κατά πόσο αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ή πιθανότητα επιτυχίας. Εφόσον θα ήταν άτοπο το δικαστήριο να δώσει θεραπεία επί των περιορισμένων προϋποθέσεων του άρθρου 4 σε μία υπόθεση λ.χ. όπου σαφώς δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα. Ποια όμως, εν τοιαύτη περιπτώσει, η πρακτική σημασία της διαφοράς; ΄Οπως έχει λεχθεί στην υπόθεση (ABP HOLDINGS LTD κ.ά. v. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, το ΄Αρθρο 4 χωρίς να αφαιρεί οτιδήποτε από τις πρόνοιες του ΄Αρθρου 32
(1)που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, κάμνει ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρεται. Η ουσιαστική διαφοροποίηση, όπως προκύπτει από τη νομολογία, αφορά τον βαθμό ετοιμότητας να δοθεί συντηρητική προστασία. O Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου (όπως ήταν τότε) Γ. Νικολάου, στην MARKETRENDS (CAPITAL MARKET) LTD v. Γεωργίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1759, εξήγησε ότι η δυνατότητα έκδοσης συντηρητικού διατάγματος που δεν αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής «πρέπει να ασκείται με φειδώ, όχι ως μέτρο γενικής εξασφάλισης» και στην Spidertrade Co. Finance Ltd v. Χατζήγαβριήλ
(2003)1 Α.Α.Δ. 121, ότι η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος για περιουσία η οποία δεν αποτελεί αντικείμενο της αγωγής δεν δικαιολογείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις τις οποίες και προσδιόρισε με αναφορά σε άμεσο, απτό κίνδυνο απομάκρυνσης περιουσιακών στοιχείων με αποτέλεσμα την παρεμπόδιση ικανοποίησης της τελικής απόφασης. Τέτοια περιοριστική προσέγγιση δεν απαιτείται σε περιπτώσεις που καλύπτονται από τις πρόνοιες του άρθρου 4, οι οποίες ρητώς και σαφώς, ως άνω, αντιδιαστέλλονται. Γι' αυτά τα ζητήματα ήταν η θέση της ενάγουσας στην ένορκη της δήλωση ότι «στις τελευταίες επισκέψεις της στο κτήμα... παρατηρεί μια ανεξήγητη κινητικότητα, πρόσωπα άγνωστα να μπαινοβγαίνουν στις δύο κατοικίες... (και) ... άρχισε να γίνεται γνωστό στην κοινότητα του Δήμου Παραλιμνίου η παρανομία που έγινε σε βάρος της και έχει λόγους να πιστεύει ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 προτίθενται να πωλήσουν κλπ το κτήμα». Αντεξεταζόμενη επί αυτών της των ισχυρισμών διευκρίνισε ότι δεν επρόκειτο για πολλές επισκέψεις αλλά για μία επίσκεψη στις 4/8/08 και δεν έδωσε οποιαδήποτε άλλη συγκεκριμένη λεπτομέρεια για τους γενικόλογους όντως, όπως η κα Ζαχαρίου εισηγήθηκε, ισχυρισμούς της. Αντίθετα διευκρίνισε ότι δεν γνωρίζει ποιους σκοπούς έχουν οι εναγόμενοι ούτε, ειδικότερα κατά πόσο έχουν πρόθεση να πωλήσουν το ακίνητο, ούτε την οικονομική τους κατάσταση. Αυτή η μαρτυρία δεν θα επαρκούσε για να δοθεί διάταγμα στα πλαίσια του άρθρου 32. Αλλά, εξετάζοντας την υπόθεση κάτω από το άρθρο 4 επί της εκδοχής της ενάγουσας ότι το κτήμα, ενώ ήταν δικό της βρέθηκε σε τρίτους χωρίς να έχει ιδέα, μέσα από ένα πλέγμα συνωμοσίας και με συζητήσιμο το θέμα του τίτλου των εναγομένων 1 και 2 έστω και καλόπιστων, θα μπορούσε να λεχθεί ότι, παρά τις γενικές και ασαφείς αναφορές της ενάγουσας για τον κατ' ισχυρισμό άμεσο κίνδυνο, θα ήταν κατάλληλη περίπτωση να προστατευθεί το κτήμα από περαιτέρω μεταβιβάσεις ή επιβαρύνσεις μέχρι να διαγνωστούν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των διαδίκων. ΄Ομως, ανεξάρτητα από τις νομοθετικές προϋποθέσεις, όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos (ανωτ.), στο τελικό στάδιο το δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να δώσει το ζητούμενο διάταγμα (βλ. και Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152) Το απαιτούμενο «ισοζύγιο της ευχέρειας», όπως εξηγείται στην BACARDI & CO LTD v. VINCO LTD
(1996)1 Α.Α.Δ. 788 σχετίζεται με το καθήκον του δικαστηρίου να σταθμίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει για τον ενάγοντα ή τον εναγόμενο αναλόγως αν φανεί ότι η ενδιάμεση απόφαση του είναι εσφαλμένη και να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να έχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας (βλ. και NWL Ltd v. Woods [1979] 3 All E.R. 614, 625 (H.L.)). Σε συνάρτηση με το ισοζύγιο της ευχέρειας εξετάζεται και το ζήτημα της καθυστέρησης του ενάγοντα να ζητήσει θεραπεία με ζητούμενο το κατά πόσο η καθυστέρηση καθιστά την έκδοση του διατάγματος καταπιεστική (oppressive) (βλ. Jaggard v. Sawyer and another [1955] 2 All E. R. 189, 202 C.A.). Επαναλαμβάνω σχετικώς τα ακόλουθα από την απόφαση μου στην υπόθεση του Επ. Δικ. Αμμοχώστου Janet Moore v. Frixos Evagorou Water Sports Ltd κ.α. Αρ. Αγ. 560/07, ημερ. 9/10/2007. «Αρχή της επιείκειας είναι ότι «το δίκαιο βοηθά όσους γρηγορούν και όχι όσους υπνώττουν» ("vingilantibus, non dormientibus, jura subvenient"). Γενικώς ομιλούντες, η ανεξήγητη καθυστέρηση μπορεί να δημιουργήσει ανυπέρβλητο κώλυμα στο να εκδοθεί ένα διάταγμα (G.W.Ry v. Oxford, etc, Ry
(1853)3 De G.M. & G. 341). ΄Ομως η σύγχρονη αντίληψη όπως επεξηγείται στην BACARDI & CO LTD v. VINCO LTD
(1996)1 Α.Α.Δ. 788, είναι πως η καθυστέρηση δεν αποτελεί από μόνη της λόγο απόρριψης, αλλά είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη όταν εξετάζεται το «ισοζύγιο της ευχέρειας». Από την άλλη, υπό τις περιστάσεις μιας υπόθεσης, μπορεί «αυτό τούτο το γεγονός της καθυστέρησης να καταδεικνύει πως ο ενάγοντας δεν χρειάζεται την άμεση και εξαιρετική θεραπεία που προσφέρεται από προσωρινό διάταγμα», όπως εξηγείται περαιτέρω στην BACARDI. ΄Ακαμπτος κανόνας δεν υπάρχει. Είναι ζήτημα στάθμισης των δεδομένων. ΄Ενας παράγοντας είναι το κατά πόσον έχει εν τω μεταξύ δημιουργηθεί μια κατάσταση πραγμάτων που δεν θα ήταν δίκαιο για τον εναγόμενο να ανατραπεί, εξηγείται και πάλι στην BACARDI.» ΄Οπως έχει συγκεκριμένα λεχθεί στην BACARDI (ανωτ.): «Η καθυστέρηση, εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, είναι γενικώς μοιραία, άνκαι τα δικαστήρια θα σταθμίσουν το ζήτημα της καθυστέρησης έναντι της πιθανότητας του ενάγοντα να πετύχει τελικά στην αγωγή του, και θα λάβουν υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει οδηγηθεί σε έξοδα ή έχει καθησυχασθεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή παραπλανήθηκε λόγω της απραξίας του ενάγοντα. Ωστόσο η τάση της σύγχρονης νομολογίας είναι να μη απορρίπτεται αξίωση για διάταγμα κατά την ακρόαση της αγωγής απλώς και μόνο λόγω της καθυστέρησης στην καταχώρηση της αγωγής ....» Εν προκειμένω, οι εναγόμενοι 1 και 2 αναφέρουν ότι αν η ενάγουσα ενεργούσε πιο έγκαιρα και διαπίστωναν οποιοδήποτε τυχόν πρόβλημα δεν θα αγόραζαν το ακίνητο. ΄Οχι μόνο το αγόρασαν και ενεγράφησαν ιδιοκτήτες μετά από άδεια από το Υπουργικό Συμβούλιο, δυνάμει του Immovable Property Acquisition (Aliens) Law, Cap. 109, αλλά στη συνέχεια, ξεκίνησαν το 2002 και αποπεράτωσαν το 2005-2006 δύο κατοικίες. ΄Ολα αυτά έλαβαν χώρα χρόνια μετά που η ενάγουσα διαπίστωσε το πρόβλημα χωρίς να πράξει οτιδήποτε, χωρίς καν να διερευνήσει περαιτέρω την τύχη του κτήματος της. Ενώ, υποτίθεται ότι από το 1994 «επανειλημμένα πληροφόρησε τους Κτηματολογικούς Λειτουργούς», όπως ισχυρίζεται στην ένορκη δήλωση της εφησυχαζόμενη από την απάντηση «μην ανησυχείς κυρία μου, αφού έχεις κοτσιάνι». Ποια έννοια είχε η κατ' ισχυρισμό επανειλημμένη πληροφόρηση χωρίς διερεύνηση για την τύχη του κτήματος, κάτι που έγινε μόνο τον Αύγουστο του 2008; Πρόκειται για μακρά και υπό τις περιστάσεις αδικαιολόγητη καθυστέρηση κατά τη διάρκεια της οποίας δημιουργήθηκαν τα δεδομένα που αφορούν τους εναγόμενους 1 και 2 και προκλήθηκαν έξοδα τα οποία δεν θα δημιουργούνταν αν η ενάγουσα ενεργούσε έγκαιρα. Μετά από τόσα χρόνια απραξίας δεν θα ήταν εύλογο υπό τις περιστάσεις να παρέμβει το δικαστήριο πριν να έχει συνολική εικόνα στα πλαίσια της εκδίκασης της ουσίας. Δεν παραβλέπω τον κίνδυνο, γενικά μιλώντας, για την ενάγουσα ο οποίος όμως αφενός, δεν έχει συγκεκριμενοποιηθεί, ούτε έχει συνδεθεί με το ενδεχόμενο ανεπάρκειας των αποζημιώσεων και αφετέρου είναι το αποτέλεσμα της δικής της μακράς απραξίας. Ως εκ των άνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων 1 και 2 και εναντίον της ενάγουσας όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. Τα έξοδα να είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.)............................. Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. [1]« 4.
(1)The Court may at any time during the pendency of any action therein make in the action an order for the sequestration, preservation, custody, sale, detention, or inspection of any property, being the subject of the action or an order for preventing any loss, damage, or prejudice which but for the making of the order might be occasioned to any person or property, pending a final judgment on some question affecting such person or property or pending the execution of the judgment.» [2] ΄Αρθρο 32
(1)«....... Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός εάν το δικαστήριον ικανοποιηθή ότι υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασίαν, ότι υπάρχει πιθανότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιούται θεραπείαν, και ότι εκτός εάν εκδοθή παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα, θα είναι δίσκολον ή αδύνατον να απονεμηθή πλήρης δικαιοσύνη εις μεταγενέστερον στάδιον.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο