Kωνσταντίνου Λέβα ν. A Tsokkos Hotels Ltd, Αρ. Αγωγής 955/2005, 2.12.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2009:A38 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον Φ. Ν. Ζωμενή, Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής 955/2005 Μεταξύ: Kωνσταντίνου Λέβα Ενάγοντα -και- A. Tsokkos Hotels Ltd Εναγομένου - - - - - - - - - - Αίτηση ημ. 15/7/2009 για αναστολή εκτέλεσης Ημερομηνία: 2.12.2009 Για τον Αιτητή / Εναγόμενο: κ. Γ. Πιττάτζης Για τον Καθ' ού η Αίτηση / Ενάγοντα: κ. Χ. Μιτσίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αίτηση αυτή ο αιτητής ζητά την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του στην παρούσα αγωγή και ειδικότερα την αναστολή συγκεκριμένων μέτρων που έχουν ήδη ληφθεί, δηλαδή ενός εντάλματος για την κατάσχεση και πώληση κινητής περιουσίας και ενός memo τη δέσμευση ακίνητης περιουσίας των εναγομένων. Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.48 θ. 1, 2 και 9, Δ.35 θ. 8, Δ.40 θ. 7 και 11 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και στο άρθρο 32 του Ν. 14/1960. Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Μαρίας Οικονόμου, η όπως δηλώνει είναι εξουσιοδοτημένη από τους εναγόμενους να προβεί στην ένορκη δήλωση, έχει δε πληροφορηθεί τα γεγονότα από την εκτελεστική διευθύντρια της εναγομένης εταιρείας. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα στις 15.4.2008 εκδόθηκε απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων για €204.188 πλέον έξοδα κι τόκο. Εκ λάθους δεν ασκήθηκε έφεση εμπρόθεσμα και λήφθηκαν διάφορα δικονομικά διαβήματα για επέκταση του χρόνου καταχώρησης έφεσης. Τελικά ασκήθηκε έφεση εναντίον της απόφασης, η οποία εκκρεμεί ακόμα. Στο διάστημα που μεσολάβησε από την έκδοση της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της έφεσης οι εναγόμενοι κατέβαλαν στον ενάγοντα ποσό €57.877,39 με τη συμφωνία αυτός να μην λάβει μέτρα εκτέλεσης της απόφασης μέχρι να αποφασισθεί το ζήτημα που τότε εκκρεμούσε για παράταση της προθεσμίας για καταχώρηση έφεσης. Σήμερα εκκρεμεί Memo με το οποίο οι εναγόμενοι παρεμποδίζονται από του να υποθηκεύσουν ή να αποξενώσουν την ακίνητη τους περιουσία ενώ επίσης εκδόθηκε ένταλμα για κατάσχεση και πώληση κινητής περιουσίας για την ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους. Η δέσμευση της ακίνητης περιουσίας δημιουργεί στους εναγόμενους μεγάλη δυσκολία στις επαγγελματικές τους δραστηριότητες ενώ όπως υποστηρίζει η ενόρκως δηλούσα η δραστικότητα του συγκεκριμένου μέτρου καθιστά τη λήψη και του μέτρου εκτέλεσης με την έκδοση εντάλματος κινητών αχρείαστη και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα υπάρχει η πιθανότητα αν ο ενάγων εισπράξει το ποσό της απόφασης να το αποξενώσει ή να το αποκρύψει και έτσι δε θα μπορεί να ανακτηθεί από την εναγομένη σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, η οποία έχει μεγάλη προοπτική επιτυχίας, αφού οι εναγόμενοι δεν γνωρίζουν αν ο ενάγων έχει οποιαδήποτε περιουσία. Η εναγομένη είναι πρόθυμη να παραχωρήσει τραπεζική εγγύηση για το ποσό της απόφασης ή να το καταθέσει στο Δικαστήριο, ή ακόμα και στον ενάγοντα αν δοθεί εξασφάλιση ότι σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης το ποσό θα επιστραφεί. Ο ενάγων ενίσταται στη αίτηση. Στην Ειδοποίηση Ένστασης και την Ένορκη Δήλωση του ενάγοντα που την υποστηρίζει προβάλλεται η θέση ότι η αίτηση δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση. Υποστηρίζεται ακόμα ότι δεν καταδεικνύονται ειδικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την παραχώρηση αναστολής εκτέλεσης. Λέγει επίσης ο ενάγων ότι παρόμοιες θεραπείες είχαν ζητηθεί και με προηγούμενες αιτήσεις, με αποτέλεσμα να υπάρχει δεδικασμένο. Υπογραμμίζει το δικαίωμα του να εισπράξει το ποσό που του οφείλουν οι εναγόμενοι εδώ και 8 χρόνια και λέγει ότι δεν υπάρχει καμιά προοπτική επιτυχίας της έφεσης. Όπως προαναφέρθηκε είναι η θέση του ενάγοντα ότι οι διατάξεις που επικαλείται η αιτήτρια δεν μπορούν να αποτελέσουν νομικό υπόβαθρο για τη χορήγηση των αιτουμένων θεραπειών, και ότι η παράλειψη αυτή από μόνη της είναι αρκετή για την απόρριψη της αίτησης. Έχω παραθέσει ήδη τις διατάξεις που αποτελούν τη νομική βάση της αίτησης. Εγείρονται δυο ζητήματα σχετικά με αυτή την τοποθέτηση. Το πρώτο είναι αν η παράλειψη αναφοράς στο ορθό νομικό υπόβαθρο μπορεί να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης. Το δεύτερο είναι κατά πόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει πράγματι τέτοια παράλειψη. Αποτελεί επιτακτική πρόνοια των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών ότι σε κάθε αίτηση πρέπει να παρατίθενται με ακρίβεια οι διατάξεις που αποτελούν το νομικό υπόβαθρο για την αίτηση. Σχετική είναι η Δ.48 θ.2
(1), η οποία έχει ως εξής: «48
(2)
(1)Save where other provision is made, every application to the Court shall be in writing stating the nature of the order or direction sought and referring to the specific section of the Law or to the specific Rules of Court upon which it is founded.» Σε πρόχειρη μετάφραση: «48
(2)
(1)Εκτός στις περιπτώσεις που γίνεται άλλη πρόνοια, κάθε αίτηση προς το Δικαστήριο θα καταχωρείται εγγράφως και σ' αυτή θα αναφέρεται η φύση του αιτουμένου διατάγματος ή οδηγίας και το συγκεκριμένο άρθρο του νόμου ή οι συγκεκριμένοι κανόνες των διαδικαστικών κανονισμών επί των οποίων βασίζεται.» Σε ενδιάμεσες αιτήσεις η αναφορά στα άρθρα και στους Θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης αποτελεί απαράβατο όρο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου. Οι ίδιες αρχές ισχύουν και στην περίπτωση αίτησης για αναστολή εκτέλεσης απόφασης ενώ εκκρεμεί έφεση. Στην υπόθεση Koυppa and Another v. Vassiliades
(1981)1 J.S.C. 120 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «The specification of the rules relied upon in interlocutory proceedings is not, to may comprehension, a matter of mere formality but a substantive procedural provision that should be strictly adhered to. For interlocutory proceedings are proceedings of an extraordinary nature in that deliberations are made without a complete trial, the normal process through which a cause is ventilated before the Court. Hence procedural safeguards designed to elicit the questions in issue and put the matter in a proper perspective should be meticulously observed especially mandatory provisions like those set out in Ord. 48 r.
- It is no accident that the legal substratum of an application must, unlike the statement of claim, be specified for there are compelling reasons that side issues should be succinctly defined both legally and factually so that the Court may, without undue delay, deal with them and thus pave the way for the trial of the main issues in dispute.» Σε μετάφραση: «Ο καθορισμός των θεσμών στους οποίους στηρίζεται το ενδιάμεσο δικονομικό μέτρο (αίτηση με κλήση) δεν είναι όπως κατανοώ μόνο θέμα τύπου αλλά ουσιαστική δικονομική διάταξη, η οποία πρέπει να ακολουθείται αυστηρά∙ εν όψει του ότι η ενδιάμεση διαδικασία συνιστά διαδικασία ασυνήθη χαρακτήρα, για το λόγο ότι τα επίδικα θέματα εκδικάζονται έξω από το πλαίσιο της ολοκληρωμένης δίκης που αποτελεί τη συνήθη οδό για την εκδίκαση των επίδικων θεμάτων. Συνεπώς τα δικονομικά εχέγγυα τα οποία αποβλέπουν στον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και του πλαισίου εκδίκασής τους πρέπει να τηρούνται με σχολαστικότητα ιδιαίτερα στην περίπτωση των επιτακτικών προνοιών της Δ.48 θ.
- Δεν είναι τυχαίο ότι το νομικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει, αντίθετα με την έκθεση απαιτήσεως, να καθορίζεται∙ συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι που επιβάλλουν όπως παρεμφερή θέματα προσδιορίζονται τόσο νομικά όσο και πραγματικά με ακρίβεια ώστε το Δικαστήριο, χωρίς υπέρμετρη καθυστέρηση, να είναι σε θέση να τα εξετάσει και με αυτό τον τρόπο να επιστρώσει το έδαφος διά την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς.» Η πιο πάνω αρχή υιοθετήθηκε στις υποθέσεις Μαχλουζαρίδη ν. Ιωαννίδη κ.α
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 (από όπου και η μετάφραση), Evand Promotions Ltd κ.α.
(1998)1Β ΑΑΔ 736 και Σταύρος Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοϊζος Ιορδάνους Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 743. Σχετική είναι επίσης και η υπόθεση Κουλέρμος ν. Κουμπαρίδου
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 493,
- Συνεπώς η απάντηση στο πρώτο ερώτημα, αν δηλαδή η παράλειψη αναφοράς στο ορθό νομικό υπόβαθρο μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης, είναι καταφατική. Το επόμενο ερώτημα είναι αν στη συγκεκριμένη περίπτωση η νομική βάση που επέλεξε ο αιτητής είναι λανθασμένη ή ανεπαρκής. Θα εξετάσω συνεπώς κατά πόσο οι διάφορες διατάξεις που επικαλείται ο αιτητής μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Η Δ.35 θ. 8 αφορά εξουσίες του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση εφέσεων. Δέχεται εξ άλλου ο συνήγορος των αιτητών ότι λανθασμένα αναφέρεται η συγκεκριμένη διάταξη, ενώ θα έπρεπε η αίτηση να είχε στηριχθεί στη Δ. 35 θ.
- Υποβλήθηκε μάλιστα προφορικό αίτημα για σχετική τροποποίηση, το οποίο για τους λόγους που αναφέρθηκαν σε σχετική ενδιάμεση απόφαση απορρίφθηκε. Η Δ.40 ρυθμίζει διάφορα ζητήματα σχετικά με την εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων. Ειδικότερα ο θ. 11 παρέχει τη δυνατότητα αναστολής εκτέλεσης απόφασης σε περίπτωση που μεσολάβησαν γεγονότα σε χρόνο που δεν ήταν εφικτό να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου. [1] Δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για την αναστολή εκτέλεσης επειδή ασκήθηκε έφεση χωρίς να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις της Δ. 40 θ.
- (Βλ. Ιωσηφάκης -ν- Αριστοδήμου
(1990)1 ΑΑΔ 284, Stavrou -v- Christopoulos
(1985)1 ΑΑΔ 449). Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60 σχετίζεται με τη δυνατότητα παροχής ενδιάμεσης θεραπείας υπό μορφή προσωρινών διαταγμάτων και το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 9 καθορίζει ότι σε κατάλληλη περίπτωση, όταν συντρέχει το στοιχείο του επείγοντος, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει προσωρινό διάταγμα χωρίς πρώτα να ακούσει και τις δύο πλευρές. Η Δ.48 θ. 1, 2 και 9 δεν αποτελεί διάταξη επί τής οποίας να μπορεί να στηριχθεί το Δικαστήριο για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Γενικότερα σε σχέση με την αναφορά στη Δ.48 ως μέρος της νομικής βάσης της αίτησης σημειώνω τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Evand Promotions Ltd κ.α.
(1998)1Β ΑΑΔ 736, ότι δηλαδή η απλή επίκληση της Δ.48 δεν παρέχει αφ' εαυτής το δικαίωμα καταχώρησης οποιασδήποτε αίτησης. Διαγράφει μόνο το δικονομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να υποβληθεί μια αίτηση, εφ' όσον όμως η αίτηση έχει σαν υπόβαθρο συγκεκριμένο άρθρο του νόμου ή συγκεκριμένο διαδικαστικό κανονισμό. Προκύπτει ότι η νομική βάση της αίτησης δεν επιτρέπει την παραχώρηση της αιτούμενης θεραπείας. Ο συνήγορος του αιτητή υποστήριξε ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε από μόνο του να θεραπεύσει την παράλειψη αναφοράς στην Δ. 35 θ. 18 είτε στη βάση της Δ. 64 είτε ασκώντας τις γενικότερες εξουσίες του. Σύμφωνα με τη Δ. 64: 64 1.
(1)H μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δε θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή.
(2)Τηρουμένης της παραγράφου
(3), το Δικαστήριο δύναται, εφόσο διαπιστώσει τέτοια μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, όπως προβλέπεται στην παράγραφο
(1), και υπό τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως κρίνει δίκαιο, να παραμερίσει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τη διαδικασία στην οποία επεσυνέβη η μη συμμόρφωση, οποιοδήποτε βήμα έγινε στη διαδικασία εκείνη, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή, ή ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχουν οι παρόντες Κανονισμοί, να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις, εάν χρειάζονται, και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, εάν χρειάζεται, αναφορικά με τη διαδικασία γενικά, όπως κρίνει πρέπον.
(3)To Δικαστήριο δε θα παραμερίζει εξ ολοκλήρου οποιαδήποτε διαδικασία, ή το κλητήριο ένταλμα, ή άλλο εναρκτήριο μέσο με το οποίο έχει αρχίσει η διαδικασία, για το λόγο ότι έχει χρησιμοποιηθεί διαφορετικό εναρκτήριο μέσο για την έναρξη της διαδικασίας από εκείνο που απαιτεί οποιοσδήποτε από τους παρόντες Κανονισμούς. 2. Αίτηση για παραμερισμό οποιασδήποτε διαδικασίας, οποιουδήποτε βήματος που έγινε σε οποιαδήποτε διαδικασία, ή οποιουδήποτε εγγράφου, αποφάσεως ή διατάγματος σε αυτή, λόγω παρατυπίας, δε θα επιτρέπεται, εκτός εάν υποβάλλεται μέσα σε εύλογο χρόνο και προτού o διάδικος που υπέβαλε την αίτηση προβεί σε οποιοδήποτε νέο βήμα, αφότου η παρατυπία περιήλθε σε γνώση του. Οι προτεινόμενοι λόγοι για παραμερισμό δυνάμει του παρόντος Κανόνα, θα αναφέρονται στην αίτηση. Η εμβέλεια της Δ.64 έχει επεξηγηθεί σε διάφορες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση MI Holdings Public Ltd -v- Τασούλα Γεωργίου Παναγή Πολ. Εφ. 28/2005, 14.4.2006 είναι απόλυτα σχετικό: «[Η Δ.64] έχει κατ΄ επανάληψη λεχθεί, δεν καταργεί τις διατάξεις των θεσμών οι οποίες πρέπει να τηρούνται. Με τη Δ.64 παρέχεται απλώς η ευκαιρία σε διάδικο που επέδειξε πλημμέλεια στην εφαρμογή των θεσμών, στα πλαίσια που ορίζει η Δ.64, να διορθώσει το συγκεκριμένο διάβημα ώστε να μην θεωρείται άκυρο το δικόγραφό του (Remedica Ltd v. Bayer Aktiengesellschaft
(1998)1 Α.Α.Δ. 1815). Η Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια για κάθε παράλειψη συμμόρφωσης με τους κανονισμούς (Πετρίχου ν. Χατζηιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ. 81, 84). Δημιουργεί ένα διαδικαστικό μέσο το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο διάδικος για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία, εφ΄ όσον αυτές είναι θεραπεύσιμες. Η συγκεκριμένη διαταγή δεν παρέχει στο δικαστήριο την εξουσία να προβαίνει αυτεπαγγέλτως σε διορθωτικές κινήσεις. Το δικαστήριο υποχρεούται να εξετάζει την ενώπιόν του κατάσταση όπως αυτή έχει δημιουργηθεί. Τα κατάλληλα διορθωτικά διαβήματα θα πρέπει να λαμβάνονται από τον ενδιαφερόμενο διάδικο (Οικονομίδου ν. Φλουρέντζος Χριστοδούλου και Υιοί Λίμιτεδ, Π.Ε. 12031, ημερ. 22.9.2005). Βλ. επίσης Άννα Πέτριχου -ν- Αντζολέττας Χ''Ιωσήφ
(1998)1 ΑΑΔ 81 [2] Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η παράλειψη στήριξης μιας αίτησης η οποία κατά τα άλλα δεν είναι παράτυπη στο ορθό νομικό υπόβαθρο δεν είναι θέμα το οποίο μπορεί να αντιμετωπισθεί με την επίκληση της Δ.64, ακόμα και αν υπήρχε τέτοια αίτηση για διόρθωση. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Bank For Foreign Trade Of Russian Federation «Vneshtorgbank» -ν- ICC Chemicals (UK) Ltd
(1999)1Γ ΑΑΔ 1728. Όπως λέχθηκε στην πιο πάνω υπόθεση, «Η Διαταγή 64 δεν έχει καμμία απολύτως σχέση με την τροποποίηση δικογράφων ή αιτήσεων. Η Διαταγή 64 εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει συμμόρφωση προς τους θεσμούς και μόνο στην έκταση που η ίδια καθορίζει. Στις περιπτώσεις αυτές η μη συμμόρφωση μπορεί να θεωρηθεί ως απλή παρατυπία που δεν καθιστά άκυρη τη διαδικασία. Η παράλειψη αναφοράς συγκεκριμένου άρθρου της νομοθεσίας σε αίτηση βάσει της Διαταγής 48 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά μη συμμόρφωση προς τους θεσμούς. Συνιστά παράλειψη στήριξης της αίτησης, που κατά τα λοιπά συμμορφώνεται προς τους θεσμούς, στο συγκεκριμένο άρθρο.» Έγινε επίσης επίκληση της σύμφυτης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η φύση και η έκταση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου επεξηγείται μεταξύ άλλων στη υπόθεση Evand Promotions, πιο πάνω. Δεν αποτελεί κατά κανόνα πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από το νόμο και τους θεσμούς, ούτε και επεκτείνεται πέραν του ορίου που προσδιορίζεται από την αναγκαιότητα της ίδιας της ύπαρξης της. Κατ' εξαίρεση, απλή επίκληση της εν λόγω εξουσίας είναι επιτρεπτή μόνο στην περίπτωση που η τυχόν άρνηση εξουσίας ή δικαιοδοσίας του δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος του διαδίκου. Το εξής απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Εξ άλλου, σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η λεγόμενη εγγενής ή, άλλως, σύμφυτη εξουσία (inherent power) του δικαστηρίου, η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισης της με το Δικαστήριο και τις ανάγκες της ύπαρξης της για τη λειτουργία του δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου, δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου που προσδιορίζεται από την αναγκαιότητα της ίδιας της ύπαρξης της ούτε, κατά κανόνα, αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από τους νόμους και τους θεσμούς. Με άλλα λόγια, η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, εκεί όπου δεν υπάρχει ειδική πρόνοια, είτε στο νόμο είτε στους θεσμούς, δεν μπορεί, κατά κανόνα, να αποτελέσει από μόνη της, με την απλή επίκληση της, αυτοδύναμη δικαιοδοτική βάση για ένα συγκεκριμένο διάβημα. Κατ' εξαίρεση, απλή επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου είναι επιτρεπτή μόνο στην περίπτωση που η τυχόν άρνηση εξουσίας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος διαδίκου.» (Βλ. eπίσης Τουβλοποιεία Γίγας Λτδ -ν- Ουστά (Αρ. 1) 1994 1 ΑΑΔ 109, Sofocli -v- Leonidou
(1988)1 CLR 584, Αυξεντίου -ν- Σάββα
(2003)1 ΑΑΔ 1963, Διευθυντής Φυλακών -ν- Τζεννάρο Παρέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217). Στη προκειμένη περίπτωση το γεγονός ότι σε αυτό το στάδιο αιτητής επικαλείται την σύμφυτη δικαιοδοσία του δικαστηρίου αντί το ορθό νομικό υπόβαθρο της αίτησης δεν μπορεί να τον βοηθήσει. Μάλιστα, τη στιγμή που υπάρχουν συγκεκριμένες δικονομικές πρόνοιες στις οποίες θα μπορούσε να στηριχθεί ο αιτητής για την παροχή των θεραπειών που επιζητεί, και το ζήτημα της παράλειψης στήριξης της αίτησης στην ορθή βάση εγέρθηκε από την άλλη πλευρά στην ένσταση της. Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η αίτηση που έχω ενώπιον μου δεν στηρίζεται στο ορθό νομικό υπόβαθρο και συνεπώς είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος του αιτητή και υπέρ του καθ' ου η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή. Φοίβος Ν. Ζωμενής Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής. [1] 11. Any party against whom judgment has been given on an order made may apply to the Court or a Judge for a stay of execution or other relief against such judgment upon the ground of facts which have arisen too late to be pleaded; and the Court or Judge may give such relief and upon such terms as may be just. [2] Η νέα Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια στη μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς. Δεν έχει σκοπό δηλαδή να τους καταργήσει. Οι κανονισμοί πρέπει να τηρούνται. Η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο αιτών για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία εφόσον είναι θεραπεύσιμες. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο