Θωμά Καούλα κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας., Αρ. Αγωγής 743/2007, 27.11.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2009:A36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ Ενώπιον: Γ. Ν. Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 743/2007 Μεταξύ:
- Θωμά Καούλα, από Λεμεσό.
- Ελένη Καούλα, από Λεμεσό. Εναγόντων -και- Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Εναγομένων Ημερομηνία: 27.11.
- Εμφανίσεις: Για αιτητές: κ. Ρ. Μαππουρίδης. Για καθ΄ ων η αίτηση: κ. Π. Αγγελίδης. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες είναι εκτοπισθέντες συνεπεία της τουρκικής εισβολής του 1974 και ιδιοκτήτες ακίνητης περιουσίας η οποία βρίσκεται στο τμήμα της Κύπρου το οποίο βρίσκεται έκτοτε υπό τον έλεγχο των τουρκικών στρατευμάτων κατοχής. Εγείρουν δε την παρούσα αγωγή κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας αξιώνοντας αποζημιώσεις για απώλεια εισοδημάτων τα οποία θα απολάμβαναν αν είχαν την εκμετάλλευση της εν λόγω ακίνητης περιουσίας τους. Αυτά τα αναφέρουν οι ενάγοντες στην έκθεση απαίτησης τους ως εισαγωγή. Ενώ πρόσθετα προβάλλουν και τη θέση ότι η κατοχή του 37% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας στο οποίο περιλαμβάνεται και η δική τους ακίνητη περιουσία αποτελεί δημόσιο βάρος και συμφορά που κλήθησαν να υποστούν μόνο οι εκτοπισθέντες. Ψέγουν δε την Κυπριακή Δημοκρατία αναφέροντας στην παράγραφο 9 ότι: «... ουδέποτε προσπάθησε να διαμοιράσει το δημόσιο αυτό βάρος και/ή συμφορά επί του συνόλου των Κυπρίων πολιτών εκτοπισθέντων ή μη. Ως εκ των πιο πάνω προκύπτει ότι οι Ενάγοντες που αποτελούν πρόσφυγες με απωλεσθείσες και/ή μη προσβάσιμες περιουσίες εισφέρουν στα δημόσια βάρη με μόνο κριτήριο κυρίως το εισόδημα (Φόρος Εισοδήματος) και τη κατανάλωση (Φ.Π.Α.) χωρίς να λογίζεται η απωλεσθείσα περιουσία και απωλεσθέντα εισοδήματα των. Τοιουτοτρόπως παραβιάζονται τα άρθρα 23 και 24 του Συντάγματος που προνοούν σε βάρος του ιδιοκτήτη εισφορά ανάλογα με τις δυνάμεις εκάστου πολίτη. Περαιτέρω πρέπει να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει ουσιώδης εισφορά στα δημόσια βάρη από τους μη πρόσφυγες για μη απωλεσθείσες περιουσίες ή/και περιουσίες που έχουν πολλαπλασιάσει την αξία τους μετά τη τουρκική εισβολή.» Και περαιτέρω στην παράγραφο 11 προβάλλουν τη θέση ότι: «.. οι ενάγοντες και οι υπόλοιποι εκτοπισμένοι ουδέποτε έγιναν αντικείμενο ιδιαίτερης μεταχείρισης ούτως ώστε η Κυπριακή Δημοκρατία να ελάμβανε υπόψη των απωλεσθέντων περιουσιών και εισοδημάτων τους. Έτσι παρουσιάζεται φαινόμενο άνισης μεταχείρισης διότι επιβάλλεται η ίδια φορολογία σε πρόσφυγες και μη πρόσφυγες χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι απώλειες των εισοδημάτων των προσφύγων που είχαν εισοδήματα από ακίνητα και τα απώλεσαν μετά τη τουρκική εισβολή. Κανένας φορολογικός νόμος κατά παράλειψη της Συνταγματικής Αρχής Περί Ισότητας, δεν λαμβάνει υπόψη τις ζημιές και/ή την απώλεια εισοδημάτων που υφίστανται οι Ενάγοντες λόγω απώλειας της χρήσης και των εισοδημάτων που αναφέρονται πιο πάνω». Τέλος, στην παράγραφο 13 προβάλλεται από τους ενάγοντες και η θέση ότι «η Κυπριακή Δημοκρατία είχε υποχρέωση αποζημίωσης τουλάχιστον για τα απολεσθέντα εισοδήματα έναντι των εναγόντων». Η πιο πάνω αξίωση καθώς και ολόκληρη η οπισθογράφηση επί του κλητηρίου εντάλματος ζητά ο Γενικός Εισαγγελέας με την παρούσα αίτηση όπως διαγραφεί, η δε αγωγή να απορριφθεί για το λόγο ότι δεν αποκαλύπτει λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή για το λόγο ότι η αγωγή είναι μηδαμινή ή ενοχλητική. Η αίτηση στηρίζεται βασικά στη Δ.27 Κ3 η οποία παρέχει τη δυνατότητα στο δικαστήριο να διατάξει όπως ζητείται με την αίτηση αν το κρίνει αυτό ορθό, στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής του εξουσίας. Στην αγόρευση του ο κ. Μαππουρίδης, ο οποίος εμφανίζεται για την Κυπριακή Δημοκρατία, επιχειρεί ανάλυση των διαφόρων παραγράφων της έκθεσης απαιτήσεως και καταλήγει στην εισήγηση ότι σε καμιά δεν αποκαλύπτεται λογικό αγώγιμο δικαίωμα. Παρατηρεί δε ότι είναι γι΄ αυτό το λόγο που θα πρέπει να θεωρηθεί η αγωγή μηδαμινή και ενοχλητική. Αντίθετα στη δική του αγόρευση ο κ. Αγγελίδης, ο οποίος εμφανίζεται για τους ενάγοντες, απαντώντας στην πιο πάνω θέση υποδεικνύει ότι στις παραγράφους 9 και 11 της έκθεσης απαιτήσεως προβάλλονται ισχυρισμοί για παράβαση των Άρθρων 23 και 24 του Συντάγματος καθώς και της συνταγματικής αρχή για ίση μεταχείριση. Στην υπόθεση In re Pelmako Developments Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 246, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε με την ομόφωνη απόφαση του την προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε αποφανθεί ότι «η διαγραφή αίτησης για διάλυση όπως και κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος» και ότι η συγκεκριμένη εξουσία του δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται με εξαιρετική φειδώ. Η πιο πάνω θέση της νομολογίας με ειδική αναφορά στην εφαρμογή της σχετικής πρόνοιας στη Δ.27 Κ3, επιβεβαιώθηκε στη μεταγενέστερη υπόθεση Δημοκρατία ν. Γεωργίου
(2003)1 Α.Α.Δ. 704 σελ.
- Η τελευταία πιο πάνω υπόθεση είναι άμεσα σχετική από νομικής άποψης με το προς εξέταση θέμα στην παρούσα υπόθεση. Εκεί είχε κινηθεί αγωγή κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας στη βάση ότι είχαν παραβιαστεί τα συνταγματικά δικαιώματα της ενάγουσας που διασφαλίζοντο από τα Άρθρα 28, 30 και
- Και αυτό σαν συνέπεια ενεργειών υπαλλήλων του Πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, οι οποίοι ειδοποιούσαν το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα και εμφανιζόταν εκπρόσωπος του κάθε φορά που η ενάγουσα καταχωρούσε αίτηση στο Δικαστήριο προς εξέταση μονομερώς. Υποβλήθηκε αίτηση εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας για διαγραφή της οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος και της έκθεσης απαίτησης με βάση τη Δ.27 Κ
- Ακριβώς όπως και στην προκείμενη περίπτωση. Στην απόφαση του το Ανώτατο Δικαστήριο διαπιστώνει, στη σελίδα 710, πως «Η κατ΄ ισχυρισμό παραβίαση των πιο πάνω Άρθρων προβάλλει ένα σοβαρό θέμα προς εξέταση που δεν θα μπορούσε να απορριφθεί σε αυτό το αρχικό στάδιο χωρίς την παράθεση μαρτυρίας. Το βασικό ερώτημα που εγείρεται είναι όπως το έχει θέσει ο Δικαστής Lord Pearson στην υπόθεση Drummond-Jackson v. British Medical Association
(1970)1 All E.R. 1094 το ακόλουθο: «Does this statement of claim disclose an alleged cause of action which has some chance of success?» Και καταλήγει στην επόμενη σελίδα ως εξής: «Στην παρούσα περίπτωση η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι τόσο το Κλητήριο Ένταλμα όσο και η Έκθεση Απαιτήσεως αποκαλύπτουν αιτία αγωγής είναι ορθή, αφού η κατ΄ ισχυρισμό παραβίαση των αναφερομένων συνταγματικών δικαιωμάτων προβάλλει σαν εύλογη αιτία αγωγής». Με όλο τον δέοντα σεβασμό στην ίδια ακριβώς κατάληξη οδηγούμαι και εγώ όσον αφορά την παρούσα υπόθεση. Διαπιστώνω ότι διαφαίνεται συσχετισμός μεταξύ των ισχυρισμών των εναγόντων επί των γεγονότων και των συνταγματικών αρχών οι οποίες διατείνονται ότι στην περίπτωση τους έχουν παραβιαστεί ώστε να διαπιστώνεται η ύπαρξη εύλογης αιτίας αγωγής. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων-καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον των εναγομένων-αιτητών, τα οποία να καταβληθούν με το πέρας της αγωγής. (Υπ.)................. Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. /ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ /ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο