Αλέξη Αλεξάνδρου ν. TRIUMPH ESTATES LIMITED, Αρ. Αγωγής: 42/2008, 30 Ιουνίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2009:A25 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (Το οποίο συνεδριάζει στη Λάρνακα) ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 42/2008 Μεταξύ: Αλέξη Αλεξάνδρου Ενάγοντος - αιτητή και TRIUMPH ESTATES LIMITED Εναγόμενων - Καθ΄ών η Αίτηση ---------------------------------------- Ημερομηνία: 30 Ιουνίου, 2009 Για τον ενάγοντα - αιτητή: κ. Μ. Παρασκευά Για εναγόμενους - καθ΄ών η αίτηση : κα Γιαλλούρη για Χ¨Χάννας & Σία ΔΕΠΕ Ενδιάμεση απόφαση (σε αίτηση για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης) Με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με ημερομηνία 31.01.2008, ο ενάγοντας αξιώνει ειδική εκτέλεση της σύμβασης που είχε συνάψει την 18.08.1994 με τους εναγόμενους για την αγορά ενός διαμερίσματος στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου. Πέραν του διατάγματος αξιώνει και γενικές αποζημιώσεις για προσπορισμό οφέλους από τους εναγόμενους το οποίο όπως ισχυρίζεται δικαιούται. Στη παράγραφο 10 της εκθέσεως απαιτήσεως προβάλλεται ισχυρισμός για δόλια συμπεριφορά εκ μέρους των εναγομένων και παρατίθενται λεπτομέρειες της υπαίτιας και/ή κακόβουλης συμπεριφοράς και/ή παραλείψεων και/ή αμέλειας και/ή παραλείψεως νομικών καθηκόντων και /ή αδικαιολόγητης άρνησης των εναγομένων να προβούν σε εύλογο χρόνο στη δημιουργία ξεχωριστής εγγραφής του πωληθέντος και παραδοθέντος προς τον ενάγοντα διαμερίσματος για το χρονικό διάστημα από την 18.08.1994 μέχρι την 30.05.2006 δηλαδή για 11 χρόνια και 9 μήνες. Στη δε παράγραφο 11 δίδονται λεπτομέρειες του ισχυρισμού περί κακόβουλης και/ή δόλιας και/ή υπαίτιας συμπεριφοράς και/ή παραλείψεως νομικών καθηκόντων των εναγομένων και της απόκρυψης από τον ενάγοντα του γεγονότος της ξεχωριστής εγγραφής και έκδοσης τίτλου του διαμερίσματος στο όνομα τους. Ανατρέχοντας στο φάκελο της υπόθεση διαπιστώνω ότι πριν την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης και ακολούθως της υπεράσπισης τους οι εναγόμενοι καταχώρησαν στις 14.03.2008 διά κλήσεως αίτηση με την οποία ζητούσαν όπως παραμεριστεί ή να ακυρωθεί ή να διαγραφεί η επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος του ενάγοντα σε αυτούς λόγω απουσίας κάποιας σελίδας της εκθέσεως απαιτήσεως και μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσαν άδεια για την καταχώρηση εμφάνισης υπό αίρεση (conditional appearance) και αξιωνόταν η αναστολή της διαδικασίας (stay of proceedings) μέχρι εκδίκασης της αίτησης παραμερισμού της επίδοσης ή και του κλητηρίου εντάλματος ή μέχρι οποιασδήποτε άλλης ημερομηνίας το δικαστήριο ήθελε ορίσει. Οι δύο αυτές αιτήσεις όταν ήταν ορισμένες ενώπιον του Δικαστηρίου για πρώτη φορά στις 9.04.2008 μετά από σχετικό αίτημα εκ μέρους των εναγομένων για απόσυρση τους απορρίφθηκαν άνευ βλάβης των δικαιωμάτων τους. Στη συνέχεια καταχωρήθηκε εκ μέρους τους σημείωμα εμφανίσεως στις 5.05.2008 και αφού προηγήθηκε αίτηση για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρησης υπεράσπισης, στις 21.10.2008 καταχωρήθηκε η έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Οι εναγόμενοι πλην των ισχυρισμών και λόγων υπεράσπισης πρόβαλαν και ανταξίωση όπως και προδικαστική ένσταση ότι η αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει καθ΄ότι ηγέρθηκε παράνομα, παράτυπα και ενάντια στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς και συγκεκριμένα ηγέρθηκε επί κλητηρίου εντάλματος ειδικά οπισθογραφημένου ενώ ο ενάγοντας επικαλείται δόλο από πλευράς των εναγομένων και ως εκ τούτου όφειλε να εγείρει την αγωγή επί γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου. Στη συνέχεια ο ενάγοντας στις 19.12.2008 καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία επιζητεί την έκδοση διατάγματος τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης του διά της διαγραφής των παραγράφων 5,6, 10 και 11 της έκθεσης και της αντικατάστασης τους με άλλες. Ουσιαστικά ο ενάγοντας με την τροποποίηση που επιδιώκει στοχεύει στο να απαλειφθεί ο ισχυρισμός του ότι ήταν συνεπεία υπαίτιας και κακόβουλης και δόλιας συμπεριφοράς ή ενεργειών των εναγομένων που καθυστέρησε την έκδοση χωριστού τίτλου εγγραφής του διαμερίσματος ή και όταν ακόμα αυτός εκδόθηκε, για τους ίδιους λόγους δεν τον πληροφόρησαν για αυτό το γεγονός. Κατά αυτόν τρόπο εάν το αίτημα εγκριθεί οι ισχυρισμοί του περί ευθύνης των εναγομένων για την καθυστέρηση που προκλήθηκε θα περιοριστούν σε επιδειχθείσα αμέλεια και απαλείφονται όλοι οι ισχυρισμοί περί υπαίτιας, κακόβουλης και δόλιας συμπεριφοράς. Ο ενάγοντας αιτιολογεί την πιο πάνω στάση του με όσα αναφέρει στην παράγραφο 2 της ενόρκου δηλώσεως του την οποία καταγράφω αυτούσια: ¨Έχει διαφανεί ότι η έκθεση απαίτησης χρήζει τροποποίησης ώστε αυτή να συνάδει με τα αληθή και πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης καθότι μετά από προσεκτικότερη μελέτη και έρευνα των περιστατικών και γεγονότων της υπόθεσης δεν έχω διαπιστώσει πέραν αμφιβολίας ώστε εύλογα να μπορώ να τεκμηριώσω ότι υπήρξε δόλος και κακόβουλη συμπεριφορά εκ μέρους των εναγομένων αλλά ότι η παράνομη και αδικαιολόγητη συμπεριφορά τους έναντι των υποχρεώσεων τους έγκειται στην αμέλεια τους¨. Οι εναγόμενοι ενίστανται στην τροποποίηση η οποία όπως ισχυρίζονται υποκρύπτει σκοπιμότητα που δεν είναι άλλη από του να αποφύγει η πλευρά του ενάγοντος να αντιμετωπίσει το νομικό πρόβλημα που έχει προκληθεί λόγω της λανθασμένης χρησιμοποίησης ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος αντί γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εφόσον γίνεται επίκληση δόλου. Πέραν της πιο πάνω θέσης συνοψίζω στους ακόλουθους τους λόγους της ένστασης: (α) Τα γεγονότα τα οποία αναφέρει ο Αιτητής προς υποστήριξη της αίτησης του δεν συνάδουν καθ΄οιονδήποτε τρόπο με την επίδικη αίτηση, (β) η προτεινόμενη τροποποίηση θα είναι αιτία πρόκλησης ζημιάς στα συμφέροντα των εναγομένων, (γ) δεν δικαιολογείται η αργοπορία στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης, (δ) δεν υποδεικνύεται η αναγκαιότητα της τροποποίησης, (ε) η τροποποίηση θα επιφέρει έξοδα και καθυστέρηση της διαδικασίας, (στ) η τυχόν έκδοση του διατάγματος θα προκαλέσει ισχυρή δυσμένεια ή/και επηρεάζει δυσμενώς τους ενάγοντες γιατί (
- i)γίνεται προσπάθεια εισαγωγής νέας αιτίας ή /και βάσης αγωγής (
- ii)η ενάγουσα εταιρεία θα υποστεί βλάβη για την οποία δεν είναι δυνατόν να αποζημιωθεί με χρήματα, (ζ) η καθυστέρηση στην υποβολή της την καθιστά καταχρηστική. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους στην ουσία ανέπτυξαν και υποστήριξαν τα προβαλλόμενα στην αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, όπως τα κατέγραψα πιο πάνω, υποστηρίζοντας η κάθε πλευρά τις θέσεις της με αναφορά σε αρχές της νομολογίας και σε σχετικές αυθεντίες. Ο κ. Παρασκευά εισηγήθηκε ότι η σκοπούμενη τροποποίηση με βάση την πορεία της υπόθεσης δεν μπορεί να κριθεί ότι υποβλήθηκε καθυστερημένα και ότι αυτή αποσκοπεί στη συγκεκριμενοποίηση των αληθινών και πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης και έτσι θα τεθεί το δικόγραφο τους σε τάξη καθιστώντας έτσι ευχερέστερη τη διεξαγωγή της δίκης. Δεν μπορεί επίσης να γίνεται επίκληση ανεπανόρθωτης βλάβης της άλλης πλευράς η οποία να μη μπορεί να αποζημιωθεί με ανάλογη διαταγή για τα έξοδα. Η κ. Γιαλλούρη αφού αναφέρθηκε στην πορεία της υπόθεσης, στη συνέχεια σε σχέση με τους λόγους της ένστασης τους επικαλέστηκε σε γενικές γραμμές την καθυστέρηση που θα προκληθεί αν επιτραπεί η τροποποίηση και ότι η σκοπούμενη τροποποίηση δεν διαφωτίζει το δικαστήριο ως προς τα πραγματικά γεγονότα που αφορούν την υπόθεση, πρόκειται για καταχρηστική αίτηση και αποσκοπεί στην αποφυγή της τυχόν απόρριψης της αγωγής λόγω του λανθασμένου τύπου επί του οποίου καταχωρήθηκε. Η νομική πτυχή της τροποποίησης δικογράφου: Η αίτηση βασίζεται στη Δ.25 Θ.Θ.1-5 και στη Δ.48 Θ.Θ.1-9 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας: Η Διαταγή 25 Θ.1 προνοεί τα ακόλουθα: " The court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties" Σε μετάφραση: ¨Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων¨. Προκύπτει από τον πιο πάνω θεσμό αλλά και όπως η νομολογία μας φανερώνει ως γενική αρχή ότι η τροποποίηση των δικογράφων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής αυτής εξουσίας έχουν αναλυθεί εκτενώς σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Φοινιώτη v. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) σελ. 33 συνοψίστηκαν ως ακολούθως οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης από τον Δικαστή Πική (όπως ήταν τότε):
- Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
- Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
- Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
- Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη¨. Σύμφωνα με την υπόθεση Χριστοδούλoυ v. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. σελ. 934, η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Εξαίρεση στο γενικό κανόνα αποτελούν οι περιστάσεις όπου η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ. Χρίστου v. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 σελ. 707). Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. σελ. 560 γίνεται μια διευκρίνηση ή θα μπορούσε να πει κάποιος, περιορισμός της πιο πάνω γενικότητας με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή. Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποιήσεων δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Ότι γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και δεν εξικνείται με αναφορά μόνο στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Για παράδειγμα, σε εκείνη την υπόθεση κρίθηκε πως ορθά απορρίφθηκε αίτημα τροποποίησης, που υποβλήθηκε κατά την ημερομηνία ακρόασης, εφόσον κατά τη δικάσιμο που είχε οριστεί το 1988 είχε υποβληθεί αίτημα για αναβολή έτσι ώστε να γίνει διάβημα τροποποίησης, η υπόθεση ανεβλήθη παρά την ένσταση της άλλης πλευράς, με οδηγίες να υποβληθεί αίτηση τροποποίησης εντός δύο μηνών. Αίτηση δεν υποβλήθηκε ούτε απασχόλησε ξανά το θέμα παρά μόνο όταν κατά το 1990 η υπόθεση ορίστηκε ξανά για ακρόαση. Επομένως στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος (βλ. Χρίστου πιο πάνω) Σε σχέση με την πλατιά διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Ε.Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co. Ltd
(1990)1 A.A.Δ. 24, στη σελ. 26: ¨Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης¨. Στην υπόθεση Χρίστου v. Αζά (πιο πάνω) λέχθηκε ότι διαφαίνεται ως θεμελιακή αρχή από τις διάφορες αποφάσεις ότι η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε στάδιο όταν αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών, εκτός στις περιπτώσεις που είτε επέρχεται βλάβη στην αντίδικη πλευρά ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. (Βλέπε επίσης τις υποθέσεις Ταξί Κυριάκος Λτδ (ανωτέρω), Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. v. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 11). Σε σχέση επίσης με το ζήτημα της καθυστέρησης, στην υπόθεση Kallice Holdings Co. Ltd v. M.T.R. Metals (overseas) Ltd Αγωγή Ναυτοδικείου
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 162, στην οποία το αίτημα αφορούσε τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης μετά την αποπεράτωση της υπόθεσης των εναγόντων, τονίστηκε ότι η καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται. Στην απόρριψη της αίτησης λήφθηκε υπόψη και το ότι δεν δόθηκε εξήγηση για το λόγο που η προτεινόμενη υπεράσπιση δεν προβλήθηκε εξ αρχής ή σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας υπόψη μεταξύ άλλων τις πιο πάνω νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων, τους λόγους που υποστηρίζουν το αίτημα και την ένσταση στην έγκρισή του όπως επίσης και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών θα προσπαθήσω στη συνέχεια να εξαγάγω τα συμπεράσματα μου κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η έγκριση του αιτήματος. Θα με απασχολήσει πρωταρχικά ο πρώτος λόγος ένστασης όπου οι εναγόμενοι - καθ΄ών η αίτηση προβάλλουν όπως εξάλλου προβλήθηκε και με την προδικαστική ένσταση στην υπεράσπιση τους ότι η αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει καθ΄ότι ηγέρθηκε παράνομα, παράτυπα και ενάντια στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς και ειδικότερα ηγέρθηκε επί κλητηρίου εντάλματος ειδικά οπισθογραφημένου ενώ θα έπρεπε να είχε εγερθεί επί κλητηρίου γενικά οπισθογραφημένου. Προβάλλεται περαιτέρω στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση (παρ. 7) ο ισχυρισμός ότι ο ενάγοντας με την αίτηση του προσπαθεί να υποσκελίσει αυτή την παρατυπία εφόσον αφαιρεί όλα εκείνα τα στοιχεία και ισχυρισμούς που σχετίζονται με ¨δόλο¨ με σκοπό να καταστήσει την έκθεση απαίτησης του νομότυπη και σύμφωνη με τους θεσμούς. Στους περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς (Δ.2 καν. 6) πράγματι γίνεται πρόνοια ότι σε αγωγή όπου γίνεται επίκληση δόλου πρέπει να χρησιμοποιείται γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, επομένως διαπιστώνεται πράγματι ότι δεν χρησιμοποιήθηκε ο ορθός τύπος για την έναρξη της διαδικασίας και επομένως υπάρχει παρατυπία. Με το υπό κρίση διαδικαστικό διάβημα στο οποίο προβαίνει ο ενάγοντας με την επιδιωκόμενη τροποποίηση του δικογράφου του είναι φανερό ότι η παρατυπία που υπήρξε με την καταχώρηση ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου αίρεται εφόσον πλέον δεν προβάλλεται ισχυρισμός περί δόλου. Με αυτό το διάβημα επανέρχεται η κανονικότητα και δεν παραβλάπτει καθ΄οιονδήποτε τρόπο τα συμφέροντα της πλευράς των εναγομένων. Ούτε και σε αυτό το στάδιο, χωρίς να ακουστεί μαρτυρία επί αμφισβητούμενων γεγονότων, μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα περί ¨έντεχνης¨ προσπάθειας υποσκέλισης της παρατυπίας. Πέραν όμως των πιο πάνω και αν εξεταζόταν το όλο ζήτημα μέσα στα πλαίσια της Δ.64 και πάλι το ζήτημα θα μπορούσε να επιλυθεί με έκδοση σχετική διαταγής για άρση της παρατυπίας. Με τη νέα Δ.64 των Θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας, όπως έχει τροποποιηθεί, αίρεται η διάκριση μεταξύ ακυρότητας και παρατυπίας ως συνέπεια της μη συμμόρφωσης προς τους θεσμούς. Στην υπόθεση Panayiotis Georghiou (Catering) Ltd κ.ά. v. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.ά.
(1996)3 Α.Α.Δ. σελ. 323 (απόφαση πλειοψηφίας) αποφασίστηκε ότι: ¨(α) Άκυρο ή ανυπόστατο δικονομικό μέτρο δεν εκπίπτει και δεν διαγράφεται αυτοδικαίως εκτός εάν τούτο προβλέπεται από τους θεσμούς. Η απόρριψη του ανάγεται στο δικαστήριο. (β) Με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1995 (24.02.1995) καταργείται η διάκριση μεταξύ άκυρου και αντικανονικού δικονομικού μέτρου. Κάθε μορφή παρέκκλισης εξισώνεται με αντικανονικότητα ή παρατυπία, δυνάμενη να θεραπευθεί¨. Στην Wunderlich κ.ά. v. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366 η οποία αφορούσε αναφορά σε λανθασμένη νομική βάση στην αίτηση κρίθηκε ότι σύμφωνα με τη νέα Δ.64 δεν αποτελεί θεμελιώδη παράβαση αλλά απλή μη συμμόρφωση με τους θεσμούς και συγκεκριμένα με τη Δ.48 Θ.
- Στην πιο πάνω απόφαση καθορίστηκε η διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται από το δικαστήριο στην περίπτωση διαπίστωσης απλής παρατυπίας δυνάμει της Δ.
- υιοθετήθηκε δε η αγγλική απόφαση Μetroinvest Anslat and Others v. Commercial Union
(1985)1 W.L.R. 513 στην οποία ερμηνεύτηκε η νέα αγγλική Δ.2 που αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64. Διαπιστώθηκε ότι η νέα Δ.64 είναι διατυπωμένη με τέτοιο τρόπο ούτως ώστε να παρέχει στο Δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία να απονέμει δικαιοσύνη. Τονίστηκε επίσης ότι η ρητή ή εξυπακουόμενη παραίτηση της άλλης πλευράς αποτελεί καλό λόγο για να γίνει δεκτή η παρατυπία. Στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 195, ο εφεσείων καταχώρησε ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου αίτηση για μείωση του ποσού προηγούμενου εκδοθέντος διατάγματος διατροφής. Η αίτηση υποβλήθηκε με το συνηθισμένο τύπο ενδιάμεσης αίτησης σε πολιτική αγωγή και υποστηριζόταν από ένορκο δήλωση, σε αντίθεση με τις πρόνοιες του κανονισμού 3
(1)και του Τύπου 1 των περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Διαδικαστικών Κανονισμών του 1990, που καθορίζουν ότι η αίτηση θα πρέπει να περιλαμβάνει έκθεση γεγονότων και δεν υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση. Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού υπέδειξε ότι όλες οι διαφορές που υπάγονται στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου θα πρέπει να καταχωρούνται με αίτηση σύμφωνα με το πρότυπο του Κ. 3
(1)των Διαδικαστικών Κανονισμών, προχώρησε και αποφάνθηκε ότι η αίτηση που υποβλήθηκε ήταν παράτυπη. Η παρατυπία ήταν ουσιώδης έχοντας υπόψη την απουσία της έκθεσης γεγονότων, αλλά δεν κρίθηκε ότι ήταν απαραίτητο να προσδιορισθούν οι συνέπειες της παρατυπίας σε σχέση με τις πρόνοιες της Διαταγής 64. Το Ανώτατο Δικαστήριο περιορίστηκε στη διαπίστωση ότι εν πάση περιπτώσει και παράτυπη να ήταν η αίτηση, η παρατυπία έπρεπε να θεραπευθεί πριν προχωρήσει η υπόθεση σε δίκη¨. Πέραν των πιο πάνω οι εναγόμενοι στη παρούσα υπόθεση δεν φαίνεται να έχουν υποστεί οποιονδήποτε δυσμενή επηρεασμό. Δεν έχουν επίσης παρουσιάσει στοιχεία για το πώς η παρατυπία τους επηρεάζει δυσμενώς και η τυχόν έγκριση της τροποποίησης θα αποβεί σε βάρος των συμφερόντων τους. Κρίνω από την άλλη ότι η θεραπεία της παρατυπίας θα οδηγήσει στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης και θα αποφευχθεί η πρόκληση αδικίας σε ένα διάδικο λόγω της αλύγιστης προσήλωσης των αντιδίκων του στους διαδικαστικούς θεσμούς και τα πιο πάνω σε σχέση και με την αναφορά που έγινε στην Αίτηση για την έκδοση διατάγματος Certiorari και/ ή Prohibition Αρ. 94/1998 Αναφορικά με την Nicolaou Bros Tourist Enterprises Ltd: ¨Οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης υπαγορεύουν προς το δικαστήριο το καθήκον να ενεργεί με δίκαιο τρόπο (Supreme Court Practice, 1988 σελ. 797). Το δικαστήριο πρέπει να παρέχει σε κάθε διάδικο μια δίκαιη ευκαιρία να θέσει την υπόθεση του ενώπιον του δικαστηρίου (Ridge v. Baldwin and Others
(1963)2 All E.R. 66, 91, (H.L.) Halsbury's Laws of England,4η έκδοση, Τόμος 1 Παρ. 76)¨. Για όλους τους πιο πάνω λόγους θα ασκούσα τη διακριτική μου ευχέρεια και θα εξέδιδα διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία (dispensing order waiving the relevant irregularity" (βλ. Leal v. Dunlop Bio- Processes International Ltd
(1984)1 W.L.R. 874,880 F και Karl Heinz Wunderlich κ.ά. v. Παναγιώτου
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 366). Στη συνέχεια θα εξετάσω τον παράγοντα του χρόνου ή της καθυστέρησης που προβλήθηκε ως λόγος στην ένσταση. Η αίτηση υποβλήθηκε 2 μήνες μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης και σίγουρα αυτός ο χρόνος δεν μπορεί υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις να θεωρηθεί ως υπερβολικός νοουμένου ότι χρειαζόταν κάποιος χρόνος για διαβούλευση με τον ενάγοντα, ίσως και περαιτέρω έρευνας για να αποφασιστεί αυτό το διάβημα. Δεν διαπιστώνεται καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος εφόσον ακόμα δεν έχουν καν συμπληρωθεί τα δικόγραφα με την καταχώρηση απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση. Ούτως η άλλως η καθυστέρηση, όπως επιτάσσει η νομολογία μας είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Ακόμα και εάν το Δικαστήριο θα κατέληγε στη πιο πάνω διαπίστωση, ότι δηλαδή υπάρχει καθυστέρηση, αυτή από μόνη της δεν πρέπει να οδηγεί σε απόρριψη (βλ. Astor Manufacturing (πιο πάνω σελ. 730, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 44) καθώς ο παράγοντας της καθυστέρησης συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος για τη σωστή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. επίσης τη Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P.Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426). Στη προκείμενη περίπτωση, με την αιτούμενη τροποποίηση δεν διακυβεύονται τα θέσμια και τα δικαιώματα των εναγομένων με βάση το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος ή εν πάση περιπτώσει δεν είναι πιο ουσιαστικά από αυτά που θα διακυβεύονταν εάν δεν επιτρεπόταν η τροποποίηση με την οποία εκείνο που επιτυγχάνεται είναι η μείωση των προβαλλομένων ισχυρισμών με τους οποίους αποδίδεται ευθύνη στους εναγόμενους για την μη έγκαιρη έκδοση χωριστών τίτλων κατά παράβαση συμβατικών τους υποχρεώσεων. Η επιλογή να γίνει σε αυτό το στάδιο αυτός ο επαναπροσδιορισμός των προβαλλομένων ισχυρισμών θα συμβάλει στην εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων εφόσον απλουστεύονται και συγκεκριμενοποιούνται περαιτέρω τα επίδικα θέματα. Οι λόγοι για τους οποίους δικαιολογείται η σ΄αυτό το στάδιο υποβολή της παρούσας αίτησης προβάλλονται στη παράγραφο 2 της ενόρκου δηλώσεως του αιτητή την οποία παρέθεσα πιο πάνω αυτούσια. Αυτή κατέστη αναγκαία μόλις έγινε αντιληπτό μετά από προσεκτικότερη μελέτη και έρευνα των περιστατικών και γεγονότων της υπόθεσης και ασφαλώς μετά από μελέτη των ισχυρισμών που προβλήθηκαν από τους εναγόμενους στην υπεράσπιση τους οι οποίοι εν πολλής πιθανόν να ήταν άγνωστοι στον ενάγοντα. Επομένως κρίνω ότι δίδεται δικαιολογία για την καθυστέρηση της υποβολής του αιτήματος, πως προέκυψε το όλο ζήτημα και ποια η αναγκαιότητα υποβολής του αιτήματος με το οποίο δεν υπάρχει εκτροχιασμός της δίκης. Όπως αποφασίστηκε στην Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1005: ¨Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διαπίστωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμα να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό στάδιο της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων¨ και στη συνέχεια της ίδιας απόφασης στη σελ. 5: ¨Το γεγονός επίσης πως το αίτημα υποβλήθηκε σε στάδιο πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης και το ότι δεν θα προκαλείτο μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, καθώς επίσης και η δυνατότητα αποζημίωσης των αντιδίκων του εφεσείοντα με σχετική διαταγή για τα έξοδα, θα έπρεπε να είχαν επιμετρήσει υπέρ της παροχής άδειας για τροποποίηση.¨ Θα σημείωνα περαιτέρω ότι η πλευρά του ενάγοντος θα μπορούσε να άφηνε το ζήτημα μέχρι και την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, οπότε και με δήλωση θα μπορούσε να περιόριζε τους ισχυρισμούς με τους οποίους θα αποδείκνυε την αξίωση του εναντίον των εναγομένων που δεν είναι άλλη από τη συμμόρφωση τους προς τα συμφωνηθέντα. Καταλήγω ότι η καθυστέρηση που σημειώθηκε δεν μπορεί να αναχθεί σε βαθμό που να αντιβαίνει τις πρόνοιες του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος ως προς το δικαίωμα των εναγομένων να εκδικασθεί σύντομα η διαφορά τους με τον ενάγοντα, αλλά ούτε και κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Ούτε και συντρέχει περίπτωση κακοπιστίας εκ μέρους του ενάγοντος εφόσον εξηγεί με σαφήνεια την αναγκαιότητα που του επέβαλε να προβεί σε αυτό το διάβημα. Η αιτούμενη τροποποίηση, έχοντας κατά νου τη φύση της αντιδικίας και τις θεραπείες που ζητούνται, κρίνεται υπό τις περιστάσεις απόλυτα φυσιολογική και κατ΄ επέκταση επιτρεπτή και εξυπηρετεί τις ανάγκες για την γρήγορη διεκπεραίωση της υπόθεσης. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Patrick Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 A.A.Δ. 607 : «σε μια αίτηση αυτής της μορφής δεν χρειάζεται να τίθεται στην ένορκη δήλωση ισχυρισμός ότι η τροποποίηση είναι αναγκαία ή να εξετάζονται ακόμη και οι λόγοι της καθυστέρησης γιατί θεωρείται από την ίδια την κατάθεση της αίτησης ότι ο διάδικος θεωρεί την τροποποίηση αναγκαία, ενώ το Δικαστήριο κρίνει και ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια με βάση το συνολικό υπάρχον υλικό και ισοζυγίζοντας τις θέσεις της μιας και της άλλης πλευράς». Αυτά ακριβώς απαντούν στον σχετικό λόγο ένστασης που προβλήθηκε από την πλευρά των εναγομένων. Σε σχέση με τον ισχυρισμό στην ένσταση ότι η επιδιωκόμενη τροποποίηση θα προκαλέσει τη μεταβολή του πλαισίου της δίκης ως εκ της έκτασης και της φύσης των προτιθέμενων τροποποιήσεων στην World Tide Shipping Corporation of Liberia v. Vassiliko Cement Work Ltd
(1988)1 C.L.R. 488 όπου βέβαια η ένσταση είχε εστιαστεί στο ότι οι επιζητούμενες τροποποιήσεις δεν περιλαμβάνονταν στην οπισθογράφηση, κάτι που δεν ισχύει στην προκείμενη περίπτωση, αποφασίστηκε κατά ανάλογο τρόπο, που κατά την άποψη μου ισχύει και με την τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως, ότι ο ενάγοντας μπορεί να αλλάξει, μετατρέψει ή επεκτείνει την αρχική του απαίτηση σε οποιοδήποτε βαθμό και να αξιώνει περαιτέρω ή άλλη θεραπεία χωρίς τροποποίηση του κλητηρίου νοουμένου ότι δεν αλλάζει τελείως την αιτία της αγωγής όπως εκτίθεται στην οπισθογράφηση και δεν εισάγει μια νέα και επιπρόσθετη αιτία αγωγής η οποία δεν θα μπορεί ευχερώς να εκδικασθεί μαζί με την αρχική απαίτηση. Στην οπισθογράφηση της απαιτήσεως καταλογιζόταν και αμέλεια στους εναγόμενους συνεπεία της οποίας δεν υπήρξε έγκαιρη συμμόρφωση τους με τις διατάξεις της συνομολογηθείσας μεταξύ τους συμφωνίας, της έκδοσης δηλαδή ξεχωριστού τίτλου εντός ενός χρόνου όπως ήταν ο ισχυρισμός του. Η αιτούμενη τροποποίηση δεν διαφοροποιεί την βάση της αγωγής αλλά με την απάλειψη ισχυρισμών μειώνονται τα επίδικα θέματα εφόσον εκείνο το οποίο στην ουσία επιχειρείται είναι ο επαναπροσδιορισμός τους περιορίζοντας τους και αποδίδοντας στους εναγόμενους μόνο αμέλεια. Δεν διακρίνεται κακοπιστία ή ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αχρείαστη ή ότι θα περιπλέξει τα επίδικα θέματα ή ότι θα εκτροχιάσει τη δίκη, επιδιώκεται όπως οι ισχυρισμοί που στοιχειοθετούν την απαίτηση τεθούν στην ορθή τους βάση και διάσταση και πρόκειται για ανάγκη που προέκυψε μετά από προσεκτικότερη μελέτη των γεγονότων και μετά από επαναξιολόγηση τους όπως έχει εξηγηθεί πιο πάνω και σε αυτή ίσως να συνέβαλε η μελέτη των ισχυρισμών της πλευράς των εναγομένων οι οποίοι πιθανόν δεν ήταν γνωστοί στον ενάγοντα μέχρι τότε. Ο ισχυρισμός ότι εάν επιτραπεί η τροποποίηση σε αυτό το στάδιο θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στους εναγόμενους η οποία δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα και κατά αυτόν τον τρόπο θα θέσει τους εναγόμενους σε δυσμενή θέση και ότι εάν επιτραπούν οι τροποποιήσεις θα υποστούν βλάβη ή /και ζημιά ή /και χειροτέρευση της θέσης τους που να μη μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα δεν μπορεί κάτω από αυτά τα γεγονότα και σε αυτό το στάδιο που βρίσκεται η διαδικασία να έχει αντίκριση εφόσον ο ισχυρισμός περί αμέλειας προβλήθηκε εξ αρχής, ήταν γνωστός σε αυτούς και αυτός είναι και ο μόνος που παραμένει. Το Δικαστήριο είναι ταγμένο να εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης που στην προκειμένη περίπτωση είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με το δικαίωμα του διαδίκου να προβάλει τους ισχυρισμούς του σε όση έκταση αυτός επιθυμεί. Για όλους τους πιο πάνω λόγους τους οποίους προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις δεν θα προκαλέσουν στους εναγόμενους ζημιά η οποία δεν θα μπορεί να θεραπευθεί με την επιδίκαση εξόδων. Η προτεινόμενη τροποποίηση είναι απαραίτητη για την αποτελεσματικότερη απονομή της δικαιοσύνης. Η αίτηση εγκρίνεται και προς τούτο εκδίδεται σχετικό διάταγμα για την τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως όπως τα αιτητικά υπό στοιχεία Α (Ι), (ΙΙ), (ΙΙΙ) και (IV) της αίτησης. Σε σχέση με τα έξοδα, θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης δεν ήταν εντελώς αδικαιολόγητο για τον καθ΄ού η αίτηση να προβάλει ένσταση και κυρίως ως προς το πρωταρχικό ζήτημα το οποίο με έχει απασχολήσει, γι΄αυτό και δεν μπορώ με βάση τον γενικό κανόνα να τον καταδικάσω στα έξοδα της ακρόασης της αίτησης. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης και οποιαδήποτε έξοδα χάνονται λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της δίκης (βλ. Χ¨ιωάννου v. Γενικού Εισαγγελέα
(2000)1 (Γ) ΑΑΔ 1454, Κώστας Χαραλάμπους Πιερή
(1999)1 (Β) ΑΑΔ σελ. 809). Τροποποιημένη έκθεση απαιτήσεως να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από της συντάξεως του διατάγματος. Ακολούθως μετά την επίδοση της στους δικηγόρους των εναγομένων σε 7 ημέρες να κατατεθεί τροποποιημένη έκθεση υπερασπίσεως και ανταπαιτήσεως και σε 7 ημέρες από της επιδόσεως τους η απάντηση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 30.09.2009. (Υπ.) ....................................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο