ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΑΒΒΙΔΗ ν. ΜΑΡΙΟΥ ΡΩΣΣΟΥ, Αρ. Αγωγής 1055/05, 29 Μαϊου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2009:A21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ. Ενώπιον:- Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1055/05 Μεταξύ: ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΑΒΒΙΔΗ, από το Παραλίμνι, Ενάγοντα -και- ΜΑΡΙΟΥ ΡΩΣΣΟΥ, από το Παραλίμνι, Εναγόμενου ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 14.05.2009 ΓΙΑ ΠΡΟΣΑΓΩΓΗ ΑΝΤΙΚΡΟΥΣΤΙΚΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Ημερομηνία: 29 Μαϊου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντα-αιτητή: Ο κ. Α. Ιντιάνος. Για εναγόμενο-καθ΄ ου η αίτηση: Ο κ. Χρ. Πατσαλίδης. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας με την αγωγή του (Δ.2 Κ.6) αξιώνει εναντίον του εναγόμενου το ποσό των £17.000,- ως υπόλοιπο γραπτής συμφωνίας πώλησης ημερομηνίας 6.09.2003 ενός θαλάσσιου σκάφους για το ποσό των £20.000,-. Ο εναγόμενος με την υπεράσπισή του αρνείται αυτή την αξίωση και ισχυρίζεται ότι αγόρασε το σκάφος από τον ενάγοντα κατόπιν προφορικής συμφωνίας περί τον Ιούνιο του 2003 για το ποσό των £12.000,- το οποίο κατέβαλε στον ενάγοντα κατά την υπογραφή των εγγράφων μεταβίβασης του σκάφους και συγκεκριμένα του Bill of Sale. Ανταπαιτεί δε το ποσό των £8.700,- για επισκευές που έκανε στο σκάφος, το ποσό των £1.500,- για συντήρησή του και το ποσό των £12.000,- ως μισθούς για το χρονικό διάστημα Αύγουστο του 2002 έως Αύγουστο του 2003 που εργάστηκε ως καπετάνιος στο σκάφος για τον ενάγοντα και δεν πληρώθηκε. Η απαίτηση και η ανταπαίτηση εκδικάστηκαν μαζί και με τη μαρτυρία του ο ενάγοντας προέβαλλε ταυτόχρονα τόσο τους ισχυρισμούς για απόδειξη της απαίτησής του όσο και την υπεράσπισή του στην ανταπαίτηση του εναγόμενου. Ακολούθησε η μαρτυρία του εναγόμενου με την οποία προώθησε την υπεράσπισή του και την ανταπαίτησή του. Όταν λοιπόν, στις 11.05.2009 ο συνήγορος του εναγόμενου αποτάθηκε προς το Δικαστήριο αναφέροντας ότι δεν θα καλούσε άλλο μάρτυρα και είχε παρουσιάσει την υπόθεσή του, ο δικηγόρος του ενάγοντα προέβη σε προφορικό αίτημα για προσαγωγή αντικρουστικής μαρτυρίας. Το Δικαστήριο υπέδειξε στο δικηγόρο του ενάγοντα ότι ίσως θα ήταν καλύτερα το αίτημα αυτό να λάβει τη μορφή γραπτής αίτησης. Ο δικηγόρος του ενάγοντα αποδέχθηκε τούτο και το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για αγορεύσεις εν αναμονή της γραπτής αίτησης, για προσαγωγή αντικρουστικής μαρτυρίας εκ μέρους του ενάγοντα. Πράγματι, ο ενάγοντας καταχώρισε την υπό εξέταση γραπτή αίτηση για προσαγωγή αντικρουστικής μαρτυρίας. Η ΑΙΤΗΣΗ Η αίτηση εδράζεται στη Δ.33 Κ.7 και 9, Δ.48 Κ.1-4 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και επί των συμφυών εξουσιών και διακριτικής ευχέρειας και δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και επί της νομολογίας. Τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα που συνοδεύει την αίτηση και των επισυναπτόμενων μ΄ αυτή τεκμήρια. Η ένορκη δήλωση τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να καταγραφεί ως έχει. Είναι αρκετό να αναφερθεί ότι ο ενάγοντας διατείνεται ότι βρέθηκε προ εκπλήξεως ή/και παραπλανήθηκε από τον εναγόμενο, γιατί ενώ στο τέλος της παραγράφου 3 της υπεράσπισης και ανταπαίτησης αναφέρεται ότι η συμφωνία ήταν προφορική για το ποσό των £12.000,- και το ποσό καταβλήθηκε από τον εναγόμενο στον ενάγοντα κατά την υπογραφή των εγγράφων μεταβίβασης του σκάφους και συγκεκριμένα του Bill of Sale, δηλαδή στις 28.11.2003, το οποίο επανέλαβε και στο τέλος της παραγράφου 11 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης, στη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την κυρίως εξέτασή του ανάφερε ότι τον Ιούνιο του 2003 πώλησε την επαγγελματική του βάρκα στον Ανδρέα Τίκκη για το ποσό των £5.000,- μετρητά και την ίδια μέρα το ποσό αυτό το κατέβαλε στον ενάγοντα στο γραφείο του και στη συνέχεια κατέβαλε το ποσό των £4.000,- τον Αύγουστο του 2003 και το ποσό των £3.000,- το Νοέμβριο του
- Η μαρτυρία αυτή ενώπιον του Δικαστηρίου δεν ήταν δυνατό να προβλεφθεί αφού ήταν αντίθετη με τη δικογραφημένη θέση του και ως εκ τούτου ο ενάγοντας κατεβλήθη εξ απροόπτου. Σύμφωνα δε με το Bill of Sale του σκάφους του εναγόμενου που πώλησε στον Ανδρέα Τίκκη και Μαρίνο Ττάκα και επισυνάπτεται ως τεκμήριο, η πώληση αυτή έγινε στις 3.03.2004 και δεν ήταν δυνατό να το πώλησε τον Ιούνιο του 2003 και να έλαβε το ποσό των £5.000,- σε μετρητά και να τα έδωσε στον ενάγοντα ως είναι ο ισχυρισμός του ενώπιον του Δικαστηρίου. Ενόψει των πιο πάνω είναι ορθό, δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να επιτραπεί στον ενάγοντα να παρουσιάσει αντικρουστική μαρτυρία. Η ΕΝΣΤΑΣΗ Ως ήταν αναμενόμενο ο εναγόμενος έφερε ένσταση στην αίτηση. Η ένσταση βασίζεται στη Δ.33 Κ.7, Δ.48 Κ1-4 και 9, Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 30.3(γ) του Συντάγματος, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και Πρακτική του Δικαστηρίου και στη νομολογία. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Μάριου Ρώσου. Να λεχθεί ότι στην ένσταση δεν προβάλλονται λόγοι ένστασης υπό τη συνήθη μορφή, ούτε και αναφέρονται ως τέτοιοι αλλά εκτίθενται τα γεγονότα τα οποία καταγράφονται στην ένορκη δήλωση. Θεωρώ όμως ότι τούτα μπορεί το Δικαστήριο να τα εκλάβει ως λόγους ένστασης. Συνοπτικά, η θέση του εναγόμενου είναι (α) ότι η αίτηση είναι αόριστη και γενική, (β) δεν συγκεκριμενοποιείται ποιοι είναι οι μάρτυρες και ποια η αντικρουστική μαρτυρία που θέλει ο ενάγοντας να παρουσιάσει, (γ) το αίτημα για προσαγωγή αντικρουστικής μαρτυρίας υποβλήθηκε μετά που έκλεισε την υπόθεσή του ο εναγόμενος και μετά που το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για αγορεύσεις, (δ) η μαρτυρία που θέλει να παρουσιάσει ο ενάγοντας είναι για να πλήξει την αξιοπιστία του εναγόμενου, (ε) εάν επιτραπεί η αίτηση τότε παραβιάζεται το άρθρο 30.3(γ) του Συντάγματος, (στ) η μαρτυρία του εναγόμενου δόθηκε στα πλαίσια των ισχυρισμών της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης (ζ) ο ενάγοντας μπορούσε όταν μελετούσε την υπεράσπιση και ανταπαίτηση να υποβάλει αίτηση για περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες, (η) σκοπός της αίτησης είναι να παραπλανήσει και επηρεάσει το Δικαστήριο, (θ) ότι η κατοχή του Bill of Sale της βάρκας του εναγόμενου από τον ενάγοντα που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση παραβιάζει τον Νόμο περί Προσωπικών Δεδομένων, επειδή δεν ζητήθηκε άδεια, τούτος ο λόγος όμως αποσύρθηκε αφού είχε εκδοθεί σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου, και (ι) ο ενάγοντας δεν καταλήφθηκε εξ απροόπτου ούτε παραπλανήθηκε. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Στην ομολογουμένως εμπεριστατωμένη αγόρευσή του ο δικηγόρος του ενάγοντα, με αναφορά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και των μετ΄ αυτής επισυναπτόμενων τεκμηρίων, καθώς και στη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου και με επίκληση σχετικής νομολογίας και μάλιστα εκτενών αναφορών από την υπόθεση TSIARTAS v. TALIOTIS
(1989)1 A.A.Δ. 216, εισηγήθηκε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για άδεια από το Δικαστήριο να προσαγάγει αντικρουστική μαρτυρία. Από την άλλη, ο συνήγορος του εναγόμενου στην ενδιαφέρουσα αγόρευσή του , με αναφορά στα όσα αναφέρονται στην ένσταση και τη δική του ερμηνεία σχετικά με τις επίμαχες αναφορές στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης για την καταβολή του ποσού των £5.000,- στον ενάγοντα από τον εναγόμενο κατά την υπογραφή του Bill of Sale, καθώς και τις εισηγήσεις του ότι δεν είναι επίδικο ή/και ουσιώδες θέμα από πού προήλθαν τα λεφτά, ότι το μόνο που επιδιώκει ο ενάγοντας είναι να πλήξει την αξιοπιστία του ενάγοντα, ζήτησε, με επίκληση και αυτός της ίδιας αλλά και άλλης νομολογίας, όπως απορριφθεί η αίτηση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Πρώτα να αναφερθεί ότι ο ενάγοντας περιόρισε την αίτηση για προσαγωγή αντικρουστικής μαρτυρίας μόνο στο θέμα της καταβολής του ποσού των £5.000,- από τον εναγόμενο στον ενάγοντα κατά την ημέρα υπογραφής του Bill of Sale και απέσυρε το αίτημά του για τα άλλα δύο θέματα που φαίνονται στην αίτηση και στην ένορκη δήλωσή του. Η αίτηση βασίζεται στη Δ.33 Κ.7 και 9. Η Δ.33 Κ.7(ΙΙ)(β) προνοεί: «(b) The first party may not adduce evidence in reply except by leave of the Court. If he desires to adduce such evidence, he must ask for leave immediately after, the second party´s evidence is concluded. If such leave is granted, the second party´s summing up shall be postponed until after the evidence in reply is heard.» Σε μετάφραση: «(β) Ο πρώτος διάδικος μπορεί να μη προσαγάγει μαρτυρία σε απάντηση παρά μόνο κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου. Αν επιθυμεί να παρουσιάσει τέτοια μαρτυρία θα πρέπει να ζητήσει άδεια αμέσως μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του δευτέρου διαδίκου. Αν τέτοια άδεια δοθεί η συνόψιση του δευτέρου διαδίκου θα πρέπει να μετατεθεί αμέσως μετά που θα ακουσθεί η μαρτυρία προς απάντηση.» Η Δ.33 Κ.9(ΙΙ)(γ)(ιι)(β), δεύτερη παράγραφος έχει ως ακολούθως: «A party shall not adduce evidence in reply except by leave of the Court; and where such leave is given, the evidence shall be adduced at such stage as the Court may direct, regard being had to the principle that the other party must be given an opportunity of commenting thereon.» Σε μετάφραση: «΄Ενας διάδικος δεν πρέπει να προσαγάγει μαρτυρία σε απάντηση εκτός κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου και όπου τέτοια άδεια δίδεται η μαρτυρία πρέπει να προσαχθεί σε τέτοιο στάδιο, που θα ορίσει το Δικαστήριο, λαμβανομένης υπόψιν της αρχής ότι ο άλλος διάδικος θα έχει την ευκαιρία να την σχολιάσει.» Στο βιβλίο του κ. Ηλιάδη «Το Δίκαιο της Απόδειξης», στη σελίδα 238, αναφέρονται τα κατωτέρω: «Ο γενικός κανόνας είναι, τόσο σε ποινικές όσο και πολιτικές υποθέσεις, ο κάθε διάδικος πρέπει να παρουσιάζει τη μαρτυρία πάνω στην οποία θα βασίσει την υπόθεσή του, προτού κλείσει την υπόθεσή του. Αυτό προϋποθέτει ότι ο διάδικος θα πρέπει να προβλέψει ποια είναι τα επίδικα θέματα και να προετοιμάσει την μαρτυρία που είναι αναγκαία για να καλύψει τα θέματα που θα εγερθούν. Όμως σε αρκετές περιπτώσεις παρατηρείται το φαινόμενο ότι η ακροαματική διαδικασία παίρνει μια άλλη γραμμή από αυτή που είχε προβλεφθεί και πολλές φορές εγείρονται θέματα που καταλαμβάνουν έναν από τους διαδίκους εξ απροόπτου. Για να αποτρέψουν μια πιθανή αδικία τα Δικαστήρια σε ορισμένες περιπτώσεις άρχισαν να δέχονται μαρτυρία, σε αντίκρουση μαρτυρίας που έχει ήδη δοθεί.» Στην υπόθεση ANDREAS TSIARTAS AND OTHERS v. AVGERINOS TALIOTIS
(1989)1 C.L.R. 216 γίνεται εκτενής επισκόπηση της νομολογίας επί του συγκεκριμένου θέματος. Στην υπόθεση Ματθαίου ν. Νικολάου κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 2080 λέχθηκαν τα εξής στη σελίδα 2089 και 2090: «Η προσκόμιση απαντητικής μαρτυρίας (evidence in reply) διέπεται από την Δ.33 θ.7(ιι)(β) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Στην Tsiartas and Another v. Taliotis
(1989)1 C.L.R. 216, μετά από εκτεταμένη επισκόπηση και ανάλυση της σχετικής νομολογίας, έχει υιοθετηθεί η πιο κάτω σύνοψη των σχετικών αρχών από τον Phipson on Evidence, 13η έκδοση, παραγ. 33-92: "33-92 Evidence in reply, whether oral or by affidavit, must as a general rule, be strictly confined to rebutting the defendant´s case, and must not merely confirm that of the plaintiff. ... ... .. ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... With the judge´s leave, rebutting evidence may be called by the plaintiff in answer to evidence of the defendant in support of an issue, the proof of which lay upon him. The discretion may still be exercised in the plaintiff´s favour where the nature of the defence became apparent during cross-examination of his own witnesses. The judge, however, has a discretion to admit further evidence either for his own satisfaction or where the interests of justice require it, and confirmatory evidence in rebuttal will generally be allowed when the party tendering it has been misled or taken by surprise." Σε μετάφραση: "33-92 Απαντητική μαρτυρία, είτε αυτή είναι προφορική ή με ένορκη δήλωση, πρέπει κατά γενικό κανόνα να περιορίζεται αυστηρά στο να αντικρούει την υπόθεση του εναγομένου και δεν πρέπει απλώς να επιβεβαιώνει την υπόθεση του ενάγοντα . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Με την άδεια του δικαστηρίου μπορεί να δοθεί αντικρουστική μαρτυρία από τον ενάγοντα σε απάντηση της μαρτυρίας του εναγομένου προς υποστήριξη επίδικου θέματος η απόδειξη του οποίου εβάρυνε τον ίδιο. Η διακριτική ευχέρεια μπορεί ακόμη να ασκηθεί υπέρ του ενάγοντα όπου η φύση της υπεράσπισης έχει αποκαλυφθεί κατά την αντεξέταση των δικών του μαρτύρων. Ο Δικαστής έχει διακριτική ευχέρεια να δεχθεί περαιτέρω μαρτυρία είτε για την δική του ικανοποίηση ή όπου αυτό απαιτείται από το συμφέρον της δικαιοσύνης - και επιβεβαιωτική αντικρουστική μαρτυρία γενικώς θα γίνεται επιτρεπτή όπου ο διάδικος που την προσφέρει έχει παραπλανηθεί ή έχει καταληφθεί εξ απροόπτου."» Και πιο κάτω: «Δεν είναι εφικτή η προσαγωγή μαρτυρίας απλώς και μόνο για να πληγεί η αξιοπιστία του εναγομένου και των μαρτύρων του σε σχέση μάλιστα με θέμα το οποίο δεν αποτελεί επίδικο θέμα ή μέρος της υπεράσπισης των εναγομένων. Ακολουθεί πως ο σχετικός λόγος της έφεσης δεν μπορεί να πετύχει.» Στην υπόθεση STANDARD FRUIT COMPANY (BERMUDA) LIMITED κ.ά. ν. GOLD SEAL SHIPPING COMPANY LTD.
(1996)1 Α.Α.Δ. 886, 887 ειπώθηκαν τα εξής: «Το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία να δεχθεί περαιτέρω μαρτυρία και ειδικότερα αντικρουστική μαρτυρία (rebutting evidence), όταν το μέρος που ζητά την προσαγωγή τέτοιας μαρτυρίας έχει παραπλανηθεί ή έχει καταληφθεί εξ απροόπτου. (Βλέπε Andreas Tsiartas and Others v. Avgerinos Taliotis
(1989)1 Α.Α.Δ. 216)» Στην Πολιτική ΄Εφεση 276/05 ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ. ν. CORAL FOODS LTD. κ.α., ημερομηνίας 17.09.2008 αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Εσφαλμένα, περαιτέρω, διατείνονται οι εφεσείοντες, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε το αίτημά τους για παρουσίαση αντικρουστικής μαρτυρίας. Από τη στιγμή, υπέβαλαν, που επετράπη στους εφεσίβλητους να παρουσιάσουν μαρτυρία εκτός της δικογραφημένης θέσης τους, θα έπρεπε να τους επιτραπεί να παρουσιάσουν αντικρουστική μαρτυρία για όσα η Μ.Υ.1 κατέθεσε, καταλαμβάνοντάς τους εξ απροόπτου. Με την απόρριψη του αιτήματός τους, δεν υπήρχε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου η θέση τους, προτού η υπόθεση αποφασιστεί. Έπρεπε, εισηγήθηκαν να τους δοθεί η ευκαιρία, μετά που ερεύνησαν τους ισχυρισμούς της Μ.Υ.1, να απαντήσουν, ώστε να είναι δίκαιη η επίλυση της διαφοράς. ΄Εχουμε ήδη κρίνει ορθή την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η μαρτυρία που παρουσιάστηκε από πλευράς εφεσιβλήτων ήταν στη γραμμή της δικογραφημένης Υπεράσπισής τους. Συνεπώς, το αίτημά τους για παρουσίαση αντικρουστικής μαρτυρίας δεν μπορούσε παρά να κριθεί στη βάση του κατά πόσο οι εφεσείοντες είχαν παραπλανηθεί, ή είχαν καταληφθεί εξ απροόπτου - (βλ.Tsiartas and Another v. TAliotis
(1989)1 C.L.R. 216). Το αίτημα για παρουσίαση αντικρουστικής μαρτυρίας υπεβλήθη μετά που οι εφεσείοντες έκλεισαν την υπόθεσή τους και παρέμεινε το θέμα των αγορεύσεων. ΄Εχουμε μελετήσει την ενδιάμεση απόφαση της 15/12/2004. Προτού το Δικαστήριο απορρίψει το αίτημα των εφεσειόντων, έλαβε υπόψη του ότι δεν υπήρξε οποιοσδήποτε αιφνιδιασμός τους, αφού η θέση των εφεσιβλήτων ήταν με σαφήνεια δικογραφημένη, αλλά και ότι οι ίδιοι οι εφεσείοντες, ενώ γνώριζαν τις θέσεις των εφεσιβλήτων δεν προχώρησαν να ζητήσουν λεπτομέρειες γι΄ αυτές. ΄Ελαβε, επίσης, υπόψη ότι οι εφεσείοντες αρνήθηκαν να προχωρήσουν σε αποκάλυψη όλων των εγγράφων που είχαν στην κατοχή τους, υπό το πρόσχημα ότι, γι΄ αυτό, θα απασχολούσαν έναν υπάλληλο για αρκετό χρόνο. Υπό τις περιστάσεις και έχοντας υπόψη τις δικογραφημένες θέσεις των εφεσιβλήτων, δε διαπιστώνουμε η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να ασκήθηκε εσφαλμένα.» Στην υπόθεση Bigsby v. Dickinson
(1876)Ch.D. 24 επιτράπηκε αντικρουστική μαρτυρία γιατί τα θέματα είχαν εγερθεί στη σχετική δικογραφία και ο διάδικος βρέθηκε μπροστά σε έκπληξη. Στην υπόθεση Rogers v. Manley
(1882)42 LTS 85 επιτράπηκε αντικρουστική μαρτυρία γιατί ο ενάγοντας παραπλανήθηκε από τον πραγματικό χαρακτήρα της υπεράσπισης. Στην υπόθεση Shaw v. Beck
(1853)8 Exch 392 επιτράπηκε αντικρουστική μαρτυρία γιατί η γραμμή υπεράσπισης διαφάνηκε από την αντεξέταση των μαρτύρων του ενάγοντος. Το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική εξουσία να αρνηθεί να επιτρέψει αντικρουστική μαρτυρία για θέματα που δεν εγείρονται στη δικογραφία, εκτός εάν το εγειρόμενο θέμα είναι αρκετά σοβαρό (βλ. Το Δίκαιο της απόδειξης του κ. Ηλιάδη). Περί των πιο πάνω υποθέσεων από την αγγλική νομολογία γίνεται αναφορά και σχολιασμός στο βιβλίο «Η Απόδειξη» του Κακογιάννη στις σελίδες 200, 204, 205 και κυρίως στις σελίδες 214, 215 και
- Στη συγκεκριμένη υπό εξέταση αίτηση τόσο στις τελευταίες γραμμές της παραγράφου 3 όσο και στις τελευταίες γραμμές της παραγράφου 11 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης αναφέρεται ρητά ότι η συμφωνία για το τίμημα της βάρκας ήταν προφορική και για το ποσό των £12.000,-, ποσό το οποίο ο εναγόμενος κατέβαλε προς τον ενάγοντα κατά την υπογραφή των εγγράφων μεταβίβασης του σκάφους και συγκεκριμένα του Bill of Sale, δηλαδή στις 28.11.
- Ο δικηγόρος του εναγόμενου, πράγματι, κατά την αντεξέταση του ενάγοντα, Μ.Ε.9, πρόβαλε τη θέση ότι ο εναγόμενος από τον Ιούνιο του 2003 μέχρι τις 28.11.2003 κατέβαλε σε τρεις δόσεις το συνολικό ποσό των £12.000,- και γι΄ αυτό το λόγο στις 28.11.2003 ο ενάγοντας υπέγραψε το Bill of Sale. Στην εξέτασή του ο εναγόμενος, Μ.Υ.2, ανάφερε ότι, όταν παζάρεψε την τιμή και συμφώνησαν στο ποσό των £12.000,- τον Ιούνιο του 2003, ζήτησε από τον εναγόμενο όπως του δώσει λίγες ημέρες περιθώριο για να του φέρει την προκαταβολή. ΄Ετσι, τον ίδιο μήνα, δηλαδή τον Ιούνιο του 2003, αφού πώλησε την επαγγελματική του βάρκα στον Ανδρέα Τίκκη, μηχανικό αυτοκινήτων στο Παραλίμνι, για το ποσό των £5.000,- μετρητά, την ίδια μέρα επισκέφθηκε τον ενάγοντα στο γραφείο του και του παρέδωσε το ποσό αυτό σε φάκελο. Από τα πιο πάνω καταδεικνύεται ότι ο ενάγοντας δεν ήταν δυνατό να ζητήσει περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες από τον εναγόμενο, ως ήταν η θέση του κ. Πατσαλίδη, γιατί στις τελευταίες γραμμές των παραγράφων 3 και 11 της έκθεσης υπεράσπισης και αναταπαίτησης αναφέρεται με σαφήνεια ότι ολόκληρο το ποσό των £12.000,- καταβλήθηκε από τον εναγόμενο στον ενάγοντα κατά την υπογραφή του Bill of Sale από τον ενάγοντα στις 28.11.2003 και επομένως δεν χρειάζοντο περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες και ως εκ τούτου δεν τυγχάνει εφαρμογής η υπόθεση ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, ανωτέρω. Η εισήγησή του δε, ότι οι σχετικές τελευταίες γραμμές των παραγράφων 3 και 11 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης μπορούν να ερμηνευθούν ότι από τον Ιούνιο έως τον Νοέμβριο του 2003 καταβλήθηκε το ποσό των £12.000,-, είναι εξωπραγματική και η φράση «Λ.Κ.12.000,- ποσό που ο εναγόμενος κατέβαλε προς τον ενάγοντα κατά την υπογραφή των εγγράφων μεταβίβασης του πλοίου, και συγκεκριμένα του Bill of Sale» δεν αφήνουν κανένα περιθώριο ερμηνείας άλλης από αυτή που το Δικαστήριο απέδωσε. Ότι αποτελεί μέρος της δικογραφίας του εναγομένου ότι καταβλήθηκε το ποσό των £12.000,- στον ενάγοντα για εξόφληση του τιμήματος του σκάφους στις 28.11.2003, δυνάμει της μεταξύ τους προφορικής συμφωνίας, και ο ενάγοντας βρέθηκε μπροστά σε έκπληξη, ως ήταν η εισήγηση του κ. Ιντιάνου, με βρίσκει σύμφωνο και εφαρμόζονται τα όσα λέχθηκαν στην Bigsby και στην Τsiartas. Επίσης διαπιστώνεται ότι όχι μόνο βρέθηκε εξαπίνης ο ενάγοντας αλλά και παραπλανήθηκε αφού η υπεράσπισή του ήταν ότι καταβλήθηκε ολόκληρο το ποσό του τιμήματος εκ £12.000,- της ισχυριζόμενης συμφωνίας πώλησης του σκάφους στις 28.11.2003 και τελικά η μαρτυρία ήταν ότι καταβλήθηκε σε τρεις δόσεις από τον Ιούνιο έως το Νοέμβριο και η πρώτη δόση εκ £5.000,- καταβλήθηκε από το προϊόν πώλησης της επαγγελματικής βάρκας του εναγόμενου στον Ανδρέα Τίκκη τον Ιούνιο του 2003 και εφαρμογή έχει η υπόθεση Rogers. Η γραμμή δε υπεράσπισης διαφάνηκε από την αντεξέταση του ενάγοντα και εφαρμογή έχει η υπόθεση Shaw . Η εισήγηση δε της υπεράσπισης ότι δεν είναι επίδικο θέμα, δεν μπορεί να ευσταθίσει αφού η προφορική συμφωνία πώλησης του σκάφους που επικαλείται ο εναγόμενος αποτελεί επίδικο θέμα. Η πληρωμή δε του τιμήματος σύμφωνα μ΄ αυτή αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της. Επομένως και η εισήγηση αυτή της υπεράσπισης πέφτει στο κενό και απορρίπτεται. Ότι μια παράμετρος της αντικρουστικής μαρτυρίας είναι και η πλήξη της αξιοπιστίας του εναγόμενου σχετικά με τη μαρτυρία του αλλά όχι προς επιβεβαίωση της μαρτυρίας του ενάγοντα, είναι αναπόφευκτη συνέπεια, εάν αυτή η αντικρουστική μαρτυρία κριθεί αξιόπιστη, κατά το μέρος που προσβάλλει τη μαρτυρία του εναγόμενου. Η θέση της υπεράσπισης ότι η αίτηση είναι γενική και αόριστη δεν μπορεί να βρει πουθενά έρεισμα αφού σ΄ αυτή παραπέμπει με σαφήνεια στις παραγράφους της ένορκης δήλωσης στις οποίες καταγράφεται ακριβώς ποια μαρτυρία επιδιώκει να προσαγάγει με την αντικρουστική μαρτυρία. Συμπληρώνω ότι αν και αχρείαστα, κατά την άποψή μου, αναφέρει, τόσο τους μάρτυρες που θα καλέσει όσο και τη γραπτή μαρτυρία που θα προσκομίσει. Σύμφωνα με τη Δ.33 Κ.7(ΙΙ)(β) και Κ.9(ΙΙ)(γ)(ιι)(β), που αναφέρεται στην περίπτωση που υπάρχει ανταπαίτηση όπως εδώ, ο διάδικος που επιθυμεί να παρουσιάσει αντικρουστική μαρτυρία πρέπει να ζητήσει άδεια από το Δικαστήριο αμέσως μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του δεύτερου διάδικου. Έτσι έπραξε και ο ενάγοντας στη συγκεκριμένη περίπτωση αφού αμέσως μόλις ο κ. Πατσαλίδης ανάφερε στο Δικαστήριο ότι παρουσίασε την υπόθεση για την υπεράσπιση ο κ. Ιντιάνος ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου να παρουσιάσει αντικρουστική μαρτυρία. Η μαρτυρία δε προσάγεται σε τέτοιο στάδιο που θα ορίσει το Δικαστήριο λαμβανομένης υπόψη της αρχής ότι ο άλλος διάδικος θα έχει την ευκαιρία αντεξέτασης. Επομένως, ούτε αυτή η θέση υπεράσπισης ευσταθεί και απορρίπτεται. Μια άλλη εισήγηση της υπεράσπισης είναι ότι εάν δοθεί άδεια προσαγωγής αντικρουστικής μαρτυρίας θα παραβιασθεί το άρθρο 30.3(γ) του Συντάγματος η οποία προνοεί «έκαστος έχει το δικαίωμα να προσάγει ή να προκαλεί την προσαγωγή των μέσων αποδείξεως και να εξετάζει μάρτυρας συμφώνως των νόμων». Δεν μπορώ να αντιληφθώ πώς θα παραβιασθεί το άρθρο αυτό αφού ο εναγόμενος προσκόμισε τη μαρτυρία που ήθελε και επομένως άσκησε το δικαίωμά του και επίσης σύμφωνα με τη Δ.33 Κ.7 και 9 που προβλέπουν ότι όταν δοθεί άδεια από το Δικαστήριο για προσαγωγή αντικρουστικής μαρτυρίας ο άλλος διάδικος έχει το δικαίωμα αντεξέτασης, θα μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα της αντεξέτασης Συνεπώς απορρίπτεται και αυτή η εισήγηση. Ούτε βέβαια βλέπω με ποιο τρόπο θα παραπλανηθεί ή θα επηρεαστεί το Δικαστήριο, ως ήταν μια άλλη θέση της υπεράσπισης, από μια τέτοια μαρτυρία. Απεναντίας, το Δικαστήριο θα έχει πιο ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων και θα μπορεί καλύτερα να αξιολογήσει τη μαρτυρία στο σύνολό της. ΄Επεται ότι απορρίπτεται και αυτή η θέση. Με όλα όσα πιο πάνω έχω αναλύσει και εξηγήσει κρίνω ότι η αίτηση επιτυγχάνει καθότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης η προσαγωγή της αντικρουστικής μαρτυρίας. Κατά συνέπεια, δίδεται άδεια προσαγωγής της αντικρουστικής μαρτυρίας που αιτείται ο ενάγοντας, ως τούτη έχει περιορισθεί. Τα έξοδα που έχουν προκύψει από την ακρόαση της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα στο τέλος της δίκης. Το Δικαστήριο ακολούθως θα ορίσει την υπόθεση για συνέχιση της ακρόασης. Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. /ΜΧΣΚ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο