← Κύπρος

HASSAN EL-AABDI κ.α. ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΟΥΤΣΟΦΤΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 489/06, 30 Μαρτίου, 2009

HASSAN EL-AABDI κ.α. ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΟΥΤΣΟΦΤΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 489/06, 30 Μαρτίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2009:A12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θωμά, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 489/06 Μεταξύ:

  1. HASSAN EL-AABDI,
  2. ANDROULLA HASSAN EL-AABDI, Εναγόντων και
  3. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΟΥΤΣΟΦΤΑ,
  4. ΜΑΡΙΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΟΥΤΣΟΦΤΑ, Εναγομένων Ημερομηνία: 30 Μαρτίου, 2009 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες: κος Κεφάλας Για τους εναγόμενους: κος Νικολάου Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες, με βάση το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο του πωλητήριου εγγράφου ημερ. 13/8/1993 (βλ. το τεκμήριο 1) συμφώνησαν όπως αγοράσουν από τους εναγόμενους και από δύο ακόμα πρόσωπα, τον Ανδρέα Αδάμου Ζακχαίου και την Στέλλα Ανδρέα Ζακχαίου ένα διαμέρισμα, το οποίο θα ανεγείρετο από τους πωλητές συμφώνως των επισυνημμένων στο πωλητήριο έγγραφο σχεδίων. Το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης των Λ.Κ.21.000 θα αποπληρώνετο με μηνιαίες πληρωμές των Λ.Κ.200 η πρώτη δόση πληρωτέα την 14η/8/1993 και ακολούθως την 14η κάθε επόμενου μήνα μέχρι τελείας εξοφλήσεως. Συμφώνως του όρου 4 του πωλητήριου εγγράφου οι αγοραστές θα αναλάμβαναν την κατοχή του διαμερίσματος περί την 30η/6/
  5. Αποτέλεσε κοινό έδαφος ότι το διαμέρισμα ουδέποτε παραδόθηκε στους ενάγοντες, ούτε μεταβιβάστηκε επ' ονόματι τους. Σε κάποιο στάδιο, πριν την αποπεράτωση της ανέγερσης του διαμερίσματος είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής εναντίον της περιουσίας του Ανδρέα Αδάμου Ζακχαίου και της Στέλλας Ανδρέα Ζακχαίου. Σε κατοπινό στάδιο, ολόκληρη η οικοδομή, στην οποία βρίσκεται και το διαμέρισμα μεταβιβάστηκε επ' ονόματι της εταιρείας Γ & Μ Κατσιάρης (Κτηματικές Επιχειρήσεις) Λτδ, αποκλειστικοί μέτοχοι της οποίας είναι οι εναγόμενοι, οι οποίοι είναι σύζυγοι. Οι ενάγοντες με την υπό εξέταση αγωγή τους αξιώνουν εναντίον των εναγομένων την επιστροφή των χρημάτων τα οποία πλήρωσαν έναντι του τιμήματος αγοράς του διαμερίσματος. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης τους το ποσό αυτό ανέρχεται στις Λ.Κ.6.
  6. Όμως κατά την ενώπιον του δικαστηρίου μαρτυρία της η ενάγουσα 2 μείωσε το ποσό αυτό στις Λ.Κ.5.
  7. Στην έκθεση απαίτησής τους ισχυρίζονται ότι μέχρι και τον Φεβρουάριο του 1996 κατέβαλλαν κανονικά τις οφειλόμενες δόσεις τους, όμως παρά τις οχλήσεις τους και /ή υποσχέσεις των εναγομένων το ακίνητο δεν επαραδίδετο ως η μεταξύ τους συμφωνία. Συνεπεία της παράβασης ουσιωδών όρων της ρηθείσας συμφωνίας εκ μέρους των εναγομένων, ήτοι της μη ολοκλήρωσης των εργασιών ανέγερσης και παράδοσης του διαμερίσματος κατά τον συμφωνηθέντα χρόνο, με επιστολή τους ημερ. 1/3/1996 πληροφόρησαν τους εναγόμενους ότι δεν θα πλήρωναν άλλα ποσά μέχρι να υπάρξει συμμόρφωση των εναγομένων με την συμφωνία. Οι εναγόμενοι μετά την ως άνω επιστολή δεν επέδειξαν κανένα ενδιαφέρον για την τήρηση της συμφωνίας ούτε και ανταποκρίθηκαν στις οχλήσεις των εναγόντων. Μετά την δικαιολογημένη υπαναχώρησή τους από την ρηθείσα συμφωνία αξίωσαν από τους εναγόμενους την επιστροφή των πληρωθέντων ποσών, όμως οι εναγόμενοι αρνήθηκαν να τους τα επιστρέψουν. Οι εναγόμενοι στο δικόγραφο της υπεράσπισής τους ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες ουδέποτε τους κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό ως δόση για την αγορά του ρηθέντος διαμερίσματος. Ισχυρίζονται επίσης ότι επανειλημμένα ζήτησαν από τους ενάγοντες να τηρήσουν τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας, πράγμα το οποίο αρνήθηκαν να πράξουν. Η μαρτυρία Η ενάγουσα 2 κατέθεσε ότι μετά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας πλήρωναν με το σύζυγο της Λ.Κ.200 μηνιαίως, οι οποίες κατατίθεντο στο λογαριασμό που διατηρούσε ο εναγόμενος 1 με την τράπεζα Κύπρου στο Λιοπέτρι. Συνολικά πλήρωσαν Λ.Κ.5.
  8. Το διαμέρισμα έπρεπε να τους είχε παραδοθεί μέχρι την 30ην/6/
  9. Επειδή δεν επικοινώνησε κανένας μαζί τους για να τους ενημερώσει εάν το διαμέρισμα ήταν έτοιμο, τηλεφώνησε σε κάποιο θείο της στο Λιοπέτρι ονόματι Άγγελο Νεοφύτου, ο οποίος την ενημέρωσε ότι το διαμέρισμα δεν είχε αποπερατωθεί. Κατόπιν αυτού τηλεφώνησε στον εναγόμενο 1, ο οποίος την ενημέρωσε ότι υπήρχαν κάποια προβλήματα με την ανέγερση του διαμερίσματος, όμως την καθησύχασε ότι το διαμέρισμα θα ήταν έτοιμο σε σύντομο χρονικό διάστημα. Μετά από αυτή την επικοινωνία συνέχισε να πληρώνει κανονικά τις μηνιαίες δόσεις για εξόφληση του τιμήματος πώλησης. Το Πάσχα του 1995 ήρθε στην Κύπρο και διαπίστωσε ότι είχε προχωρήσει η ανέγερση του διαμερίσματος. Συνέχισε να πληρώνει κανονικά τις μηνιαίες δόσεις. Περί το τέλος του ιδίου χρόνου ειδοποίησε και πάλι τον ως άνω θείο της για να εξετάσει τι γινόταν με το διαμέρισμα. Ο θείος της την ενημέρωσε ότι δεν προχώρησε η αποπεράτωση του διαμερίσματος. Κατόπιν αυτού τηλεφώνησε στον εναγόμενο 1 και του ανέφερε ότι θα ανέστελλε την πληρωμή των μηνιαίων δόσεων μέχρι να της παραδοθεί το κλειδί του διαμερίσματος, οπόταν και θα πλήρωνε τα υπόλοιπα χρήματα. Ο εναγόμενος 1 θύμωσε και της είπε να μιλήσει με τον δικηγόρο του. Περί τον Ιανουάριο του 1996 τηλεφώνησε στην τράπεζά της και έδωσε εντολή να σταματήσουν την πληρωμή των μηνιαίων δόσεων. Μεσολάβησε κάποια ασθένεια της και χρειάστηκε να νοσηλευτεί σε νοσοκομείο. Όταν εξήλθε από το νοσοκομείο έστειλε επιστολή μέσω του δικηγόρου της προς τον δικηγόρο του εναγόμενου 1 (βλ. το τεκμήριο 3). Μετά την ως άνω επιστολή έδωσε οδηγίες στο θείο της να της βρει κάποιο δικηγόρο για να αναλάβει την υπόθεση να πάρει πίσω τα χρήματα που πλήρωσε. Ο πρώτος δικηγόρος που ανέλαβε την υπόθεση της ήταν ο Νίκος Οικονόμου. Ο θείος της την είχε ενημερώσει ότι επήλθε συμφωνία μεταξύ του δικηγόρου της με τον δικηγόρο του εναγόμενου να της επιστρέψουν τα χρήματα της, πληρώνοντας της το ποσό των Λ.Κ.500 μηνιαίως. Μετά τον ως άνω διακανονισμό της τηλεφώνησε ο θείος της και της ανέφερε ότι ο δικηγόρος της είχε αποβιώσει. Δοκίμασε να βρει τις συμφωνίες που είχαν γίνει μέσω των δικηγόρων, όμως δεν βρήκε τίποτε στο γραφείο του δικηγόρου της. Αναγκάστηκε να διορίσει άλλο δικηγόρο, τον κο Ανδρέα Κουκούνη. Δυστυχώς όμως απεβίωσε και ο δεύτερος δικηγόρος της. Ακολούθως απευθύνθηκε στον νυν δικηγόρος της, ο οποίος πριν εγείρει την παρούσα αγωγή έστειλε προειδοποιητική επιστολή προς τους εναγόμενους (βλ. το τεκμήριο 2). Μέχρι στιγμής δεν της έχει πληρωθεί κανένα ποσό από τους εναγόμενους. Ο εναγόμενος 1 κατέθεσε ότι περί το 1989 αποφάσισε να συνεργαστεί με τον Ανδρέα και την Στέλλα Ζακχαίου. Κατόπιν αυτού αγόρασε το ακίνητο στο οποίο κτίστηκε η οικοδομή επί της οποίας βρίσκεται το επίδικο διαμέρισμα. Μετά την αγορά του ακινήτου έκαμε κάποιο συνεταιρισμό στον οποίο συμμετείχαν ο ίδιος, η σύζυγος του, ο Ανδρέας και η Στέλλα Ζακχαίου. Λόγω κάποιων προβλημάτων που υπήρχαν με τον Ανδρέα Ζακχαίου σταμάτησε η ανέγερση της οικοδομής. Στην πορεία ανακάλυψε ότι είχαν καταχωρηθεί αιτήσεις πτωχεύσεως εναντίον του Ανδρέα και της Στέλλας Ζακχαίου. Τελικά εκδόθηκαν διατάγματα πτωχεύσεως, πρώτα εναντίον του Ανδρέα Ζακχαίου και ακολούθως εναντίον της Στέλλας Ζακχαίου. Κατόπιν αυτού παγοποιήθηκε η ανέγερση της οικοδομής. Ο τραπεζικός λογαριασμός με αριθμό 0487-11-000340 ανοίχθηκε μετά την αγορά του ακινήτου στο οποίο ανεγέρθηκε το επίδικο διαμέρισμα. Στον λογαριασμό αυτό κατέθεσε τις Λ.Κ.50.000 που είχε δανειστεί από την τράπεζα Κύπρου. Ο λογαριασμός ήταν επ' ονόματι του συνεταιρισμού. Μετά την έκδοση των διαταγμάτων πτωχεύσεως εναντίον του Ανδρέα και της Στέλλας Ζακχαίου παγοποιήθηκε ο λογαριασμός αυτός. Όταν παγοποιήθηκε ο λογαριασμός τα χρήματα που υπήρχαν κατατεθειμένα σ' αυτόν κατασχέθηκαν από την τράπεζα. Από τότε δεν κινήθηκε ξανά ο λογαριασμός. Τον λογαριασμό αυτό διαχειριζόταν και έλεγχε ο Ανδρέας Ζακχαίου. Δεν γνωρίζει πόσα χρήματα κατέθεσαν οι ενάγοντες στον λογαριασμό αυτό. Ο ίδιος δεν οικειοποιήθηκε οποιαδήποτε χρήματα από τον λογαριασμό. Οι ενάγοντες από της υπογραφής της μεταξύ τους συμφωνίας δεν του είχαν αναφέρει οτιδήποτε για το διαμέρισμα. Μετά την υπογραφή της μεταξύ τους συμφωνίας είχε δει την ενάγουσα 2 για πρώτη φορά στο δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Περί το 1996-97 δημιουργήθηκε η εταιρεία Γ & Μ Κατσιάρης (Κτηματικές Επιχειρήσεις) Λτδ η οποία ανέλαβε την αποπεράτωση της οικοδομής στην οποία βρίσκεται το διαμέρισμα που αγόρασαν οι ενάγοντες. Η οικοδομή αυτή μεταβιβάστηκε επ' ονόματι της ως άνω εταιρείας. Κατά την αντεξέτασή του διευκρίνισε ότι ο ως άνω λογαριασμός ήταν επ' ονόματι του με εγγυητές του τους Ανδρέα Ζακχαίου, Στέλλα Ζακχαίου και την εναγομένη
  10. Μετά την παγοποίηση του λογαριασμού η τράπεζα είχε ειδοποιήσει όσους έμβαζαν χρήματα στον λογαριασμό να σταματήσουν τα εμβάσματα επειδή υπήρχε κίνδυνος να παγοποιηθούν τα χρήματά τους. Μεταξύ των προσώπων που ειδοποιήθηκαν από την τράπεζα ήταν και οι ενάγοντες. Για την πλευρά των εναγόντων κατέθεσε και η Άντρη Ζαντή, υπεύθυνη του καταστήματος της Τράπεζας Κύπρου στο Λιοπέτρι. Η μάρτυρας παρουσίασε στο Δικαστήριο σειρά χρεωπιστωτικών σημειώσεων της περιόδου 1993-1995 (βλέπε τα τεκμήρια 4,4Α, 5 -12, 12Α, 13, 14, 14Α και 15). Οι σημειώσεις αυτές αφορούν χρεώσεις των λογαριασμών υπ΄ αριθμό 487-41-000620 και 487-06-000081 τους οποίους διατηρούσαν οι ενάγοντες με το ως άνω κατάστημα κατά την επίδικη περίοδο και πιστώσεις του λογαριασμού του εναγόμενου 1 με αριθμό 00487-11-
  11. Λόγω της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος ορισμένα στοιχεία από την κίνηση των ως άνω λογαριασμών δεν κατέστη δυνατό να ανευρεθούν. Κατά την αντεξέτασή της διευκρίνισε ότι κατά την περίοδο που αφορά η παρούσα υπόθεση δεν εργαζόταν στο κατάστημα Λιοπετρίου. Αξιολόγηση - ευρήματα Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Η ενάγουσα άφησε εξαίρετη εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Απάντησε σε οτιδήποτε της ζητήθηκε με ευθύτητα, λιτότητα, σταθερότητα, χωρίς δισταγμούς και αμφιταλαντεύσεις. Πέραν της εξαίρετης εντύπωσης που άφησε ως μάρτυρας, η εκδοχή της διέθετε συνοχή, πειστικότητα, λογικότητα. Έδωσε πειστικές επεξηγήσεις, χωρίς να αφήσει κανένα σημείο της εκδοχής της ασαφές ή αδιευκρίνιστο. Ειδικώτερον, επεξήγησε κατά τρόπο πειστικότατο τους λόγους για τους οποίους καθυστέρησε να εγείρει την παρούσα αγωγή. Η αντεξέταση στην οποία υπεβλήθη δεν κατόρθωσε να δημιουργήσει οποιεσδήποτε αμφιβολίες στο δικαστήριο σε σχέση με το αξιόπιστο της εκδοχής της. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρω ότι η θέση της ότι το επίδικο διαμέρισμα ουδέποτε της είχε παραδοθεί υπήρξε κοινό έδαφος. Από την μαρτυρία της ενάγουσας 2 προκύπτει ότι οι συμφωνηθείσες μηνιαίες δόσεις των Λ.Κ.200 δεν πληρώνονταν απευθείας από τους ενάγοντες. Η πληρωμή γινόταν από την τράπεζα Κύπρου, κατάστημα Λιοπετρίου, στο οποίο διατηρούσαν λογαριασμούς τόσο η ενάγουσα 2, όσο και ο εναγόμενος
  12. Για να αποδείξουν την μεταφορά χρημάτων από τους λογαριασμούς της ενάγουσας 2 στον λογαριασμό του εναγομένου 1, οι ενάγοντες παρουσίασαν την μαρτυρία της υπεύθυνης του καταστήματος της τράπεζας Κύπρου στο Λιοπέτρι (ΜΕ1). Η αξιοπιστία της ΜΕ1 ουδόλως αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Η μάρτυρας κρίνεται από το δικαστήριο ως αντικειμενική, αμερόληπτη, ανεξάρτητη. Όπως έχω ήδη αναφέρει η ΜΕ1 κατέθεσε αντίγραφα των εντύπων με βάση τα οποία γινόταν ανάληψη από τους λογαριασμούς της ενάγουσας 2 υπ' αριθμό 0487-41-000620 και 0487-06-000081 με αντίστοιχη χρέωση των λογαριασμών αυτών με τα εκάστοτε ποσά τα οποία λαμβάνονταν από αυτούς, με βάση εντολή που είχαν από τους ενάγοντες. Όπως επεξήγησε, τα έντυπα αυτά χρησιμοποιούνται από την τράπεζα για μεταφορά χρημάτων από ένα λογαριασμό σε άλλο ή για ανάληψη χρημάτων (βλέπε τα τεκμήρια 4, 4Α, 5 - 11, 12, 12Α, 13, 14, 14Α και 15). Μετά από προσεκτική εξέταση των ως άνω τεκμηρίων έχω ικανοποιηθεί ότι όλα τα ποσά τα οποία περιγράφονται στην κάθε χρεωστική σημείωση (βλ. τα τεκμήρια 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14 και 15) είχαν αναληφθεί από τους ως άνω περιγραφόμενους λογαριασμούς της ενάγουσας
  13. Αποδέχομαι ότι τα ως άνω αναφερόμενα τεκμήρια αποτελούν αποδείξεις χρέωσης των ως άνω λογαριασμών της ενάγουσας 2 για τα αντίστοιχα ποσά, τα οποία αναφέρονται στην κάθε απόδειξη. Υπό κανονικές συνθήκες για την κάθε ανάληψη και αντίστοιχη χρέωση των ως άνω λογαριασμών θα έπρεπε να υπάρχει και η αντίστοιχη πίστωση του λογαριασμού του εναγόμενου 1 υπ' αριθμό 0487-11-000340 εις τρόπο ώστε να αποδεικνύετο η μεταφορά των ποσών τα οποία λαμβάνονταν από τους λογαριασμούς της ενάγουσας
  14. Δυστυχώς όμως δεν παρουσιάστηκαν πλήρη στοιχεία για την μεταφορά όλων των ποσών τα οποία περιγράφονται στην κάθε χρεωστική απόδειξη. Για ένα μεγάλο μέρος των ως άνω χρεώσεων παρουσιάστηκαν από την ΜΕ1 επαρκή στοιχεία, τα οποία δεν μου έχουν αφήσει καμιά αμφιβολία ότι τα ποσά που αναλήφθηκαν από τους λογαριασμούς της ενάγουσας 2 μεταφέρθηκαν στον ως άνω περιγραφόμενο λογαριασμό του εναγόμενου και πιστώθηκαν στο λογαριασμό αυτό. Πρόκειται για τα τεκμήρια υπ' αριθμό 4Α,5, 6, 8, 9, 12Α, 13, 14Α και 15). Με βάση τα υπό αναφορά τεκμήρια αποδέχομαι ότι στον ως άνω περιγραφόμενο λογαριασμό του εναγόμενου 1 μεταφέρθηκε από τους 2 λογαριασμούς της ενάγουσας 2 που περιγράφονται πιο πάνω το συνολικό ποσό των Λ.Κ.3.196.
  15. Όσον αφορά τα τεκμήρια υπ' αριθμό 7, 10, και 11 έχω να αναφέρω ότι από το περιεχόμενο των ως άνω τεκμηρίων δεν προκύπτει ότι τα ποσά που περιγράφονται σ' αυτά μεταφέρθηκαν στον ως άνω αναφερόμενο λογαριασμό του εναγόμενου
  16. Δυστυχώς, τα στοιχεία τα οποία υπάρχουν επ' αυτών είναι ελλιπή σε βαθμό που δεν θα μπορούσαν να με οδηγήσουν με ασφάλεια σε εύρημα ότι τα ποσά τα οποία αναφέρονται σ' αυτά πιστώθηκαν στο λογαριασμό του εναγόμενου 1 υπ' αριθμό 0487-11-
  17. Ειδικά, τα τεκμήρια 10 και 11 δεν κάμνουν καμία αναφορά για το που κατέληξαν τα χρήματα που αναφέρονται σ' αυτά. Το τεκμήριο 10 αναφέρει απλά "ως εντολή πελάτη". Η ως άνω φράση δεν θα μπορούσε κατά την άποψη μου να θεωρηθεί ασφαλές υπόβαθρο για να καταλήξω σε εύρημα ότι μεταφέρθηκαν στο λογαριασμό του εναγομένου
  18. Όσον αφορά το τεκμήριο 7, γίνεται σ' αυτό μια γενική αναφορά ότι μεταφέρθηκαν στο λογαριασμό του Γ. Κουτσόφτα, χωρίς όμως να δίνονται οποιαδήποτε άλλα στοιχεία για τον αριθμό λογαριασμού στον οποίο μεταφέρθηκαν. Με βάση τα όσα αναφέρω αμέσως πιο πάνω καταλήγω ότι στα τεκμήρια 7, 10 και 11 δεν θα μπορούσε να δοθεί καμιά βαρύτητα από το δικαστήριο. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφέρω ότι τα ποσά που περιγράφονται στα τεκμήρια 7, 10 και 11 συμποσούνται σε Λ.Κ.1.197,
  19. Σε αντίθεση με τους μάρτυρες της πλευράς των εναγόντων ο εναγόμενος 1 άφησε πενιχρή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Η εκδοχή του κάθε άλλο παρά πειστική θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Μοναδική του προσπάθεια ήταν να υποβαθμίσει τη συμμετοχή του στη διακίνηση του λογαριασμού υπ' αριθμό 0487-11-000340 ισχυριζόμενος ότι ο ίδιος δεν είχε γνώση των κινήσεων του λογαριασμού αυτού επειδή τον "κατεύθυνε" o Ανδρέας Ζακχαίος. Αν ο ισχυρισμός αυτός ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα λογικά θα ανέμενα ότι θα παρουσίαζε την γραπτή εξουσιοδότηση προς τον Ανδρέα Ζακχαίο με την οποία του είχε παραχωρήσει το δικαίωμα να χειρίζεται τον ως άνω λογαριασμό. Ας σημειωθεί ότι, όπως ο ίδιος δέχθηκε κατά την αντεξέτασή του ο λογαριασμός αυτός ήταν επ' ονόματι του. Η παράλειψη του να παρουσιάσει τη σχετική εξουσιοδότηση άφησε τον ως άνω ισχυρισμός του παντελώς ατεκμηρίωτο. Το ίδιο ατεκμηρίωτοι παρέμειναν και οι ισχυρισμοί του ότι ο λογαριασμός παγοποιήθηκε περί το 1993-94, ότι πριν την παγοποίηση του η τράπεζα είχε ενημερώσει τους ενάγοντες να μην εμβάζουν χρήματα σ' αυτόν επειδή υπήρχε ο κίνδυνος παγοποίησης του και ότι τελικά τα χρήματα που υπήρχαν κατατεθειμένα σ' αυτόν κατέληξαν στα χέρια της τράπεζας. Λογικά θα ανέμενα ότι αυτοί οι τόσο σημαντικοί ισχυρισμοί θα τεκμηριώνονταν με το κατάλληλο μαρτυρικό υλικό. Για όλους τους λόγους που έχω επεξηγήσει αμέσως πιο πάνω απορρίπτω την εκδοχή του εναγόμενου
  20. Νομική πτυχή Οι ενάγοντες στην έκθεση απαίτησης τους αξιώνουν την επιστροφή των ποσών τα οποία πλήρωσαν με βάση τους όρους της επίδικης συμφωνίας- τεκμήριο
  21. Αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου ότι οι ενάγοντες, βάσει του όρου 2 της επίδικης συμφωνίας πλήρωσαν τμηματικά το ποσό των Λ.Κ.3.196,50 το οποίο αποδέχομαι ότι αποτελεί μέρος του συνολικού τιμήματος πώλησης του διαμερίσματος, το οποίο περιγράφεται λεπτομερώς στην υπό αναφορά συμφωνία. Το ποσό αυτό μεταφέρθηκε σταδιακά από τους λογαριασμούς της ενάγουσας 2 υπ' αριθμό 0487-41-000620 και 0487-06-000081, τους οποίους διατηρούσε με την τράπεζα Κύπρου κατάστημα Λιοπετρίου, στο λογαριασμό του εναγόμενου 1 υπ' αριθμό 0487-11-000340 τον οποίο διατηρούσε με το ίδιο κατάστημα. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υπενθυμίσω ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία της ενάγουσας το συγκεκριμένο αριθμό λογαριασμού, της τον είχε δώσει ο ίδιος ο εναγόμενος
  22. Το δικαστήριο έχει ήδη απορρίψει τις θέσεις του εναγόμενου 1 ότι δεν διαχειριζόταν ο ίδιος τον ως άνω λογαριασμό με αποτέλεσμα να μην έχει γνώση των κινήσεων του λογαριασμού και ότι όλα τα χρήματα που ήταν κατατεθειμένα σ΄ αυτόν κατέληξαν τελικά στα χέρια της τράπεζας. Απορρίπτω επίσης την θέση του ότι ο ίδιος δεν «οικειοποιήθηκε» οποιαδήποτε χρήματα από τον λογαριασμό. Από την στιγμή που ο λογαριασμός ήταν επ΄ ονόματι του δεν ετίθετο θέμα «οικειοποίησης» οποιουδήποτε ποσού που ήταν κατατεθειμένο στο λογαριασμό του. Έχοντας απορρίψει τις ως άνω θέσεις του εναγόμενου 1 καταλήγω σε εύρημα ότι το ποσό των Λ.Κ.3.196,50 το οποίο κατατέθηκε στον ως άνω λογαριασμό του κατόπιν οδηγιών των εναγόντων περιήλθε στην κατοχή του Εναγόμενου
  23. Οι ενάγοντες δεν συνέχισαν την πληρωμή των συμφωνηθεισών δόσεων μέχρι να εξοφληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης των Λ.Κ.21.000, όπως προέβλεπε η επίδικη συμφωνία. Με επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 1/3/96 (βλ. το τεκμήριο 3) πληροφόρησαν τον δικηγόρο των εναγομένων ότι είχαν δώσει οδηγίες στην τράπεζα τους να αναστείλει το έμβασμα της μηνιαίας δόσης στο λογαριασμό του εναγόμενου 1 μέχρι την αποπεράτωση και παράδοση προς αυτούς του επίδικου διαμερίσματος. Με βάση τον όρο 5 της επίδικης συμφωνίας το διαμέρισμα θα έπρεπε να είχε παραδοθεί στους εναγόντες περί την 30ην/6/
  24. Αξίζει να αναφέρω ότι στον ίδιο όρο γίνεται αναφορά σε λογική καθυστέρηση στην παράδοση του διαμερίσματος, όμως οι εναγόμενοι στην υπεράσπιση τους δεν πρόβαλαν κανένα ισχυρισμό περί λογικής ή δικαιολογημένης καθυστέρησης. Οι εναγόμενοι δεν αντέδρασαν στην ως άνω επιστολή των εναγόντων. Στο σημείο αυτό αξίζει να τονίσω ότι ο ίδιος ο εναγόμενος 1 στην ενώπιον του δικαστηρίου μαρτυρία του παραδέχτηκε ότι λόγω κάποιων προβλημάτων που υπήρχαν με τον έτερο εκ των πωλητών Ανδρέα Ζακχαίο κατέστη αδύνατη η συνέχιση και αποπεράτωση του διαμερίσματος. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ολόκληρο το οικοδομικό έργο είχε "παγοποιηθεί". Από τα όσα αναφέρω αμέσως πιο πάνω καθίσταται φανερό ότι οι εναγόμενοι ως οι δύο εκ των πωλητών του επίδικου διαμερίσματος παρέλειψαν να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις προς τους εναγόντες. Ας σημειωθεί ότι σύμφωνα με την ενώπιον μου αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, εναντίον των άλλων 2 πωλητών, του Ανδρέα και της Στέλλας Ζατκαίου είχαν εκδοθεί διατάγματα παραλαβής και κατόπιν διατάγματα πτώχευσης. Οι εναγόμενοι, σύμφωνα με την παραδοχή του εναγόμενου 1 όχι μόνο δεν προχώρησαν στην αποπεράτωση και παράδοση του διαμερίσματος στους ενάγοντες, αλλά σε κάποιο στάδιο, μετά την πτώχευση των άλλων 2 πωλητών προχώρησαν στην μεταβίβαση ολόκληρου του οικοδομικού έργου, στο οποίο ευρίσκεται και το επίδικο διαμέρισμα επ' ονόματι οικογενειακής τους εταιρείας, της Γ & Μ Κατσιάρης (Κτηματικές Επιχειρήσεις) Λτδ της οποίας ήταν οι αποκλειστικοί μέτοχοι. Τονίζω επίσης ότι η εταιρεία αυτή ανέλαβε την αποπεράτωση ολόκληρης της οικοδομής, στην οποία βρίσκεται και το επίδικο διαμέρισμα. Η ως άνω συμπεριφορά των εναγομένων είχε ως αποτέλεσμα τη ματαίωση της υλοποίησης της επίδικης συμφωνίας, υπαιτιότητι των εναγομένων. Έχοντας κατά νου τα όσα αναφέρω αμέσως πιο πάνω καταλήγω ότι η ενέργεια των εναγόντων να αναστείλουν την πληρωμή των μηνιαίων τους δόσεων ήταν πλήρως δικαιολογημένη υπό τις περιστάσεις. Εν πάση περιπτώσει εάν οι εναγόμενοι θεωρούσαν ότι η ως άνω συμπεριφορά των εναγόντων αποτελούσε παράβαση ουσιώδους όρου της μεταξύ τους συμφωνίας, θα μπορούσαν να είχαν τερματίσει την συμφωνία υπαιτιότητι των εναγόντων. Όπως όμως έχω αναφέρει, δεν αντέδρασαν στην διακοπή της πληρωμής της μηνιαίας δόσης από τους ενάγοντες. Είναι λοιπόν φανερό ότι οι ενάγοντες δικαιούνται να αξιώσουν από τους εναγόμενους τα ποσά τα οποία κατέβαλαν προς αυτούς ως μέρος του τιμήματος πώλησης του επίδικου διαμερίσματος. Τα ποσά αυτά συμφώνως των ευρημάτων μου ανέρχονται στις Λ.Κ.3.196,
  25. Οι ενάγοντες στην έκθεση απαίτησης τους αξιώνουν επίσης γενικές, νόμιμες και τιμωριτικές αποζημιώσεις για υπαίτια παράβαση συμφωνίας. Θεωρώ όμως ότι οι αξιώσεις αυτές έχουν εγκαταλειφθεί για το λόγο ότι δεν έχει γίνει καμιά αναφορά σ' αυτές από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόντων κατά την ενώπιον του δικαστηρίου αγόρευση του. Εν πάση περιπτώσει όσον αφορά τις τιμωριτικές αποζημιώσεις αυτό το οποίο θα ήθελα να αναφέρω είναι ότι με βάση τη νομολογία οι αποζημιώσεις αυτές επιδικάζονται μόνο στις περιπτώσεις αστικών αδικημάτων και όχι σε σχέση με παράβαση σύμβασης (βλ. Λάρκου ν. Κλεάνθους

(1999)1 ΑΑΔ 1792). Κατάληξη μου είναι ότι οι ενάγοντες δικαιούνται σε απόφαση εναντίον των εναγομένων για το ποσό των Λ.Κ.3.196,50 (€5.461,54). Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Εκδίδεται απόφαση προς όφελος των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και /ή κεχωρισμένα για το ποσό των Λ.Κ.3.196,50 (€5.461,54) πλέον νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) .............. Θ. Θωμά, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.