Σάββα Χαϊλή ν.
- Πανίκου Οικονόμου, Αρ. Αγωγής:663/06, 9 Μαρτίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2009:A9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:663/06 Μεταξύ: Σάββα Χαϊλή Ενάγοντος και
- Πανίκου Οικονόμου
- Νίκου Πρή
- Κώστα Μαυρουδή
- Μαυρίκιου Μαυρουδή Εναγόμενων __________ Ημερομηνία: 9 Μαρτίου, 2009 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα: κ. Μ. Δειλινός Για τους εναγόμενους: κ. Α. Κουμής και κα Κίττου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Σε προφορικό αίτημα για διαγραφή της απαίτησης και απόρριψη της αγωγής) Με την απαίτηση του ο ενάγοντας διεκδικεί το ποσό των Λ.Κ.19.000 δυνάμει υπολοίπου λογαριασμού ή και δυνάμει συμφωνίας ή ως το τίμημα για πωληθέντα και παραδοθέντα ηλεκτρονικά παιχνίδια ή και αγαθά ή και υπηρεσίες ή και εκτελεθείσες εργασίες ή και ως αποζημιώσεις ή και αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας ή και άλλως πως όπως αναλυτικά εξηγεί με λεπτομέρειες στην έκθεση απαιτήσεως του. Διεκδικεί επίσης τόκο προς 8% ετησίως επί ποσού Λ.Κ.23.000 από 1.05.2002 μέχρι 30.09.2004 και προς 8% ετησίως επί ποσού Λ.Κ.19.000 από 1.04.2004 μέχρι εξόφλησης ή και νόμιμο τόκο. Όπως εξηγεί στην έκθεση απαιτήσεως του κατά ή περί τον Απρίλιο του 2002 ή και προγενέστερα στο Παραλίμνι ή και εντός της Επαρχίας Αμμοχώστου συμφώνησε με τους εναγόμενους την πώληση στους τελευταίους των αναφερόμενων ηλεκτρονικών παιχνιδιών (video games) ή και μηχανών παιχνιδιού και πράγματι πώλησε και παρέδωσε σε αυτούς ηλεκτρονικά παιχνίδια ή και μηχανές έναντι συμφωνηθέντος τιμήματος Λ.Κ.23.
- Οι εναγόμενοι κατέβαλαν σ΄αυτόν έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος το ποσό των Λ.Κ.4.000 τον Σεπτέμβριο του 2004 και έκτοτε παραλείπουν ή και αμελούν ή και αρνούνται να καταβάλουν το υπόλοιπο ποσό και εξακολουθούν έτσι να του οφείλουν το ποσό των Λ.Κ.19.000 μέχρι σήμερα. Στην κοινή υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι αρνούνται την απαίτηση του ενάγοντος ισχυριζόμενοι ότι αυτή είναι κατά νόμο αβάσιμη και ενοχλητική. Ισχυρίζονται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν μέτοχοι και διευθυντές της εταιρείας Zorpas Video Games Ltd με έδρα το Παραλίμνι η οποία ασχολείται μεταξύ άλλων και με μηχανές παιχνιδιού (video games) στο Παραλίμνι και στην υπόλοιπη επαρχία Αμμοχώστου. Ισχυρίζονται ότι ποτέ δεν συμφώνησαν μαζί με τον ενάγοντα αυτά που ισχυρίζεται και ειδικότερα κατά ή περί τον Απρίλιο του 2002 υπό την προσωπική τους ιδιότητα, αλλά ότι η επίδικη συμφωνία καταρτίστηκε και έγινε με την πιο πάνω εταιρεία τους. Άνευ βλάβης δε του πιο πάνω ισχυρισμού τους ισχυρίζονται ότι ο ενάγοντας κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν μέλος της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου και μάλιστα Αξιωματικός και σύμφωνα με το Άρθρο 16
(1)και
(2)του περί Αστυνομίας Νόμου Κεφ. 285 (όπως αυτό ίσχυε πριν την τελευταία τροποποίηση του με τον νέο νόμο περί Αστυνομίας Ν. 73
(1)/2004, το δε νέο άρθρο που ρυθμίζει κατά παρόμοιο τρόπο το ζήτημα είναι το Άρθρο 23), το σύνολο του χρόνου των μελών της Δύναμης τελεί στη διάθεση της Δημοκρατίας, εκτός αν προβλέπεται ρητά διαφορετικά στους όρους του διορισμού τους. Μέλος της Αστυνομίας του οποίου το σύνολο του χρόνου τελεί στη διάθεση της Δημοκρατίας δεν επιτρέπεται να ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα ή επιτήδευμα ή να ασχολείται ή μετέχει σε οποιαδήποτε εργασία ή επιχείρηση. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η συμφωνία την οποία έκαμε και/ ή συνήψε ο ενάγοντας και ενώ είχε την πιο πάνω ιδιότητα με την εταιρεία Zorpas Video Games Ltd απαγορεύεται και είναι αντίθετη με τον Νόμο της Αστυνομίας και είναι εναντίον του Δημοσίου Συμφέροντος (public policy) και παράνομη (illegal) και συνεπώς η επίδικη συμφωνία είναι ανεφάρμοστη. Περαιτέρω ότι σύμφωνα με το τιμολόγιο με αριθμό 23012 ημερομηνίας 13.03.2002 ο ενάγοντας κατά τον ουσιώδη χρόνο ενώ είχε την πιο πάνω ιδιότητα ασχολείτο με αγοραπωλησίες μηχανών παιχνιδιού (video games) και συνεργαζόταν με την εταιρεία Zorpas Video Games Ltd. Τέλος, ότι κατά την 13.03.2002 αγόρασε από κοινού με την εταιρεία Zorpas Video Games Ltd δυνάμει του τιμολογίου 23012, 32 μηχανές παιχνιδιού (video games) αντί του ποσού των Λ.Κ.30.000 πλέον ΦΠΑ Λ.Κ.3.000 από κάποιον Ν. Αργυράκη τις οποίες κατά τον ουσιώδη χρόνο εκμεταλλεύονταν από κοινού ο ενάγοντας μαζί με την εταιρεία Zorpas Video Games Ltd. Γι΄αυτό αρνούνται κάθε προσωπική ευθύνη και ότι οφείλουν προσωπικά οποιοδήποτε ποσό σε αυτόν. Η ακροαματική διαδικασία άρχισε με την κατάθεση του ενάγοντος ο οποίος υποστήριξε τις δικογραφημένες θέσεις του χωρίς να αρνηθεί την ιδιότητα του αξιωματικού της αστυνομίας κατά τον ουσιώδη χρόνο, αυτή όμως η ιδιότητα δεν τον εμπόδιζε από του να συνάψει την συγκεκριμένη συμφωνία πώλησης των εν λόγω μηχανών με τους εναγόμενους, η οποία όπως καλά γνωρίζει και ως εκ της ιδιότητας που κατείχε στην αστυνομία, δεν παραβιάζει καμιά διάταξη του νόμου όπως είναι ο ισχυρισμός των εναγομένων. Συγκεκριμένα για το ζήτημα της συμφωνίας που ενδιαφέρει, ανέφερε ότι μετά που είχαν περιέλθει κατά νόμιμο τρόπο στην ιδιοκτησία του οι μηχανές παιχνιδιού (video games) έψαξε για ενδιαφερόμενους αγοραστές και κατέληξε στους εναγόμενους με τους οποίους συμφώνησε όταν σε κάποια συνάντηση τους αποδέχθηκαν να τις αγοράσουν έναντι του συνολικού τιμήματος των Λ.Κ.23.000 όπου οι Λ.Κ.3.000 αφορούσαν την καταβολή του Φ.Π.Α. Η συμφωνία διαλάμβανε ότι θα του κατέβαλλαν άμεσα το ποσό των Λ.Κ.3.000 για την πληρωμή του Φ.Π.Α. το οποίο θα το λάμβαναν πίσω μέσω της Υπηρεσίας Φ.Π.Α. και το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.20.000 θα του το κατέβαλλαν σε τέσσερα χρόνια με τόκο προς 8% από τις εισπράξεις που θα είχαν οι εναγόμενοι από την εκμετάλλευση αυτών των μηχανών. Κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 2004 οι εναγόμενοι του κατέβαλαν το ποσό των Λ.Κ.4.000 και μετά την πάροδο κάποιου χρόνου, όταν αντιλήφθηκε ότι δεν θα του πλήρωναν το υπόλοιπο ποσό, κατέφυγε στο δικηγόρο του και στη συνέχεια στο Δικαστήριο διεκδικώντας το λαβείν του. Πριν προχωρήσει στην αντεξέταση του ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων κ. Κουμής εισηγήθηκε ότι η όλη διαδικασία σε αυτό το στάδιο θα πρέπει να διακοπεί και να απορριφθεί η απαίτηση του ενάγοντος εναντίον των εναγομένων εφόσον υπήρξε παραδοχή του ότι, ενώ ήταν αξιωματικός της αστυνομίας, σύναψε τη συμφωνία όπως την περίγραψε με τους εναγόμενους, η οποία παραβιάζει διατάξεις του νόμου περί Αστυνομίας (Άρθρο 23* όπως ισχύει σήμερα) και τον περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149 ( Άρθρα 10* και 23*). * Άρθρο 23 :
(1)Το σύνολο του χρόνου των μελών της Αστυνομίας τελεί στη διάθεση της Δημοκρατίας, εκτός αν προβλέπεται, ρητά διαφορετικά στους όρους του διορισμού τους.
(2)Μέλος της Αστυνομίας του οποίου το σύνολο του χρόνου τελεί στη διάθεση της Δημοκρατίας δεν επιτρέπεται να ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα ή επιτήδευμα ή να ασχολείται ή μετέχει σε οποιανδήποτε εργασία ή επιχείρηση: Νοείται ότι σε εξαιρετικές περιπτώσεις και με τη σύσταση του Αρχηγού ο Υπουργός δύναται να χορηγήσει άδεια σε μέλος της Αστυνομίας για μερική απασχόληση ή πρόσληψη, εφόσον αυτό δεν επηρεάζει άμεσα ή έμμεσα την άρτια εκτέλεση των καθηκόντων του σύμφωνα με τον νόμο αυτό: Νοείται περαιτέρω ότι κάθε τέτοια άδεια δυνατό να υπόκειται στον όρο ότι το σύνολο η οποιοδήποτε μέρος κάθε αμοιβής πληρωτέας σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια απασχόληση ή πρόσληψη θα καταβάλλεται στο δημόσιο ταμείο.
(3)Κάθε μέλος της Αστυνομίας του οποίου μέλος της οικογένειας διατηρεί κατάστημα ή ασκεί εμπόριο ή προτίθεται να ανοίξει κατάστημα ή να ασκήσει εμπόριο οφείλει να δώσει γι΄αυτό γραπτή ειδοποίηση στον Αρχηγό. Για τους σκοπούς του εδαφίου αυτού ¨μέλος της οικογένειας¨ σημαίνει σύζυγο με την οποία το μέλος της Αστυνομίας δε βρίσκεται σε διάσταση και τέκνο του μέλους της Αστυνομίας που διαμένει μαζί του.¨ * Άρθρο 10: ¨
(1)Συμβάσεις είναι όλες οι συμφωνίες οι οποίες καταρτίζονται με την ελεύθερη συναίνεση μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι , για νόμιμη αντιπαροχή και νόμιμο σκοπό, οι οποίες δεν χαρακτηρίζονται ρητά από το Νόμο αυτό ως άκυρες, τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, οι συμβάσεις δύνανται να καταρτίζονται γραπτά, ή προφορικά, ή μερικώς γραπτά και μερικώς προφορικά, ή δύνανται να συνάγονται από τη συμπεριφορά των μερών¨. * Άρθρο 23: ¨Η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας είναι νόμιμος εκτός αν- (α) είναι απαγορευμένος από νόμο ή (β) είναι τέτοιας φύσης ώστε, αν επιτρεπόταν, θα καταστρατηγούσε τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου, ή ...... Σε καθεμιά από τις περιπτώσεις αυτές η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας θεωρείται παράνομος. Κάθε συμφωνία της οποίας ο σκοπός ή αντιπαροχή είναι παράνομος είναι άκυρη.¨ Με αυτά τα δεδομένα κατά την εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης και επικαλούμενος δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγομένων, χωρίς αυτοί να είχαν προσλάβει τη μορφή προδικαστικής ένστασης, αλλά έχοντας ως βάση την Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, βρίσκει κατά την άποψη τους έρεισμα σε αυτό το στάδιο εισήγηση και αίτημα για διακοπή της διαδικασίας και απόρριψη της απαίτησης και της αγωγής του ενάγοντος, καθώς αυτός παραδέχθηκε ότι είχε συνάψει την συμφωνία που επικαλείται, όντας αξιωματικός της αστυνομίας έχοντος την ιδιότητα του μέλους της Αστυνομικής Δύναμης, ιδιότητα που δεν του επέτρεπε, κατά την εισήγηση τους, να συνάπτει τέτοιου είδους συμφωνίες οι οποίες εκ της φύσης τους είναι παράνομες. Εισηγήθηκε ότι η απαίτηση του θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα σε βάρος του εφόσον αξιώνει από τους εναγόμενους στη βάση μιας παράνομης συμφωνίας. Προς τούτο πέραν της μαρτυρίας που δόθηκε μέχρι τώρα και τις νομοθετικές διατάξεις στις οποίες έκαμα αναφορά πιο πάνω επικαλέστηκε σχετική, κατά την άποψη του, νομολογία. Ο κ. Δειλινός στην περιεκτική αλλά εμπεριστατωμένη αγόρευση του έκαμε αναφορά σε όλα τα ζητήματα στη βάση των οποίων θα πρέπει να κριθεί η εισήγηση της πλευράς της Υπεράσπισης. Σχολίασε ότι ο ενάγοντας δεν αρνήθηκε ότι υπήρξε μέλος της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου και μάλιστα ότι κατείχε θέση αξιωματικού και ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν Αστυνομικός Διευθυντής Επαρχίας Αμμοχώστου, αλλά αυτή του η ιδιότητα δεν τον εμπόδιζε να συνάψει μια τέτοια συμφωνία πώλησης των μηχανών που περιέπεσαν στην ιδιοκτησία του κατά τον τρόπο που περιέγραψε. Ο ενάγοντας στη προκείμενη περίπτωση δεν άσκησε ούτε επάγγελμα, ούτε επιτήδευμα, ούτε και όσα συμφώνησε με τους εναγόμενους συνιστούν εργασία. Συνήψε με τους εναγόμενους μια συγκεκριμένη συμφωνία πώλησης αντικειμένων τα οποία βρέθηκαν κατά τυχαίο και νόμιμο τρόπο στην ιδιοκτησία του και ο τρόπος πληρωμής και εξόφλησης του τιμήματος δεν ενέχει οποιαδήποτε σημασία. Δεν ήταν συνιαχειριστής των μηχανών παιχνιδιού και αυτό καταδεικνύεται από το γεγονός ότι σε κανένα στάδιο δεν τις διεκδίκησε πίσω, ούτε και προβάλλεται στην υπεράσπιση μια τέτοια απαίτηση. Δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ενόσω υπηρετούσε στην Αστυνομική Δύναμη δεν αφιέρωνε όλο το χρόνο του στην υπηρεσία του. Τέλος, ότι η νομολογία που επικαλείται η πλευρά της Υπεράσπισης δεν μπορεί να συσχετισθεί με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπου ο ενάγοντας προέβη σε μια μεμονωμένη πράξη πώλησης περιουσίας του όπως έχει δικαίωμα να προβαίνει ακόμα και αν είναι αστυνομικός ή κατέχει άλλη θέση στην Δημόσια Υπηρεσία, δικαίωμα εξάλλου που έχει είτε με βάσει τις διατάξεις του περί Συμβάσεων Νόμου είτε του Συντάγματος μας. Δεν αμφισβητήθηκε το δικαίωμα της έγερσης προφορικά ενός τέτοιου ζητήματος σε αυτό το στάδιο με βάση την Δ.27 Θ.1 των Θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας, επομένως δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω το ζήτημα. Στην απόφαση In re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. σε.246 εξετάστηκε αίτηση για διαγραφή αίτησης που επεδίωκε τη διάλυση εταιρείας λόγω καταπίεσης της μειοψηφίας (oppression of the minority) σύμφωνα με το Άρθρο 202 του περί Εταιρειών Νόμου. Η διαγραφή της (striking out) ζητήθηκε διότι δεν αποκάλυπτε εύλογη αιτία για διάλυση, ήταν επιπόλαια και ενοχλητική (Frivolous and vexatious) και αποτελούσε κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of process). Αποφασίστηκε μεταξύ άλλων στη σελ. 255 ότι: ¨Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος του διαδίκου να προσφύγει ενώπιον του δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το Άρθρο 30.1.¨ Στην ίδια πιο πάνω απόφαση αποφασίστηκε περαιτέρω ότι η διαπίστωση κατά πόσο η δικογραφία αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα είναι θέμα δικαίου και όχι άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Η επίκληση της συμφυούς δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για τη διαγραφή δικογράφου, ασκείται με εξαιρετική φειδώ και μόνον εφόσον διαπιστώνεται ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δηλαδή χρήση του δικαίου για αλλότριους σκοπούς¨. Από τη νομολογία προκύπτει ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για διαγραφή είτε μέρους, είτε του ίδιου του δικογράφου θα πρέπει να ασκείται με εξαιρετική φειδώ και με μεγάλη περίσκεψη, γιατί αποτελεί μια εκτροπή από τα πλαίσια του αντιπαραθετικού συστήματος και χαρακτηρίζεται ως δραστικό μέτρο (βλ. Drumond - Jackson v. British Medical Ass and Others
(1970)1 All E.R. 1090). Στην απόφαση Λοϊζος Λουκά & Υιοί v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδας Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 116 εξετάσθηκαν επίσης οι προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες το Δικαστήριο αποδέχεται αίτημα για απόρριψη αγωγής λόγω μη αποκάλυψης αγώγιμου δικαιώματος. Αποφασίστηκε ότι: ¨το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής για το λόγο που προβλήθηκε, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι:
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ύστερα από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα έμενε κενό γράμμα το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά. Από την επισκόπηση της νομολογίας διαφαίνεται μια σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας για απόρριψη αγωγής που, όπως η παρούσα, βρίσκεται ακόμα στα σπάργανα. Στο Annual Practice του 1965 στη σελ. 411 αναφέρονται τα ακόλουθα: ¨Were it appears that..no contract valid in law (Humpherys v. Polac
(1901)2 K.B. 385.. the statement of claim will be struck out, and the action dismissed¨. Στην απόφαση Χ¨Κυριάκος v. Κυθρεώτη,
(1992)1 Α.Α.Δ.1119 λέχθηκαν τα ακόλουθα: ¨Η απόφανση για ανυπαρξία εύλογης αιτίας αγωγής οδηγεί αναπόδραστα στον οριστικό τερματισμό της διαδικασίας. Δικαιολογείται αυτός ο τερματισμός μόνο όταν το δικόγραφο, στην περίπτωση αυτή, το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (βλ. Ιn Re Pelmako ανωτέρω). Εντοπισμός κάποιας αιτίας αγωγής ή έστω κάποιου ζητήματος κατάλληλου για εκδίκαση από το Δικαστήριο, επιβάλλει τη διατήρηση της διαδικασίας στη ζωή όσο και αν η προοπτική επιτυχίας εμφανίζεται απομακρυσμένη (βλ. Costas Mavromoustaki v. Iacovos N. Yeroudes as executor of the will of the deceased Spyros Michaelides
(1965)1C.L.R. 176, Michael Papamichael v. Clitos Chaholiades
(1970)1 C.L.R. 305)¨. Είναι ξεκάθαρο επίσης από την νομολογία ότι μόνο σε έκδηλα ξεκάθαρες υποθέσεις θα πρέπει να γίνεται επίκληση της συνοπτικής κατ΄ ουσία διαδικασίας που προκύπτει από τη Δ.27 Θ.3 (βλ. Μονή Αγίου Γεωργίου Κοντού v. Βονιτσιάνου
(1989)1 Α.Α.Δ. 359,381). Τονίστηκε ότι όπου το Δικαστήριο ενεργεί κάτω από τη συμφυή εξουσία του, μπορεί να ληφθεί μαρτυρία δια ενόρκου δηλώσεως για να καταδειχθεί ο ισχυρισμός ότι ένα δικόγραφο αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου, ενώ όπου το Δικαστήριο ενεργεί κάτω από τον Θ. 3 το πρόβλημα πρέπει να εντοπίζεται και να εμφαίνετε στο ίδιο το δικόγραφο (βλ. Buttes Gas / Oil v. Hermer
(1975)WLR 425,439). Ουσιαστικά εκείνο το οποίο προβάλλεται από τους εναγόμενους - αιτητές είναι ότι ο ενάγοντας στερείται αγώγιμου δικαιώματος και κατά συνέπεια δεν δικαιούται να διεκδικεί όπως στην έκθεση απαίτησης του. Προβάλλεται ότι η ισχυριζόμενη συμφωνία πώλησης των μηχανών παιγνιδιού είναι παράνομη εφόσον απαγορεύεται σε οποιοδήποτε μέλος της αστυνομίας να ασκεί επάγγελμα ή επιτήδευμα ή να ασχολείται ή μετέχει σε οποιανδήποτε εργασία ή επιχείρηση εκτός σε κάποιες περιπτώσεις όπου ρητά επίσης καθορίζονται υπό του νόμου και κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις οι οποίες όμως δεν καλύπτουν τη περίπτωση του ενάγοντος. Αν νόμος απαγορεύει τη σύμβαση, η σύμβαση δεν είναι εφαρμοστέα ασχέτως από το αν οι συμβαλλόμενοι είχαν την πρόθεση να παραβούν τον νόμο ή όχι (βλέπε Glamor Dev. V. Christodoulou
(1984)1 C.L.R. 444 και St. John Shipping Corporation v. Joseph Rank Ltd
(1956)3 All E.R. 683,687). Στην Alam v. Τουμαζίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. σελ. 968 αποφασίστηκε ότι η συμφωνία η οποία συνομολογείται κατά παράβαση νόμου, είναι παράνομη ανεξαρτήτως της έκτασης συμμετοχής εκατέρου των συμβαλλομένων στην επίτευξη της. Συμφωνία η οποία απαγορεύεται από το νόμο ή οδηγεί στην καταστρατήγηση του καθίσταται παράνομη και επομένως άκυρη την σύμβαση βάσει των εδαφίων (α) και (β) αντιστοίχως του Άρθρου 23 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Όπως επανειλημμένα έχει επισημανθεί, οιοσδήποτε συμβαλλόμενος σε παράνομη σύμβαση μπορεί να επικαλεστεί τη δική του παρανομία με σκοπό να υπερασπιστεί εναντίον αξίωσης που προκύπτει από τη σύμβαση (βλ. In Re Mahmoud and Ιspahani
(1921)2 K.B.716, Glanville Willians, The Legal Effects of illegal Contracts
(1942)8 G.L.J. 51). Θα εξετάσω στη συνέχεια τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου με μαρτυρία και τα οποία εξάλλου είναι παραδεκτά σε ό, τι έχουν σχέση με το υπό εξέταση ζήτημα. Ο ενάγοντας κατά τον επίδικο χρόνο δηλαδή κατά ή περί τον Απρίλιο του 2002, κατείχε το βαθμό του Ανώτερου Αστυνόμου και ήταν Αστυνομικός Διευθυντής της Επαρχίας Αμμοχώστου. Με νόμιμο τρόπο όπως τον περίγραψε και ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, περιήλθαν στην ιδιοκτησία του μηχανές παιχνιδιού (video games). Έψαξε να βρει ενδιαφερόμενους αγοραστές για να τις πωλήσει καθώς η φύλαξη τους σε αποθήκη και η μη άμεση εκμετάλλευση τους θα είχε ως συνέπεια την καταστροφή τους. Είναι ο ισχυρισμός του ότι κατέληξε στους εναγόμενους τους οποίους γνώριζε και τους οποίους χαρακτήρισε ως φίλους του και οι οποίοι επέδειξαν ενδιαφέρον. Συμφώνησε μαζί τους να τους πωλήσει τις μηχανές αυτές έναντι συνολικού τιμήματος Λ.Κ.23.000 εκ των οποίων το ποσό των Λ.Κ.3.000 αντιστοιχούσε με τον Φ.Π.Α. Θεωρούσε τους εναγόμενους ως σοβαρούς επιχειρηματίες και γι΄αυτό τους εμπιστεύτηκε και σύναψε μαζί τους την συμφωνία στην οποία έκαμε αναφορά και επί της οποίας εδράζεται η αξίωση του. Η εξόφληση του τιμήματος πάντοτε κατά τον ισχυρισμό του, θα γινόταν σε χρονική περίοδο τεσσάρων χρόνων και το εκάστοτε υπόλοιπο θα έφερε τόκο 8%. Φρόντισε ώστε οι μηχανές αυτές να παραδοθούν στους εναγόμενους οι οποίοι έκτοτε τις κατέχουν και εκμεταλλεύονται προς ίδιον συμφέρον. Έναντι του πιο πάνω τιμήματος κατέβαλαν, πάντοτε κατά ισχυρισμό του, τον Σεπτέμβριο του 2004 το ποσό των Λ.Κ.4.000. Έκτοτε και μέχρι σήμερα δεν του κατέβαλαν οποιοδήποτε άλλο ποσό και έτσι εξακολουθούν να του οφείλουν το υπόλοιπο ποσό δηλαδή Λ.Κ.19.000 πλέον οι τόκοι του, το οποίο και αξιώνει με την αγωγή του. Είναι γεγονός ότι ο ενάγοντας κατά την κατάθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου αναφερόταν σε σχέση με τις μηχανές ως ¨ οι μηχανές οι δικές μου¨, αυτό όμως σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να ερμηνευθεί, όπως ερμηνεύθηκε από τον συνήγορο Υπεράσπισης, ότι εννοούσε ότι οι μηχανές τύγχαναν συνεκμετάλλευσης μαζί με τους εναγόμενους ή την εταιρεία τους. Εξετάζοντας την μαρτυρία του κατά αντικειμενικό τρόπο, όπως αρμόζει σε αυτό το στάδιο, θα ήταν αυθαίρετο να εξαγόταν ως συμπέρασμα ότι είχε συμφωνήσει κάτι διαφορετικό από ό, τι περιέγραψε ο ίδιος ως τη συμφωνία τους την οποία κατέγραψα πιο πάνω. Σε καμιά περίπτωση ο ενάγοντας δεν ανέφερε ή άφησε να υπονοηθεί ότι η συμφωνία που είχε συνάψει με τους εναγόμενους αφορούσε συνεκμετάλλευση των εν λόγω μηχανών όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι και μάλιστα με εταιρεία τους. Δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ήλεγχε με οποιονδήποτε τρόπο αυτές τις μηχανές, ότι εισέπραττε κατά περιόδους εισόδημα από αυτές πλην της μιας εφάπαξ πληρωμής που παραδέχθηκε και η οποία έγινε, όπως ανέφερε, μετά από πολλές παραστάσεις του προς τους εναγόμενους. Ούτε τέλος η αναφορά πάνω το τιμολόγιο Τεκμήριο 1 των ονομάτων Σάββας Χαϊλής και σε παρένθεση Zorpas Video Games Ltd, προσδίδει οτιδήποτε που να αφορά το υπό εξέταση αίτημα. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ζήτησε να πάρει ξανά τη κατοχή τους πίσω αφού οι εναγόμενοι δεν συμμορφώνονταν με τα συμφωνηθέντα. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι αυτοί επιχείρησαν να του τις επιστρέψουν. Δεν φάνηκε πουθενά από την μαρτυρία ότι συνάπτοντας αυτή τη συμφωνία με τους εναγόμενους δεν διέθετε όλο τον χρόνο του στη διάθεση της Δημοκρατίας εφόσον με τη σύναψη απλώς και μόνο μιας συμφωνίας πώλησης κινητής του περιουσίας και μόνο από το γεγονός αυτό δεν μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ότι δεν διέθετε το χρόνο του στην υπηρεσία του όπως είχε υποχρέωση. Επομένως παραμένει ενώπιον του Δικαστηρίου η αναντίλεκτη μαρτυρία του ενάγοντος, μέχρι αυτή τη στιγμή, η οποία δεικνύει ότι υπήρξε μια μοναδική πράξη πώλησης εκ μέρους του προς τους εναγόμενους, νόμιμα αποκτηθείσας περιουσίας του η οποία όπως και να ειδωθεί δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί είτε ως επάγγελμα ή επιτήδευμα ή ότι συνάπτοντας μια τέτοια συμφωνία μπορεί να εκληφθεί ότι ασχολήθηκε ή μετείχε σε οποιαδήποτε εργασία ή επιχείρηση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, έχοντας υπόψη μου τις αρχές που ακολουθεί η νομολογία μας σε τέτοιας φύσης αιτήματα όπως αυτές έχουν καθιερωθεί και οι οποίες έχουν ως απώτερο σκοπό και στόχο την απονομή της δικαιοσύνης και όχι το αντίθετο, καταλήγω ότι με τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου μέχρι αυτή τη στιγμή, όπως τα εξέτασα και αντικρίζοντας τα κατά αντικειμενικό τρόπο, δεν μπορεί υπό οποιεσδήποτε συνθήκες να θεωρηθεί η συμφωνία που σύναψε κατ΄ ισχυρισμό του ο ενάγοντας με τους εναγόμενους ότι είναι άκυρη λόγω του ότι συνάφθηκε κατά παράβαση οποιουδήποτε νόμου και ειδικότερα αυτού του περί Αστυνομίας Νόμου (Ν. 73
(1)/2004). Ή ότι περαιτέρω αυτή η συμφωνία δεν είχε νόμιμο σκοπό και ότι ήταν παράνομη κατά παράβαση των διατάξεων του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 (Άρθρα 10 και 23). Κατά συνέπεια το αίτημα απορρίπτεται. Τα έξοδα που έχουν προκληθεί συνεπεία του αιτήματος θα επιβαρύνουν την πλευρά των εναγομένων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. (Υπογρ.)........ Χρ, Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο