← Κύπρος

Μαρίας Λόντου ν. Πασχάλη Σπιτέρη κ.α., Αρ. Αγ.: 39/05, 5 Μαίου, 2009

Μαρίας Λόντου ν. Πασχάλη Σπιτέρη κ.α., Αρ. Αγ.: 39/05, 5 Μαίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2009:A15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (που συνεδριάζει στη Λάρνακα) Ενώπιον: T. Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγ.: 39/05 Μεταξύ: Μαρίας Λόντου Ενάγουσας -και-

  1. Πασχάλη Σπιτέρη
  2. Βασιλούς Σπιτέρη Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 3.12.2008 για παραμερισμό διαταγμάτων 5 Μαίου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές: Ο κ. Μ. Κυριακίδης. ( κα Ε.Ελευθερίου για να ακούσει απόφαση.) Για Καθ΄ ου η αίτηση: Ο κ. Γ.Παπαθεοδώρου. ( κ. Γρ.Σαββίδης για να ακούσει απόφαση.) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση η εταιρεία Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ, που δεν είναι διάδικος στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου για παραμερισμό ή ακύρωση των διαταγμάτων που εκδόθηκαν μονομερώς τη 4.3.2008 και 26.3.2008, όπως επίσης και διάταγμα "... αναγνωρίζων και ή δηλώνων ότι η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό υπόθεση έχει απορριφθεί". Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 22 του Νόμου 96

(1)/ 2000, στο άρθρο 68, Κεφ. 148, και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 θ. 14
(1)και
(2)και Δ.48 θθ. 1 μέχρι
  1. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Δημήτρη Γεωργιάδη, διευθυντή υποκαταστήματος της αιτήτριας εταιρείας. Ο ομνύοντας ισχυρίζεται ότι αρχές του 2005 πληροφορήθηκε από τους εναγόμενους ότι επιδόθηκε σε αυτούς κλητήριο ένταλμα που αφορούσε αξίωση της ενάγουσας για ζημιές που υπέστη σε τροχαίο ατύχημα, που επεσυνέβη τη 20.7.2003, ενώ ο εναγόμενος οδηγούσε το όχημα ΕΜΒ
  2. Κατά τον επίδικο χρόνο υπήρχε σε ισχύ ασφαλιστήριο συμβόλαιο για ασφαλιστική κάλυψη έναντι τρίτου, μεταξύ του εναγόμενου 1 και της αιτήτριας. Το Φεβρουάριο του 2008 ο ομνύοντας ενημερώθηκε από τον δικηγόρο της αιτήτριας ότι η αγωγή είχε απορριφθεί, τέλος του 2006, λόγω μη προώθησης της. Τη 4.3.2008 το Δικαστήριο, μετά από σχετική αίτηση, διέταξε την παράταση του χρόνου καταχώρησης αίτησης και λίγες μέρες αργότερα, τη 26.3.2008, διέταξε την επαναφορά της αγωγής. Οι αιτητές ζητούν τον παραμερισμό των πιο πάνω διαταγμάτων καθότι αυτά εκδόθηκαν μονομερώς, χωρίς να δοθεί η δυνατότητα στους αιτητές ν΄ ακουσθούν. Ισχυρίζονται, περαιτέρω, ότι εκδόθηκαν "στην απουσία οποιουδήποτε δικαιοδοτικού πλαισίου και κατά παράβαση των σχετικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ..." και ότι τα διατάγματα έχουν προκαλέσει "ανεπανόρθωτη ζημιά και βλάβη" στα δικαιώματα της αιτήτριας, για λόγους που επεξηγεί στην ένορκη δήλωσή του. Η καθ΄ ης η αίτηση, ενάγουσα στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, κατεχώρησε ένσταση στην οποία ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αστήρικτη, η αιτήτρια δεν είναι διάδικος στη διαδικασία και το Δικαστήριο "δεν έχει εξουσία ν΄ αποδώσει σ΄ αυτή οποιανδήποτε θεραπεία στα πλαίσια της αίτησης αυτής". Η καθ΄ ης η αίτηση ισχυρίζεται επίσης ότι η παράλειψη των εναγομένων να καταχωρήσουν εμφάνιση "... αποτελεί νομικό και ουσιαστικό κώλυμα τόσο όσο αφορά την καταχώρηση της ΑΙΤΗΣΗΣ όσο και την εμφάνιση στη διαδικασία τόσο της αιτήτριας όσο και του δικηγόρου της". Ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι τα επίδικα διατάγματα είναι οριστικά και δεσμευτικά και η ακύρωση τους μπορεί να επιτευχθεί μόνο κατ΄ έφεση. Το πρώτο θέμα που καλείται το Δικαστήριο ν΄ αποφασίσει, το οποίο είναι καθοριστικής σημασίας για την έκβαση της υπόθεσης είναι κατά πόσο κέκτηται εξουσία στα πλαίσια της Διάταξης 48 θεσμός 8
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που θα αναφέρονται απλώς ως οι «Θεσμοί», να παραμερίσει τα επίδικα διατάγματα. Η Διάταξη 48 αφορά τη διαδικασία που ακολουθείται σε σχέση με τον τύπο των αιτήσεων που καταχωρούνται στο Δικαστήριο, το περιεχόμενο τους, την επίδοση τους και την εκδίκαση τους. Συγκεκριμένα στην παράγραφο
(1)του θεσμού 8 καταγράφονται οι αιτήσεις που μπορούν να καταχωρηθούν μονομερώς, στην παράγραφο
(2)καταγράφονται οι αιτήσεις που πρέπει να συνοδεύονται από ένορκη δήλωση ενώ στην παράγραφο
(3)γίνεται πρόνοια για την εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει την επίδοση αίτησης που καταχωρήθηκε μονομερώς. Στην επίδικη παράγραφο
(4), διαβάζουμε τα πιο κάτω: "
(4)Any person (other than the applicant) affected by an orderr made ex parte may apply by summons to have it set aside or varied and the Court or Judge may set aside or vary such order on such terms as may seem just." Ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας ισχυρίσθηκε ότι η πιο πάνω εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο για παραμερισμό διατάγματος καλύπτει όλο το φάσμα των διαταγμάτων που εκδόθηκαν μονομερώς και επεκτείνεται και σε διατάγματα που εκδόθηκαν σε μονομερή αίτηση, αναγόμενη έξω από τη σφαίρα της Δ.48 Θ.8
(1). Στο σημείο αυτό θα ήθελα να παρατηρήσω ότι η επίδικη πρόνοια και συγκεκριμένα η παράγραφος 4 δεν αποτελεί από μόνη της ξεχωριστό θεσμό αλλά υποπαράγραφο του θεσμού 8, της Διάταξης 48, που αφορά μονομερείς αιτήσεις. Κάποιος λογικά θ΄ ανέμενε ότι αν σκοπός του νομοθέτη ήταν να καλύψει με τη συγκεκριμένη πρόνοια και διατάγματα που εκδόθηκαν σε μονομερείς αιτήσεις αναγόμενες έξω από τη σφαίρα του θεσμού 8 τότε η πρόνοια αυτή θα αποτελούσε από μόνη της ανεξάρτητο, αυτοτελή θεσμό και όχι παράγραφο κάποιου άλλου θεσμού. Πέραν τούτου, θ΄ αναμένετο ότι σε περίπτωση που η επίδικη παράγραφος, παράγραφος 4, του θεσμού 8, κάλυπτε όλα τα διατάγματα, που εκδίδονται σύμφωνα με οποιοδήποτε άλλο Κανονισμό ή Νόμο και επεκτεινόταν πέραν των περιπτώσεων που αναφέρονται στο θεσμό 8
(1)της συγκεκριμένης διάταξης, θα υπήρχε ρητή πρόνοια περί τούτου, όπως για παράδειγμα υπάρχει στην αντίστοιχη Δ.26 θ. 14 των Θεσμών, που αφορά παραμερισμό απόφασης, όπου διαβάζουμε: "... Any judgment by default whether under this Order or under any other of these rules, may in a proper case be set aside by the Court upon such terms as to costs or otherwise as the Court may think fit." Το Δικαστήριο δεν κέκτηται εξουσία να διευρύνει την εφαρμογή του θεσμού και στις περιπτώσεις για τις οποίες δεν υπάρχει ρητή πρόνοια, αυτό θα συνεπαγόταν την προσθήκη στο Νόμο προνοιών που δεν θέλησε ο νομοθέτης να συμπεριλάβει.[1] Στο σημείο αυτό θα ήθελα πληροφοριακά να επισημάνω ότι στους τροποποιημένους διαδικαστικούς κανονισμούς του 2008, οι οποίοι δεν έχουν τεθεί ακόμη σε ισχύ, το κενό που παρατηρείται στο συγκεκριμένο θεσμό έχει θεραπευθεί διά της προσθήκης στο θεσμό 8
(1)της Δ.48, στον οποίο καταγράφονται ποιες αιτήσεις δύνανται να καταχωρηθούν μονομερώς, της πιο κάτω πρόνοιας: «Σε κάθε άλλη περίπτωση στην οποία προβλέπεται από οποιοδήποτε νόμο ή διαδικαστικό κανονισμό ότι η αίτηση μπορεί να γίνεται μονομερώς (ex parte)». Με την προσθήκη της πιο πάνω πρόνοιας, οποιαδήποτε αναφορά σε "μονομερή αίτηση" στο θεσμό 8 της Δ.48 θα περιλαμβάνει όλες τις αιτήσεις που μπορούν να γίνουν μονομερώς. H Κυπριακή νομολογία επί του συγκεκριμένου θέματος δεν είναι, κατά την ταπεινή άποψη μου, ευθυγραμμισμένη. Στην υπόθεση του Εφετείου Γ. Έλληνας και Α. Χριστοδούλου κ.ά[2], το οποίο απαρτιζόταν από τους δικαστές Δημητριάδη, Κωνσταντινίδη και Νικολάου, όπου ηγέρθηκε το θέμα κατά πόσο διάταγμα διόρθωσης απόφασης, που εκδόθηκε μετά από μονομερή αίτηση, θα μπορούσε να παραμερισθεί από Επαρχιακό Δικαστή, στα πλαίσια εξέτασης αίτησης με βάση τη Δ.48 θ. 8
(4)των Θεσμών, το Δικαστήριο αποφάσισε τα πιο κάτω, τα οποία θεωρώ σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσια: «Προκύπτει συνεπώς ότι η κατ΄ εξοχήν προσφερόμενη δικονομική οδός είναι εκείνη που διαλαμβάνεται στην Δ.48 θ.8
(4). Δεν παραγνωρίζουμε το ότι η πρόνοια αυτή συνιστά την απόληξη στη ρύθμιση που γίνεται με τον θ.8 της Δ.48 αναφορικά με μονομερείς αιτήσεις. Θα ήταν όμως κατά τη γνώμη μας ασυμβίβαστο με την ευρύτητα του λεκτικού της παραγράφου
(4)του θ.8, αν περιοριζόταν η λειτουργία της μόνο στις μονομερείς αιτήσεις που εξειδικεύονται στην παράγραφο
(1)του θ.8. Θα λέγαμε ότι κατά μείζονα λόγο η δυνατότητα λειτουργίας της παραγράφου
(4)παρέχεται και εκεί όπου διάταγμα εκδόθηκε σε μονομερή αίτηση αναγόμενη έξω από την σφαίρα της παραγράφου
(1)του θ.8 και τούτο δεδομένου ότι θεωρούμε πως σε τέτοια περίπτωση το γεγονός αυτό δεν εκθεμελιώνει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Εν προκειμένω το πρωτόδικο Δικαστήριο απέτυχε να εντοπίσει τη δικονομική δυνατότητα την οποία προσφέρει η Δ.48 θ.8
(4)για εξέταση της αίτησης του εφεσείοντα ημερομηνίας 27 Σεπτεμβρίου 1993, μια δυνατότητα που έθετε την εξέταση της εν λόγω αίτησης εντός της δικαιοδοσίας, αρμοδιότητας και εξουσίας του.»[3] Στην υπόθεση Βασούλα Τάσου Κακούρη[4] που αφορούσε αίτηση για έκδοση certiorari και εκδόθηκε λίγα χρόνια αργότερα αποφασίστηκε ότι η δυνατότητα που προσφέρει η Δ.48 θ. 8
(4)για υποβολή αίτησης προς παραμερισμό ή τροποποίηση διαταγής που εκδίδεται μονομερώς, καλύπτει μόνο περιπτώσεις κατά τις οποίες είναι δυνατή η έκδοση τέτοιας ex parte διαταγής[5]. Στην υπόθεση όμως Π. Μιχαηλίδη και Α.Πεδίου[6] το Δικαστήριο είχε διαφορετική άποψη, αποφάσισε ότι η δυνατότητα που προσφέρει η Δ.48 θ. 8
(4), των Θεσμών, καλύπτει όλες τις περιπτώσεις, το αν ορθά ή λανθασμένα υποβλήθηκε αίτηση μονομερώς είναι ζήτημα που και αυτό, σύμφωνα πάντα με την πιο πάνω απόφαση, μπορεί να εξεταστεί στο πλαίσιο αίτησης δια κλήσεως, βάσει της Δ.48 θ. 8
(4). Στην υπό εξέταση αίτηση, η αιτήτρια δεν παραπονείται απλώς ότι η αίτηση έγινε μονομερώς αποστερώντας του το δικαίωμα ν΄ ακουσθεί αλλά το κύριο επιχείρημα της είναι ότι η αίτηση που καταχωρήθηκε από την ενάγουσα για την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων επαναφοράς της αγωγής στερείτο δικαιοδοσίας πλαισίου, δεν θα μπορούσε να καταχωρηθεί ούτε μονομερώς αλλά ούτε και δια κλήσεως. Τα επίδικα διατάγματα, σύμφωνα πάντα με την αιτήτρια, "... εκδόθηκαν στην απουσία οποιουδήποτε δικαιοδοτικού πλαισίου, χωρίς δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδώσει τέτοια διατάγματα...". Η αγωγή, ως αναφέρω και πιο πάνω, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, με βάση τις πρόνοιες της Δ.17 θ. 14
(1)των Θεσμών, λόγω της παράλειψης των εναγόντων να προωθήσουν την αγωγή τους. Η επίδικη αίτηση για επαναφορά της αγωγής βασιζόταν στη Δ.17 θ. 14
(1),
(2)και
(3), Δ.26 θ. 14 και Δ.33 θ. 5 των Θεσμών. Οι διατάξεις αυτές, σύμφωνα με την αιτήτρια δεν δίδουν εξουσία στο Δικαστήριο για έκδοση διατάγματος επαναφοράς στην περίπτωση που η αγωγή απορρίφθηκε λόγω μη προώθηση της. Εκείνο που η αιτήτρια, στην ουσία, ζητά από το παρόν Δικαστήριο είναι να κρίνει κατά πόσο το Δικαστήριο που εξέδωσε το διάταγμα επαναφοράς της αγωγής είχε ή όχι δικαιοδοσία να το πράξει. "Δικαιοδοσία" είναι η εξουσία του Δικαστηρίου να αποφασίζει τα θέματα που παρουσιάζονται ενώπιον του, ή να επιλαμβάνεται θεμάτων τα οποία παρουσιάζονται, σύμφωνα με δικονομικούς κανόνες, ενώπιον του, για απόφαση. Τα όρια της δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας καθορίζονται από το Νόμο, ο οποίος καθιδρύει το Δικαστήριο[7]. Το παρόν Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά πόσο το Δικαστήριο που εξέδωσε τα επίδικα διατάγματα, κάτω από συνθήκες οι οποίες δεν αμφισβητούνται, ερμήνευσε το νόμο εσφαλμένα ή εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο στα γεγονότα της υπόθεσης. Το θέμα που εγείρεται είναι εντελώς νομικό. Η συγκεκριμένη περίπτωση διαφέρει από την περίπτωση που ένας διάδικος αποκρύπτει από το Δικαστήριο κάποια γεγονότα και το Δικαστήριο αποφασίζει, αφού ακούσει και την άλλη πλευρά και έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων, ότι θα ήταν ορθό και δίκαιο, υπό το φως των νέων γεγονότων, η απόφαση, που εκδόθηκε μετά από μονομερή αίτηση, να παραμερισθεί. Στην υπό εξέταση υπόθεση η αιτήτρια παραθέτει στην ένορκη δήλωση της, διάφορα γεγονότα σε σχέση με τον χειρισμό και προώθηση της αγωγής από την ενάγουσα, τα γεγονότα αυτά όμως είναι άσχετα με το θέμα της δικαιοδοσίας και δεν το επηρεάζουν. Εάν προχωρήσω και εξετάσω θέμα δικαιοδοσίας στη συγκεκριμένη περίπτωση και κρίνω ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε τα επίδικα διατάγματα είχε εξουσία να τα εκδώσει, αυτό ισοδυναμεί στην ουσία με "επικύρωση" της απόφασης του αδελφού δικαστή ενώ αν κρίνω ότι το Δικαστήριο υπερέβη τη δικαιοδοσία του ή τελούσε υπό πλάνη νόμου και κακώς διατάχθηκε η επαναφορά της αγωγής τότε αυτό ισοδυναμεί με "ακύρωση" της απόφασης. Ανάληψη τέτοιας δικαιοδοσίας θα ισοδυναμούσε, πιστεύω, με ανάληψη δικαιοδοσίας Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση Μαρκιτανής v. Μουτζούρη[8] όπου το Εφετείο είπε, μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω: «. Πρέπει να προσθέσουμε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, πρόσωπο που θίγεται από απόφαση κατώτερου δικαστηρίου μπορεί δικαιωματικά να αποταθεί για διάταγμα Certiorari εφόσον αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως υπέρβαση δικαιοδοσίας. Θεωρούμε ότι η διαπιστωθείσα από το πρωτόδικο δικαστήριο «παντελής έλλειψη δικαιοδοσίας σε καίριο ζήτημα» είναι ικανή να εντάξει την παρούσα περίπτωση στις περιπτώσεις εκείνες όπου η έκδοση διατάγματος Certiorari μπορεί να διεκδικηθεί δικαιωματικά, οπόταν η παρέμβαση του Δικαστηρίου επιβάλλεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος..». Σκοπός της Δ.48 θ. 8
(4)των Θεσμών δεν είναι η παροχή εξουσίας σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο να αναθεωρήσει την ορθότητα εκδοθείσας απόφασης ομοβάθμιου δικαστηρίου, κατά πόσο εφάρμοσε ορθά ή λανθασμένα το νόμο αλλά η παροχή εξουσίας να ακυρώσει ή τροποποιήσει την δικαστική απόφαση υπό το φως νέων γεγονότων ή δεδομένων που δικαιολογούν την τροποποίηση ή τον παραμερισμό της. Με βάση όλα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει την παρούσα αίτηση. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τ. Καρακάννα, Α.Ε.Δ. [1] Βλέπετε σχετικά Dias United Publishing Co Ltd v. Δημοκρατία
(1996)3 Α.Α.Δ. 550. [2] Πολιτική Εφεση 9179, ημερομηνίας 8.5.1995 [3] Βλέπετε επίσης σχετικά Νικολαίδου ν. Αττίπα κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1620. [4] Αιτ. Αρ. 152/99 του Κωανσταντινίδη Α.Δ. ημερομηνίας 11.8.00 [5] Το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης υιοθετήθηκε στην απόφαση αναφορικά με την αίτηση του Χριστοδούλου Πίττακα για έκδοση certiorari, Αρ.101/01, 5.12.01 του Αρτεμίδη Δ. [6] Αιτ. Αρ. 165/05 ημερομηνίας 7.12.04 του Νικολάου Α.Δ. [7] Βλέπετε σχετικά Thompson v. Shiel
(1840)3 Ir. Eq. R. 135 και Λαυρέντης Α. Δημητρίου, Αιτήσεις Αρ. 39 / 88 και 40 / 88
(1990)1 Α.Α.Δ. 256). [8]
(2000)1 Α.Α.Δ. 923. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.