← Κύπρος

PAPADEMETRIOU CΟ CHARTERED ACCOUNTANTS ν. ΑΝΤΩΝΗΣ Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ, Αρ. Αγωγής:317/ 06, 30 Οκτωβρίου, 2009

PAPADEMETRIOU CΟ CHARTERED ACCOUNTANTS ν. ΑΝΤΩΝΗΣ Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ, Αρ. Αγωγής:317/ 06, 30 Οκτωβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2009:A31 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:317/ 06 Μεταξύ: PAPADEMETRIOU & CΟ CHARTERED ACCOUNTANTS Ενάγοντες και ΑΝΤΩΝΗΣ Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ Εναγόμενου __________ Ημερομηνία: 30 Οκτωβρίου, 2009 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες: κ. Ν. Ανδρέου και κα Ανδρέου Για τον εναγόμενο: κ. Χρ. Ιωσηφίδης ΑΠΟΦΑΣΗ ΟΙ ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ: Οι ενάγοντες, εγγεγραμμένος συνεταιρισμός, διατηρούν στο Παραλίμνι γραφείο για την παροχή λογιστικών, ελεγκτικών, οικονομικών και συμβουλευτικών υπηρεσιών και αξιώνουν από τον εναγόμενο το ποσό των Λ.Κ.3.450,00 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. ως συμφωνηθείσα και/ή εύλογη αμοιβή για παροχή υπηρεσιών και/ ή ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας, νόμιμο τόκο και έξοδα. Ισχυρίζονται ότι κατά ή περί την περίοδο Φεβρουαρίου - Απριλίου 2004 ο εναγόμενος αποτάθηκε στους ενάγοντες για παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών για οικονομικά και περιουσιακά θέματα που αφορούσαν κτηματική περιουσία. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι κατά την πιο πάνω περίοδο και σε διάφορες ημερομηνίες διαβουλεύτηκαν μετά του εναγόμενου και συνέταξαν και απέστειλαν σε διάφορα σώματα και οργανισμούς επιστολές και υπομνήματα αφιερώνοντας χρόνο, μελέτη και εργασία. Ο εναγόμενος με την υπεράσπιση του προδικαστικά ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο παρόν στάδιο της διαδικασίας ως ενοχλητική καθώς ελαύνετε από αλλότρια κίνητρα και είναι εκδικητική καθότι αυτή προέκυψε άνευ αντικειμένου σε συνάρτηση και/ή μετά από κτηματική διαφορά μεταξύ μέλους της οικογένειας των εναγόντων και του εναγόμενου, που είναι αντικείμενο άλλης αγωγής ενώπιον άλλου Δικαστηρίου. Πέραν της πιο πάνω προδικαστικής ένστασης, όπως χαρακτηρίζεται από τον εναγόμενο, ισχυρίζεται ότι αγνοεί και κατά συνέπεια απορρίπτει το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαιτήσεως των εναγόντων. Αγνοεί ακόμα και κατά συνέπεια απορρίπτει τους ισχυρισμούς των εναγόντων όπως προβάλλονται στην έκθεση απαιτήσεως τους και προβάλλει ως πραγματικά γεγονότα των σχέσεων των διαδίκων ότι ο εκ των εναγόντων Δημήτρης Παπαδημητρίου διατηρούσε επί μακρόν στενές φιλικές σχέσεις με τον εναγόμενο, στη βάση συγγένειας που έχουν μεταξύ τους. Στα πλαίσια αυτής της σχέσης συχνά αντάλλασσαν, μεταξύ άλλων και μηνύματα ποικίλου περιεχομένου μέσω Ηλεκτρονικού Υπολογιστή. Ουδέποτε τέθηκε θέμα σχέσης παροχέα υπηρεσιών προς πελάτη ούτε προς τη μία κατεύθυνση (εναγόντων προς εναγόμενο) ούτε και προς την άλλη (εναγόμενος προς ενάγοντες) και κατά συνέπεια ουδέποτε είχε τεθεί θέμα πληρωμής υπηρεσιών. Κατά /ή περί τις αρχές του έτους 2006 προέκυψε διαφορά σχετικά με κτήμα της αδελφής του εκ των εναγόντων Δημήτρη Παπαδημητρίου το οποίο αγόρασε και μεταβιβάστηκε επ΄ ονόματι του ο εναγόμενος, η οποία είχε ως επακόλουθο την αποστολή από τους ενάγοντες προς τον εναγόμενο επιστολής με ημερομηνία 20.04.2006 με την οποία οι ενάγοντες απαιτούσαν την πληρωμή ποσού χρημάτων για νομικές συμβουλές και άλλες ανυπόστατες υπηρεσίες. Ο εναγόμενος απέρριψε τη πιο πάνω απαίτηση. Οι ενάγοντες με την απάντηση τους επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαιτήσεως και επιμένουν ότι είχαν παράσχει υπηρεσίες στον εναγόμενο πάντοτε μετά από οδηγίες του και δεν ήταν στα πλαίσια συγγενικής ή φιλικής τους σχέσης. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Για τους ενάγοντες κατάθεσε ο Δημήτρης Παπαδημητρίου (στη συνέχεια ο Δημήτρης). Ο εναγόμενος κατάθεσε ο ίδιος και κλήθηκε ως Μ.Υ.1 η κτηματολογικός λειτουργός κ. Μαρία Μακρή Ονουφρίου. Ο Δημήτρης που είναι Chartered Accountant είναι ο κύριος συνέταιρος των εναγόντων οι οποίοι είναι ετερόρρυθμος εταιρεία από το 1992, και ο υπεύθυνος του λογιστικού και ελεγκτικού γραφείου που λειτουργεί στο Παραλίμνι. Με τον εναγόμενο που είναι ανηψιότεχνος του γνωρίστηκαν, όταν επέστρεψε στην Κύπρο όταν πλέον ήταν 35 χρόνων, σε κάποιες κοινωνικές εκδηλώσεις όπου του είχε δώσει την επαγγελματική του κάρτα με τα στοιχεία του. Δεν διατηρούσαν ιδιαίτερες σχέσεις λόγω της απόστασης που χώριζε τον τόπο διαμονής τους αφού αυτός διαμένει στο Παραλίμνι και εκείνος στη Λεμεσό. Κάποια ημέρα του είχε τηλεφωνήσει ο εναγόμενος και του ανέφερε για κάποια υπόθεση πολεοδομίας και του ζήτησε βοήθεια για τη σύνταξη επιστολών στα αγγλικά. Όλες οι επιστολές που συνέταξε γι΄αυτόν αφορούσαν πολεοδομικά θέματα και ειδικότερα την βιοτεχνική ζώνη που θα δημιουργείτο στο χωριό Παραμύθα της Λεμεσού. Ο εναγόμενος παρουσιαζόταν να έχει ένσταση για την δημιουργία αυτής της ζώνης επικαλούμενος μεταξύ άλλων περιβαλλοντικά θέματα. Οι υπηρεσίες που του πρόσφερε ήταν μέσω τηλεφώνου και μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων (e- mails) και αφορούσαν βοήθεια στη σύνταξη ή τη διόρθωση διαφόρων εγγράφων στα αγγλικά. Η διάρκεια παροχής αυτών των υπηρεσιών του ήταν περίπου 3-4 μήνες. Όταν ρωτήθηκε κατά την κυρίως εξέταση του σε ποια ακριβώς περίοδο αναφερόταν ανέφερε τον Φεβρουάριο του

  1. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε αν είναι βέβαιος ανέφερε ότι κάπου εκεί είχαν ξεκινήσει. Είχε ζητήσει από τον εναγόμενο την αμοιβή του για τις υπηρεσίες που του πρόσφερε και αυτός αρνήθηκε να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό. Κατάθεσε προς τούτο ως Τεκμήριο 3 το σχετικό τιμολόγιο που εξέδωσε και ως Τεκμήριο 4 την γραπτή απάντηση που έλαβε από τον εναγόμενο. Μέχρι σήμερα δεν έχει πληρωθεί για τις υπηρεσίες που πρόσφερε στον εναγόμενο. Η παρούσα αγωγή δεν εγέρθηκε ως αντίδραση για την πώληση ενός οικογενειακού τους κτήματος που ανήκε στην αδελφή του το οποίο αγόρασε ο εναγόμενος. Καθ΄όλη τη διάρκεια της μεταξύ τους συνεργασίας ποτέ δεν είχε πει στον εναγόμενο ότι δεν θα τον χρέωνε και ότι θα του πρόσφερε αφιλοκερδώς τις υπηρεσίες του. Στην αντεξέταση του διαφάνηκε ότι στον συνεταιρισμό ο οποίος ενάγει τον εναγόμενο συμμετείχε ουσιαστικά μόνο ο ίδιος εφόσον το άλλο πρόσωπο εμφανιζόταν μόνο τυπικά σε αυτόν. Από τον Δεκέμβριο του 2006 το λογιστικό και ελεγκτικό του γραφείο λειτουργεί πλέον ως εταιρεία και ο εν λόγω συνεταιρισμός έπαυσε να λειτουργεί παρόλο ότι νομικά εξακολουθεί να υφίσταται καθώς δεν υπέβαλε αίτημα για την διαγραφή του από τον Έφορο Εταιρειών. Επανέλαβε ότι η συνεργασία του με τον εναγόμενο είχε αρχίσει τον Φεβρουάριο του
  2. Γνώριζε ότι ο εναγόμενος είχε σπουδάσει οδοντογιατρός στην Ουγγαρία σε αγγλόφωνο πανεπιστήμιο. Δεν υποτιμούσε τις γνώσεις του εναγόμενου στην αγγλική γλώσσα, απλώς ήταν ο εναγόμενος που θεωρούσε ότι αυτός γνώριζε καλύτερα αγγλικά και γι΄ αυτό του ζητούσε βοήθεια. Αρνήθηκε ότι είχε δεχθεί για τη θυγατέρα του δωρεάν υπηρεσίες οδοντίατρου συναδέλφου του εναγόμενου τον οποίο του τον σύστησε ο εναγόμενος γι΄αυτό και δεν πληρώθηκε. Επέμενε ότι η μόνη γνωριμία που είχε με τον εναγόμενο ήταν οι τυχαίες συναντήσεις τους σε κάποιες κηδείες και σε κάποιο συγγενικό τους γάμο. Αρνήθηκε ότι είχε προσκληθεί για γεύμα στο σπίτι των γονέων του εναγόμενου. Επέμενε ότι δεν είχαν με τον εναγόμενο παρά μια μακρινή συγγένεια και ότι η απόσταση που χώριζε τον τόπο της διαμονής τους δεν τους επέτρεπε να έχουν στενότερες σχέσεις. Το γραφείο του παρέχει κάθε είδους συμβουλευτικών υπηρεσιών σε πελάτες και κυρίως για λογιστικά και ελεγκτικά θέματα. Προσπαθούν να βρίσκονται πολύ κοντά στον πελάτη και στις οικογένειες τους και αναπτύσσουν σχέσεις απόλυτης εμπιστοσύνης μαζί τους. Δεν παρέχουν νομικές συμβουλές στους πελάτες τους. Οι νομικές συμβουλές που αφήνετε να νοηθεί στο τιμολόγιο του, αφορούν επαφές που είχε προς επίλυση νομικών ερωτημάτων που του έθετε ο εναγόμενος και ο ίδιος δεν είχε αναμιχθεί σε νομικά θέματα. Παρόλο ότι ανέφερε ότι είχε προς αυτόν τον σκοπό επαφή με 2-3 δικηγόρους εντούτοις αρνήθηκε να κατονομάσει κάποιον από αυτούς ούτε και αποκάλυψε εάν αυτοί τον είχαν χρεώσει για οποιανδήποτε υπηρεσία του πρόσφεραν προς όφελος του εναγόμενου. Είχε κάνει έρευνα, όπως ανέφερε, για να βρει κάποιο δικηγόρο από την Λευκωσία για να βοηθήσει τον εναγόμενο ο οποίος πιστεύει ότι τον βοήθησε αφιλοκερδώς. Στη συνέχεια όταν κλήθηκε να δώσει λεπτομέρειες των υπηρεσιών που παρέσχε στον εναγόμενο ανέφερε ότι δεν ήταν κανονική περίπτωση πελάτη και έτσι τηρούσε πρόχειρες σημειώσεις τις οποίες δεν φύλαξε και δεν τηρούσε φάκελο για τον εναγόμενο. Η αμοιβή που αξίωνε με το τιμολόγιο που εξέδωσε ήταν εύλογη αξιολογώντας τον βαθμό δυσκολίας των υπηρεσιών που πρόσφερε. Όπως ανέφερε, κάθε επιστολή του εναγόμενου που συνέτασσε στην αγγλική γλώσσα και την οποία ο ίδιος διόρθωνε είχε αρκετή δουλειά. Αρνήθηκε ότι και ο ίδιος ήταν ιδιοκτήτης κτήματος και γι΄αυτό ενδιαφερόταν για τα διαβήματα που γίνονταν για την αλλαγή της απόφασης για δημιουργία βιοτεχνικής περιοχής στο χωριό Παραμύθα. Ανέφερε ότι όλες οι εργασίες που έκαμε και για τις οποίες αξιώνει αμοιβή είναι οι επιστολές που αποτελούν το Τεκμήριο
  3. Παραδέχθηκε ότι έκαμε λάθος όταν υποστήριξε κατά την κυρίως εξέταση του ότι πρόσφερε στον εναγόμενο υπηρεσίες κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ Φεβρουαρίου και Απριλίου 2005 και ότι αυτές πράγματι προσφέρθηκαν κατά τους αντίστοιχους μήνες του
  4. Η καθυστέρηση στην έκδοση του τιμολογίου οφειλόταν στη πίστωση χρόνου που παρείχε στον πελάτη του. Στη συνέχεια αρνήθηκε να απαντήσει άμεσα εάν η αδελφή του Βαρβάρα διέθετε ακίνητη περιουσία στα χωριά Σπιτάλι ή στην Παραμύθα θέτοντας το ερώτημα γιατί να γνωρίζει εάν η αδελφή του είχε κτήματα, καταλήγοντας ότι δεν γνώριζε και επέδειξε άγνοια αν αυτή ζούσε στην Ιταλία. Ενώ αρνήθηκε ότι σε συγκεκριμένο κτήμα ήταν συνδιοκτήτης στο 1/3 μερίδιο και όπου στο άλλο 1/3 ήταν η εν λόγω αδελφή του, στη συνέχεια δεν είχε να πει οτιδήποτε όταν του υποδείχθηκε πιστοποιητικό έρευνας το οποίο σημειώθηκε ως Τεκμήριο 5 και το οποίο καταδεικνύει τα αντίθετα από όσα υποστήριξε λίγο πιο πριν. Σε άλλη ερώτηση εάν κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε ο ίδιος και η αδελφή του Βαρβάρα κτήμα στην περιοχή η οποία καθορίστηκε ως βιοτεχνική ζώνη, ανέφερε ότι βρισκόταν δέκα χιλιόμετρα μακριά. Σε υποβολή ότι η απόσταση ήταν λιγότερη από ένα χιλιόμετρο, ανέφερε ότι δεν μπορούσε να ξέρει. Δεν θυμόταν επίσης να πει εάν η αδελφή του την περίοδο εκείνη ζούσε στην Ιταλία. Ο ίδιος πάντως δεν διαχειριζόταν την περιουσία της αδελφής του και αρνήθηκε ότι διέθετε πληρεξούσιο έγγραφο από αυτή. Γνώριζε ότι η αδελφή του είχε πωλήσει κάποιο κτήμα της στον εναγόμενο. Το εν λόγω κτήμα ήταν οικογενειακό όπου η μητέρα τους έκανε τον περίπατο της. Τυχαία πληροφορήθηκε ότι το είχε αγοράσει ο εναγόμενος, παρόλο ότι γνώριζε τις προθέσεις της αδελφής του να πωλήσει το εν λόγω κτήμα της. Την επόμενη κιόλας ημέρα πρόσφερε περισσότερα χρήματα στον εναγόμενο για να το αγοράσει ο ίδιος. Σε αυτό το σημείο ανέφερε ότι τον είχε ενημερώσει η αδελφή του μέσω τηλεφώνου για τις προθέσεις της και ενώ εκείνη βρισκόταν στην Ιταλία. Ο λόγος που δεν είχε απαντήσει θετικά όταν ρωτήθηκε εάν η αδελφή του ζούσε στην Ιταλία ήταν γιατί αυτή διέθετε σπίτι και στο Παραλίμνι. Επέδειξε άγνοια όταν του αναφέρθηκε ότι ο ίδιος ενδιαφερόταν για κάποια ¨Κίνηση για την Παραμύθα¨ που όπως του υποβλήθηκε ήταν μια άτυπη κίνηση που είχε σκοπό με διαβήματα της να ανατρέψει την απόφαση για τη δημιουργία βιομηχανικής ή βιοτεχνικής ζώνης σε περιοχή του χωριού Παραμύθα όπου θίγονταν μεταξύ άλλων περιουσιακά τους δικαιώματα ως ιδιοκτητών. Αρνήθηκε ότι είναι μέσα στα πλαίσια αυτής της κίνησης που συντάσσονταν οι επιστολές που παρουσίασε ως Τεκμήριο 2 και ότι σ΄αυτή τη προσπάθεια συνέβαλε και ο ίδιος με τον τρόπο του. Ανέφερε ότι ήταν ο ίδιος ο εναγόμενος που υπέγραφε τις επιστολές αυτές και δεν γνώριζε αν αυτές τις προσυπέγραφαν άλλα 110 άτομα. Χαρακτήρισε αυτή την κίνηση δημιούργημα του εναγόμενου. Επέμενε ότι το μόνο που ήθελε ήταν να πληρωθεί για τη δουλειά που είχε κάμει. Ο εναγόμενος, που είναι οδοντίατρος, στη δική του μαρτυρία ανέφερε ότι διαμένει στη Λεμεσό όπου έχει και το οδοντιατρείο του. Σπούδασε σε αγγλόφωνο πανεπιστήμιο στην Ουγγαρία και έτσι γνωρίζει, όπως ανάφερε, άπταιστα τα αγγλικά. Χαρακτήρισε τη σχέση του με τον Δημήτρη ως πολύ στενή συγγενική σχέση εφόσον είναι πρώτος ξάδελφος του πατέρα του. Περιέγραψε τη σχέση του με τον Δημήτρη πολύ στενή και άριστη. Εκτός από τη συγγένεια που είχαν τους ένωνε και το κοινό ενδιαφέρον για διάφορα θέματα όπως και τα κοινά συμφέροντα τους σε πατρογωνικά κτήματα που είχαν στο χωριό Παραμύθα και συχνά πυκνά συζητούσαν μεταξύ τους για αυτά τα θέματα. Θυμόταν μάλιστα ότι του είχε στείλει μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου διάφορες οικογενειακές τους φωτογραφίες τις οποίες παρουσίασε ως Τεκμήριο
  5. Ήταν κατηγορηματικός ότι δεν είχαν οποιανδήποτε επαγγελματική σχέση και ότι κάποτε τον σύστησε σε ένα συνάδελφο του οδοντίατρο για κάποιο πρόβλημα ορθοδοντικής που είχε η θυγατέρα του ο οποίος και δεν τον είχε χρεώσει. Ο Δημήτρης μέσα στα πλαίσια εκείνων των σχέσεων τους τον είχε παρακαλέσει να του μεταφράσει επιστολή που απηύθυνε στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή για προσωπικό του πρόβλημα, όπως και έκαμε μέσω τηλεφώνου, την οποία και παρουσίασε ως Τεκμήριο
  6. Ποτέ δεν είχε αναθέσει στον Δημήτρη ή στο γραφείο του προφορικά ή γραπτώς οποιανδήποτε εργασία και ποτέ οι ενάγοντες δεν του πρόσφεραν οποιεσδήποτε υπηρεσίες. Ποτέ δεν είχε επισκεφθεί το γραφείο των εναγόντων στο Παραλίμνι. Η σχέση που ανέπτυξαν κατά την επίδικη περίοδο περιοριζόταν στο κοινό ενδιαφέρον τους για τη μη δημιουργία βιομηχανικής ή βιοτεχνικής ζώνης στη περιοχή της Παραμύθας και σε αυτή την προσπάθεια συνέδραμαν και οι δύο μέσω της ¨Κίνησης για την Παραμύθα¨. Είχαν και οι δύο κτήματα είτε στην Παραμύθα είτε στο Σπιτάλι που γειτνίαζαν με αυτή τη ζώνη και επομένως κοινό συμφέρον για τη μη δημιουργία της. Παρουσίασε Πιστοποιητικό Έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας το οποίο σημειώθηκε ως Τεκμήριο 5 επί του οποίου ο Δημήτρης φαίνεται ως συνδιοκτήτης κτημάτων στο χωριό Παραμύθα. Παρουσίασε επίσης τοπογραφικό σχέδιο όπου εμφαίνεται το τεμάχιο 463 στο χωριό Παραμύθα το οποίο επίσης είναι ιδιοκτησίας του Δημήτρη και το οποίο βρισκόταν σε απόσταση περίπου 200 μέτρων από το δυτικό σύνορο της βιοτεχνικής περιοχής. Προς απόδειξη της ιδιοκτησίας του από τον Δημήτρη κατάθεσε ως Τεκμήριο 8 πιστοποιητικό εγγραφής το οποίο του το είχε δώσει ο ίδιος ο ενάγοντας όταν ενδιαφέρθηκαν να κάμουν διαβήματα για διεκδίκηση δικαιώματος διόδου για τα κτήματα τους καθώς το κτήμα του Δημήτρη γειτνίαζε με κτήμα που ανήκε στους γονείς του εναγόμενου. Παρουσίασε ως Τεκμήριο 9 χειρόγραφο σημείωμα με τα στοιχεία του Δημήτρη το οποίο του είχε δώσει ο ίδιος για να μπορεί να συμπληρώσει τις σχετικές αιτήσεις. Η ¨Κίνηση για την Παραμύθα¨ όπως ανέφερε ήταν μια άτυπη κίνηση κατοίκων της περιοχής και ιδιοκτητών κτημάτων τα οποία επηρεάζονταν από την δημιουργία αρχικά βιομηχανικής και στη συνέχεια βιοτεχνικής ζώνης είτε γιατί εντάσσονταν τα κτήματα τους σε αυτή τη ζώνη είτε γιατί γειτνίαζαν. Σε αυτή τη κίνηση η οποία είχε συσταθεί άτυπα όταν ακόμα ο ίδιος ήταν φοιτητής, συμμετείχαν πάνω από 150 πρόσωπα και όταν ο ίδιος και κάποιοι άλλοι επέστρεψαν από τις σπουδές τους το 1997 τους ζητήθηκε η συνδρομή τους ως μορφωμένων ανθρώπων εφόσον είχαν και αυτοί κτήματα που επηρεάζονταν. Πράγματι αναμίχθηκε σε αυτή την κίνηση όπως και ο Δημήτρης ο οποίος προθυμοποιήθηκε να βοηθήσει συντάσσοντας διάφορες επιστολές διαμαρτυρίας οι οποίες όμως ήταν συλλογική προσπάθεια πολλών ατόμων και απευθύνονταν σε διάφορες αρχές με απώτερο σκοπό την κατάργηση της βιοτεχνικής ζώνης. Το όνομα του Δημήτρη δεν φαινόταν στον κατάλογο με τα ονόματα των προσώπων που συμμετείχαν σε αυτή την κίνηση που κατείχε εφόσον ο ίδιος για δικούς του προσωπικούς και επαγγελματικούς λόγους δεν ήθελε να φαίνεται το όνομα του. Αν και δεν θυμόταν τα συγκεκριμένα έγγραφα του Τεκμηρίου 2, εντούτοις παραδέχθηκε ότι αφορούσαν την κοινή προσπάθεια τους τότε που επιδίωκαν την κατάργηση της βιοτεχνικής περιοχής και σίγουρα δεν αφορούσαν εργασία που προσέφεραν οι ενάγοντες στον ίδιο προσωπικά εφόσον προσωπικό συμφέρον για την σύνταξη τους είχε και ο ίδιος ο Δημήτρης. Ισχυρίστηκε ότι ποτέ δεν είχε πάρει οποιαδήποτε έγγραφα από τους ενάγοντες για εργασία που τους είχε αναθέσει ο ίδιος προσωπικά εφόσον ποτέ δεν τους ανάθεσε οποιαδήποτε εργασία ή του προσέφεραν οποιανδήποτε υπηρεσία. Κατά την άποψη του ο Δημήτρης ήγειρε την παρούσα αγωγή εκδικητικά και αυτή σχετίζεται με την αγωγή 2126/2006 η οποία καταχωρήθηκε στο Ε.Δ. Λεμεσού και η οποία αφορά την ακύρωση συμφωνίας πώλησης και μεταβίβασης κτήματος της αδελφής του προς αυτόν περί το τέλος του 2005 για την οποία ο Δημήτρης όπως φάνηκε εκ των υστέρων διαφώνησε και αισθανόταν έντονα γι΄αυτό το ζήτημα σε σημείο μάλιστα να προσπαθεί στη συνέχεια εκβιαστικά και με αθέμιτα μέσα, για τα οποία έκαμε και σχετική καταγγελία στην αστυνομία, να τον υποχρεώσει να του πωλήσει το κτήμα πίσω. Αναγκάστηκε να προβεί σε καταγγελία του στην αστυνομία γιατί φοβήθηκε και για τη ζωή του αλλά και γιατί τον είχε φορτώσει με άγχος. Μετά την καταγγελία του στην αστυνομία και την παρέμβαση της οι ενοχλήσεις του σταμάτησαν. Ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε λίγες μόνο ημέρες μετά την καταχώρηση της αγωγής που αφορούσε την ακύρωση της συμφωνίας πώλησης του κτήματος από την αδελφή του Δημήτρη προς τον ίδιο και απέδωσε την έγερση της παρούσας αγωγής την οποία χαρακτήρισε ως εκδικητική σε προσπάθεια του Δημήτρη να εκβιάσει την επιστροφή του κτήματος στην αδελφή του ή σε αυτόν. Όταν είχε λάβει το τιμολόγιο (Τεκμήριο 3) αντέδρασε απαντώντας με επιστολή του (Τεκμήριο 4) την οποία κοινοποίησε στον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο και στον Σύνδεσμο Εγκεκριμένων Λογιστών για το απαράδεκτο περιεχόμενο του και έκαμε και σχετική καταγγελία στον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για τον λόγο ότι παρουσιαζόταν σε αυτό ότι του είχε παράσχει νομικές συμβουλές αναρμοδίως. Από ό,τι θυμόταν, η αστυνομία του είχε ζητήσει και είχε δώσει κατάθεση γι΄αυτό το ζήτημα αλλά δεν ήξερε εάν υπήρξε συνέχεια. Δεν είχε λάβει οποιανδήποτε απάντηση από τα δύο πιο πάνω σώματα στα οποία κοινοποίησε την επιστολή του. Κατά την αντεξέταση του επανέλαβε ότι δεν θυμόταν εάν είχε πάρει ποτέ τις επιστολές του Τεκμηρίου 2 οι οποίες εν πάση περιπτώσει δεν απευθύνονταν στον ίδιο αλλά δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να τις είχε δει μέσω τρίτων προσώπων. Ποτέ δεν είχε συμφωνήσει με τους ενάγοντες να του ετοιμάσουν αυτές τις επιστολές. Ό,τι παρουσιάζουν αυτές οι επιστολές είναι οι ανησυχίες για τον κοινό σκοπό που είχαν τότε και αφορούσε την κατάργηση της βιοτεχνικής ζώνης Παραμύθας γι΄αυτό και όταν έλαβε το τιμολόγιο, τους απάντησε ότι αυτό δεν είχε αντικείμενο καθώς δεν του παρείχαν τις ισχυριζόμενες υπηρεσίες. Δεν ζήτησε από τους ενάγοντες να διαμεσολαβήσουν για την παροχή σε αυτόν νομικής συμβουλής εφόσον ο ίδιος είχε και λογιστή και δικηγόρο στη Λεμεσό και εάν ήθελε θα μπορούσε να είχε αποταθεί σ΄αυτούς και όχι να ζητήσει την μεσολάβηση του Δημήτρη. Είχε κάμει την καταγγελία του στον Γενικό Εισαγγελέα και στα άλλα σχετιζόμενα επαγγελματικά σώματα γιατί αισθάνθηκε ψυχική πίεση από τη συμπεριφορά του Δημήτρη και το έκαμε αμυνόμενος, εφόσον φορτικά και εκβιαστικά του ζητούσε να επαναμεταβιβάσει το κτήμα που αγόρασε από την αδελφή του στον ίδιο. Χαρακτήρισε περαιτέρω ως εκδικητική, ανήθικη και ανέντιμη την παρούσα αγωγή που του ήγειρε ο Δημήτρης και μάλιστα ως συγγενείς που είναι. Πιστεύει ότι ο Δημήτρης είχε μάθει για την αγορά του κτήματος από την αδελφή του όταν πλέον είχε γίνει η πράξη. Αρνήθηκε ότι είχε ξεγελάσει την αδελφή του Δημήτρη και αγόρασε το κτήμα στην μισή του αξία. Σε σχέση με τον επηρεασμό του κτήματος του Δημήτρη ανάφερε ότι αυτό είχε απόσταση περί τα 215 μέτρα από το σύνορο της βιοτεχνικής ζώνης και ότι ο ίδιος ο Δημήτρης αισθανόταν ότι επηρεαζόταν το κτήμα του και γι΄αυτό συμμετείχε στη κίνηση συμβάλλοντας στη κοινή προσπάθεια που είχε αναληφθεί για την κατάργηση της. Τον Δημήτρη σε αντίθεση με όσα υποστήριξε ο ίδιος τον γνώριζε από τα παιδικά του χρόνια με τον οποίο όπως και με την οικογένεια του είχαν στενές οικογενειακές επαφές. Τελευταία φορά που τον είχε συναντήσει προσωπικά θα ήταν το 2005 σε κάποια κηδεία συγγενικού τους προσώπου. Η κ. Μαρία Μακρή Ονουφρίου (Μ.Υ.2) είναι κτηματολογικός λειτουργός και κλήθηκε για να καταθέσει διάφορα έγγραφα που αποσκοπούσαν κατά κύριο λόγο να πλήξουν την αξιοπιστία του Δημήτρη. Ανάφερε ότι οι μεταβιβάσεις των κτημάτων που έγιναν περί το τέλος του 1996 και αυτές εμφαίνονται στο Πιστοποιητικό Έρευνας του Κτηματολογίου (ταυτόσημα τεκμήρια 5 και 10) έγιναν με τη χρήση πληρεξουσίων εγγράφων και αυτό με αριθμό 765/96 ήταν γενικό πληρεξούσιο έγγραφο που είχε ο ενάγοντας από την αδελφή του Βαρβάρα (Τεκμήριο 11). Τα Γενικά Πληρεξούσια έγγραφα έχουν ισχύ για 15 χρόνια και όταν αποδέχθηκαν τις εν λόγω μεταβιβάσεις ήταν ακόμα σε ισχύ. Ανάφερε τέλος ότι το κτήμα με αριθμό Τεμαχίου 463 Φ/Σχ.53/24 στο χωριό Παραμύθα το οποίο ανήκει στον Δημήτρη βρίσκεται σε απόσταση 225 μέτρα, όπως την υπολόγισε από τα τοπογραφικά σχέδια που κατάθεσε (Τεκμήρια 12 και 13).Το Τεκμήριο προς Αναγνώριση Α΄ που είναι επίσης τοπογραφικό σχέδιο της περιοχής κατατέθηκε ως Τεκμήριο 14 αφού προηγουμένως αναγνωρίστηκε από την μάρτυρα. Η μάρτυρας κατά την αντεξέταση της ανάφερε ότι δεν της είχε ζητηθεί να επισκεφθεί επί τόπου τα κτήματα που υπέδειξε στα τοπογραφικά σχέδια και έτσι δεν είχε δική της αντίληψη για τη διαμόρφωση του εδάφους η οποία ούτως ή άλλως δεν επηρεάζει την απόσταση στην οποία έκαμε αναφορά ότι απείχε το κτήμα του Δημήτρη από το σύνορο της βιοτεχνικής ζώνης. Δεν μπορούσε ακόμα να πει πως αυτό επηρεάζεται από την βιοτεχνική ζώνη εφόσον δεν επισκέφθηκε τη περιοχή. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών έκαμαν αναφορά κατά τις τελικές τους αγορεύσεις στη μαρτυρία που παρατέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου και πως οι ίδιοι την αντιλήφθηκαν σχολιάζοντας συγκεκριμένα σημεία της. Ως προς το ζήτημα της αξιοπιστίας εισηγήθηκαν ο καθένας από την πλευρά του ότι θα πρέπει να γίνουν πιστευτοί, ο μεν συνήγορος του εναγόμενου ο πελάτης του και η μάρτυρας του ο δε συνήγορος των εναγόντων ο μάρτυρας τους. Ο κ. Ιωσηφίδης συνοψίζοντας της θέσεις της υπεράσπισης υποστήριξε ότι είναι ανύπαρκτη η βάση ή η αιτία της αγωγής η οποία παρέμεινε εν τέλει και χωρίς υπόβαθρο με την μαρτυρία που παρατέθηκε. Δεν αποδείχθηκε σχέση παροχέα υπηρεσιών και αποδέκτη, πρόκειται για εκδικητική αγωγή και η μαρτυρία της πλευράς των εναγόντων ήταν αντιφατική. Ο κ. Ανδρέου αναγνωρίζοντας το δύσκολο έργο του δικαστηρίου να διακρίνει μεταξύ της μαρτυρίας που παρατέθηκε ποια θα προκρίνει, πρόβαλε ότι μαρτυρία που παρουσίασε η πλευρά του εναγόμενου ξεφεύγει από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του και έτσι δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Εισηγήθηκε ότι οι ενάγοντες απέδειξαν τον ισχυρισμό ότι είχαν παράσχει υπηρεσίες στις οποίες έκαμε αναφορά ο μάρτυρας τους για τις οποίες δικαιούνται αμοιβής. Παραδέχθηκε εντούτοις ότι πράγματι αποφάσισαν να ζητήσει να πληρωθούν μετά που προέκυψε μεταξύ της οικογένειας του Δημήτρη με τον εναγόμενο άλλη κτηματική διαφορά. Επεσήμανε αντίφαση στη μαρτυρία του εναγόμενου όταν είχε ρωτηθεί εάν είχε λάβει γνώση των επιστολών που συνέταξε ο μάρτυρας των εναγόντων και αυτός απάντησε πως δεν θυμόταν. Ο εναγόμενος καταθέτοντας φάνηκε ότι διακατεχόταν από εμπάθεια έναντι του μάρτυρα του γι΄αυτό και η καταγγελία του στον Γενικό Εισαγγελέα και στον Σύνδεσμο Λογιστών όταν είχε λάβει το τιμολόγιο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η υπόθεση από πλευράς νομικής πτυχής δεν παρουσιάζει κάποιο σημείο το οποίο να χρίζει ιδιαίτερης προσοχής ή ερμηνείας. Το βασικό ερώτημα το οποίο θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία για παροχή υπηρεσιών έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής από τους ενάγοντες προς τον εναγόμενο όπως είναι η αξίωση. Το Άρθρο 10 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 προνοεί τα ακόλουθα: ¨

(1)Συμβάσεις είναι όλες οι συμφωνίες οι οποίες καταρτίζονται με την ελεύθερη συναίνεση μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για νόμιμη αντιπαροχή και νόμιμο σκοπό, οι οποίες δεν χαρακτηρίζονται ρητά από το νόμο αυτό ως άκυρες˙ τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, οι συμβάσεις δύνανται να καταρτίζονται γραπτά, ή προφορικά, ή μερικώς γραπτά και μερικώς προφορικά, ή δύνανται να συνάγονται από τη συμπεριφορά των μερών.¨ Είναι παραδεκτό ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε γραπτή συμφωνία. Οι όποιες επαφές είχαν κατά την επίδικη περίοδο οι δύο πλευρές ήταν είτε μέσω τηλεφώνου είτε μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων και αλληλογραφίας. Το έγγραφο υλικό που παρουσιάστηκε από την πλευρά των εναγόντων δεν καταδεικνύει από μόνο του είτε την ύπαρξη συμφωνίας για προσφορά υπηρεσιών εκ μέρους των εναγόντων και αποδοχή τους εκ μέρους του εναγόμενου. Επομένως η ανεύρεση της αλήθειας για τις σχέσεις των διαδίκων θα αναζητηθεί μέσα από την προφορική μαρτυρία στη βάση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας τους η οποία και θα έχει αποφασιστική σημασία για την έκβαση της υπόθεσης και κατά πόσο μια τέτοια συμφωνία θα μπορούσε να συναχθεί από τη συμπεριφορά τους. Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή το μάρτυρα των εναγόντων όπως και τον εναγόμενο και την μάρτυρα του να καταθέτουν στην ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Παρακολούθησα τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό μνημονικό τους και γενικά τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα (βλ. C&A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 1273, στις σελ. 1280-1281). Έχω περαιτέρω υπόψη τα όσα λέχθηκαν στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 ότι δηλαδή η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχω συγκρίνει και αντιπαραβάλει μεταξύ τους τις προφορικές μαρτυρίες και τις παραδοχές τους σε συσχετισμό με την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, την οποία διεξήλθα μετά προσοχής. Τέλος, λαμβάνω υπόψη μου τις επισημάνσεις που έγιναν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων κατά τις τελικές τους αγορεύσεις όπου ανάλυσαν τόσο την μαρτυρία και έδωσαν τη δική τους ερμηνεία σε αυτή, όσο και τη νομική πτυχή της υπόθεσης. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νουν αισθάνομαι ότι είμαι έτοιμος για την αξιολόγηση της μαρτυρίας και για την κατάληξη μου σε ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με την επίδικη διαφορά. Επισημάνθηκε από την πλευρά των εναγόντων ότι παρείσφρησε μαρτυρία η οποία ξεφεύγει των δικογραφημένων ισχυρισμών και η οποία θα πρέπει να αγνοηθεί. Υπάρχουν όμως ζητήματα τα οποία αντικριζόμενα με μια πρώτη ματιά μπορούν να δημιουργούν την αίσθηση ότι ξεφεύγουν από τα δικόγραφα, όμως αυτά μελετώντας τα σε βάθος διακρίνεις κάποια συνάφεια και αλληλοσύνδεση σε βαθμό που να μη μπορείς εύκολα να τα απορρίψεις. Τα όσα ο εναγόμενος παρουσίασε σε σχέση με την ¨Κίνηση για την Παραμύθα¨ όπως αποφάσισα και με ενδιάμεσες αποφάσεις μου όταν διδόταν αυτή η μαρτυρία μετά από την υποβολή σχετικών ενστάσεων βρίσκουν έρεισμα στην παρ. 2 της Υπεράσπισης όπου γίνεται μια γενική αναφορά των σχέσεων των διαδίκων για την οποία δεν ζητήθηκαν λεπτομέρειες. Η προσπάθεια θα είναι να ληφθεί υπόψη μόνον η σχετική με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης μαρτυρία η οποία να συνάδει με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς γιατί είναι γεγονός ότι μέρος της μαρτυρίας περιστράφηκε και γύρω από διαφορά που αφορά άλλη εκκρεμή διαδικασία ενώπιον άλλου δικαστηρίου. Η μαρτυρία αυτή θα αγνοηθεί για σκοπούς της απόφασης επί της ουσίας της διαφοράς (βλ. Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. σελ. 447, Πουρίκκου v. Σάββα κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 507) όχι όμως για σκοπούς αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. Hobbs v. C. T. Tinling & Co. Ltd
(1929)All E,.R. Rep. 33). Η έγγραφη μαρτυρία που παρουσιάστηκε εκ μέρους των εναγόντων και στην οποία αποκλειστικά εστιάζουν την απαίτηση τους, όπως ανέφερε ο ίδιος ο μάρτυρας τους, δεν είναι παρά διάφορες επιστολές ή αναφορές ή υπομνήματα χωρίς ημερομηνίες, χωρίς αποστολέα ή παραλήπτη, χωρίς χρέωση, χωρίς να συνοδεύονται από τιμολόγιο. Επί πλέον το περιεχόμενο τους αφορά ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος όπου γίνεται αλληλοενημέρωση για ζητήματα που αφορούν την βιοτεχνική ζώνη Παραμύθας και μάλιστα μια από αυτές απευθύνεται στον Δημήτρη στον οποίο προτείνεται ενημέρωση για τη δράση της κίνησης, σε κάθε περίπτωση δεν διακρίνεται ειδικότερο ενδιαφέρον ή όφελος του εναγόμενου αλλά το περιεχόμενο τους αφορούν αποκλειστικά θέματα κοινού ενδιαφέροντος που απασχολούσαν την ¨Κίνηση για την Παραμύθα¨. Πρόκειται τελικά για επιστολές οι οποίες δεν μπορούν από μόνες τους να εκληφθούν ότι έγιναν κατά παραγγελία του εναγόμενου και οι οποίες εξάλλου δεν φαίνεται ότι έχουν συνταχθεί όλες από τους ενάγοντες ούτε και εμπίπτουν μέσα στη σφαίρα των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων ως ελεγκτικού και λογιστικού γραφείου. Σε μία μόνο από αυτές τις επιστολές στην οποία αποστολέας φαίνεται να είναι ο εναγόμενος και η οποία δεν φέρει ημερομηνία και δεν απευθύνεται σε συγκεκριμένο παραλήπτη, ζητεί πληροφορίες οι οποίες αφορούν και πάλι ζητήματα που από κοινού απασχολούσαν εκείνη την περίοδο όσους είχαν αναμιχθεί στη προσπάθεια που γινόταν μέσω της ¨Κίνησης για την Παραμύθα¨. Για τις ίδιες αυτές επιστολές ο εναγόμενος όταν ρωτήθηκε εάν τις αναγνωρίζει δεν απέρριψε το ενδεχόμενο να τις έχει δει ξανά εφόσον τέτοια έγγραφα κυκλοφορούσαν την εποχή εκείνη μεταξύ των ενδιαφερομένων για την αλλαγή της απόφασης της επιβολής βιοτεχνικής ζώνης στη περιοχή του χωριού Παραμύθα. Σίγουρα από το περιεχόμενο αυτών των επιστολών δεν εξάγεται οποιονδήποτε συμπέρασμα για παροχή υπηρεσιών στον εναγόμενο εκ μέρους των εναγόντων. Ο μάρτυρας των εναγόντων ο κ.Παπαδημητρίου δεν μου προκάλεσε εντύπωση ειλικρινούς μάρτυρα. Ο τρόπος που μιλούσε έδιδε την εντύπωση πολλές φορές ότι ήταν με το ζόρι που απαντούσε. Αρνιόταν να απαντήσει σε ερωτήσεις ή προσποιείτο άγνοια για θέματα τα οποία ήταν φυσιολογικό να γνωρίζει. Απαντούσε επιλεκτικά και με δισταγμό σε ερωτήσεις που του υποβάλλονταν και απαντούσε σε όποιες από αυτές ήθελε. Προσποιήθηκε ότι αγνοούσε διάφορα πράγματα ή γεγονότα σημαντικά, κατά την άποψη μου, όπως εάν η αδελφή του με την οποία συναλλάχθηκε ο εναγόμενος ζούσε στην Ιταλία ή στη Κύπρο, αν ήταν συνιδιοκτήτης κάποιου κτήματος μαζί της, αν του είχε δώσει ποτέ πληρεξούσιο. Φάνηκε καθαρά ότι δεν έλεγε την αλήθεια όταν παρίστανε ότι αγνοούσε αυτά τα ζητήματα και διαψεύσθηκε από έγγραφη μαρτυρία που παρουσίασε η άλλη πλευρά. Η γενική αντίληψη μου είναι ότι αυτός θέλησε να αποκρύψει γεγονότα τα οποία θεωρούσε ότι δεν βοηθούσαν τις θέσεις του αλλά συνηγορούσαν με την εκδοχή του εναγόμενου. Μεταξύ άλλων του ζητήθηκε να αποκαλύψει τα ονόματα των δικηγόρων που συμβουλεύτηκε για λογαριασμό του εναγόμενου και εάν αυτοί τον χρέωσαν για τυχόν υπηρεσίες ή συμβουλές τους για να έχει το δικαίωμα αργότερα να χρεώσει και ο ίδιος τον εναγόμενο και αρνήθηκε να το κάμει ερχόμενος σε αντίφαση με όσα ο ίδιος κατέγραψε στο τιμολόγιο (Τεκμήριο 2). Επέδειξε ακόμα άγνοια αν ήταν συγγενείς με τον εναγόμενο αναφέροντας μετά από πίεση ότι ήταν πράγματι μακρινοί συγγενείς όταν είναι πρώτος ξάδελφος με τον πατέρα του. Ισχυρίστηκε ότι μόλις πρόσφατα τον είχε γνωρίσει όταν ο εναγόμενος ανέφερε ότι είχαν στενούς συγγενικούς δεσμούς από τότε που ήταν παιδί ότι συναντιόντουσαν σε πολλές κοινωνικές εκδηλώσεις και συνέτρωγαν μαζί προσκεκλημένοι σε συγγενικά τους σπίτια. Ακόμα και φωτογραφίες κοινών συγγενών τους στάλθηκαν μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων τα οποία καταδεικνύουν τις στενές σχέσεις και τα κοινά ενδιαφέροντα που είχαν εκείνη την περίοδο (βλ. Τεκμήρια 6 και 7). Προσποιήθηκε άγνοια για την ¨Κίνηση για την Παραμύθα¨ αν και ήταν ο ίδιος που παρουσίασε έγγραφο που είχε συνταχθεί και φέρεται ότι αποστολέας είναι αυτή η Κίνηση (βλ. Τεκμήριο 2) και έγγραφα επίσης του ίδιου τεκμηρίου τον ευχαριστούν για την συμβολή του ή τον παροτρύνουν να ενημερωθεί για τη δράση της. Όλα αυτά αποδεικνύουν, κατά την άποψη μου, την γνώση του και ότι ενημερωνόταν και ενεργούσε γι΄αυτή την κίνηση και η άγνοια που επικαλέστηκε υπέκρυπτε σκοπιμότητα. Καθ΄ όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του κράτησε αμυντική, θα τη χαρακτήριζα, στάση η οποία δεν ταιριάζει σε ένα ενάγοντα που διεκδικεί αμοιβή για υπηρεσίες που πρόσφερε. Αυτή η στάση του και η άρνηση του να απαντήσει σε εύκολες και απλές ερωτήσεις ανάγκασε το ίδιο το Δικαστήριο να επέμβει και να του υποδείξει την υποχρέωση του να απαντά και να λέγει την αλήθεια όπως είχε ορκισθεί για να λάμψει η αλήθεια σε σχέση με τη διαφορά του που προέκυψε, όπως ισχυρίζεται, με τον εναγόμενο. Επισημαίνω ότι το στοιχείο της μνήμης αποτελεί σημαντικό στοιχείο της κρίσης επί της αξιοπιστίας μάρτυρα (βλ. Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. σελ.
  1. Υποστήριξε επανειλημμένα ότι οι υπηρεσίες του προσφέρθηκαν προς τον εναγόμενο το
  2. Του υποβλήθηκε ότι το έλεγε αυτό για να δικαιολογήσει την καθυστέρηση να αξιώσει αμοιβή για τις δήθεν συμφωνηθείσες υπηρεσίες που πρόσφερε και μόνο τότε παραδέχθηκε ότι έκαμε λάθος και ότι αυτές προσφέρθηκαν πράγματι κατά το
  3. Η δικαιολογία που βρήκε όταν του επισημάνθηκε γιατί να αξιώνει τόσο καθυστερημένα από τον εναγόμενο δεν μπορεί να σταθεί στη λογική καθώς σε καμιά περίπτωση μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα είχε κάνει οποιανδήποτε νύξη γι΄αυτή τη χρέωση στον εναγόμενο. Το να δίδεις πίστωση χρόνου σε κάποιο, όπως ισχυρίστηκε, χωρίς αυτός να γνωρίζει την υποχρέωση του να πληρώσει είναι μια πράγματι περίεργη λογική. Το σίγουρο είναι, όπως παραδέχθηκε και ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατά την αγόρευση του ότι για πρώτη φορά αξιώνει αμοιβή από τον εναγόμενο όταν είχε εγερθεί και άλλη αγωγή εναντίον του σε άλλο Δικαστήριο. Εξάλλου το τιμολόγιο (Τεκμήριο 3) εξεδόθη δύο χρόνια μετά την παροχή αυτών των υπηρεσιών και στο οποίο επίσης δεν καθορίζεται πότε ήταν που παρασχέθηκαν αυτές οι υπηρεσίες. Καταλήγω ότι με το Τεκμήριο 2 δεν αποδεικνύονται αυτά τα οποία θέλησε να αποδείξει η πλευρά των εναγόντων εφόσον το περιεχόμενο αυτών των εγγράφων καθόλου δεν υποστηρίζει την θέση τους ¨περί προσφοράς υπηρεσιών¨ στον εναγόμενο, εξάλλου το ίδιο το τιμολόγιο περιγράφει όλες τις παρασχεθείσες υπηρεσίες ότι δόθηκαν για το ζήτημα της βιοτεχνικής ζώνης του χωριού Παραμύθα. Από την άλλη θα πρέπει να πω ότι ο εναγόμενος μου προκάλεσε εξαιρετική εντύπωση στο εδώλιο και τον κρίνω ως ειλικρινή μάρτυρα. Η κατάθεση του χαρακτηρίζεται από ευθύτητα, απλοϊκότητα αμεσότητα και με συγκροτημένο τρόπο υποστήριξε με επιχειρηματολογία και παραθέτοντας στοιχεία που δεν αφήνουν περιθώρια αμφισβήτησης των δικογραφημένων ισχυρισμών του. Η εκδοχή που προέβαλε με συνέπεια συνάδει περισσότερο με την λογική και αυτή υποστηρίχθηκε, όπου χρειάστηκε, και με έγγραφη μαρτυρία. Κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στην μαρτυρία του για την εξαγωγή των ορθών ευρημάτων και στην κατάληξη ασφαλών συμπερασμάτων. Η εκδοχή για τα γεγονότα της υπόθεσης και της σχέσης που είχαν με τον Δημήτρη Παπαδημητρίου και οι λόγοι που οδήγησαν τον τελευταίο να εγείρει την παρούσα αγωγή κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, λίγες ημέρες μετά την έγερση της αγωγής με την οποία αξιωνόταν η ακύρωση της συμφωνίας αγοράς εκ μέρους του εναγομένου ενός κτήματος της αδελφής του, πράξη για την οποία ο Δημήτρης αισθανόταν έντονα αντίθετος, η οποία δεν απέχει πολύ από την έκδοση του επίδικου τιμολογίου, είναι πειστική και την αποδέχομαι. Η μαρτυρία της κτηματολογικού λειτουργού κ. Μακρή - Ονουφρίου (Μ.Υ.2) ήταν από τη φύση της αντικειμενική και αποστασιοποιημένη και στην ουσία της τυπική. Με αντικειμενικό τρόπο παρουσίασε όσα της ζητήθηκαν από τον συνήγορο του εναγόμενου, τα οποία αποσκοπούσαν στο να πλήξουν κατά κύριο λόγο την αξιοπιστία του μάρτυρα των εναγόντων όπως και έγινε με τη παρουσίαση στοιχείων ότι ο Δημήτρης ήταν ιδιοκτήτης κτημάτων στο χωριό Παραμύθα το ένα μάλιστα σε απόσταση μόλις 225 μέτρων από το δυτικό άκρο της βιοτεχνικής περιοχής του χωριού και ότι διέθετε γενικό πληρεξούσιο έγγραφο από την αδελφή του Βαρβάρα, πράγμα που ο ίδιος είχε αρνηθεί. Ήταν σαφής στην εκτίμηση της ότι η διαμόρφωση του εδάφους δεν παίζει ρόλο τον υπολογισμό μιας απόστασης λαμβάνοντας υπόψη μόνο το τοπογραφικό σχέδιο και επομένως η απόσταση του κτήματος του Δημήτρη από το δυτικό άκρο της βιοτεχνικής ζώνης δεν ήταν μεγαλύτερη από 225 μέτρα και όχι 10 χιλιόμετρα μακριά όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε. Κρίνω ότι η μάρτυρας είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια και η μαρτυρία της παρέμεινε αδιαμφισβήτητη. ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Έχοντας υπόψη την πιο πάνω μαρτυρία όπως συνοπτικά την παράθεσα και την αξιολόγηση της την οποία επιχείρησα αμέσως πιο πριν καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Οι ενάγοντες που ήταν Chartered Accountants κατά τον επίδικο χρόνο λειτουργούσαν ως συνεταιρισμός ο οποίος στην ουσία ανήκε στον Δημήτρη Παπαδημητρίου. Ο τελευταίος είχε μια στενή συγγενική σχέση με τον εναγόμενο εφόσον ήταν πρώτος ξάδελφος με τον πατέρα του. Παρόλο ότι γνωρίζονταν όταν ακόμα ο εναγόμενος ήταν παιδί, εντούτοις συνδέθηκαν περισσότερο όταν μετά το πέρας των σπουδών του εναγόμενου και την επάνοδο του στη Κύπρο είχαν συναντηθεί σε κάποιες κοινωνικές εκδηλώσεις διαπιστώνοντας ότι είχαν κοινά ενδιαφέροντα και επιδιώξεις. Όταν ο εναγόμενος μετά το πέρας των σπουδών του επέστρεψε στη Κύπρο είχε ήδη ληφθεί κάποια κυβερνητική απόφαση για δημιουργία βιομηχανικής αρχικά και στη συνέχεια βιοτεχνικής περιοχής στο χωριό Παραμύθα της Λεμεσού. Είχε δημιουργηθεί κάποιος άτυπος σύνδεσμος από κατοίκους της περιοχής (πέραν των 110 στον αριθμό) οι οποίοι ενδιαφέρθηκαν για να προσπαθήσουν να ακυρωθεί η συγκεκριμένη απόφαση είτε γιατί επηρεάζονταν άμεσα λόγω της ένταξης κτημάτων τους σε αυτή τη ζώνη είτε έμμεσα γιατί κτήματα τους γειτνίαζαν με αυτή και θεωρούσαν ότι θα υπόκειντο σε δυσμενή επίδραση ή τέλος από περιβαλλοντικό ενδιαφέρον. Η κίνηση αυτή αριθμούσε δεκάδες μέλη τα οποία προσυπέγραφαν διάφορες επιστολές διαμαρτυρίας και έκαμναν διάφορες παραστάσεις σε διάφορα αρμόδια κυβερνητικά και άλλα τμήματα. Ζητήθηκε από τον εναγόμενο όπως ενδιαφερθεί για την προώθηση των σκοπών της κίνησης αυτής όπως και το έκαμε. Ο Δημήτρης παρόλο ότι είχε αναμιχθεί και αυτός λόγω του ότι ήταν και αυτός επηρεαζόμενος εντούτοις για δικούς του λόγους, που δεν αφορούσαν την ουσία των προσπαθειών, δεν είχε προσυπογράψει καμιά τέτοια έγγραφη διαμαρτυρία ή παράσταση. Στα πλαίσια αυτής της επιδίωξης ο εναγόμενος ανέπτυξε με τον Δημήτρη ένα είδος ηλεκτρονικής αλληλογραφίας. Αυτή αποσκοπούσε κυρίως στην αλληλοενημέρωση τους για διάφορα θέματα που τους απασχολούσαν σε σχέση με εκείνη την προσπάθεια αλλά και για άλλα κοινού ενδιαφέροντος θέματα. Στις αρχές του 2006 προέκυψε κάποια κτηματικής φύσης διαφορά μεταξύ των δύο, διαφορά η οποία κατέληξε στα δικαστήρια. Ήταν τότε που ο Δημήτρης επικαλούμενος τον συνεταιρισμό κάτω από τον μανδύα του οποίου ασκούσε τις λογιστικές και ελεγκτικές εργασίες του, αποφάσισε να ζητήσει την πληρωμή για την όποια προσφορά του προς την πιο πάνω κίνηση από τον εναγόμενο προσωπικά. Προς τούτο εξέδωσε τιμολόγιο με το οποίο τον χρέωσε με το ποσό των Λ.Κ.3.450,00 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. ποσό το οποίο αξιώνει με την παρούσα αγωγή. Ο εναγόμενος αρνήθηκε αμέσως αυτή τη χρέωση και προς τούτο του απέστειλε επιστολή καταγγέλλοντας τον ταυτόχρονα στον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο γιατί τον χρέωσε με νομικές συμβουλές τις οποίες δεν μπορούσε να του είχε δώσει και στον Σύνδεσμο Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου για την άδικη όπως την χαρακτήρισε χρέωση του. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Μετά τα όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω κατά την ανάλυση και αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου και τα ευρήματα στα οποία κατέληξα, είναι προφανές ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν ότι είχαν συνάψει οποιουδήποτε είδους συμφωνία με τον εναγόμενο για την παροχή σε αυτόν οποιουδήποτε είδους υπηρεσίας έναντι αμοιβής. Ούτε και απέδειξαν ότι με οποιανδήποτε προσφορά υπηρεσίας τους επωφελήθηκε καθ΄οιονδήποτε τρόπο ο εναγόμενος προσωπικά. Η όποια υπηρεσία, βοήθεια θα έλεγα, δόθηκε εκ μέρους του κ. Δημήτρη Παπαδημητρίου προσωπικά και όχι μέσω του γραφείου του, δηλαδή των εναγόντων, ήταν μέσα στα πλαίσια του δικού του προσωπικού ενδιαφέροντος και συμφέροντος που είχε κατά την επίδικη περίοδο για την αποτροπή δημιουργίας βιομηχανικής ή βιοτεχνικής ζώνης σε περιοχή όπου επηρεαζόταν και ίδιος προσωπικά ως ιδιοκτήτης ακινήτου. Στα πλαίσια αυτής της σχέσης που είχε δημιουργήσει με τον εναγόμενο είχαν ανταλλαγεί μεταξύ τους ηλεκτρονικά μηνύματα ποικίλου ενδιαφέροντος και επομένως επρόκειτο για μια σχέση που δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως επαγγελματική (βλ. Τεκμήρια 6-9). Η απουσία σύνδεσης επομένως του εναγόμενου με την παροχή υπηρεσιών εκ μέρους των εναγόντων προς όφελος του κρίνει και την τύχη της αγωγής. Οι ενάγοντες δεν κατάφεραν να αποσείσουν το βάρος που είχαν και να αποδείξουν την απαίτηση τους εναντίον του εναγόμενου στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων όπως απαιτείται σε αστικές αγωγές. Καταλήγω ότι εκτός του ότι η πλευρά των εναγόντων δεν κατάφερε να αποδείξει οποιαδήποτε συμφωνία παροχής υπηρεσιών προς τον εναγόμενο δεν παράθεσε και οποιανδήποτε πειστική μαρτυρία για την χρέωση που τελικά έκαμε γι΄αυτές τις ισχυριζόμενες υπηρεσίες οι οποίες προβλήθηκαν κατά γενικό τρόπο και το περιεχόμενο του τεκμηρίου 2 δεν ανατρέπει την πιο πάνω θεώρηση αυτής της πτυχής της υπόθεσης. Εξάλλου για το ζήτημα της χρέωσης για νομικές συμβουλές που είναι η μια από τις τρεις μορφές υπηρεσιών όπως τις προσδιορίζει στο τιμολόγιο του, έκαμα τα σχόλια μου πιο πάνω και δεν χρειάζεται να επανέλθω. Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγóμενου και σε βάρος των εναγόντων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.)........ Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.