Αντώνη Γεωργίου Ζουβάνη ν. Akathiotis Developers Ltd, Αρ. Αίτησης: 8/07, 22/5/2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2009:A18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Θ. ΘΩΜΑ, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 8/07 Σε ότι αφορά τον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο Κεφ.224, άρθρα 11Α, 80 Μεταξύ: Αντώνη Γεωργίου Ζουβάνη, από το Παραλίμνι Ενάγοντα και Akathiotis Developers Ltd, από τον Στρόβολο Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 4/2/2009 Ημερομηνία: 22/5/2009 Εμφανίσεις: Για τον εφεσείοντα-αίτητη: κος Πιττάτζιης Για τους εφεσίβλητους-καθ' ων η αίτηση: κος Νικηφόρου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο αιτητής με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση-έφεση του επιδιώκει την ακύρωση της απόφασης του διευθυντή του τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερ. 23/1/2007 με την οποία αποφάσισε την παραχώρηση υποχρεωτικής διόδου προς όφελος ακινήτου των καθ' ων η αίτηση, κατά τρόπο ο οποίος επηρεάζει ακίνητο του αιτητή. Στο ενδιάμεσο στάδιο, μετά την ολοκλήρωση της αντεξέτασης του διευθυντή των καθ' ων η αίτηση και τον ορισμό της υπόθεσης για αγορεύσεις, ο αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση με την οποία επιδιώκει την τροποποίηση της κυρίως αιτήσεως, με την προσθήκη στο σώμα της αίτησης των ακόλουθων λόγων έφεσης: "Α. Ο διευθυντής του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος (ενδιαφερόμενο μέρος) δεν έκαμε σωστή ή και επαρκή έρευνα στην ανεύρεση της σωστής πορείας του δικαιώματος διάβασης του αιτητή και εσφαλμένα έκρινε ότι η ορθή πορεία ήτο αυτή που διέρχεται από το ακίνητο του αιτητή αρ. τεμαχίου 27 Σχέδιο 2-296-375 Τμήμα 21 στο Δήμο Παραλιμνίου. Β. Ο διευθυντής του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος (ενδιαφερόμενο μέρος) έσφαλε στην επιλογή της πορείας που επηρεάζει το ακίνητο του αιτητή γιατί παραγνώρισε ή και αγνόησε ότι από το μέρος που καθόρισε την πορεία τέθηκε όρος στον αιτητή για κατασκευή πεζόδρομου και παραχώρηση του στο δημόσιο. Γ. Παραγνώρισε και αγνόησε ο διευθυντής του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος το γεγονός ότι για την υλοποίηση και εφαρμογή του δικαιώματος διάβασης ο αιτητής θα υποχρεωθεί να κάμει κατεδαφίσεις και νέες κατασκευές δαπάνης ύψους £17.700 (€30.242,25). Δ. Παρέλειψε ο διευθυντής του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος να αξιολογήσει ή και μετρήσει τη ζημιά που υφίσταται ο αιτητής, το δυσμενή επηρεασμό του ακινήτου και των οικιών που κτίσθηκαν που είναι £50.000 (€85.430,07). Ε. Ο διευθυντής του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος δεν έλαβε υπόψη όλες τις συγκριτικές πωλήσεις και αξίες των ακινήτων σε ότι αφορά τον δίκαιο και σωστό καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης προς τον αιτητή ή και έσφαλε στην εκτίμηση που έκαμε σε ότι αφορά το ύψος της αποζημίωσης του αιτητή." Στην ένορκη δήλωση του, η οποία συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση ο αιτητής ισχυρίζεται ότι πριν από μερικές μέρες ο νέος δικηγόρος του Γιώργος Πιττάτζιης τον ενημέρωσε ότι η κυρίως αίτησή του περιέχει μία παρατυπία ή κενό που μπορεί να καταστήσει μοιραία την υπόθεσή του και να υποστεί άδικα ανεπανόρθωτη ζημιά, γιατί σε περίπτωση που αποσύρει την αίτησή του δεν θα μπορεί να καταθέσει νέα αίτηση επειδή δεν υπάρχει τρόπος παράτασης της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 80 του Κεφ.
- Με την σκοπούμενη τροποποίηση δεν θα επηρεαστεί η ουσία της υπόθεσης, απλά θα καλυφθεί ένα τυπικό κενό για να μην είναι εκτεθειμένη η αίτηση του σε απόρριψη. Αν επιτραπεί η τροποποίηση, ο καθ' ου η αίτηση δεν θα υποστεί καμιά ζημιά, απλά θα καθυστερήσει η εκδίκαση της υπόθεσης για μερικούς μήνες ίσως και μερικές εβδομάδες. Οι καθ' ων η αίτηση εναντιώθηκαν στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Με την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασής τους προβάλλουν συνολικά 17 λόγους ένστασης. Πολλοί από τους λόγους ένστασης είναι επάλληλοι μεταξύ τους, γι αυτό θα περιοριστώ στην καταγραφή των βασικότερων από αυτούς:
- Η αίτηση δεν στηρίζεται σε οποιοδήποτε νόμο, κανονισμό και εν πάση περιπτώσει είναι νομικά αστήρικτη και ή στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση.
- Η αίτηση υποβάλλεται σε πολύ προχωρημένο στάδιο.
- Δεν επιτρέπεται η προσθήκη λόγων έφεσης με αίτηση τροποποίησης σύμφωνα με την Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
- Η έγκυρη στοιχειοθέτηση της έφεσης συνιστά προϋπόθεση για την ενεργοποίηση της, παράλειψη δε αναφοράς των λόγων της έφεσης δεν θεραπεύεται με αίτηση τροποποίησης σε μεταγενέστερο στάδιο.
- Η αίτηση σκοπό έχει να επιβραδύνει την νόμιμη διαδικασία, καθότι η προσθήκη των λόγων έφεσης τους οποίους ζητά να προσθέσει ο αιτητής θα συνεπάγεται την έναρξη της διαδικασίας από την αρχή, ενώ κανονικά η διαδικασία βρίσκεται στο στάδιο της ολοκλήρωσής της.
- Η παράλειψη αναφοράς των λόγων έφεσης στην αίτηση δεν αποτελεί παρατυπία αλλά θεμελιώδη παράλειψη, η οποία δεν θεραπεύεται λόγω του δυσμενή επηρεασμού του καθ' ου η αίτηση από την συγκεκριμένη παρατυπία.
- Η αίτηση αντιβαίνει στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος για ανάγκη διεξαγωγής της δίκης μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα.
- Η αίτηση σκοπό έχει να πλήξει τα συμφέροντα του αιτητή και εν πάση περιπτώσει δεν είναι καλόπιστη. Η αίτηση στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Θεσμούς Δ.48 Θ.1, 2, 4 και 9, Δ.25 Θ.1-5, Δ.64 Θ.1-5 και στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1956 Κ.3, 5, 7 και
- Το πρώτο ζήτημα το οποίο χρήζει εξέτασης είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η αίτηση δεν στηρίζεται επί των ορθών κανονισμών. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση αναπτύσσοντας τις θέσεις του ενώπιον του δικαστηρίου υποστήριξε ότι η διαδικασία που ακολουθείται σε "εφέσεις" εναντίον αποφάσεων του διευθυντή του κτηματολογίου είναι αυτή που προβλέπει η Δ.35 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. Κατ' επέκταση και στην υπό εξέταση περίπτωση θα πρέπει να εφαρμοστούν αναλογικά οι αρχές που διέπουν την τροποποίηση των λόγων έφεσης σε ειδοποίηση έφεσης, η οποία ασκείται με βάση την Δ.
- Όμως ελλείπει από την νομική βάση της αίτησης η Δ.
- Η παράλειψη του αιτητή να περιλάβει στη νομική βάση της αίτησης του την Δ.35 είναι, κατά τον συνήγορο των καθ' ων η αίτηση μοιραία για την τύχη της αίτησης. Όπως είναι νομολογημένο η έφεση από απόφαση διευθυντή του κτηματολογίου αποτελεί εναρκτήρια διαδικασία, με την έννοια που ενέχει ο όρος αυτός στο άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60(βλ. Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδης κ.α.
(1990)1 ΑΑΔ 965, 971). Σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί δικαστηρίων νόμου "αγωγή" σημαίνει πολιτική διαδικασία αρχομένη δια κλητηρίου εντάλματος ή κατά τοιούτο άλλο τρόπο ως καθορίζεται υπό διαδικαστικού κανονισμού. Από την στιγμή λοιπόν που η κυρίως αίτηση - έφεση αποτελεί "αγωγή", με βάση την ερμηνεία που της αποδίδεται στο άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου, για την τροποποίηση της θα πρέπει να ισχύσουν κατ' αναλογία τα όσα εφαρμόζονται για την τροποποίηση κλητηρίου εντάλματος. Κατ' επέκταση, θα πρέπει κατά την άποψη μου να τύχουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρω ότι ο κανονισμός 17 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (δια κατοχή, εγγραφή και εκτίμηση) Διαδικαστικών Κανονισμών του 1956 ρητά προνοεί ότι για οποιαδήποτε διαδικαστικά ζητήματα, τα οποία δεν ρυθμίζονται από τους ως άνω κανονισμούς, εφαρμόζονται κατ' αναλογία οι θεσμοί πολιτικής δικονομίας. Έχοντας κατά νου τα όσα αναφέρω αμέσως πιο πάνω, δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω με την θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η υπό εξέταση περίπτωση διέπεται από την Δ.35 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. Η δεύτερη εισήγηση των καθ' ων η αίτηση είναι ότι η παράλειψη του αιτητή να περιλάβει στην αίτησή του τους λόγους έφεσης αποτελεί θεμελιώδη παράλειψη και όχι απλή παρατυπία, η οποία θα μπορούσε να θεραπευτεί εκ των υστέρων με την Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. Είναι γεγονός ότι στο σώμα της κυρίως αιτήσεως-εφέσεως δεν περιλαμβάνεται κανένας λόγος έφεσης. Ο κανονισμός 7 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 1956 επιτάσσει (shall) όπως κάθε αίτηση αναφέρει τους λόγους έφεσης (βλέπε επίσης τον τύπο 2 (form 2) των ως άνω κανονισμών). Δεν θα συμφωνούσα όμως ότι η ως άνω παράλειψη κατέστησε την αίτηση εξ υπαρχής άκυρη, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει δυνατότητα διάσωσης της εκ των υστέρων. Στην υπόθεση Μαγδαληνή Κυριάκου Κωνσταντίνου κ.α. ν. Χρυσήλιου Ιωάννου Νικολάου
(2005)1 ΑΑΔ 634 αναφέρθηκε ότι με την τροποποίηση της Δ.64 καταργήθηκε η διάκριση μεταξύ άκυρου και αντικανονικού δικονομικού μέτρου και κάθε μορφή παρέκκλισης από τους θεσμούς εξισώνεται με αντικανονικότητα ή παρατυπία που μπορεί να θεραπευτεί. Άκυρο ή ανυπόστατο δικονομικό μέτρο δεν εκπίπτει ούτε και διαγράφεται αυτοδικαίως εκτός εάν οι θεσμοί ειδικά διαλαμβάνουν τέτοια πρόβλεψη. Στην υπόθεση Μαγδαληνή Κυριάκου Κωνσταντίνου (ανωτέρω) οι εφεσείοντες καταχώρησαν ενώπιον του επαρχιακού δικαστηρίου Λεμεσού έφεση εναντίον της απόφασης του διευθυντή του επαρχιακού κτηματολογίου Λεμεσού με την οποία παραχωρήθηκε υποχρεωτική δίοδος διαμέσου των κτημάτων των εφεσειόντων προς όφελος του ακινήτου του εφεσίβλητου. Στο σώμα της αίτησης δεν καθορίζονταν τα άρθρα του νόμου στα οποία στηριζόταν η έφεση, τα οποία όμως αναφέρονταν στον τίτλο της αίτησης. Η αίτηση ήταν προσαρμοσμένη στον τύπο 2 του παραρτήματος των κανονισμών με εξαίρεση την ως άνω παράλειψη. Το πρωτόδικο δικαστήριο αποφάσισε ότι η ως άνω παράλειψη συνιστούσε σφάλμα μη θεραπεύσιμο με βάση τις πρόνοιες της Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και προχώρησε στην απόρριψη της έφεσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση με την αιτιολογία ότι η ως άνω παρέκκλιση από τους κανονισμούς συνιστούσε απλή παρατυπία που μπορούσε να θεραπευτεί με βάση τις πρόνοιες της Δ.64 η οποία εφαρμόζεται αναλογικά. Στην υπόθεση Ειρήνη Κάκουλλου ν. Χαράλαμπου Παναγιώτη Ποχουζούρη κ.α.
(1992)1 ΑΑΔ 1503 η εφεσείουσα προσέβαλε ενώπιον του επαρχιακού δικαστηρίου Λευκωσίας την απόφαση του διευθυντή του κτηματολογίου με την οποία παραχωρήθηκε δικαίωμα διάβασης προς όφελος του κτήματος των εφεσίβλητων μέσω του κτήματος της. Η αίτηση υπεβλήθη στο σωστό τύπο. Όμως τα γεγονότα στα οποία στηριζόταν η αίτηση δεν περιλαμβάνονταν σε ένορκη δήλωση, όπως προνοεί ο κανονισμός 5
(1)αλλά σε έκθεση απαίτησης και επίσης δεν επισυνάπτετο η απόφαση του διευθυντή. Επιπλέον οι λόγοι έφεσης δεν εκτίθεντο σε ξεχωριστή παράγραφο, όπως προβλέπει ο σχετικός τύπος αλλά στις ίδιες παραγράφους που διατυπώνονταν οι θεραπείες. Οι ως άνω παρεκκλίσεις εξετάστηκαν προδικαστικά. Το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι η παρέκκλιση από τις πρόνοιες του Κ.5
(1)και του Κ.7
(1)που επιβάλλει τον προσδιορισμό των λόγων της έφεσης καθιστούσε την έφεση άκυρη ενόψει του επιτακτικού χαρακτήρα με τον οποίο διατυπώνεται η υποχρέωση για συμμόρφωση με τις διατάξεις τους. Με βάση το ως άνω σκεπτικό προχώρησε στην απόρριψη της έφεσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο διαφώνησε με την ως άνω προσέγγιση. Στην απόφασή του αναφέρεται ότι η παρέκκλιση από τις πρόνοιες των Κ.5 και 7 των ως άνω κανονισμών δεν συνεπάγεται αφευατής την ακυρότητα της διαδικασίας. Η τήρηση των προνοιών των ως άνω κανονισμών δεν αποτελεί προϋπόθεση για την γένεση της έφεσης, ούτε παρέκκλιση από αυτές καθιστά το μέτρο άκυρο λόγω ρητής νομικής ή θεσμικής διάταξης. Άλλωστε στον ίδιο τον Κ.7 αναγνωρίζεται διακριτική ευχέρεια έγκρισης τροποποίησης ή μεταβολής των λόγων της έφεσης. Στην απόφαση γίνεται επίσης διάκριση μεταξύ άκυρου (void) και αντικανονικού (irregular) δικονομικού μέτρου. Δικονομικό μέτρο είναι θνησιγενές μόνο όταν πλήττεται το θεμέλιο της δικαιοσύνης που στοιχειοθετούν οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή το συμβατικό θεμέλιο που θέτει ο νομοθέτης. Ως παράδειγμα θνησιγενούς δικονομικού μέτρου, το οποίο δεν μπορεί να θεραπευτεί αναφέρεται η περίπτωση της Δ.25 Θ.2 όταν το τροποποιημένο δικόγραφο δεν καταχωρείται εντός του χρόνου που καθορίζεται στο διάταγμα τροποποίησης ή εντός 15 ημερών, οπόταν το διάταγμα καθίσταται άκυρο (ipso facto void). Η έφεση, η οποία υποβλήθηκε στην ως άνω αναφερομένη υπόθεση έθεσε το θεμέλιο της διαδικασίας. Οι ατέλειες στον καταρτισμό της και οι παρεκκλίσεις από το θεσμικό πλαίσιο την καθιστούσαν αντικανονική, όχι όμως άκυρη. Έχοντας κατά νου τα όσα αναφέρω πιο πάνω καταλήγω ότι η παράλειψη του αιτητή να εκθέσει στο σώμα της αίτησης του τους λόγους έφεσης δεν την κατέστησε θνησιγενή, αλλά απλά παράτυπη. Είναι αυτή την παρατυπία, την οποία επιδιώκει να θεραπεύσει ο αιτητής με την υπό εξέταση αίτησή του. Επιπλέον κανένας κανονισμός προνοεί ότι η αίτηση θα καθίσταται άκυρη σε περίπτωση που δεν εκτίθενται στο σώμα της οι λόγοι έφεσης. Δεν υπάρχει επίσης αντιγνωμία ότι κατά τα άλλα η αίτηση υπεβλήθη στα πλαίσια του τύπου που προβλέπεται στους σχετικούς κανονισμούς. Όπως έχω ήδη αναφέρει η αίτηση στηρίζεται στην Δ.25 Θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. Σύμφωνα με την επί ζητήματος νομολογία Κυπριακή και Αγγλική η εν λόγω διάταξη παρέχει μια ευρεία εξουσία στο Δικαστήριο κατά τον χειρισμό αιτήσεων τροποποίησης δικογράφων. Στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1ΑΑΔ 934 η δυνατότητα τροποποίησης τέθηκε ως εξής από το Ανώτατο Δικαστήριο. «Αναμφισβήτητα η σύγχρονη τάση όπως βγαίνει από την σχετική νομολογία είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα». Στην υπόθεση Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 33 τέθηκαν οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά τον χειρισμό αιτήσεων τροποποίησης σύμφωνα με αυτές:
- Η τροποποίηση επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας νοουμένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
- Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
- Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνην που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο Αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
- Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντίδικου. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η υπό εξέταση αίτηση υποβάλλεται σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας. Όπως έχω ήδη αναφέρει υπεβλήθη στο διάστημα που μεσολάβησε μετά την ολοκλήρωση της αντεξέτασης του διευθυντή των καθ' ων η αίτηση μέχρι την ημερομηνία που όρισε το δικαστήριο για τις τελικές αγορεύσεις. Όμως το στάδιο στο οποίο υπεβλήθη η αίτηση δεν θα μπορούσε κατά την άποψή μου να αποτελέσει ανυπέρβλητο εμπόδιο για την αποδοχή της. Η σύγχρονη τάση της νομολογίας μας είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις ακόμα κι όταν αυτές υποβάλλονται σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας. Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1998)1 ΑΑΔ 704 η αίτηση τροποποίησης είχε υποβληθεί μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ενώ κατέθετε ο πρώτος μάρτυρας που είχε καλέσει η εφεσείουσα. Φυσικά δεν παραγνωρίζω ότι οι καθ' ων η αίτηση είχαν εγείρει το ζήτημα της απουσίας των λόγων έφεσης από το σώμα της κυρίως αιτήσεως στην απαντητική ένορκη δήλωση του διευθυντή τους ημερομηνίας 21/3/2008. Ο αιτητής στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση προβάλλει ως δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης την αργοπορία του δικηγόρου του να εντοπίσει την ως άνω παράλειψη. Όπως ισχυρίζεται στην παράγραφο 12 της ενόρκου δηλώσεως του, ο δικηγόρος του εντόπισε το λάθος όταν άρχισε να ετοιμάζει την αγόρευσή του. Η επεξήγηση που δίνει ο αιτητής για την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης μπορεί να μην είναι επαρκής ή ικανοποιητική. Ο δικηγόρος του μπορούσε να είχε εντοπίσει το ως άνω λάθος πολύ πιο πριν, αφού, όπως έχω ήδη αναφέρει, αυτό εγείρεται στην απαντητική ένορκη δήλωση των καθ' ων η αίτηση. Όμως όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωή Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ 1005, όπου δεν προκαλείται ζημιά, ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερήσει τον διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα ζητήματα που εγείρει. Στην υπό εξέταση υπόθεση είμαι της άποψης ότι καμιά αδικία ή ανεπανόρθωτη βλάβη θα προκληθεί στους καθ' ων η αίτηση από την αιτούμενη τροποποίηση, η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα. Όλα τα ζητήματα τα οποία εγείρει ο αιτητής με τους προτεινόμενους λόγους έφεσης περιλαμβάνονται στις 2 ενόρκους δηλώσεις του, καθώς και στην ένορκη δήλωση του εκτιμητή ακινήτων Φώτη Π. Ιωάννου, οι οποίες καταχωρήθηκαν προς υποστήριξη της κυρίως αίτησης-έφεσης. Κανένα νέο ζήτημα δεν εγείρεται με τους προτεινόμενους λόγους έφεσης. Είναι λοιπόν φανερό ότι πρόκειται για ζητήματα γνωστά στην πλευρά των καθ' ων η αίτηση. Κατ' επέκταση δεν τίθεται ζήτημα επηρεασμού της υπεράσπισης των καθ' ων η αίτηση. Θα ήθελα επίσης να αναφέρω ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε κακοπιστία στην υποβολή της αίτησης από πλευράς αιτητή. Δεν παραβλέπω ότι η αιτούμενη τροποποίηση δυνατόν να συμβάλει στην καθυστέρηση της ολοκλήρωσης της ακροαματικής διαδικασίας. Αναμφίβολα όμως, η οποιαδήποτε καθυστέρηση τυχόν προκληθεί δεν θα είναι μεγάλη καθότι, σύμφωνα με τον τροποποιητικό διαδικαστικό κανονισμό του 2006 (ημερομηνία 22/4/2006) η ακρόαση των αιτήσεων εναντίον αποφάσεων του διευθυντή του κτηματολογίου διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης. Εξάλλου, όπως έχω ήδη αναφέρει, πρόκειται για ζητήματα γνωστά στους καθ' ων η αίτηση. Είμαι της άποψης ότι δεν θα απαιτηθεί ούτε η καταχώρηση νέων ενόρκων δηλώσεων, ούτε και η περαιτέρω αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ομώσαντες τις ενόρκους δηλώσεις Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι η αίτηση θα πρέπει να επιτύχει. Όλα τα έξοδα τα οποία θα σπαταληθούν από την τροποποίηση (all costs thrown away) επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας αίτησης θεωρώ ότι και αυτά θα πρέπει να επιδικαστούν προς όφελος των καθ' ων η αίτηση, ενόψει της καθυστέρησης του αιτητή στην υποβολή της αίτησης. Όλα τα έξοδα θα πληρωθούν στο τέλος της διαδικασίας. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως τη αίτηση. Όλα τα έξοδα τα οποία θα σπαταληθούν από την τροποποίσηση (all costs thrown away) επιδικάζονται υπέρ των καθ'ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή. Τα έξοδα της αιτήσεως επιδικάζονται υπέρ των καθ'ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο, θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. Η τροποποιημένη αίτηση-έφεση να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από της συντάξεως του διατάγματος. (Υπ.) ......... Θ. Θωμά, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο