ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΘΕΩΡΗ και ΕΥΟΥΛΑ Α.ΘΕΩΡΗ ν. ΑΔΑΜΟΣ ΜΑΝΩΛΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αρ. Αγωγής:150/ 07, 31 Μαρτίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2009:A13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:150/ 07 Μεταξύ: ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΘΕΩΡΗ και ΕΥΟΥΛΑ Α.ΘΕΩΡΗ ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Ανδρέα Γ. Θεωρή Εναγόντων και ΑΔΑΜΟΣ ΜΑΝΩΛΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Εναγόμενου __________ Ημερομηνία: 31 Μαρτίου, 2009 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες: κ. Ν. Νικολάου Για τον εναγόμενο: κ. Γ. Μιντής ΑΠΟΦΑΣΗ ΟΙ ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ: Οι ενάγοντες υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Ανδρέα Γ. Θεωρή (στο εξής ο Θεωρή), αξιώνουν εναντίον του εναγομένου το ποσό των Λ.Κ.15.000,00 δυνάμει δανείου παραχωρηθέντος κατά ή περί τον Ιανουάριο του 1994 από τον αποβιώσαντα προς τον εναγόμενο ή δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού πλέον νόμιμο τόκο από 13.01.1994 επί ποσού Λ.Κ.5.000,00 και από 18.01.1994 επί ποσού Λ.Κ.10.000.
- Είναι ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι κατά ή περί τον Ιανουάριο του 1994 στο Λιοπέτρι, κατόπιν παρακλήσεως του εναγομένου ο Θεωρή, παραχώρησε στον εναγόμενο δάνειο για το ποσό των Λ.Κ.15.000,00, ο δε εναγόμενος ανέλαβε να το εξοφλήσει και να επιστρέψει το ρηθέν ποσό στον Θεωρή εντός 6 μηνών ή και σε πρώτη ζήτηση και σε κάθε περίπτωση όχι αργότερα από την 30.06.
- Η καταβολή του πιο πάνω ποσού έγινε με δύο επιταγές οι οποίες εκδόθηκαν επ΄ονόματι του εναγομένου από τον Θεορή. Η μια με ημερομηνία εκδόσεως της την 13.01.1994 αφορά το ποσό των Λ.Κ.5.000,00 και η άλλη με ημερομηνία εκδόσεως της την 18.01.1994 αφορά το ποσό των Λ.Κ.10.
- Οι επιταγές εξαργυρώθηκαν και εισπράχθηκαν από τον εναγόμενο. Ήταν ρητός ή και εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας ότι τα πιο πάνω ποσά θα έφεραν νόμιμο τόκο αντίστοιχα από 13.01.1994 και 18.01.1994 στην περίπτωση που αυτά θα καθίσταντο απαιτητά και ληξιπρόθεσμα. Τα πιο πάνω ποσά δεν πληρώθηκαν ούτε όταν αυτά κατέστησαν απαιτητά και ληξιπρόθεσμα ούτε και μέχρι σήμερα παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις τόσο του Θεωρή πριν αυτός αποβιώσει όσο και αργότερα των διαχειριστών της περιουσίας του παρά τις περί αντιθέτου διαβεβαιώσεις του εναγομένου. Με την υπεράσπιση του ο εναγόμενος παραδέχεται τον ισχυρισμό περί παροχής του πιο πάνω δανείου και του τρόπου παροχής του. Αρνείται όμως κατηγορηματικά ότι συμφωνήθηκε και/ ή αφέθηκε να νοηθεί ότι θα υπήρχε οποιοδήποτε ποσοστό τόκου επί των ποσών που είχε δανειστεί, καλεί δε τους ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη αυτού του ισχυρισμού τους. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι το ποσό που δανείσθηκε από τον Θεωρή του το εξόφλησε τόσο με επιταγή όσο και με μετρητά σε διάφορες ημερομηνίες κατά τη διάρκεια του 1994 και τις αρχές του
- Λόγω του χρόνου όμως που έχει περάσει από τότε έχει χάσει τις οποιεσδήποτε αποδείξεις και/ ή έγγραφα που αφορούσαν τις δοσοληψίες του με τον ανωτέρω αποβιώσαντα και οι οποίες αφορούν την αξίωση που προβάλλεται με τη παρούσα αγωγή και για τούτο καλεί τους ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι ο Θεωρή τον είχε συναντήσει αρκετές φορές πριν από τον θάνατο του και ποτέ δεν τον ενόχλησε ή του ανέφερε οτιδήποτε για οποιοδήποτε χρέος που είχε προς αυτόν. Παραδέχεται όμως ότι μετά τον θάνατο του ένας από τους διαχειριστές της περιουσίας του, του ανέφερε για το δήθεν χρέος του και αυτός αρνήθηκε αμέσως ότι εξακολουθούσε να χρωστά οποιοδήποτε ποσό. Καταλογίζει στους ενάγοντες κακοπιστία εφόσον εκμεταλλεύονται το μεγάλο χρονικό διάστημα που έχει περάσει προς όφελος τους. Για όλους αυτούς του λόγους ζητά όπως απορριφθεί η αγωγή ως νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και ενοχλητική με έξοδα σε βάρος των εναγόντων. Με την απάντηση τους στην υπεράσπιση οι ενάγοντες απορρίπτουν τον ισχυρισμό του εναγομένου ότι κατέβαλε οποτεδήποτε στον αποβιώσαντα οποιοδήποτε ποσό έναντι του δανείου του και έτσι εξακολουθεί να οφείλεται ολόκληρο το ποσό που του δάνεισε ο αποβιώσας. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι τόσο ο αποβιώσας του ζητούσε τα χρήματα του πίσω, όσο αυτός ζούσε, όσο και οι ίδιοι μετά τον θάνατο του. Ο εναγόμενος όμως, επικαλούμενος τα οικονομικά του προβλήματα, ανέβαλλε την εξόφληση του ζητώντας πάντοτε από αυτούς πίστωση χρόνου. Η μαρτυρία εκ μέρους των εναγόντων: Για τους ενάγοντες κατέθεσαν τέσσερις μάρτυρες (Μ.Ε.) Η Εύα Θεωρή θυγατέρα του αποβιώσαντος και μια εκ των διαχειριστών της περιουσίας του ως Μ.Ε.1, ο Γεώργιος Θεωρή, γιος του αποβιώσαντος επίσης διαχειριστής της περιουσίας του ως Μ.Ε. 2, η ομοχώρια τους Ελένη Φλουρέντζου ως Μ.Ε.3 και ο σύζυγος της Φλουρέντζος Χαραλάμπους ως Μ.Ε.
- Για την υπεράσπιση κατέθεσε ο ίδιος ο εναγόμενος και κάλεσε ακόμα ένα μάρτυρα (Μ.Υ.) τον Αντώνη Καραμανλή. Η Μ.Ε. 1 Ευούλλα Α. Θεωρή ανέφερε ότι ο πατέρας της πέθανε στις 15.09.1998 και η ίδια μαζί με τον αδελφό της Γιώργο ανέλαβαν διαχειριστές της περιουσίας που κατέλειπε. Ανοίχθηκε η υπ΄ αριθμό 46/1999 διαχείριση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου και εκδόθηκε το διάταγμα διαχείρισης στις 2.08.2000 το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Σε κάποιο στάδιο, όπως ανέφερε, η διαχείριση αυτή έκλεισε και όταν με την πάροδο του χρόνου διαπίστωσαν ότι ο εναγόμενος δεν θα τους εξοφλούσε το ποσό του δανείου που του είχε δώσει ο Θεωρή όπως υποσχόταν, αποφάσισαν να επανανοίξουν την διαχείριση με σκοπό να διεκδικήσουν δικαστικά το λαβείν τους, όπως και έγινε. Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος ο πατέρας της, της είχε πει ότι θα δάνειζε τον εναγόμενο με το συγκεκριμένο ποσό το
- Αργότερα της είχε πει ότι του είχε δώσει προς αυτόν τον σκοπό δύο επιταγές η μια των Λ.Κ.5.000,00 και η άλλη των Λ.Κ.10.000,00 από δάνειο που είχε κάμει. Μάλιστα όταν του είχε δώσει την πρώτη επιταγή θυμόταν ότι ο πατέρας της είχε πει ότι ο εναγόμενος του είχε πει τη φράση: ¨τι να μου κάνουν αυτά μόνο δεν με φτάνουν¨. Γι΄αυτό τον λόγο, ο πατέρας της σύναψε δάνειο βάζοντας ως εγγύηση γραμμάτιο του και με εγγυητή τον εναγόμενο ο οποίος είχε υποσχεθεί ότι θα εξοφλούσε αυτός το δάνειο. Κατέθεσε ως Τεκμήρια 3 και 4 αντίστοιχα τις εν λόγω επιταγές. Επειδή ο εναγόμενος, όπως ήταν η συμφωνία τους, δεν είχε καταβάλει οποιοδήποτε ποσό έναντι αυτού του δανείου, όταν η συμφωνία δανείου με την τράπεζα τερματίστηκε, η τράπεζα πήρε τα χρήματα του γραμματίου του πατέρα της και εξόφλησε το δάνειο χρεώνοντας και Λ.Κ.2.500,00 περίπου ως τόκους. Ο πατέρας της δυσαρεστήθηκε με αυτή την πράξη της συγκεκριμένης τράπεζας και έκτοτε σταμάτησε τη συνεργασία του μαζί της. Αναγνώρισε δύο αποδείξεις της τράπεζας οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 5 και 6 με τις οποίες έγινε αυτή η διευθέτηση της εξόφλησης του δανείου και των τόκων του με την εξαργύρωση του γραμματίου του Θεωρή στις 13.09.
- Ως τεκμήριο 7 κατέθεσε κατάσταση λογαριασμού του εν λόγω δανείου με ημερομηνία 13.09.2006 την ημέρα δηλαδή που εξοφλήθηκε και το οποίο έδειχνε υπόλοιπο Λ.Κ.12.530,82σ. Παρόλο ότι έκτοτε είχαν παρέλθει δύο χρόνια μέχρι τον θάνατο του πατέρα της εντούτοις ο εναγόμενος δεν του πλήρωσε τίποτε έναντι των πιο πάνω δανεικών που του έδωσε και προς τούτο ο πατέρας της εξέφραζε τακτικά προς την ίδια το παράπονο του για το γεγονός αυτό. Μετά το θάνατο του πατέρα της όταν άρχισαν να διευθετούν την κληρονομική περιουσία τους, ο αδελφός της Γιώργος και η μητέρα τους επισκέφθηκαν τον εναγόμενο για να του ζητήσουν να τους δώσει τα χρήματα που του δάνεισε ο αποβιώσας. Όταν μετά το θάνατο του πατέρα τους, εν πρώτοις ο αδελφός της Γιώργος επισκέφτηκε τον εναγόμενο, εκπροσωπώντας την οικογένεια, ο εναγόμενος δεν αρνήθηκε ότι τους χρωστούσε ως κληρονόμους του αποβιώσαντος αλλά τους ζήτησε πίστωση χρόνου. Από ότι τους είπε ο αδελφός της ο εναγόμενος του είχε πει ότι παραδεχόταν ότι χρωστούσε στον ίδιο επειδή πήγε μόνος του να του ζητήσει τα χρήματα και πως εάν πήγαινε με κάποιο τρίτο πρόσωπο θα αρνιόταν ότι χρωστούσε. Δεν γνώριζε πόσες φορές επισκέφθηκε ο αδελφός της τον εναγόμενο προς αυτόν τον σκοπό αλλά γνώριζε ότι ο εναγόμενος ζητούσε πάντοτε πίστωση χρόνου και αυτός ήταν ο λόγος που παρήλθε τόσος χρόνος για να εγείρουν την αγωγή τους μόλις τον Μάρτιο του
- Είναι ανθρώπινο, πρόσθεσε, όταν κάποιος έχει οικονομικές δυσκολίες να του παρέχεις τον χρόνο και την ευκαιρία που ζητά για να σε εξοφλήσει. Όταν πλέον αντιλήφθηκαν ότι δεν θα τους πλήρωνε κανένα ποσό αναγκάστηκαν να εγείρουν τη παρούσα αγωγή. Ο πατέρας της ο οποίος πέθανε ξαφνικά και στον ύπνο του, όσο ζούσε το έλεγε και σε τρίτους πέραν των μελών της οικογένειας του ότι ο εναγόμενος του όφειλε τα χρήματα που τον είχε δανείσει. Θυμόταν μάλιστα ότι σε κάποια συνεστίαση που βρέθηκαν την παραμονή του θανάτου του ότι και πάλι είχε κάμει λόγο για αυτό το ζήτημα στη παρουσία ξένων προσώπων. Στην αντεξέταση της ανέφερε ότι γνώριζε από το 1994 ότι ο πατέρας της είχε δανείσει χρήματα στον εναγόμενο. Ο λόγος που δεν συμπεριέλαβαν το ποσό αυτό στην κληρονομική περιουσία ήταν ότι ο δικηγόρος της διαχείρισης είχε προσεγγίσει τον εναγόμενο και αυτός του αρνήθηκε ότι όφειλε οποιοδήποτε ποσό και έτσι τους συμβούλεψε ότι μόνον εάν θα έπαιρναν τα χρήματα από τον εναγόμενο του οποίου γνώριζε ότι η οικονομική κατάσταση δεν ήταν καλή, να τα δήλωναν για να συμπεριληφθούν στην κληρονομική περιουσία, διαφορετικά δεν υπήρχε λόγος. Αρνήθηκε σειρά υποβολών ότι όσα υποστηρίζει είναι εκ των υστέρων σκέψεις και ότι οι σχέσεις της όπως και του αδελφού της με τον πατέρα τους δεν ήταν καλές. Παραδέχθηκε ότι ο πατέρας της έκαμνε παρέα με τον εναγόμενο όμως μετά το 1996 όταν είχε εξοφληθεί το δάνειο που συνήψε προς όφελος του εναγομένου με το γραμμάτιο του, ψυχράθηκαν οι σχέσεις τους. Αρνήθηκε υποβολή ότι είναι το αντίθετο που συνέβαινε, αναφέροντας ότι ο εναγόμενος ούτε στη κηδεία του πατέρα της δεν ¨κόντεψε¨ όπως είπε, παρά μόνο πήγε στο κοιμητήριο. Ο λόγος που δεν έβαλε ο πατέρας της τον εναγόμενο να υπογράψει κάποιο έγγραφο ίσως ένα γραμμάτιο, ήταν ότι ήταν φίλοι και ο πατέρας τους είχε έμφυτο κάποιο εγωισμό. Όταν της υποβλήθηκε ότι το ποσό των Λ.Κ.5.000,00 στην ουσία δεν ήταν δάνειο αλλά εξαργύρωση κάποιας επιταγής και ο εναγόμενος του είχε δώσει αυτά τα χρήματα σε μετρητά, διερωτήθηκε πως και επανήλθε σε λίγες μέρες ο πατέρας της και του έδωσε άλλες Λ.Κ.10.000,00, επανέλαβε δε τη φράση που ο πατέρας της απέδωσε στον εναγόμενο όταν του έδωσε μόνο Λ.Κ.5.000,00 ότι δεν τον έφταναν για τίποτε. Όταν η συζήτηση περιστράφηκε γύρω από την αγορά ενός μεταχειρισμένου αυτοκινήτου από τον πατέρα της από την μάντρα μεταχειρισμένων αυτοκινήτων που διέθετε ο εναγόμενος, ανέφερε ότι ο πατέρας της δεν είχε ανάγκη, στην ηλικία που βρισκόταν, να αγοράσει και άλλο αυτοκίνητο εφόσον ήδη είχε 3 - 4 αυτοκίνητα. Παραδέχθηκε όμως ότι είχε γίνει από αυτόν κάποια σκέψη για να ικανοποιήσει εν μέρει το ποσό που του όφειλε ο εναγόμενος να πάρει κάποιο μεταχειρισμένο αυτοκίνητο από την μάντρα πώλησης μεταχειρισμένων αυτοκινήτων του, πράξη όμως που δεν προχώρησε. Ανέφερε περαιτέρω ότι προχώρησαν με την αγωγή τους καθώς δεν ήθελαν τα χρήματα του πατέρα τους να τα χαίρετε κάποιος ξένος και είναι από τους λόγους της καθυστέρησης της έγερσης της ήταν ότι περίμεναν να ορθοποδήσει ο εναγόμενος όπως τους υποσχόταν ο ίδιος και τελικά υπολογίζουν ότι συνέβηκε με την δραστηριοποίηση του στον οικοδομικό τομέα όπου σήμερα ακούγεται ότι προβαίνει σε αγοραπωλησίες ακινήτων. Ανέμεναν από τον εναγόμενο κάποια συγνώμη, την οποία μέχρι σήμερα δεν την έλαβαν και μάλιστα αυτός αρνείται και το χρέος του. Επέμενε ότι ο πατέρας της ενόσω ζούσε της εξέφραζε τα παράπονα του για τον εναγόμενο λέγοντας της ότι τον εκμεταλλεύτηκε παίρνοντας τα χρήματα του και δεν του τα επέστρεφε. Πέθανε μάλιστα σε σχετικά νεαρή ηλικία των 63 χρόνων έχοντας αυτό το μαράζι. Τέλος, αρνήθηκε σειρά υποβολών ότι η διεκδίκηση τόσο καθυστερημένα μέσω αυτής της αγωγής των αξιώσεων τους είναι εκ των υστέρων σκέψεις τους και γίνεται τόσο καθυστερημένα που είναι αδύνατο για τον εναγόμενο να βρει αποδείξεις για την εξόφληση του χρέους του. Ο πατέρας της, ανέφερε, ήταν περήφανος άνθρωπος και εγωιστής και ανέμενε πάντοτε από τον εναγόμενο να του εξοφλούσε τα χρήματα που τον δάνεισε. Η ίδια δεν ήξερε εάν ο πατέρας της όσο ζούσε ενοχλούσε τον εναγόμενο για την εξόφληση του δανείου. Ο Γεώργιος Α. Θεωρή κατέθεσε ως Μ.Ε.
- Είναι και αυτός γιος και διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Θεωρή. Γνωρίζει τον εναγόμενο πολλά χρόνια και γνωρίζει για το δάνειο που του έδωσε ο πατέρας του το οποίο όπως ήταν η συμφωνία τους θα έπρεπε να το ξοφλούσε σε σύντομο χρόνο. Αναφέρθηκε και αυτός στον τρόπο που δάνεισε το ποσό των Λ.Κ.15.000,00 ο πατέρας του τον εναγόμενο και κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 κατάσταση του λογαριασμού του πατέρα του που διατηρούσε στην Σ.Π.Ε. Λιοπετρίου στην οποία φαίνεται η έκδοση και εξαργύρωση της επιταγής (Τεκμήριο 3) για το ποσό των Λ.Κ.5.000,
- Ο πατέρας του, όπως ανέφερε, τον είχε ενημερώσει για την πρόθεση του να δανείσει τον εναγόμενο και αυτός προσπάθησε να τον αποτρέψει, γνωρίζοντας ότι η οικονομική κατάσταση του εναγομένου δεν ήταν καλή και υπήρχε κίνδυνος να χάσει τα χρήματα του. Παρόλα αυτά τον είχε δανείσει τα χρήματα χάριν της φιλίας τους, όπως τον πληροφόρησε μεταγενέστερα. Ενόσω ζούσε ο πατέρας του τον πληροφορούσε ότι ο εναγόμενος δεν τον εξοφλούσε και ότι του ζητούσε συνεχώς πίστωση χρόνου λέγοντας του μάλιστα τη φράση: ¨εάν είναι να τα θέλεις αύριο γιατί μου τα έδωσες σήμερα; ¨. Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε μέχρι και τον θάνατο του πατέρα του και κουβέντιαζε το ζήτημα με αυτόν. Θυμόταν και αυτός την σκέψη που είχε κάμει ο πατέρας του για να έπαιρνε κάποιο Jeep αυτοκίνητο από την μάντρα αυτοκινήτων του εναγόμενου αξίας περίπου Λ.Κ.20,000 έναντι του ποσού που του χρωστούσε και όταν τον ρώτησε τι το ήθελε τέτοιο αυτοκίνητο θυμόταν πως ο πατέρας του, του είπε χαρακτηριστικά τη φράση: ¨ήνταλως εν να φκάλω ρε, τα ριάλια μου άλλως πως ¨. Επανέλαβε και αυτός τα όσα τους συμβούλεψε ο δικηγόρος που ανέλαβε τη διαχείριση της περιουσίας του πατέρα του, ότι δηλαδή εάν κατάφερναν να εξασφαλίσουν τα χρήματα από τον εναγόμενο θα μπορούσαν να τα συμπεριλάμβαναν στην κληρονομική περιουσία. Επανέλαβε επίσης τι του είχε πει ο εναγόμενος όταν για πρώτη φορά πήγε να κουβεντιάσουν το ζήτημα μετά το θάνατο του πατέρα του, ότι δηλαδή παραδεχόταν το χρέος του εφόσον είχε πάει να τον δει μόνος, πράγμα που θα αρνιόταν να το κάμει αν είχε πάει με κάποιον άλλο. Του υποσχέθηκε μάλιστα ότι θα ξοφλούσε σιγά - σιγά το χρέος του προς την μητέρα του. Έδωσε πίστη σ΄αυτά που του είπε έχοντας υπόψη ότι υπήρξαν φίλοι με τον πατέρα του. Αντιλαμβάνονταν τότε τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε ο εναγόμενος γι΄αυτό και δεν τον πίεζαν. Επειδή με την πάροδο του χρόνου η μητέρα του ¨μουρμουρούσε¨, όπως είπε, για την μη εξόφληση του χρέους κάποια ημέρα την πήγε στο γραφείο του εναγόμενου στη Ξυλοφάγου όπου ο εναγόμενος και πάλι επανέλαβε την υπόσχεση του ότι θα την ξοφλούσε. Περνούσε ο καιρός και επειδή ο εναγόμενος δεν υλοποιούσε τις υποσχέσεις του αναγκάστηκαν να επανανοίξουν την διαχείριση και να κινήσουν αγωγή. Επανέλαβε όσα και η Μ.Ε. 1 για το πως έγινε το δάνειο από τον πατέρα τους και ότι γι΄αυτό καταβλήθηκε τόκος περίπου Λ.Κ.2.500,00 κατά την εξόφληση του. Οι σχέσεις του με τα υπόλοιπα αδέλφια του ήταν πάντοτε άριστες και μάλιστα συνέταιροι στις γεωργικές τους ασχολίες όπως ήταν και με τον πατέρα τους τα πιο παλιά χρόνια. Στην αντεξέταση του επανέλαβε ότι είχε μάθει για το δάνειο που έκαμε ο πατέρας του στον εναγόμενο όταν τον πληροφόρησε γι΄αυτό ο πατέρας του και αρνήθηκε υποβολή ότι είναι εκ των υστέρων που το πληροφορήθηκε και όσα ανέφερε είναι εκ των υστέρων σκέψεις. Το κυριότερο πρόβλημα του πατέρα του πριν πεθάνει, όπως ανέφερε, ήταν αυτό το δάνειο που είχε κάμει στον εναγόμενο. Παρόλο ότι ο πατέρας τους ήταν περήφανος άνθρωπος εντούτοις αυτό δεν τον εμπόδιζε από του να ζητά τα χρήματα του από τον εναγόμενο. Σε υποβολή ότι η αδελφή του είχε πει ότι η περηφάνια και ο εγωισμός του πατέρα της τον εμπόδιζε να ζητά τα χρήματα του από τον εναγόμενο, ανέφερε ότι δεν ξέρει τι γνώριζε η αδελφή του, αλλά ο ίδιος ήξερε ότι ο πατέρας του ζητούσε τα χρήματα του από τον εναγόμενο. Σε άλλη υποβολή ότι θα έπρεπε να είχαν συμπεριλάβει στην κληρονομική περιουσία του και αυτό το ποσό που αξιώνουν από τον εναγόμενο, ανέφερε ότι παρόλο ότι το είχαν αναφέρει στον δικηγόρο τους εντούτοις η νομική του συμβουλή ήταν εάν θα έπαιρναν καμιά φορά τα χρήματα αυτά θα μπορούσαν να τα συμπεριλάβουν στην κληρονομική περιουσία. Ο ίδιος δεν γνώριζε για οποιανδήποτε τέτοια νομική υποχρέωση τους εφόσον δεν είναι νομικός και ότι αυτόν το χειρισμό τους είχε εισηγηθεί ο δικηγόρος τους. Δεν προχώρησαν αμέσως με δικαστικά μέτρα εναντίον του εναγόμενου εφόσον κάθε φορά που τον ενοχλούσαν ¨έτρεχε μέλι¨, όπως χαρακτηριστικά είπε, από το στόμα του, και εξάλλου τον θεωρούσαν φίλο της οικογένειας τους εφόσον υπήρξε φίλος του αποβιώσαντος πατέρα τους, και δεν ήθελαν να καταλήξουν στα Δικαστήρια, γι΄αυτό και του παρείχαν πίστωση χρόνου. Επανέλαβε τα όσα ήδη ανέφερε στην κυρίως εξέταση του σε σχέση με το αυτοκίνητο, για το οποίο έγινε σκέψη από τον πατέρα του να πάρει από τον εναγόμενο με σκοπό να ικανοποιήσει μέρος της αξίωσης του για τα δανεικά που του είχε δώσει. Υπέθεσε ότι ο ξαφνικός θάνατος του πατέρα τους σε συνδυασμό με τη φιλία που τον συνέδεε με τον εναγόμενο ήταν οι λόγοι που δεν έγινε κάποιο έγγραφο για αυτό το δάνειο. Ανέφερε ότι ο εναγόμενος αν είχε επιστρέψει στον πατέρα του τα χρήματα αυτά κάπου θα τα έβρισκαν και κάπου θα φαίνονταν. Η Ελένη Φλουρέντζου παντρεμένη στο Λιοπέτρι εδώ και 30 χρόνια κατέθεσε ως Μ.Ε.
- Γνώριζε τον αποβιώσαντα Θεωρή καθώς ήταν πελάτης σε εστιατόριο που διατηρούν με τον σύζυγο της στο Λιοπέτρι. Τα πρώτα χρόνια που είχαν λειτουργήσει το εστιατόριο τους ήταν τακτικός θαμώνας τους αλλά τα τελευταία χρόνια πήγαινε μια - δυο φορές την βδομάδα. Σε ερώτηση εάν γνώριζε για το δάνειο που είχε κάμει ο αποβιώσας στον εναγόμενο ανέφερε ότι το γνώριζε όλο το χωριό. Όταν είχε μάθει ότι ο Θεωρή είχε δανείσει χρήματα τον εναγόμενο και όταν ο ίδιος της το επιβεβαίωσε, λέγοντας της ότι το έκαμε χάριν της φιλίας τους, θυμόταν ότι του είχε πει ότι δεν θα έπαιρνε ποτέ τα χρήματα του πίσω, έχοντας υπόψη της τη δική της εμπειρία με τον εναγόμενο από κάποια μεταξύ τους συναλλαγή που είχαν στο παρελθόν. Αφού είχαν περάσει κάπου 2 - 2 ½ χρόνια από τότε, ο ίδιος ο Θεωρή άνοιξε κουβέντα και της είχε πει ότι είχε δίκαιο όταν του έλεγε ότι δεν θα έπαιρνε τα χρήματα του πίσω. Θυμόταν μάλιστα ότι 2-3 ημέρες πριν πεθάνει και πάλι σε σχέση με το ίδια ζήτημα της είπε τη φράση: ¨αγκρίστηκε ο παρέας και δεν με σιαιρετά γιατί εζήτησα του τα¨. Έγινε αρκετή συζήτηση για τη δική της εμπειρία που είχε με τον εναγόμενο σε σχέση με κάποιο αυτοκίνητο και την οικονομική διαφορά που προέκυψε μεταξύ τους το 1992, καταλήγοντας να πει ότι αργότερα είχαν αποφασίσει με το σύζυγο της να σταματήσουν να ζητούν οτιδήποτε από αυτόν, να τα ξεχάσουν και προς τούτο τον συγχώρησαν. Μεγάλο μέρος της αντεξέτασης της, πέραν της επιμονής της για την αλήθεια των όσων ανέφερε για την επίδικη διαφορά, περιστράφηκε στην οικονομική διαφορά της δικής της οικογένειας με τον εναγόμενο, επαναλαμβάνοντας ότι δεν αξίωναν τίποτε πλέον από αυτόν μετά από τόσα χρόνια και αυτό το είχαν πάρει απόφαση προ πολλού. Αρνήθηκε υποβολή ότι η παρουσία της στο εδώλιο του μάρτυρα σ΄αυτήν την υπόθεση υποδηλώνει εμπάθεια και εκδικητικότητα εναντίον του εναγόμενου. Όταν της υποβλήθηκε ότι για τη δική της δοσοληψία υπογράφτηκε κάποιο γραμμάτιο εξόφλησης, προκάλεσε να παρουσιαστεί ένα τέτοιο έγγραφο εάν υπάρχει. Ούτε και νοιώθει κάποια εμπάθεια προς αυτόν γιατί έπαυσε να συχνάζει στο εστιατόριο τους. Δεν μπορούσε να γνωρίζει εάν ο μακαρίτης μαζί με τον εναγόμενο έτρωγαν και έπιναν σε άλλα εστιατόρια, γεγονός όμως ήταν ότι δεν σύχναζαν τα τελευταία χρόνια μαζί στο δικό της. Ο Φλουρέντζος Χαραλάμπους σύζυγος της προηγούμενης μάρτυρος κατέθεσε ως Μ.Υ.
- Ανέφερε ότι στις 26.01.2009 τον είχε επισκεφθεί στο καφενείο του ο εναγόμενος και κρατώντας ένα χαρτί τον ρώτησε εάν του όφειλε οτιδήποτε. Του απάντησε ότι του χρωστούσε αλλά τα ξέχασε γι΄αυτό του υπέγραψε το χαρτί που του παρουσίασε. Η απόφαση που είχε πάρει με τη γυναίκα του ήταν να ξεχάσουν το ποσό που τους χρωστούσε ο εναγόμενος από το 1992, και ότι δεν ήθελαν πλέον από αυτόν αυτά τα χρήματα. Στην αντεξέταση του κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9 ένα έγγραφο που φέρει ημερομηνία 26.01.2009 και τιτλοφορείται ως ¨Δήλωση¨ σύμφωνα με το οποίο δηλώνει ότι ο εναγόμενος τον έχει εξοφλήσει πλήρως για κάποιο αυτοκίνητο μάρκας ALPHA ROMEO και ένα συμβόλαιο στη Λαϊκή Τράπεζα από το 2000 και ότι σήμερα δεν έχουν μεταξύ τους καμιά εκκρεμότητα. Επανέλαβε τι είχαν αποφασίσει με τη σύζυγο του σε σχέση με την οικονομική τους διαφορά με τον εναγόμενο. Αυτό είχε πει και στον εναγόμενο όταν του παρουσίασε την πιο πάνω δήλωση να την υπογράψει: ¨Μου χρωστάς, του είπε, αλλά χαλάλι σου¨. Σε υποβολή ότι δεν του είχε πει κάτι τέτοιο, ανέφερε ότι του είπε ακόμα ότι δεν ήθελε να έχει πάρε δώσει μαζί του. Ανέφερε ότι δεν το ήξερε εκ των προτέρων ότι η σύζυγος του είχε παρουσιαστεί στο δικαστήριο για να καταθέσει γι΄αυτήν την υπόθεση. Ο ίδιος δεν είχε παρεξηγηθεί με τον εναγόμενο αλλά δεν ήξερε τα αισθήματα που είχε η σύζυγος του τότε. Τέλος, σε υποβολή ότι παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει για να μη προκληθεί πρόβλημα στην οικογένεια του, ανέφερε ότι ήρθε στο δικαστήριο για να πει την αλήθεια για ό,τι είχε συμβεί. Η Μαρτυρία εκ μέρους της Υπεράσπισης: Ο εναγόμενος ανέφερε ότι υπήρξαν οικογενειακοί φίλοι με τον αποβιώσαντα Θεωρή για 25 περίπου χρόνια, έβγαιναν έξω μαζί, έκαναν παρέα και δεχόταν τη συμβουλή του καθώς είχε περίπου την ηλικία του πατέρα του, ήταν όμως πραγματικοί φίλοι. Το 1994 η οικονομική του κατάσταση ήταν πολύ καλή και τότε έκτιζε κάποιο κτίριο στη πλατεία του Λιοπετρίου. Ο μακαρίτης ήταν καθημερινά μαζί του και έβλεπε την εξέλιξη της οικοδομής του. Όταν πλησίαζε η αποπεράτωση των οικοδομικών εργασιών και παρέμενε ο εξοπλισμός του υποστατικού, το οποίο προόριζε για επιχείρηση εστιατορίου, αντιμετώπιζε κάποια οικονομικά προβλήματα στην επιχείρηση μεταπώλησης αυτοκινήτων που διεξήγαγε τα οποία προκλήθηκαν συνεπεία των εγγυήσεων συμβολαίων ενοικιαγοράς για αυτοκίνητα που πωλούσε. Αναφέρθηκε σε κάποια συνομιλία που είχε με τον σύγαμπρο του στον οποίο εξέθεσε το πρόβλημα που αντιμετώπιζε με την αποπεράτωση του κτιρίου αλλά της οικονομικής του αδυναμίας να το εξοπλίσει. Τότε αυτός τον προέτρεψε να ζητήσει δανεικά από τον φίλο του τον Θεωρή μια και ήταν ¨φορτωμένος¨ με χρήματα, όπως του είπε. Ο ίδιος όμως στεναχωριόταν να το κάμει οπόταν κάποια ημέρα ο ίδιος ο μακαρίτης πήγε στο γραφείο του και του πρότεινε να του δώσει δανεικά. Του έδωσε μια επιταγή δική του για το ποσό των Λ.Κ.5.000,00 για την οποία όμως αμέσως μετά του έδωσε μετρητά. Στην ουσία του είχε εξαργυρώσει αυτή την επιταγή. Ακολούθως του είχε πει να του δώσει Λ.Κ.10.000,00 και προς τούτο πήγαν μαζί στη τράπεζα όπου και υπογράφτηκαν τα σχετικά έγγραφα για το δάνειο που σύναψε ο μακαρίτης το οποίο εγγυήθηκε ο ίδιος και το οποίο υποσχέθηκε να εξοφλήσει σε χρονική περίοδο 1 - 2 χρόνια. Κάποια ημέρα θυμόταν ότι του είχε δώσει μια επιταγή των Λ.Κ.1.000,00 το δε υπόλοιπο ποσό που του όφειλε του το έδιδε σε μετρητά. Παρά τις προσπάθειες του οι τραπεζίτες του δεν βρήκαν αυτή την επιταγή για να την παρουσιάσει στο δικαστήριο. Όταν προς εξόφληση του δανείου έδιδε στον Θεωρή μετρητά κατά τα έτη 1994 - 1995 ο μακαρίτης τα σημείωνε σε ένα χαρτί. Αργότερα κατά το 1995 τον είχε ρωτήσει κάποια φορά εάν τον ξόφλησε και τότε ο μακαρίτης του είπε τη φράση: ¨εμένα με ξόφλησες, τώρα ξόφλα και τους άλλους, ξέχασε με εμένα¨. Ενόσω ζούσε ο Θεωρή δεν τον είχε ακούσει να λέγει ότι του όφειλε χρήματα. Αν τον είχε μπροστά του ενώπιον του Δικαστηρίου και έλεγε τέτοιο πράγμα, τότε θα πλήρωνε χωρίς άλλο. Από ότι άκουγε γίνονταν κάποια σχόλια στο χωριό τους, ότι τάχα όφειλε το ποσό που δανείστηκε από τον Θεωρή, αλλά σε καμιά περίπτωση ο ίδιος ο Θεωρή δεν πήγε να του πει ότι του χρωστούσε ή κάποιος άλλος από την οικογένεια του όσο αυτός ζούσε. Όταν μετά τον θάνατο του τον επισκέφθηκε η γυναίκα του μακαρίτη με τον γιο της τον Γιώργο και του είπαν ότι δεν τους άφησε τίποτε ο μακαρίτης, της είπε ότι ο ίδιος τον είχε ξοφλήσει, αλλά αν πήγαιναν καλά τα οικονομικά του θα της έδιδε κάτι και σίγουρα εάν χρωστούσε στον μακαρίτη δεν θα αρνιόταν να τους τα δώσει. Σε σχέση με την Μ.Ε. 3 ανέφερε ότι υπήρξε καλός πελάτης της τα παλιά τα χρόνια όπου πήγαινε και με πελάτες του για φαγητό, είχε όμως δέκα και πλέον χρόνια να πάει στο εστιατόριο της γιατί τον κατηγορούσε άδικα. Προς τούτο έκαμε αναφορά στις μεταξύ τους δοσοληψίες εκθέτοντας τη δική του άποψη. Σε σχέση με την αναφορά της Μ.Ε.1 ότι δεν πήγε στην κηδεία του πατέρα της ανέφερε ότι είχε προλάβει την κηδεία στο κοιμητήριο καθώς η οικογένεια του ¨βιάστηκε να τον θάψει¨ όπως είπε, αφήνοντας υπονοούμενα για τις σχέσεις του μακαρίτη με την οικογένεια του. Υπέθεσε ότι η σύζυγος και τα παιδιά του μακαρίτη δεν ήξεραν ότι του είχε δανείσει χρήματα και γι΄αυτό όσο ζούσε δεν του έκαμαν λόγο γι΄αυτά, παρόλο ότι πήγαινε στο σπίτι του μακαρίτη. Ο Θεωρή συνήθως δεν εργαζόταν και τον χαρακτήρισε ως άνθρωπο που δεν του άρεσε να εργάζεται. Για 3 -4 χρόνια μετά το 1996 είχε πολλά οικονομικά προβλήματα καθώς μόλις οι τράπεζες πληροφορήθηκαν ότι θα σταματούσε την επιχείρηση του με τα αυτοκίνητα του βγάλανε όλα τα συμβόλαια στα οποία ήταν εγγυητής και του κίνησαν αγωγές, παρόλα αυτά τα κατάφερε και δεν πτώχευσε. Δεν είχαν κάμει συμφωνία για τόκους με τον μακαρίτη, θυμόταν όμως ότι όταν του είχε πει κάποια φορά για το ζήτημα των τόκων του έδωσε Λ.Κ.500,00 για τους τόκους και πιθανόν και το ποσό των Λ.Κ.1.000,00 που του είχε δώσει με επιταγή να αφορούσε και αυτό τόκους. Εάν είχαν συμφωνήσει για τόκους διερωτήθηκε γιατί τότε δεν του είχε δώσει ένα χαρτί να υπογράψει ή ένα γραμμάτιο ή να του ζητήσει να του δώσει να κρατεί δύο δικές του επιταγές. Στην αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι είχε δανειστεί από τον Θεωρή το ποσό αρχικά των Λ.Κ.5.000,00 το οποίο όμως πλήρωσε αμέσως μετά και στη συνέχεια το ποσό των Λ.Κ.10.000,00, το οποίο επίσης πλήρωσε κατά τα έτη 1994 και
- Σε υποβολή ότι κάτι τέτοιο δεν ισχυρίζεται στην Υπεράσπιση του ανέφερε ότι το είχε πει στον δικηγόρο του αλλά φαίνεται ότι αυτός εκ παραδρομής δεν το πρόβαλε στην υπεράσπιση του. Σε υποβολή ότι αυτά τα οποία λέγει είναι σημερινή του επινόηση απάντησε ότι δέχεται ότι ο μακαρίτης του είχε δώσει Λ.Κ.5.000,00 και ακολούθως άλλες Λ.Κ.10.000,00 αλλά το ποσό των Λ.Κ.5.000,00 του το είχε δώσει αμέσως πίσω και το υπόλοιπο ποσό σταδιακά. Σε σχέση με την επιταγή που ισχυρίζεται ότι του είχε δώσει, ανέφερε ότι είχε πάει σε δύο μόνο από τις τράπεζες που συνεργαζόταν τότε αλλά δυστυχώς δεν εντοπίστηκε αυτή η επιταγή, του είπαν ότι ήταν πολύ δύσκολο να βρεθεί και τελικά όπως του είχε πει ο δικηγόρος του δεν ήταν και τόσο σημαντικό ζήτημα η παρουσίαση της επιταγής και έτσι έπαυσε να την αναζητεί. Ανέφερε ότι εάν πράγματι χρωστούσε στον Θεωρή αυτός είχε τον χρόνο, ενόσω ζούσε, να του παρουσιάσει κάποιο έγγραφο για να του το υπέγραφε ή να του έστελνε κάποια ειδοποίηση με δικηγόρο, επειδή όμως ήταν φίλοι και είχαν καλές σχέσεις χωρίς να έχουν ποτέ προστριβές δεν απαιτήθηκε να περιβάλουν τη παροχή δανείου με οποιονδήποτε έγγραφο. Σε υποβολή ότι κορόιδευε τον Θεωρή ότι θα τον ξοφλούσε, ανέφερε ότι είχαν καλές σχέσεις μέχρι και το θάνατο του, ακριβώς γιατί τον είχε ξοφλήσει. Ο λόγος που είχε κάμει δάνειο ο Θεωρή ήταν για να μην ¨ενοχλήσει¨, όπως είπε, το γραμμάτιο του. Σε υποβολή ότι το 1994 βρισκόταν σε πολύ άσχημη οικονομική κατάσταση ανέφερε ότι το 1998 έκαμε διευθετήσεις με τις τράπεζες προς εξόφληση όλων των χρεών του. Τα χρήματα μέχρι που εξόφλησε το χρέος του τα έδιδε προσωπικά στον Θεωρή, το τι τα έκανε αυτός δεν μπορούσε να το ξέρει και ούτε θα του έλεγε αυτός τι θα έκανε τα χρήματα που του έδιδε. Γνώριζε ότι ο Θεωρή είχε βάλει ως εγγύηση του δανείου που σύναψε με την τράπεζα γραμμάτιο που διέθετε στην ίδια τράπεζα, αλλά αρνήθηκε υποβολή ότι όταν η τράπεζα εξόφλησε το δάνειο με το γραμμάτιο του Θεωρή τον είχε ενημερώσει. Την περίοδο που του είχε δώσει την επιταγή των Λ.Κ.5.000,00 ήταν μεταπωλητής αυτοκινήτων και έτσι διέθετε χρήματα σε μετρητά από πωλήσεις και έτσι μπορούσε να του εξοφλήσει την επιταγή με μετρητά. Σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι το 1994 η οικονομική του κατάσταση ήταν καλή και μόνο κατά τη χρονική περίοδο από το 1996 μέχρι το 2000 δεν ήταν καλή. Σε υποβολή ότι τα οικονομικά του ήταν άσχημα μέχρι και το 2005 ανέφερε ότι πλήρωσε όσους χρωστούσε για να μην τον πτωχεύσουν, τα χρήματα που ισχυρίζονται οι ενάγοντες δεν τα πλήρωσε γιατί δεν τα χρωστούσε καθώς είχε ξοφλήσει εκείνο το χρέος του το 1994 με αρχές του 1995 και γι΄αυτό επέμενε ότι τα παιδιά του Θεωρή δεν γνώριζαν τίποτε, εφόσον δεν του χρωστούσε. Ο λόγος που αξιώνουν εναντίον του με μεγάλη καθυστέρηση ήταν ότι είχαν βρει αυτές τις δύο επιταγές που εξέδωσε ο μακαρίτης επ΄ονόματι του και υπέθεσαν ότι ακόμα θα του οφείλει τα δανεικά που του είχε δώσει. Επέμενε ότι για την επιταγή ων Λ.Κ.5.000,00 του είχε δώσει μετρητά μετά από τρεις με τέσσερις ημέρες. Την επιταγή εκείνη την είχε καταθέσει σε τρεχούμενο του λογαριασμό που διατηρούσε σε τράπεζα. Η σύζυγος του Θεωρή μετά που αυτός πέθανε, έκαμε παράπονο στη πεθερά του ότι δεν τους άφησε τίποτε ο μακαρίτης και δεν είχε να φαει. Όταν το άκουσε προθυμοποιήθηκε να της δώσει χρήματα χαριστικά, όχι όμως προς εξόφληση κάποιου χρέους του καθώς δεν χρωστούσε χρήματα στον μακαρίτη. Παραδέχθηκε ότι ο Γιώργος Θεωρή τον είχε δει μια φορά στο γραφείο του με την μητέρα του και μια όταν τον πλησίασε στην πλατεία του χωριού τους. Είχε εξοφλήσει τον Θεωρή και εάν δεν το είχε κάμει θα έπρεπε οι ενάγοντες να κρατούν κάποιο έγγραφο. Προς τούτο επικαλέστηκε και πάλι κάποια επιταγή που είχε εκδώσει στον Θεωρή η οποία πιθανόν να ήταν για τους τόκους του δανείου του. Ο Μ.Υ. Αντώνης Καραμανλής ανέφερε ότι υπήρξε υπάλληλος και υπεύθυνος πωλήσεων σε μάντρα μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, επιχείρηση που διεξήγαγε ο εναγόμενος από το 1978 μέχρι το 2000 ή το τέλος του
- Γνωρίζει τους Μ.Ε. 3 και 4 καθώς είχαν ταβέρνα στο Λιοπέτρι και θυμόταν πως είχαν μαζί τους κάποια δοσοληψία σε σχέση με ένα αυτοκίνητο ALPHA ROMEO και ακολούθως με κάποιο HONDA κόκκινο, έγιναν όμως οι πράξεις και είχαν διευθετηθεί τα οικονομικά τους. Παλιά με τον εναγόμενο πήγαιναν στο εστιατόριο τους πολύ συχνά ίσως και 6 φορές την βδομάδα, δεν γνωρίζει εάν ο εναγόμενος εξακολουθεί να πηγαίνει σ΄αυτό το εστιατόριο μέχρι σήμερα καθώς ο ίδιος έπαυσε να πηγαίνει εκεί. Δεν ήξερε εάν ο εναγόμενος είχε διαφορές μαζί τους. Περίγραψε τις σχέσεις του εναγόμενου με τον Θεωρή ως καλές και ότι αυτός πήγαινε στο γραφείο τους και έπιναν μαζί τον καφέ τους. Είχε ενδιαφερθεί για ένα αυτοκίνητο 4 Drive αλλά στο τέλος δεν έγινε η πράξη. Δε γνώριζε οτιδήποτε άλλο για τις σχέσεις του εναγόμενου με τον Ανδρέα Θεωρή καθώς δεν τον ενημέρωναν για τις μεταξύ τους σχέσεις και χαρακτήρισε τον Θεωρή ως λιγομίλητο άνθρωπο. Ο εναγόμενος όπως και ο ίδιος είχαν διάφορα οικονομικά προβλήματα που προκλήθηκαν συνεπεία των εγγυήσεων συμβολαίων ενοικιαγοράς που υπέγραφαν σε πελάτες τους για τα οποία εγείρονταν αγωγές από τράπεζες. Ισχυρίστηκε ότι αργότερα ο εναγόμενος κανόνισε και τον απάλλαξε από τις εγγυήσεις που είχε υπογράψει. Γνώριζε ότι ο εναγόμενος τα έτη 1994 και 1995 αντιμετώπιζε διάφορα οικονομικά προβλήματα. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι τον είχε ειδοποιήσει ο εναγόμενος να έρθει στο δικαστήριο και να πει την αλήθεια. Χαρακτήρισε τις σχέσεις του με τον εναγόμενο ως πολύ καλές αν και έπαυσε να είναι υπάλληλος του από το 1999 και έχει κανονίσει να απαλλαχθεί από τις εγγυήσεις που είχε αναλάβει. Σε σχετικές υποβολές, ανέφερε ότι ήρθε στο δικαστήριο για να πει την αλήθεια και δεν είχε προσυνεννοηθεί για οτιδήποτε με τον εναγόμενο. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών έκαμαν αναφορά κατά τις τελικές τους αγορεύσεις στη μαρτυρία που παρατέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου και πως οι ίδιοι την αντιλήφθηκαν σχολιάζοντας συγκεκριμένα σημεία της. Εισηγήθηκαν ότι θα πρέπει να γίνουν πιστευτοί οι δικοί τους μάρτυρες και να γίνει αποδεκτή η εκδοχή που ανέπτυξε η κάθε πλευρά σε σχέση με τη διαφορά που προέκυψε. Ο κ. Μιντής επιπλέον εισηγήθηκε ότι ο εναγόμενος λόγω της μεγάλης καθυστέρησης που σημειώθηκε στο να εγερθεί η παρούσα αγωγή ευρίσκεται σε μειονεκτική θέση καθώς δεν μπορεί εύκολα να βρει τα στοιχεία για να υπερασπιστεί αποτελεσματικά τον εαυτό του. Εισηγήθηκε περαιτέρω, ότι υπάρχει κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και κακοπιστία εκ μέρους των εναγόντων, λόγω ακριβώς του χρόνου που παρήλθε, κατά τρόπο που παραβιάζει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του εναγόμενου σύμφωνα με το Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος. Ο κ. Νικολάου δικαιολόγησε τον χρόνο που παρήλθε υποστηρίζοντας ότι οι ενάγοντες δεν είναι κακόπιστοι αλλά βασίζονταν πάντοτε στις υποσχέσεις του εναγομένου για πολλά χρόνια ότι θα τους εξοφλούσε το χρέος του πράγμα που τελικά δεν έκαμε. Αυτοί επέδειξαν απέναντι του καλοπιστία πιστώνοντας τον με το χρόνο που πάντοτε τους ζητούσε και γι΄αυτούς τους λόγους δεν θα πρέπει να τιμωρηθούν. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τους ενάγοντες και τους μάρτυρες τους όπως και τον εναγόμενο και τον μάρτυρα του να καταθέτουν στην ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Παρακολούθησα τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό μνημονικό τους και γενικά τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα (βλ. C&A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 1273, στις σελ. 1280-1281). Έχω περαιτέρω υπόψη τα όσα λέχθηκαν στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 ότι δηλαδή η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχω συγκρίνει και αντιπαραβάλει μεταξύ τους τις προφορικές μαρτυρίες και τις παραδοχές τους σε συσχετισμό με την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, την οποία διεξήλθα μετά προσοχής. Τέλος, λαμβάνω υπόψη μου τις επισημάνσεις που έγιναν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων κατά τις τελικές τους αγορεύσεις όπου αναλύουν τόσο την μαρτυρία και δίδουν τη δική τους ερμηνεία σε αυτή, όσο και τη νομική πτυχή της υπόθεσης. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νουν αισθάνομαι ότι είμαι έτοιμος για την αξιολόγηση της μαρτυρίας και για την κατάληξη μου σε ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με την επίδικη διαφορά. Οι Μ.Ε. 1 και 2 μου προκάλεσαν εξαιρετική εντύπωση. Κατέθεσαν από το εδώλιο του μάρτυρα με ήπιους τόνους και νηφαλιότητα, χωρίς δόση υπερβολής και σε καμιά στιγμή δεν προκάλεσαν ένταση ή θέλησαν να προσβάλουν ή να θίξουν την προσωπικότητα και αξιοπρέπεια του εναγόμενου τον οποίο εξακολουθούσαν, παρά την οικονομική διαφορά που προέκυψε, να τον θεωρούν ακόμα οικογενειακό τους φίλο, εφόσον είχε συνδεθεί με φιλία με τον αποβιώσαντα πατέρα τους. Εξέπεμπαν και οι δύο ειλικρίνεια, κατέθεσαν με ειρμό στη σκέψη, θετικά, με σαφήνεια και με συνέπεια κάνοντας αναφορά σε λεπτομέρειες των όσων θυμόντουσαν και σχετίζονταν με την απαίτηση τους. Αναφέρθηκαν σε ακριβείς στιχομυθίες που είχαν είτε με τον πατέρα τους, όσο αυτός ζούσε, είτε ο Μ.Ε.2 με τον εναγόμενο όταν του είχε ζητήσει σε κάποιες από τις συναντήσεις τους να τους ξοφλήσει τα δανεικά που τον δάνεισε ο πατέρας του. Κρίνω ότι είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο για όσα τους πληροφορούσε ο πατέρας τους ενόσω αυτός ζούσε σε σχέση με τα χρήματα που δάνεισε στον εναγόμενο αλλά και για τις υποσχέσεις που ο εναγόμενος τους έδιδε κάθε φορά που τον ενοχλούσαν μετά το θάνατο του πατέρα τους. Εξήγησαν με πειστικό τρόπο γιατί δεν είχαν συμπεριλάβει το ποσό που διεκδικούν από τον εναγόμενο στην κληρονομική περιουσία μετά από νομική συμβουλή που είχαν. Ακόμα με τον ίδιο τρόπο εξήγησαν για τον λόγο που καθυστέρησαν να αξιώσουν δικαστικά το λαβείν τους, αναμένοντας πάντοτε από τον εναγόμενο να ανταποκριθεί στις υποσχέσεις του και από την άλλη να βελτιωθεί η οικονομική του κατάσταση. Όταν αντιλήφθηκαν ότι πλέον πιθανόν να είχε τη δυνατότητα να τους εξοφλήσει, μετά από νομική συμβουλή επανάνοιξαν την διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντος και ήγειραν την παρούσα αγωγή. Μου προκάλεσε εξαιρετική εντύπωση η αφοπλιστική παραδοχή της Μ.Ε. 1 ότι: ¨είναι ανθρώπινο όταν κάποιος σου χρωστά και δεν μπορεί να σε πληρώσει και σου ζητά χρόνο, να του παρέχεις αυτή τη δυνατότητα¨. Κρίνω ότι τα πιο πάνω διέπονται από λογική και δεν μπορεί να κατακρίνονται γιατί καθυστέρησαν να αξιώσουν δικαστικά το λαβείν τους. Οι συνθήκες αυτές όπως τις περιέγραψαν οι Μ.Ε.1 και 2 και τις οποίες αποδέχομαι, ήταν τέτοιες που δεν παρέχεται έρεισμα για επίκληση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος για την εντός εύλογου χρόνου διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων (βλ. Άρθρο 30 παρ. 2 του Συντάγματος). Δεν μπορεί η άγνοια της Μ.Ε. 1 , εάν ο αποβιώσας εν ζωή αξίωνε από τον εναγόμενο την εξόφληση του δανείου, να εκληφθεί ως αντίφαση με όσα αντίθετα υποστήριξε ο Μ.Ε. 2 ότι δηλαδή ο πατέρας τους εν ζωή είχε ζητήσει τα χρήματα του από τον εναγόμενο. Σίγουρα κανείς δεν μπορεί να ξέρει τι κουβέντες είχε με το ένα του παιδί ο αποβιώσας και τι με το άλλο. Η διαφοροποίηση αυτή καταδεικνύει και την μη ύπαρξη προσυνεννόησης μεταξύ τους και την αμεσότητα και αυθορμητισμό με τον οποίο κατέθεσαν. Εξάλλου εκείνο το οποίο επανέλαβε και ο Μ.Ε.2 ήταν ότι πράγματι ο πατέρας τους ήταν περήφανος άνθρωπος αλλά αυτό δεν θα τον εμπόδιζε να ζητήσει τα χρήματα του από τον εναγόμενο. Ότι ο αποβιώσας εν ζωή είχε ζητήσει την εξόφληση του δανείου από τον εναγόμενο συνηγορεί και η μαρτυρία της Μ.Ε.3 η οποία μάλιστα αναφέρθηκε στην χαρακτηριστική φράση που θυμόταν ότι της είπε ο αποβιώσας λίγες ημέρες πριν πεθάνει. Το ότι ήταν περήφανος άνθρωπος ο αποβιώσας και άνθρωπος που πίστευε στη φιλία και σε αγνές προθέσεις των ανθρώπων, καταδεικνύεται και από την μορφή της παροχής του δανείου προς τον εναγόμενο, όπου εκτιμώντας και βασιζόμενος στη φιλία τους, δεν ζήτησε την υπογραφή κάποιου νομικού εγγράφου που θα τον εξασφάλιζε. Σίγουρα αυτό το γεγονός δεν μπορεί να προσμετρά σε βάρος της υπόθεσης των εναγόντων όπως ήταν η εισήγηση της Υπεράσπισης. Αυτό δείχνει τον χαρακτήρα του ανθρώπου όπως τον περίγραψαν οι Μ.Ε. 1 και 2 αλλά και όσα προκύπτουν από την υπόλοιπη μαρτυρία όταν αυτή αντικρισθεί στο σύνολο της και όχι αποσπασματικά. Σε κάθε περίπτωση δεν παρατήρησα διαφοροποιήσεις στη μαρτυρία τους αλλά ούτε και σε σχέση με την υπόλοιπη μαρτυρία παρά σε επουσιώδη ζητήματα τα οποία σε καμιά περίπτωση δεν μειώνουν την αξία της ή ρίχνουν σκιές στη γενική εικόνα που παρουσίασαν. Σίγουρα η συμπεριφορά τους δεν κρίνεται εκ των υστέρων σκέψη τους εφόσον, όπως και ο ίδιος ο εναγόμενος παραδέχθηκε είχε σχετικές οχλήσεις από αυτούς μετά τον θάνατο του πατέρα τους και δεν αποφάσισαν ξαφνικά μετά την πάροδο 8 ½ χρόνων από τον θάνατο του να εγείρουν την παρούσα. Αποδέχομαι στην ολότητα της την μαρτυρία τους. Ο εναγόμενος τουναντίον παρά το μειλίχιο ύφος με το οποίο κατέθεσε δεν έπεισε για την αλήθεια της εκδοχής που θέλησε να παρουσιάσει. Ακόμα και αυτή η παραδοχή της ύπαρξης του δανείου κατά την άποψη μου έγινε εφόσον λόγω των στοιχείων που υπήρχαν, όπως ήταν οι τραπεζικές επιταγές και η ύπαρξη δανείου που εγγυήθηκε, δεν είχε και άλλη επιλογή. Θα αναφερθώ στη συνέχεια της απόφασης μου ενδεικτικά σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας του τα οποία καταδεικνύουν την πιο πάνω αντίληψη που αποκόμισα από την μαρτυρία του η οποία χαρακτηριζόταν από ασυνέπεια και αντιφατικές θέσεις και δηλώσεις, οι οποίες εύκολα εντοπίζονται με απλό διάβασμα της μαρτυρίας του, τόσο κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης του όσο και κατά την αντεξέταση του αλλά και σε σχέση με δικογραφημένες θέσεις ή ισχυρισμούς. Η εικόνα γενικά που παρουσίασε χαρακτηριζόταν από ασυνέπεια, οι θέσεις του δεν είχαν συνοχή αλλά ούτε και αντέχουν στην απλή λογική. Ανέφερε, κατ΄ αντίθεση των παραδοχών του στην υπεράσπιση, ότι ο αποβιώσας κάποια στιγμή από μόνος του και αυτόβουλα, βλέποντας την οικονομική του δυσκολία προθυμοποιήθηκε να του δανείσει χρήματα. Εφόσον γίνεται παραδοχή ότι υπήρξε δανεισμός δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω η ύπαρξη των προϋποθέσεων της έγκυρης παροχής δανείου ενόψει των διισταμένων ισχυρισμών του που προβλήθηκαν για πρώτη φορά όταν κατέθετε ενώπιον του δικαστηρίου περί δήθεν αυτόβουλης καταβολής του ποσού χωρίς την ύπαρξη συναφούς συμφωνίας ή ότι η πληρωμή έγινε όχι μετά από παράκληση του εναγόμενου ή με την εξουσιοδότηση του οπότε και δεν θα επληρούνταν οι προϋποθέσεις προς απόδειξη συμφωνίας δανείου (βλ. Bullen & Leake & Jacob's σελ. 666,669). Προς τούτο, του έδωσε μια επιταγή για το ποσό των Λ.Κ.5.000,00 από τρεχούμενο λογαριασμό που διατηρούσε στην Σ.Π.Ε. του χωριού τους, καθιστώντας μάλιστα τον λογαριασμό του χρεωστικό σύμφωνα με το Τεκμήριο
- Κάποιες φορές ο εναγόμενος ανέφερε ότι το ποσό αυτό το δανείστηκε, κάποιες άλλες πως όχι και υπήρξε και σχετική υποβολή προς την Μ.Ε. 1 από τον συνήγορο του, ότι απλώς του είχε εξαργυρώσει την επιταγή. Προκύπτει όμως εύλογο ερώτημα ποια ήταν η άμεση ανάγκη του Θεωρή να εκδώσει επιταγή επ΄ ονόματι του εναγόμενου για ένα τόσο μεγάλο ποσό και να του δώσει το αντίτιμο της σε 3-4 ημέρες σε μετρητά. Και αν ο σκοπός ήταν να του εξαργυρώσει την επιταγή γιατί δεν το έκαμε σε τράπεζα ή γιατί να μη του δώσει αμέσως το αντίτιμο και να του το δώσει σε 3-4 ημέρες, γιατί δεν τον προέτρεψε ο ίδιος να αποταθεί σε τράπεζα. Τι εξυπηρέτησε η κατάθεση αυτής της επιταγής σε τρεχούμενο λογαριασμό του εναγόμενου όπως παραδέχθηκε ότι έγινε. Είναι μια μη πειστική εκδοχή η οποία κανένα λογικό άνθρωπο δεν μπορεί να πείσει. Έχοντας υπόψη και τη μαρτυρία του ότι είχε άμεση ανάγκη από χρήματα για να τα χρησιμοποιήσει στις δουλειές του, όπως παραδέχθηκε, κρίνω ότι υπέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις επί του προκειμένου. Εάν ήταν για να του επέστρεφε το ποσό αυτό πίσω τότε προς τι η παροχή σε αυτόν ενός μεγαλύτερου ποσού σε λίγες ημέρες. Είναι η άποψη μου ότι αυτό το ποσό των Λ.Κ.5.000,00 δόθηκε υπό μορφή δανείου στον εναγόμενο για να καλύψει άμεσες και επείγουσες ανάγκες του, εφόσον ο αποβιώσας είχε την δυνατότητα άμεσης πρόσβασης σε αυτά τα χρήματα σε αντίθεση με την εξασφάλιση δανείου που απαιτούσε ίσως κάποια πιο χρονοβόρα διαδικασία. Πως είναι δυνατό κάποιος να προσφέρεται αυτόβουλα να σου παράσχει δανεικά, όταν τα έχεις ανάγκη όπως παραδέχεσαι, να του εξαργυρώνεις επιταγή Λ.Κ.5.000,00 όχι άμεσα αλλά να του καταβάλλεις το αντίτιμο της σε 3-4 ημέρες και στη συνέχεια να αποτείνεται στην τράπεζα με την προσωπική σου εγγύηση για την εξασφάλιση μεγαλύτερου ποσού δανείου το οποίο παραδέχεσαι ότι έλαβες. Χωρίς αμφιβολία πρόκειται για συλλογισμό ο οποίος δεν αντέχει στη λογική. Αντιφατικές όμως θέσεις του εναγόμενου εντοπίζονται και σε άλλη πτυχή της υπόθεσης που αφορά τα οικονομικά του προβλήματα. Πότε έλεγε ότι με την αποπεράτωση της οικοδομής του στο Λιοπέτρι περί το τέλος του 1994 δεν μπορούσε να εξοπλίσει το εστιατόριο του και έτσι βρέθηκε στη δύσκολη θέση ενώ ταυτόχρονα ισχυριζόταν ότι τότε δεν αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα. Βρέθηκε όμως να κουβεντιάζει το ζήτημα της οικονομικής του δυσπραγίας, εκείνη την περίοδο με κάποιο συγγενή του και όταν εκείνος του πρότεινε να ζητήσει δανεικά από τον φίλο του τον Θεωρή, που ήταν ¨φορτωμένος με ριάλια¨, ο ίδιος ανέφερε ότι στεναχωριόταν να το κάμει. Όλως παραδόξως όμως ο Θεωρή, αυτόβουλα και με δική του πρωτοβουλία τον επισκέπτεται στο γραφείο του και του προτείνει να τον δανείσει ο ίδιος αρχικά με το ποσό των Λ.Κ.5.000,00 και στη συνέχεια συνάπτοντας ο ίδιος δάνειο προς αυτόν τον σκοπό το οποίο εγγυάται προσωπικά ο εναγόμενος, τον δανείζει με το μεγαλύτερο ποσό των Λ.Κ.10.000,
- Φαίνεται ότι πλέον είχε εκλείψει κάθε προηγούμενη αναστολή ή δισταγμός ή στεναχώρια του εναγόμενου να ζητήσει δανεικά από τον φίλο του τον Θεωρή. Στη συνέχεια παραδέχθηκε οικονομικά προβλήματα όπως επιβεβαίωσε και ο Μ.Υ.1 σε μεταγενέστερη περίοδο αλλά όχι κατά τα έτη 1994 -1995 όπως αντίθετα επιβεβαίωσε και ο δικός του μάρτυρας (Μ.Υ.1). Οικονομικά προβλήματα όμως τα οποία όμως επιλύονται το 1998 με διευθετήσεις που είχε κάμει με τις τράπεζες, ενώ σε άλλη σχετική αναφορά οι οικονομικές του δυσκολίες συνεχίστηκαν μέχρι και το 2000 όταν αυτά είχαν αρχίσει μόλις το 1996 και όχι προηγουμένως. Όλα αυτά δείχνουν μια απέλπιδα προσπάθεια του εναγόμενου να μεταθέσει τα οικονομικά του προβλήματα σε χρόνο μεταγενέστερο από τον επίδικο που ήταν οι αρχές του 1994 με την υποχρέωση του να εξοφλήσει το δάνειο του μέχρι τις 30.06.1994, όπως είναι η παραδοχή του εξάλλου στην έκθεση υπεράσπισης του με την παραδοχή της παραγράφου 3 της έκθεσης απαίτησης. Βρίσκω ότι ο λόγος που ο Θεωρή σύναψε δάνειο με την προσωπική εγγύηση του εναγόμενου δεν ήταν άλλος από την αδυναμία του εναγόμενου να εξασφαλίσει ο ίδιος δάνειο εκείνη την περίοδο λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε, τις οποίες εξάλλου παραδέχθηκε κάνοντας αναφορά συγκεκριμένα σε κουβέντα που είχε με συγγενικό του πρόσωπο το οποίο του είχε υποδείξει τον Θεωρή ως τον κατάλληλο άνθρωπο που θα μπορούσε να τον βοηθήσει οικονομικά. Το γεγονός ότι ο Θεωρή αποφάσισε να συνάψει προσωπικά ο ίδιος δάνειο για να το δώσει στη συνέχεια στον εναγόμενο εξηγείται λογικά ότι προσδοκούσε στην εξόφληση του όπως ασφαλώς και των τόκων, βασιζόμενος στις υποσχέσεις του εναγόμενου ότι θα το εξοφλούσε αυτός το δάνειο το οποίο και είχε εγγυηθεί. Παρόλα αυτά έχουμε ως αναμφισβήτητο γεγονός την εξόφληση του δανείου με χρήματα του αποβιώσαντος τα οποία προήλθαν από δικό του δεσμευμένο γραμμάτιο. Θα ήταν πολύ αφελές εκ μέρους του αποβιώσαντος εάν δεν είχε συμφωνήσει την καταβολή τόκων με τον εναγόμενο όταν ο ίδιος θα κατέβαλλε τέτοιους τόκους τόσο για τον τρεχούμενο λογαριασμό του που κατέστη χρεωστικός, όσο και για το δάνειο στη Λαϊκή Τράπεζα του οποίου οι τόκοι που τελικά αναγκάστηκε να καταβάλει ανέρχονταν στο ποσό των Λ.Κ.2.530,82σ. όπως φαίνεται στα τεκμήρια 5,6 και
- Για το ίδιο ζήτημα των τόκων παρατηρώ περαιτέρω ότι, παρόλο ότι στην υπεράσπιση του αρνείται ότι είχε συμφωνήσει την καταβολή τους, εντούτοις και σε διάσταση αυτού του ισχυρισμού του σε δύο περιπτώσεις, όπως ήταν ο ισχυρισμός του, έδωσε χρήματα στον Θεωρή έναντι των τόκων των δανείων που του έδωσε, μία φορά Λ.Κ.500,00 σε μετρητά και μία φορά Λ.Κ.1.000,00 σε επιταγή. Προκύπτει εύλογα το ερώτημα, εάν δεν είχαν συμφωνήσει για τόκους, όπως διατείνεται και στην Υπεράσπιση του, τότε προς τι του έδωσε αυτά τα ποσά ισχυριζόμενος ότι ήταν για τους τόκους. Επομένως, ούτε σε αυτό το ζήτημα ο εναγόμενος κρίνω ότι ήταν ειλικρινής. Καταλήγω ότι υπήρξε έγκυρη σύμβαση δανείου σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 Άρθρο 10, που είχε ως αντιπαροχή συμφωνηθέντα ή/και εξυπακουόμενο νόμιμο τόκο. Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts No.2 26η έκδοση στη παράγραφο 3574 σελ. 624 δίδεται η έννοια του δανείου: ¨Η συμφωνία δανείου είναι η συμφωνία με βάση την οποία, κάποιος δανείζει ή συμφωνεί να δανείσει χρηματικό ποσό σε κάποιον τρίτον, με αντάλλαγμα τη ρητή ή εξυπακουόμενη υπόσχεση του άλλου προσώπου ότι θα επιστρέψει το ποσό αυτό, σε πρώτη ζήτηση ή σε καθορισμένο μελλοντικό χρόνο, με ή χωρίς τόκο¨. Τέτοια κρίνω ότι ήταν και η συμφωνία των διαδίκων μόνο που περαιτέρω προνοούσε και για τόκους. Ισχυρίστηκε στην υπεράσπιση του αλλά και επέμενε στην προφορική του μαρτυρία ότι είχε ξοφλήσει όσα τον δάνεισε ο Θεωρή χρησιμοποιώντας εκτός από μετρητά και επιταγή. Προκλήθηκε να την παρουσιάσει. Προς τούτο για μια ύστατη προσπάθεια εξεύρεσης της, αναβλήθηκε η ακρόαση της υπόθεσης, χωρίς όμως να γίνει κατορθωτό να παρουσιαστεί στη συνέχεια τέτοια μαρτυρία. Καταλήγω ότι όλες οι δικαιολογίες που επικαλέστηκε προς τούτο ο εναγόμενος δεν βρίσκουν έρεισμα. Αν πράγματι είχε καταστραφεί το αρχείο του, θα ήταν εύκολο να εύρισκε το αντίτυπο της επιταγής στην τράπεζα του. Εάν πάλι διατηρούσε ταυτόχρονα πολλούς τραπεζικούς λογαριασμούς, προκειμένου να αποδείξει τον ισχυρισμό του, θα έπρεπε να έκανε τη σχετική του έρευνα σε όλους τους λογαριασμούς του και όχι να περιοριζόταν σε δύο από αυτούς, όπως ισχυρίστηκε. Η μη απόδοση της πρέπουσας σημασίας σε αυτό το αποδεικτικό στοιχείο αφήνει πλήρως ατεκμηρίωτο τον ισχυρισμό του. Ανέφερε ότι οι ενάγοντες δεν είχαν οποιοδήποτε έγγραφο που να αποδείκνυε ότι ακόμα χρωστούσε. Ο ίδιος όμως, ενώ παραδέχθηκε ότι σύναψε αυτά τα δάνεια εντούτοις δεν φρόντισε ως επιχειρηματίας που ήταν, ως άνθρωπος που ασχολήθηκε με το εμπόριο, να ζητήσει μια εξοφλητική απόδειξη από τον Θεωρή και προβάλλει περαιτέρω το ερώτημα γιατί να μη του ζητήσει τις σημειώσεις, που όπως ανέφερε κρατούσε ο Θεωρή και σημείωνε τα ποσά που κάθε φορά του έδιδε. Αντί αυτού και για να προκαλέσει εντυπώσεις αναφέρθηκε σε στιχομυθία που είχε με τον Θεωρή ότι τάχα ¨εμένα με ξόφλησες, φρόντισε να ξοφλήσεις και τους άλλους¨. Και όλα αυτά και ενώ γινόταν κοινωνός των διαδόσεων που κυκλοφορούσαν στο χωριό τους, όσο ακόμα ζούσε ο Θεωρή, ότι τάχα του χρωστούσε και δεν τον ξοφλούσε. Ακόμα και εάν ο ίδιος ο Θεωρή ποτέ δεν πήγε να του ζητήσει να τον ξοφλήσει εφόσον όπως ισχυρίστηκε αυτό ήδη είχε γίνει, το λιγότερο που θα αναμενόταν να κάνει ήταν να τον έβαζε να του υπέγραφε μια εξοφλητική απόδειξη και το γεγονός ότι δεν το έκανε το ολιγότερο που θα μπορούσε να πει κανείς είναι ότι επέδειξε απρονοησία σε ένα τόσο βασικό ζήτημα. Μόνο θυμηδία μπορεί να προκαλέσει η όλο φόρτιση αλλά προσποιητή, κατά την άποψη μου, εξωτερίκευση των αισθημάτων του, όταν έλεγε από το εδώλιο τη φράση: ¨εάν τον είχα τον Θεωρή εδώ απέναντι μου και ορκιζόταν ότι του χρωστούσα, τότε χωρίς άλλο θα τον εξοφλούσα¨, γνωρίζοντας βέβαια ότι κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να γίνει. Προσπάθησε ακόμα να προκαλέσει σύγχυση για τις συναντήσεις που είχε και εάν είχε τέτοιες, με μέλη της οικογένειας του αποβιώσαντος ή και εάν πράγματι είχε ενοχληθεί από αυτούς για να συζητήσουν το ζήτημα των δανεικών. Παραδέχθηκε όμως στο τέλος ότι είχε συναντήσεις τόσο με τον Μ.Ε. 2 όσο και με τη μητέρα του. Ανακάτεψε μάλιστα και άλλα πρόσωπα όπως τα πεθερικά του για να καταδείξει τα φιλάνθρωπα αισθήματα που ένοιωθε για την γυναίκα του φίλου του την οποία υποσχέθηκε ότι θα στήριζε και θα βοηθούσε αν του το επέτρεπαν τα οικονομικά του, πάντοτε όμως χαριστικά και όχι γιατί αναγνώριζε ότι της όφειλε οτιδήποτε. Ποιο λόγο είχε αυτή να πάει να ισχυρίζεται στη πεθερά του ότι ο μακαρίτης δεν τους άφησε τίποτε και ποιο λόγο είχε ο πεθερός του να τον παροτρύνει, εάν πράγματι χρωστούσε τα χρήματα που δανείστηκε από τον θεωρή να τα εξοφλήσει, εάν δεν υπήρχε εξ αρχής αξίωση αυτών των χρημάτων. Η κ. Φλουρέντζου (Μ.Ε. 3) με τον απλοϊκό, αυθόρμητο και ανεπιτήδευτο τρόπο με τον οποίο κατέθεσε μου προκάλεσε επίσης εξαιρετική εντύπωση και αποδέχομαι την μαρτυρία της. Κρίνω ότι είπε στο δικαστήριο όσα γνώριζε για την επίδικη διαφορά. Δεν διέκρινα ότι η παρουσία της ενώπιον του Δικαστηρίου αποσκοπούσε στο να εκδικηθεί τον εναγόμενο για τη δική τους διαφορά για την οποία εξάλλου, όπως ανέφερε, τον είχαν συγχωρήσει προ πολλού και έπαυσαν να απαιτούν ή να προσδοκούν οτιδήποτε από αυτόν και επιπλέον δεν ήθελαν να έχουν σχέσεις μαζί του, οπότε ούτε και ο λόγος ότι δεν σύχναζε πλέον στο εστιατόριο τους ήταν κίνητρο που θα την οδηγούσε στο να θέλει να τον εκδικηθεί. Η σιγουριά με την οποία κατέθετε για όσα θυμόταν, φανερώθηκε και όταν της υποβλήθηκε ότι για τη προσωπική της διαφορά με τον εναγόμενο είχε εξοφληθεί και προς τούτο ο εναγόμενος είχε σχετική απόδειξη. Προκάλεσε τότε την πλευρά της υπεράσπισης έντονα, εάν υπάρχει τέτοια απόδειξη να την παρουσιάσουν και τότε θα παραδεχόταν ότι έλεγε ψέματα, κάτι τέτοιο όμως δεν έγινε ούτε και όταν αργότερα κατέθεσε ο εναγόμενος. Ο κ. Χαραλάμπους (Μ.Ε.4) επίσης μου προκάλεσε εξαιρετική εντύπωση με τον απλοϊκό του λόγο. Δέχομαι όσα ανέφερε ότι ανταποκρίνονται στην αλήθεια και δεν υπάρχει σε κανένα σημείο διάσταση της μαρτυρίας του με αυτή της συζύγου του. Ο εναγόμενος θέλησε με την υπογραφή της δήλωσης (Τεκμήριο 9), διαρκούσης της δίκης, μετά την κατάθεση της συζύγου του μάρτυρος να προκαλέσει εντυπώσεις, τόσο για τις σχέσεις τους όσο και για την αντίληψη που είχαν ο καθένας σε σχέση με την παλιά οικονομική τους διαφορά. Κρατώ αυτό που επανέλαβε και αυτός, όπως και προηγουμένως η σύζυγος του, ότι η μεταξύ τους διαφορά γι΄αυτούς είχε λήξει προ πολλού και θέλησαν να τη ξεχάσουν μη προσδοκώντας οτιδήποτε από τον εναγόμενο, ήταν δε αυτός ο λόγος που δεν δίστασε να υπογράψει τη δήλωση που του προσκόμισε ο εναγόμενος. Ο Μ.Υ. Καραμανλής επίσης μου φάνηκε ειλικρινής άνθρωπος και η μαρτυρία του όπως και να αντικρισθεί δεν βοηθά σε οποιοδήποτε σημείο τις θέσεις του εναγόμενου. Τουναντίον μάλλον ζημιά προκάλεσε όταν ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος τα έτη 1994-1995 αντιμετώπιζε πολλά οικονομικά προβλήματα αντίθετα από ό,τι προσπάθησε να ισχυριστεί ο εναγόμενος. Επί του ουσιώδους θέματος που αφορά η παρούσα διαφορά δεν είχε να προσθέσει οτιδήποτε επομένως η μαρτυρία του δεν έριξε οποιοδήποτε φως στην ουσία της διαφοράς. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας την οποία επιχείρησα πιο πάνω με οδηγεί αναπόδραστα στα ακόλουθα ευρήματα: Ο αποβιώσας Θεωρή, πατέρας των εναγόντων και διαχειριστών της περιουσίας του, σε δύο περιπτώσεις κατά τον Ιανουάριο του 1994 με διαφορά λίγων ημερών δάνεισε τον εναγόμενο, με τον οποίο υπήρξαν φίλοι, αρχικά με το ποσό των Λ.Κ.5.000,00 και στη συνέχεια με το ποσό των Λ.Κ.10.000,
- Και στις δύο περιπτώσεις εξέδωσε επ΄ ονόματι του επιταγές, για το αρχικό ποσό από τρεχούμενο λογαριασμό που διατηρούσε στη Σ.Π.Ε Λιοπετρίου, για δε το δεύτερο κάνοντας δάνειο από τη Λαϊκή Τράπεζα με εγγυητή τον εναγόμενο και με δέσμευση γραμμάτιο του που είχε στην ίδια τράπεζα. Τα πιο πάνω ποσά ο εναγόμενος ανέλαβε να τα εξοφλήσει στον Θεωρή εντός έξι μηνών με νόμιμο τόκο. Το ποσό του δανείου προς τη Λαϊκή Τράπεζα των Λ.Κ.10.000,00 πλέον οι τόκοι που προέκυψαν που ανέρχονταν στο ποσό των Λ.Κ.2.530,82σ. εξοφλήθηκε στις 13.09.1996 και ενώ Θεωρή ακόμα ζούσε, κάνοντας η τράπεζα χρήση της δυνατότητας που της διδόταν από τη δέσμευση του γραμματίου του. Ο Θεωρή απεβίωσε στις 15.09.1998 και μέχρι τότε ο εναγόμενος βρίσκω ότι δεν του είχε πληρώσει οποιοδήποτε ποσό έναντι των δύο δανείων που τον δάνεισε αν και του το είχε ζητήσει. Οι κληρονόμοι του Θεωρή που γνώριζαν γι΄αυτό το δάνειο ενδιαφέρθηκαν και ενόχλησαν τον εναγόμενο ο οποίος όμως βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση. Κάθε φορά που τον ενοχλούσαν γι΄αυτό το σκοπό τους ζητούσε πίστωση χρόνου, την οποία και του την παρείχαν μέχρι που αντιλήφθηκαν ότι δεν θα τους εξοφλούσε. Όταν πλέον άρχισαν να έχουν βάσιμες ελπίδες να εισπράξουν το λαβείν τους από αυτόν, όταν τα οικονομικά του, όπως άκουγαν, καλυτέρευσαν, επανάνοιξαν την διαχείριση της περιουσίας του πατέρα τους και ήγειραν την παρούσα αγωγή αξιώνοντας τα πιο πάνω ποσά. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Μετά τα όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω κατά την ανάλυση και αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου και τα ευρήματα στα οποία κατέληξα, είναι προφανές ότι οι ενάγοντες κατάφεραν να αποδείξουν την απαίτηση τους εναντίον του εναγόμενου εναντίον του οποίου δικαιούνται απόφαση ενώ ο ίδιος ο εναγόμενος δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος που είχε, όπως ήταν υποχρέωση του, για την εξόφληση των δανείων που του είχε παράσχει ο πατέρας των εναγόντων. Για το ζήτημα του χρόνου έχω αποφανθεί πιο πάνω και είναι η απόφαση μου ότι δεν δικαιολογείται επίκληση του από τον εναγόμενο ενόψει των περιστάσεων της υπόθεσης και σίγουρα δεν διέκρινα οποιαδήποτε κακοπιστία στη συμπεριφορά των εναγόντων. Τουναντίον, είναι με την επίδειξη καλοπιστίας, βασιζόμενοι στις υποσχέσεις του εναγόμενου, που ζημίωναν οι ίδιοι και οι τυχόν άλλοι κληρονόμοι του Θεωρή, όσο καθυστερούσαν να εισπράξουν το λαβείν τους πιστώνοντας τον με χρόνο όπως τους παρακαλούσε. Ούτε και μπορεί να θεωρηθεί ως καταχρηστική υπό οποιανδήποτε μορφή η αξίωση των εναγόντων εναντίον του εναγόμενου για όσα νομίμως οφείλονται εκ μέρους του εναγόμενου. Η πάροδος του χρόνου δεν προκάλεσε απώλεια αποδεικτικών στοιχείων εκ μέρους του εναγόμενου καθώς ό,τι φάνηκε από τη μαρτυρία ότι μπορούσε να παρουσιαστεί ήταν η επιταγή που επικαλέστηκε ότι με αυτή έδωσε κάποιο ποσό στον Θεωρή, η οποία όμως θα μπορούσε επιδεικνύοντας εύλογη επιμέλεια να βρεθεί και να παρουσιαστεί. Επομένως ούτε και ως προς αυτό το ζήτημα βρίσκω ότι ο εναγόμενος έχει υποστεί οποιαδήποτε βλάβη ή δυσμένεια. Εκδίδεται απόφαση για το ποσό των Λ.Κ.15.000,00 (αντίστοιχο σε Ευρώ €25.629,02σ.) πλέον νόμιμο τόκο επί ποσού Λ.Κ.5.000,00 (€8.543,01σ.) από 13.01.1994 και επί ποσού Λ.Κ.10.000,00 (€17.086,01σ.) από 18.01.1994 μέχρι εξοφλήσεως πλέον τα έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.)........ Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο