Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Ενάγουσας ν. Dome Investments Limited, Αρ. Αγωγής: 446/07., 8 Οκτωβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2009:A27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ. Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ., Αρ. Αγωγής: 446/
- Μεταξύ: Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Ενάγουσας, και Dome Investments Limited Εναγομένων. Προδικαστική ένσταση για απόρριψη αγωγής λόγω παράβασης όρου για παραπομπή διαφοράς σε διαιτησία. 8 Οκτωβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για αιτητές-εναγόμενους: κα. Ελ. Ανδρέου. Για καθ΄ ης η αίτηση-ενάγουσα: κα. Ζ. Κυριακίδου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Κατόπιν καταχώρησης Αίτησης από μέρους των Εναγομένων για εκδίκαση προδικαστικά νομικού θέματος που εγείρεται στην παρά.1 της Υπεράσπισης των Εναγομένων η πλευρά της Ενάγουσας συμφώνησε στην προδικαστική εξέταση του εγερθέντος ζητήματος.. Μέσα στα πλαίσια της προδικαστικής εξέτασης του εγερθέντος θέματος αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Προτού αναφερθούμε στις θέσεις των διαδίκων να θέσουμε συνοπτικά το πλαίσιο, όπως προκύπτει από τα δικόγραφα. Η Ενάγουσα με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αξιώνει από την Εναγομένη εταιρεία ποσό ΛΚ101.961.53 ως καθυστερημένα ενοίκια οφειλόμενα δυνάμει γραπτής Σύμβασης μισθώσεως ημερ. 16.1.82 με βάση της οποίας η Ενάγουσα, Κυπριακή Δημοκρατία, ενοικίασε προς την Εναγομένη τεμάχιο κρατικής γης, όπως περιγράφεται στην παρα.3 του κλητηρίου εντάλματος. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του κλητηρίου εντάλματος η ισχύς της Σύμβασης ήταν για περίοδο 33 ετών αρχομένης στις 16.1.1982 και λήγουσα στις 15.1.
- Κατόπιν αναθεώρησης του μισθώματος με βάση ρητού όρου της Σύμβασης για την περίοδο 16.1.2002 μέχρι 15.1.2007 αυτό αυξήθηκε από ΛΚ45.783,44 σε ΛΚ59.158,86 το χρόνο. Το νέο αναθεωρημένο μίσθωμα δεν έγινε αποδεκτό από την Εναγομένη η οποία εξακολουθούσε να καταβάλλει το ποσό των ΛΚ45,783,44 το χρόνο, όπως ίσχυε την προηγούμενη πενταετία. Συνεπώς με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει από την Εναγομένη εταιρεία οφειλόμενα, σύμφωνα με τον ισχυρισμό της, ενοίκια με βάση αναθεώρηση στην οποία προέβηκε η Ενάγουσα. Με την Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι αμφισβητούν την ορθότητα της αναθεώρησης του ενοικίου και το δικαίωμα της Ενάγουσας να αξιώνει τέτοια αύξηση ενοικίου. Ερχόμενη τώρα στην προδικαστική ένσταση των Εναγομένων, όπως αυτή διατυπώνεται στην παρα.1 της Υπεράσπισης, αυτή συνίσταται στη θέση ότι η παρούσα αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί καθότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας αφού ο όρος 22 της επίδικης Συμφωνίας ημερ. 16.1.82 προνοεί ότι οποιαδήποτε διαφορά προκύψει μεταξύ των διαδίκων που αφορά την εκτέλεση ή ερμηνεία των όρων της εν λόγω Συμφωνίας θα επιλύεται με διαιτησία υπό δύο διαιτητών. Κατά συνέπεια όπως είναι η κατάληξη των Εναγομένων, η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή η οποία, ως είναι η θέση που προβάλλεται, κατεχωρήθηκε κατά παράβαση ρήτρας διαιτησίας που περιέχεται στην επίδικη Συμφωνία. Στην αγόρευση της η κα Ε.Ανδρέου εκ μέρους των εναγομένων υποστήριξε ότι η Ενάγουσα, κατά παράβαση του όρου 22 της επίδικης Συμφωνίας, καταχώρησε την παρούσα αγωγή αντί να ακολουθήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στον περί Διαιτησίας Νόμο, ΚΕΦ.4 με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή. Υποστήριξε, επίσης, ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος που να εμποδίζει τους Εναγομένους να επιμένουν στην παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία εφόσον στην Υπεράσπιση εγείρουν το υπό εξέταση θέμα και ότι, ως εκ τούτου, δεν έχουν εγκαταλείψει, με οποιοδήποτε τρόπο, το δικαίωμα παραπομπής σε διαιτησία. Υποστήριξε, περαιτέρω, ότι ενόψει του ότι οι Εναγόμενοι αμφισβητούν την ορθότητα της αναθεώρησης του ενοικίου καθώς, επίσης, και το δικαίωμα της Ενάγουσας να αξιώνει τέτοια αύξηση ενοικίου προκύπτει διαφορά που αφορά τόσο στην ερμηνεία του όρου 13 της επίδικης Συμφωνίας όσο και στο θέμα εκτέλεσης της Συμφωνίας. Ο όρος 22 που επικαλείται η πλευρά των Εναγομένων έχει ως εξής: «22
(1)Ανευ επηρεασμού των ειδικών διατάξεων του όρου 20 της παρούσας Συμβάσεως, πάσα διαφορά, αναφυομένη μεταξύ της Κυβερνήσεως και του μισθωτού ή των εκπροσώπων αυτού, αφορώσα εις την εκτέλεσιν ή την ερμηνείαν των όρων της παρούσας Συμβάσεως, θα επιλύεται υπό δύο διαιτητών, εκατέρου οριζομένου υφ΄ εκάστου των συμβαλλομένων και ενός επιδιαιτητού οριζομένου υπό των δύο διαιτητών.
(2)Εάν οιονδήποτε των μερών ήθελε αμελήσει ή αρνηθή να ορίσει τον διαιτητήν αυτού εντός προθεσμίας δεκατεσσάρων ημερών αφ΄ ης το έτερον μέρος ώρισε διαιτητήν και εγνωστοποίησε τούτο εγγράφως προς το έτερον ενδιαφερόμενον μέρος, ο ορίσας τον διαιτητήν αυτού δύναται να διορίση δια λογαριασμόν του ετέρου τον δεύτερον διαιτητήν, όστις δικαιούται να ενεργή και εκτελή άπαντα τα καθήκοντα αυτού ως διορισθείς παρά του μέρους ό ημέλησεν ή ηρνήθη να διορίση διαιτητήν.
(3)Το παρόν άρθρον θα θεωρήται ως συμφωνία προς υποβολήν εις διαιτησίαν υπό την έννοιαν του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.4, και η διαιτησία θα διεξάγηται συμφώνως προς τας διατάξεις τούτου.» Η κα Κυριακίδου εκ μέρους της Ενάγουσας υποστήριξε ότι η καταχώρηση Υπεράσπισης από μέρους των Εναγομένων συνιστά περαιτέρω βήματα στη διαδικασία. Υπέδειξε δε ότι η ορθή διαδικασία για παραπομπή ζητήματος σε διαιτησία είναι η καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και, πριν την καταχώρηση Υπεράσπισης, η υποβολή αίτησης για έκδοση διατάγματος παραπομπής σε διαιτησία και απόρριψης ή αναστολής της δικαστικής διαδικασίας. Με βάση το Αρθρο 8 του περί Διαιτησίας Νόμου ΚΕΦ.4 παρέχεται στο Δικαστήριο εξουσία να αναστέλλει νομικές διαδικασίες που άρχισαν σε Δικαστήριο κατά παράβαση διαιτητικής ρήτρας. Η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου να αναστέλλει νομικές διαδικασίες είναι διακριτικής φύσεως και το Δικαστήριο δεν την ενασκεί αν ικανοποιηθεί ότι υπάρχει επαρκής αιτία γιατί το επίδικο θέμα δεν πρέπει να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Διαιτητική ρήτρα σε σύμβαση δεν αφαιρεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και ούτε αποτελεί κώλυμα ή υπεράσπιση σε διαδικασίες που ασκήθηκαν αναφορικά με διαφορά που συμφωνήθηκε να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Δίδει, απλώς, το δικαίωμα σε οποιοδήποτε διάδικο, αφού τηρηθούν ορισμένες προϋποθέσεις και τυπικότητες, να υποβάλει αίτηση για αναστολή και παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. Αυτό είναι, συνεπώς, το αποτέλεσμα της ύπαρξης σε μια συμφωνία διαιτητικής ρήτρας. Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Galatariotis and Son Ltd. v. The Scandinavian Baltic and Mediterranean΄s Shipping Corporation of Monrovia
(1967)1 C.L.R. 385 στη σελίδα 390: «.. Τhere is ample authority for the proposition that an arbitration clause in contract does not oust the jurisdiction of the Court, as otherwise it would be illegal and void as being contrary to public policy, and such clause is not a bar or defence to proceedings brought in respect of a dispute agreed to be referred to Arbitration but it merely gives the right to any other party to such proceedings subject to certain formalities and conditions to apply for a stay of proceedings and reference of such dispute to Arbitration. See Doleman and Sons v. Osset Corporation
(1912)3 KB p.257 και Heyman v. Darwins Ltd.
(1942)1 All Ε.R. 337.» Eπιπλέον πρέπει να υπογραμμισθεί ότι συμφωνία που παραπέμπει την επίλυση διαφοράς που θα αναφυεί από σύμβαση στην οποία περιλαμβάνεται διαιτητική ρήτρα είναι δικονομικής φύσεως γιατί ρυθμίζει, απλώς, τον τρόπο με τον οποίο θα αποφασιστούν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Economides v. M/V Comenta 23
(1986)1 C.L.R. 443 στη σελίδα 448: «An agreement to submit to arbitration is by its nature procedural it merely regulates the manner in which the mutual right and obligations of the parties are determined...» Η υπόθεση Galatariotis (ανωτέρω), ακολουθήθηκε στην υπόθεση National Line of Cyprus S.A.v. The Ship «Sunset»
(1986)1 C.L.R. 393. Στην υπόθεση αυτή ο ευπαίδευτος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Στυλιανίδης, αποφάσισε ότι το Αρθρο 8 του ΚΕΦ.4 παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία αναστολής οποιασδήποτε διαδικασίας που άρχισε σε οποιονδήποτε Δικαστήριο, κατά παράβαση ρήτρας διαιτησίας. Η εξουσία αυτή είναι διακριτική και το Δικαστήριο δεν την ενασκεί εκτός αν ικανοποιηθεί ότι υπάρχει επαρκής αιτία γιατί το επίδικο θέμα δεν πρέπει να παραπεμφθεί σε διαιτησία[1]. Ρήτρα διαιτησίας, δεν αποκλείει την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και δεν συνιστά εμπόδιο η υπεράσπιση στη διαδικασία αλλά απλώς παρέχει το δικαίωμα στον άλλο διάδικο να ζητήσει αναστολή της διαδικασίας και παραπομπή του επίδικου θέματος σε διαιτησία. Κατά συνέπεια είμαι της άποψης ότι η ύπαρξη και μόνο διαιτητικής ρήτρας δεν αφαιρεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και ούτε, ασφαλώς, αποτελεί κώλυμα ή υπεράσπιση σε διαδικασία που ασκήθηκε αναφορικά με διαφορά που συμφωνήθηκε να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Δίδει, απλώς, το δικαίωμα σε οποιοδήποτε διάδικο και, στην προκειμένη περίπτωση, στους Εναγομένους να υποβάλουν αίτηση για αναστολή και παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. Χρήσιμα όμως είναι και τα όσα αναφέρονται από το Δικαστή Στυλιανίδη, όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Bulfracht v. Third World Steel Company Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 148, στην οποία με αναφορά στο Σύγγραμμα Russel on Arbitration, 19η έκδοση, σελ.175, παρατίθενται οι ακόλουθες προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να ικανοποιούνται για την παραπομπή μιας υπόθεσης σε διαιτησία: «
- Υπαρξη έγκυρης συμφωνίας για παραπομπή της αμφισβήτησης σε διαιτησία.
- Εναρξη διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Εναρξη δικαστικής διαδικασίας από συμβαλλόμενο στη σύμβαση διαιτησίας ή από πρόσωπο που αξιώνει μέσω ή κάτω από αυτό εναντίον του αντισυμβαλλομένου ή εναντίον προσώπου που αξιώνει μέσω ή κάτω από αυτό.
- Η δικαστική διαδικασία να είναι αναφορικά με την αμφισβήτηση που συμφωνήθηκε να παραπεμφθεί.
- Η αίτηση για αναστολή να γίνεται από διάδικο στη δικαστική διαδικασία.
- Υποβολή της αίτησης μετά την καταχώρηση εμφάνισης και πριν την ανταλλαγή εγγράφων προτάσεων ή τη λήψη οποιουδήποτε άλλου διαβήματος στη διαδικασία.
- Ο αιτητής να είναι έτοιμος και πρόθυμος να πράξει όλα τα αναγκαία για τη δέουσα διεξαγωγή της διαιτησίας.» Στην παρούσα υπόθεση, οι Εναγόμενοι δεν υπέβαλαν οποιανδήποτε αίτηση για αναστολή της διαδικασίας, αλλά στην Υπεράσπιση τους υπέβαλαν προδικαστική ένσταση και ζήτησαν την απόρριψη της αγωγής. Με βάση τα προαναφερόμενα, θεωρώ ότι οι Εναγόμενοι δεν είχαν δικαίωμα να ζητήσουν την απόρριψη της αγωγής της Ενάγουσας αλλά μόνο να υποβάλουν αίτηση για αναστολή της διαδικασίας και παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία, πράγμα που δεν έκαμαν. Αν οι εναγόμενοι υπέβαλλαν τέτοια αίτηση για αναστολή της διαδικασίας, τότε η Ενάγουσα θα είχε δικαίωμα υποβολής ένστασης και το Δικαστήριο θα ασκούσε τη διακριτική ευχέρεια που του δίνει το Αρθρο 8 του ΚΕΦ.4, ανάλογα με τα γεγονότα που θα έθεταν οι διάδικοι ενώπιον του. Κατ΄ ακολουθία όλων των πιο πάνω απορρίπτω την προδικαστική ένσταση των Εναγομένων με έξοδα εναντίον των Εναγομένων και υπέρ της Ενάγουσας τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής. Λ.Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ., /ΑΚΣ. [1] Δέστε National Line of Cyprus S.A. v. The Ship "Sunset"
(1986)1 C.L.R. 393 στη σελ.403: «Section 8 of the Arbitration Law, Cap.4, empowers the Court to stay any legal proceedings commenced in any Court if any party to an arbitration agreement or any person claiming through or under him, commences legal proceedings in any Court against a party to the arbitration agreement. This power is discretionary and the Court does not exercise this power if satisfied that there is sufficient reason why the matter should not be referred in accordance with the arbitration agreement to arbitration." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο