Karen Lesley Baugh ν. C Κ ENTERPRISES LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 861/2007, 3 Nοεμβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2009:A32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 861/2007 Μεταξύ: Karen Lesley Baugh από το Παραλίμνι Ενάγουσα Και
- C & Κ ENTERPRISES LIMITED από το Παραλίμνι
- Christopher Edward Jones από το Παραλίμνι Εναγομένων Αίτηση ημερ. 8/4/09 για τροποποίηση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. 3 Nοεμβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές-Εναγόμενους 1 και 2: κ. Αλ.Κουκούνης. Για Καθ΄ ης η Αίτηση-Ενάγουσα: κ. Χρ. Πατσαλίδης. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα υπόθεση αφορά, μεταξύ άλλων, απαίτηση για συγκεκριμένα ποσά λόγω κλοπής βιβλίων ιδιοκτησίας της Ενάγουσας και/ή λόγω παράνομης κατακράτησης και/ή δανεισμού για την αγορά οχήματος και/ή δυνάμει συμφωνίας δανείου και/ή δυνάμει παράνομης χρήσης δικαιώματος πώλησης βιβλίων και εύνοιας σε υπαίθρια αγορά. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Με την παρούσα αίτηση επιδιώκεται η τροποποίηση της Υπεράσπισης διά της διαγραφής των παραγράφων 2, 4, 5, 6, 7 και 8 και την αντικατάστασή τους με νέες παραγράφους, τη διαγραφή της παραγράφου 10, 11, 12 και 14 και την αντικατάστασή τους με νέες παραγράφους, ως επίσης την τροποποίηση του αιτητικού της ανταπαίτησης των εναγομένων με τη διαγραφή των παραγράφων Α μέχρι Δ και την αντικατάστασή τους με νέες παραγράφους υπό στοιχεία Α μέχρι ΣΤ. Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται στη Δ.25 θ.θ.1-6, Δ.20 θ.θ.1-5, Δ.21 θ.θ.1-15, Δ.19 και Δ.48 θ.θ.1-9, στη Νομολογία καθώς, επίσης, και στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκη δήλωση του Χριστάκη Κωνσταντίνου, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων των εναγομένων - αιτητών. Σ΄ αυτή αναφέρονται, εν περιλήψει, τα εξής: Οι σημερινοί δικηγόροι των εναγομένων-αιτητών διορίστηκαν στην παρούσα αγωγή στις 22.1.
- Μετά από συνάντηση του εναγόμενου 2, διευθυντή και μετόχου της εναγομένης 1 εταιρείας με τους νεοδιορισθέντες δικηγόρους τους, διαπιστώθηκε ότι η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση που συντάχθηκε από τους προηγούμενους δικηγόρους και καταχωρήθηκε στις 18.6.2008 δεν ανταποκρινόταν πλήρως στους ισχυρισμούς των εναγομένων-αιτητών όσον αφορά τα γεγονότα της αγωγής και τις αιτούμενες θεραπείες. Η επιδιωκόμενη τροποποίηση καθίσταται αναγκαία για να ξεκαθαρίσει με ακρίβεια τις θέσεις των εναγομένων-αιτητών όσον αφορά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας-καθ΄ης η αίτηση. Η φύση των αιτουμένων τροποποιήσεων δεν διαφοροποιούν καθόλου την ουσία των ισχυρισμών και των γεγονότων της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης που παραμένει η ίδια, ότι δηλαδή οι εναγόμενοι, σε καμία περίπτωση, έκλεψαν και ή οικειοποιήθηκαν βιβλία ιδιοκτησίας της ενάγουσας. Οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις σκοπό έχουν να θέσουν τα γεγονότα στη σωστή τους βάση χωρίς επηρεασμό της απαίτησης της ενάγουσας-καθ΄ης η αίτησης που ουδόλως επηρεάζεται απ΄ αυτές. Οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις θα αποτυπώσουν ορθά την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των εναγομένων-αιτητών πριν ξεκινήσει η ακρόαση της παρούσας υπόθεσης έτσι ώστε να καταστεί εφικτή η αποπεράτωση όλων των πραγματικών ζητημάτων και επιδίκων θεμάτων της παρούσας αγωγής. Σε περίπτωση που δεν εγκριθούν οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις οι εναγόμενοι-αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά, ενώ αντίθετα η ενάγουσα-καθ΄ης η αίτηση ουδεμία ζημιά θα υποστεί, αφού η ακρόαση της αγωγής δεν έχει ξεκινήσει και η ίδια μπορεί να τοποθετηθεί στην απάντησή της έναντι αυτών. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην αίτηση κατεχωρήθη ένσταση από την ενάγουσα η οποία βασίζεται στη Δ.25 θ.θ.1-6, Δ.21 θ.θ.1-15, Δ.20 θ.θ.1-5, Δ.19 θ.θ.1-27, Δ.48 θ.θ.1-13, Δ.59 θ.θ.1-35 και Δ.64 θ.θ.1 και 2, ως επίσης στη Νομολογία και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της ενάγουσας στην οποία αναφέρει ότι σκοπός της υπό κρίσης αίτησης είναι η καθυστέρηση και ή κατάχρηση της διαδικασίας όπως ακριβώς έγινε και στο παρελθόν με τη συνεχή αλλαγή δικηγόρων και ή καθυστέρηση στην καταχώρηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των αιτητών. Αυτό, σύμφωνα με την ενάγουσα, έχει αυξήσει τα έξοδα για να αναγκαστεί η ίδια να δεχθεί συμβιβασμό με πολύ χαμηλές αποζημιώσεις. Η ενάγουσα αναφέρει, επίσης, ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε διαρκούσης της διαδικασίας της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 4906/07 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου στην οποία ο εναγόμενος 2, τελικά, καταδικάσθηκε και η οποία υπόθεση σχετίζεται με την παρούσα αγωγή και τούτο έγινε για να συμβαδίζει με την Υπεράσπισή του στην υπόθεση εκείνη ιδίως μετά τη μαρτυρία του. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει έξοδα και ταλαιπωρία αφού ουσιαστικά η υπόθεση θα ξεκινήσει από την αρχή. Τέλος, αναφέρει ότι υπάρχει αντικανονικότητα στην αίτηση τροποποίησης λόγω του ότι οι αιτητές προχώρησαν και σε άλλες αντικαταστάσεις χωρίς να το ζητούν στην αίτησή τους με αποτέλεσμα να δημιουργείται σύγχυση και παραπλάνηση. ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Κατά την ακροαματική διαδικασία αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Ο κ. Α. Κουκούνης εκ μέρους των Αιτητών-Εναγομένων, αφού αναφέρθηκε στις νομικές αρχές που διέπουν τέτοιας φύσεως αίτηση, υποστήριξε ότι με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις δεν διαφοροποιείται καθόλου η ουσία των ισχυρισμών και γεγονότων της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης η οποία παραμένει η ίδια, ενώ καθίσταται αναγκαία για να ξεκαθαρίσει με ακρίβεια τις θέσεις των εναγομένων καθότι, μετά από συνάντηση του εναγομένου 2 με τους νεοδιορισθέντες δικηγόρους τους, διαπιστώθηκε ότι η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση που καταχωρήθηκε στις 18.6.2008 από τους προηγούμενους δικηγόρους των εναγομένων δεν ανταποκρινόταν πλήρως στους ισχυρισμούς τους. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της άλλης πλευράς περί πρόκλησης καθυστέρησης στην παρούσα διαδικασία ο κ. Κουκούνης επεσήμανε ότι, ενώ η καταχώρηση της παρούσας αίτησης έγινε στις 8.4.2009 η ενάγουσα καταχώρησε τη ένσταση της στις 9.10.2009, δηλαδή έξι μήνες αργότερα και διερωτήθηκε γιατί η πλευρά της ενάγουσας παραπονείται για καθυστέρηση. Όσον αφορά τον πέμπτο λόγο ένστασης που προβάλλεται ο συνήγορος υποστήριξε ότι η ποινική υπόθεση 4906/2007 που επικαλείται η άλλη πλευρά είναι μία εντελώς ξεχωριστή διαδικασία από την παρούσα αγωγή με διαφορετικούς διαδίκους και, επομένως, ότι ο σχετικός λόγος ένστασης είναι αβάσιμος. Ο κ. Πατσαλίδης εκ μέρους της ενάγουσας-καθ΄ης η αίτηση στην αγόρευσή του βασικά επανέλαβε και επεξήγησε σε περισσότερη έκταση τους λόγους ένστασης που προβάλλονται. Όσον αφορά την ποινική υπόθεση με αριθμό 4906/2007 υποστήριξε ότι αν επιτραπεί η τροποποίηση οι εναγόμενοι θα προχωρήσουν με τέτοιο τρόπο που να συνάδει με τη μαρτυρία τους σε εκείνη την υπόθεση και στη συνέχεια θα αντεξετάσουν την ενάγουσα βασιζόμενοι στη μαρτυρία που εδόθη σε εκείνο το Δικαστήριο. Όσον αφορά τα έξοδα ο κ. Πατσαλίδης εισηγήθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση θα ήταν ορθό και δίκαιο όπως το Δικαστήριο διατάξει την καταβολή των εξόδων πριν την καταχώρηση οποιωνδήποτε τροποποιήσεων τυχόν εγκριθούν επειδή οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να καταβάλουν οτιδήποτε προς την ενάγουσα, επικαλούμενος το γεγονός ότι στην ποινική υπόθεση 4906/2007 στην οποία ο εναγόμενος 2-αιτητής, ενώ καταδικάσθηκε να πληρώσει στην ενάγουσα ένα ποσό γύρω στις 8.000 στερλίνες, ακόμη να το πράξει προφασιζόμενος ότι δεν έχει την οικονομική δυνατότητα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προχωρώ να εξετάσω τη νομική πτυχή της αίτησης η οποία έχει ως κύρια βάση της την Δ.25 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αναφέρει τα εξής: «Δ.25 θ.1 The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy, between the parties.» Οι αρχές που διέπουν τα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θα μπορούσαν, πιστεύω, να συνοψισθούν ως ακολούθως:
(1)Η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δύναται να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.[1]
(2)Τροποποίηση δικογράφου θεωρείται ότι επιφέρει βλάβη στον αντίδικο όταν δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα.[2] Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα.
(3)Επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήματα.
(4)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην κάθε υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.[3]
(5)Ο παράγοντας χρόνος στην υποβολή αίτησης τροποποίησης είναι σχετικός χωρίς να είναι εκ προοιμίου και απαραίτητα αποφασιστικής σημασίας.[4] ΄Ομως, όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα μεγαλύτερο είναι το βάρος το οποίο πρέπει να αποσεισθεί για να γίνει δεκτή η αίτηση για παροχή θεραπείας. Επιπρόσθετα, κάθε καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται. Σχετική είναι η υπόθεση Φοινιώτης[5] (πιο πάνω).
(6)Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης.[6].
(7)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης δικογράφου. Στο στάδιο αυτό όμως, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντίδικου.[7] Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποιήσεις της δικογραφίας κατά τη δίκη.
(8)Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο.[8] Αναφορικά με τη φύση των ισχυρισμών που μπορούν να εισαχθούν με το τροποποιημένο δικόγραφο σχετική είναι η υπόθεση Alexandrou Rent a Car v. Δήμητρας Α. Νεάρχου
(1992)2 Α.Α.Δ. 111. Στην υπόθεση εκείνη με την προτεινόμενη τροποποίηση ουσιαστικά εδίδοντο περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες των ισχυρισμών που προβάλλονταν στην Έκθεση Απαίτησης. Αν και το Εφετείο αναφέρει στην εν λόγω υπόθεση ότι δεν ενθαρρύνει τις συνεχείς τροποποιήσεις των δικογράφων, δέχθηκε ότι στην προκείμενη περίπτωση η τροποποίηση θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή. Επίσης στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, λέχθηκε ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται νέα βάση αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση. Το Δικαστήριο όμως θα απορρίψει την αίτηση αν με την προτεινόμενη τροποποίηση επιφέρεται ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης. Αναφορικά με το τι αποτελεί νέα βάση αγωγής, παραπέμπω στο πιο κάτω απόσπασμα της Ετήσιας Πρακτικής του 1959 (Annual Practice), στην σελ. 627, το οποίο παρατέθηκε στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Α. Αζά (πιο κάτω): «The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Mardoch 1 Ch.D.42, Habbuck v. Helm 56 L.J. Ch. P. 539). But it will do so where the amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action (Raleigh v. Gosley
(1898)1 Ch. 81).» ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω συνοπτικά το ιστορικό της μέχρι σήμερα διαδικασίας στην παρούσα αγωγή, όπως προκύπτει από το φάκελλο της υπόθεσης. Στις 28.11.2007 κατεχωρήθη ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους των εναγομένων 1 και 2 κατεχωρήθη στις 20.12.
- Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση κατεχωρήθησαν στις 18.6.2008 αφού μεσολάβησε αλλαγή δικηγόρου για τους εναγόμενους στις 8.6.2008 και αφού εκκρεμούσε για απόδειξη η αίτηση γι΄ απόφαση ημερ. 14.2.2008, η οποία, τελικώς, απεσύρθη στις 19.6.
- Στις 5.9.2008 κατεχωρήθη εκ μέρους της ενάγουσας Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. Την ίδια μέρα έγινε αίτηση για ορισμό της υπόθεσης και η υπόθεση ορίσθηκε για οδηγίες στις 9.10.
- Εν συνεχεία ορίσθηκε γι΄ ακρόαση στις 12.1.2009, ημερομηνία κατά την οποία οι δικηγόροι των εναγομένων 1 και 2 αποσύρθησαν από την εκπροσώπηση τους και η υπόθεση ορίσθηκε ξανά για οδηγίες στις 10.2.2009 αφού ανέλαβαν νέοι δικηγόροι εκ μέρους των εναγομένων στις 22.1.
- Εν τέλει, αφού η υπόθεση ορίσθηκε εκ νέου για οδηγίες στις 11.3.2009, στις 8.4.2009 κατεχωρήθη η υπό κρίση αίτηση στην οποία ένσταση κατεχωρήθη στις 9.10.2009, αφού μεσολάβησαν 4 εμφανίσεις για οδηγίες (6.5.2009, 4.6.2009, 2.7.2009, 30.9.2009) λόγω του ότι εν τω μεταξύ καταβάλλοντο προσπάθειες για διευθέτηση της υπόθεσης. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές προχωρώ να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση, έχοντας κατά νου και τα σημεία που εγείρονται στην ένσταση της ενάγουσας. ΄Οσον αφορά τον παράγοντα καθυστέρησης και τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι σκοπός της παρούσας αίτησης είναι η κατάχρηση της διαδικασίας και/ή η καθυστέρηση, επισημαίνω ότι εδώ το ζητούμενο είναι το από πότε ήταν που διαπιστώθηκαν ελλείψεις και παραλείψεις και ότι το δικόγραφο των Εναγομένων δεν ανταποκρινόταν πλήρως στους ισχυρισμούς των εναγομένων/αιτητών και η αναγκαιότητα για κάλυψη τους. ΄Οπως έχει αναγνωρισθεί στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Ν.Σιακόλα [1999] 1 Α.Α.Δ. 44 δεν μπορεί να καταλογίζεται υπέρμετρη καθυστέρηση σε κάποιον ο οποίος είτε δεν είχε νωρίτερα γνώση των κενών ή δεν είχε, προηγουμένως, συνειδητοποιήσει ότι νομικά ή πραγματικά θα ήταν αναγκαίο να προβεί σε διάβημα για τροποποίηση ώστε να παρουσιάσει την υπόθεση του με τον πρέποντα τρόπο. ΄Εστω και αν ακόμα οι παραλείψεις ή ελλείψεις οφείλονταν καθαρά σε αμέλεια ή παραδρομή του ιδίου ή του δικηγόρου του. Με αυτή την έννοια και, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός της απόσυρσης των προηγούμενων δικηγόρων των εναγομένων και την καταχώρηση αρκετά έγκαιρα μετά την αλλαγή δικηγόρων της υπό κρίση αίτησης, δεν μπορώ να διαγνώσω την ύπαρξη υπέρμετρης και/ή αναιτιολόγητης καθυστέρησης εκ μέρους των εναγομένων, ούτε και πρόθεση πρόκλησης καθυστέρησης στη διαδικασία. Όπως έχει νομολογηθεί μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε σε αβλεψία ή παραδρομή. Ακόμη ότι όσο αμελής και να υπήρξε η πρώτη παράλειψη και όσο καθυστερημένα και να υποβάλλεται η αίτηση τροποποίησης, η επιδιωκόμενη τροποποίηση θα πρέπει να εγκριθεί αν αυτό μπορεί να γίνει χωρίς πρόκληση αδικίας στην άλλη πλευρά[9]. ΄Οσον αφορά τη λύση των προτεινόμενων τροποποιήσεων μπορεί να είναι μαζικές και να καλύπτουν μεγάλο μέρος από το δικόγραφο των εναγομένων αλλά θα συμφωνήσω με τη θέση των αιτητών/εναγομένων ότι δεν διαφοροποιούν την ουσία των ισχυρισμών τους ότι, δηλαδή, σε καμμία περίπτωση δεν έκλεψαν και/ή οικειοποιήθηκαν βιβλία ιδιοκτησίας της ενάγουσας και ότι, αντίθετα, κλοπή και/ή ιδιοποίηση βιβλίων ιδιοκτησίας της εναγομένης αρ.1 υπήρξε από την ενάγουσα εναντίον της οποίας εγείρεται και Ανταπαίτηση. ΄Οπως ήδη επεσημάναμε στο στάδιο σκιαγράφησης της νομικής πτυχής, ακόμα και η προσθήκη μιας νέας βάσης αγωγής η υπεράσπισης δεν είναι αφ΄ εαυτής λόγος άρνησης αιτούμενης τροποποίησης. ΄Οπως αναφέρεται και στο Σύγγραμμα Annual Practice
(1950)σελ 627, το Δικαστήριο δεν πρέπει να αρνηθεί να επιτρέψει μια τροποποίηση απλώς επειδή μέσω αυτής εισάγεται μία νέα υπόθεση. Θα αρνηθεί μόνο εκεί όπου η τροποποίηση θα άλλαζε την αγωγή μετατρέποντας την σε αγωγή ουσιωδώς διαφορετικού χαρακτήρα, η οποία θα μπορούσε με περισσότερη ευχέρεια να αποτελέσει αντικείμενο νέας αγωγής. Επανερχόμενη στις προτεινόμενες εδώ τροποποιήσεις, θα έλεγα ότι αυτές, έστω και αν είναι μεγάλης έκτασης, δεν φαίνονται να επηρεάζουν, ουσιωδώς, τις βασικές θέσεις που προβλήθηκαν εκ μέρους των εναγομένων, ενώ εισαγάγουν κάποιους νέους ισχυρισμούς χωρίς, ωστόσο, να αλλάζει η φύση της υπόθεσης τους. ΄Οσον αφορά τον ισχυρισμό της ένστασης ότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις υποβάλλονται λόγω της ποινικής υπόθεσης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου 4906/07, ουδείς συσχετισμός έχει καταδειχθεί με την παρούσα υπόθεση και, επομένως, ο σχετικός ισχυρισμός παρέμεινε μετέωρος και ατεκμηρίωτος με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ληφθεί υπόψη. Οσον αφορά δε τον ισχυρισμό της Ενάγουσας-Καθ ης η Αίτηση ότι λόγω της αντικανονικής αίτησης τροποποίησης της παρα.Α(Ι) καθόσον αφορά την παρα.
(3)δημιουργείται σύγχιση ώστε να μη δύναται η ενάγουσα να καταλάβει ποιες τροποποιήσεις ζητούνται να γίνουν, θεωρώ ότι είναι προφανές ότι οι Αιτητές παρέλειψαν να συμπεριλάβουν στην παρα.Α(Ι) των αιτητών της Αίτησης Τροποποίησης την παρα.3 της Υπεράσπισης εφόσον στη συνέχεια ζητείται να αντικατασταθεί με νέα παράγραφο
(3). Επομένως, πρόκειται για απλή παρατυπία η οποία δύναται να θεραπευθεί δια της συμπλήρωσης του αριθμού 3 στην παρα.Α(Ι) του αιτητικού. Σε σχέση με τη θέση του προβάλλεται στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας ότι η αίτηση είναι αντικανονική γιατί ο ενόρκως δηλών στην ένορκο δήλωση που υποστήριζε την αίτηση είναι δικηγόρος ο οποίος δεν γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα θα ήθελα να επισημάνω ότι το γεγονός ότι η αίτηση έγινε από δικηγόρο δεν την καθιστά παράτυπη. Οσον αφορά τον ισχυρισμό για έλλειψη προσωπικής γνώσης, δεδομένης της αντίθετης θέσης από την πλευρά του ενόρκως δηλούντα στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, αυτός παρέμεινε μετέωρος και ατεκμηρίωτος. Ακόμη διαπιστώνω ότι η ακροαματική διαδικασία στην παρούσα υπόθεση δεν έχει καν ξεκινήσει και άρα βρισκόμαστε στα αρχικά στάδια και δεν βλέπω να δημιουργείται με την τροποποίηση οποιοδήποτε ανυπέρβλητο εμπόδιο ή ανεπανόρθωτη ζημιά στα συμφέροντα των εναγομένων που να μην μπορεί να αντικατασταθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Δυσμενής επηρεασμός αν δεν καταδειχθεί με στοιχεία, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε ασφαλές συμπέρασμα ύπαρξης του. Συγκεκριμένα εφόσον η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει αρχίσει και η μόνη συνέπεια που υφίσταται σε αυτό το στάδιο η Ενάγουσα, σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος, είναι η μερική καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, αυτό είναι ένα αποτέλεσμα που μπορεί να αντιμετωπιστεί με κατάλληλες οδηγίες του Δικαστηρίου και είναι, επίσης, μια ζημιά που μπορεί να ικανοποιηθεί με καταβολή εξόδων. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ΄ ακολουθία όλων των πιο πάνω η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδονται διατάγματα ως οι παρ. (Α) και (Β) αυτής. Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί σε 10 μέρες από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος και Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση στη συνέχεια σε 10 μέρες από την καταχώρηση της τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Δύο λόγια για τα έξοδα. Ο γενικός κανόνας είναι ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής. Ωστόσο, ειδικά για αιτήσεις για τροποποίηση των έγγραφων προτάσεων δεν φαίνεται να ισχύει ο κανόνας αυτός αλλά, αντίθετα, ο κανόνας είναι ότι ο διάδικος που ζητά την τροποποίηση επωμίζεται τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα έξοδα που δημιουργούνται λόγω της τροποποίησης (costs thrown away). Τούτο προκύπτει από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και μέσα από την ανάγνωση της Δ.25 θ.1 και 5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην Αγγλία, να σημειώσω, υπάρχει ειδική πρόνοια ότι τα έξοδα θα τα επωμίζεται ο διάδικος που ζητά τροποποίηση. Στην παρούσα υπόθεση ενόψει του αποτελέσματος της παρούσας αίτησης και έχοντας υπόψη τα πιο πάνω αναφορικά με τον τρόπο εξάσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως προς την έκδοση της κατάλληλης διαταγής για τα έξοδα, τα έξοδα της παρούσας αίτησης και όσα δημιουργήθηκαν ως αποτέλεσμα της τροποποίησης που εγκρίθηκε, επιδικάζονται σε βάρος των εναγομένων 1 και 2 - αιτητών και υπέρ της καθ΄ ης η αίτηση - ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Οσον αφορά το στάδιο καταβολής των εξόδων δεν κρίνω ότι έχει δοθεί οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος που να μη δικαιολογεί την καταβολή τους μετά το πέρας της αγωγής. Επομένως αυτά να καταβληθούν μετά το πέρας της αγωγής. (Υπ.).................................. Λ.Δημητριάδου-Ανδρέου Α.Ε.Δ. /ΑΚΣ. [1] Σχετική είναι η αναφορά από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Σ. Νικήτα στη Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ 704, στη σελ. 707:- «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιστάσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» [2] Δέστε Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44. [3] Δέστε Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ. 33. [4] Δέστε Astor Manu-facturing & Exporting Co κ.α. v. A&G Leventis &Company (Nigeria) Ltd κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726. [5] «.... Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρηση στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.» Δέστε επίσης την υπόθεση Fereos Ltd v. Martin Bros Tobacco Co Inc
(1997)1 Α.Α.Δ. 378. [6] Δέστε SABA & Co. (T.M.B) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426. [7] Δέστε Φοινιώτης (πιο πάνω) και Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσημος Παραλήπτης
(1995)1 Α.Α.Δ.607. [8] Δέστε Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560. [9] Δέστε Astor ν. Leventis
(1993)1 A.A.Δ. 726. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο