← Κύπρος

Πέτρου Μιχαήλ ν. Γενικού Εισαγγελέα που εκπροσωπεί την Κυπριακή Δημοκρατία, Αρ. Αγωγής: 8563/2004, 12 Ιανουαρίου 2010

Πέτρου Μιχαήλ ν. Γενικού Εισαγγελέα που εκπροσωπεί την Κυπριακή Δημοκρατία, Αρ. Αγωγής: 8563/2004, 12 Ιανουαρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8563/2004 Μεταξύ: Πέτρου Μιχαήλ Ενάγοντα και Γενικού Εισαγγελέα που εκπροσωπεί την Κυπριακή Δημοκρατία Εναγόμενου ---- Ημερομηνία: 12 Ιανουαρίου 2010 Εμφανίσεις Για τον Ενάγοντα: κ.κ. Δ. Παπαδόπουλος και Χ. Αρτέμης Για τον Εναγόμενο: κα Στ. Χούρη Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας απαιτεί γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις, που πηγάζουν από παραβίαση των συνταγματικών του δικαιωμάτων, όπως αυτά κατοχυρώνονται στα άρθρα 7, 8, 11, 17, 25, 26 και 35 του Συντάγματος και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Κυρωτικός Νόμος 39/62 - στο εξής η «Ευρωπαϊκή Σύμβαση»), συνεπεία της συμπεριφοράς και/ή φράσεων και/ή ενεργειών και/ή παραλείψεων των αστυνομικών Νίκου Σοφοκλέους και Άνδρου Ανδρέου, που επεσυνέβησαν κατά ή περί τις 18.8.2004 στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού, ενόσω οι εν λόγω αστυνομικοί ήταν σε υπηρεσία και/ή ενεργούσαν εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή δέσμευαν αυτή. Επιζητεί, επίσης, παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, ο ενάγοντας είναι εγγεγραμμένος δικηγόρος στο Δικηγορικό Σύλλογο Λευκωσίας και ως εκ τούτου λειτουργός της δικαιοσύνης, ασκώντας, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή, νόμιμα το επάγγελμα του δικηγόρου. Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ενάγεται υπό την ιδιότητα του ως εκπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας και συγκεκριμένα του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως καθώς και της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου. Οι ιδιότητες των διαδίκων γίνονται παραδεκτές στην υπεράσπιση του εναγόμενου. Στις παραγράφους 3-15 της έκθεσης απαίτησης αναφέρονται με μεγάλη λεπτομέρεια τα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά την επίσκεψη του ενάγοντα στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού όπου αυτός συνόδευε τον πελάτη του Rony Daccache (στο εξής καλούμενος ο «Rony»), ο οποίος κλήθηκε για να δώσει κατάθεση σε διερευνώμενη υπόθεση φόνου λόγω της επαγγελματικής του συνεργασίας με το θύμα, ενώ στην παράγραφο 13 παρατίθενται λεπτομέρειες που σύμφωνα με τον ενάγοντα αποτελούν τις προαναφερθείσες παραβιάσεις του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Με την παράγραφο 16 της έκθεσης απαίτησης ο ενάγοντας, πέραν των γενικών και/ή τιμωρητικών και παραδειγματικών αποζημιώσεων λόγω της παραβίασης των συνταγματικών του δικαιωμάτων και της ταπεινωτικής και/ή προσβλητικής και/ή εξευτελιστικής συμπεριφοράς των αστυνομικών αλλά και για ψυχική οδύνη και/ή ηθική ζημιά και/ή προσωπική δυσχέρεια που υπέστη καθώς και των ειδικών αποζημιώσεων ποσού Λ.Κ.666, ζητά την έκδοση δηλωτικών αποφάσεων του Δικαστηρίου: (α) για την αντισυνταγματική και/ή παράνομη και/ή αντίθετη με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση συμπεριφορά των δύο αστυνομικών (β) για το δικαίωμα του να βρίσκεται με τον πελάτη του στο χώρο που έδινε την κατάθεση του και ότι η παρεμπόδιση του να πράξει αυτό συνιστά παραβίαση του συνταγματικού του δικαιώματος για άσκηση του λειτουργήματος του καθώς και παραβίαση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, και (γ) ότι νόμιμα και στο πλαίσιο της ορθής ενάσκησης των καθηκόντων του έναντι του πελάτη του ζήτησε στις 18.8.2004 και ώρα 12.30 μ.μ. από τους εν λόγω αστυνομικούς, κατά τη διάρκεια της κατάθεσης, την παροχή διαλείμματος στον πελάτη του για να γευματίσει και να ξεκουραστεί ώστε να επανέλθει για συνέχιση της κατάθεσης. Στην υπεράσπιση του εναγόμενου εγείρεται αρχικά προδικαστική ένσταση ότι το μεγαλύτερο μέρος της έκθεσης απαίτησης αποτελεί μαρτυρία και/ή είναι αχρείαστο και/ή ενοχλητικό και/ή προκαλεί δυσμενείς εντυπώσεις εναντίον του εναγόμενου με την επιφύλαξη του εναγόμενου να υποβάλει αίτηση διαγραφής του, η οποία ωστόσο δεν προωθήθηκε στο κατάλληλο στάδιο ενώπιον του Δικαστηρίου. Περαιτέρω ο εναγόμενος αρνείται όλους τους ισχυρισμούς του ενάγοντα που περιέχονται στις παραγράφους 3-15 της έκθεσης απαίτησης καθώς και τις λεπτομέρειες που περιέχονται στην παράγραφο 13 αυτής, προβάλλοντας τους δικούς του ισχυρισμούς σε σχέση με τα διαδραματισθέντα κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο. Αρνείται επίσης ο εναγόμενος και όλες τις αξιώσεις του ενάγοντα, ζητώντας την απόρριψη της αγωγής με έξοδα εναντίον του. Κατά την ακροαματική διαδικασία, αρχικά κατατέθηκαν εκ συμφώνου τα Τεκμήρια 1-19 για το σκοπό της απόδειξης της ύπαρξης τους. Ως προς τα Τεκμήρια 2-4, που αποτελούν επιστολές και ανακοίνωση εκ μέρους της Αστυνομίας, δηλώθηκε εκ μέρους του εναγόμενου ότι είναι αποδεκτά για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Στη συνέχεια εκ μέρους του ενάγοντα προσφέρθηκε η προφορική μαρτυρία του ίδιου και του Νίκου Παπαευσταθίου, Προέδρου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου κατά τον επίδικο χρόνο (ΜΕ2) και εκ μέρους του εναγόμενου η μαρτυρία του Άντρου Ανδρέου, Λοχ. 813 (ΜΥ1), του Νίκου Σοφοκλέους, Ανώτερου Υπαστυνόμου (ΜΥ2) και του Κωνσταντίνου Τριανταφυλλίδη, διερμηνέα-μεταφραστή (ΜΥ3). Ο ενάγοντας, καταθέτοντας ενόρκως, αναφέρθηκε στο επίδικο περιστατικό με παρόμοιο τρόπο όπως περιγράφεται το παράπονο του για τη συμπεριφορά των δύο αστυνομικών στο Τεκμήριο 1, που αποτελεί επιστολή του προς το Αρχηγό Αστυνομίας ημερομηνίας 20.8.2004, δίνοντας προφορικά περισσότερες λεπτομέρειες για τα διαδραματισθέντα. Αναφέρθηκε επίσης στα Τεκμήρια 5-6, 12-15 και 17-19, που αποτελούν αποκόμματα εφημερίδων που αναφέρονται στο περιστατικό και τα είχε συλλέξει ο ίδιος καθώς και στα Τεκμήρια 7, 11, 16 και 20, που αποτελούν ανακοινώσεις και επιστολές του Δικηγορικού Συλλόγου Λευκωσίας, οι οποίες εκδόθηκαν μετά το επίδικο συμβάν, όπως επίσης και στα Τεκμήρια 8-10 που αποτελούν επιστολές του ενάγοντα και των δικηγόρων του αναφορικά με το ίδιο περιστατικό. Κατέθεσε ακόμη τα Τεκμήρια 21-22 (μηνύματα μέσω e-mail) από τα οποία φαίνεται ότι ο υπό αναφορά πελάτης του λόγω φιλίας με τον Λοχία Ανδρέου δεν επιθυμούσε να καταθέσει ως μάρτυρας κατά την ακρόαση της παρούσας υπόθεσης. Ο ΜΕ2 αναφέρθηκε στην πληροφόρηση που είχε από τον ενάγοντα για το συμβάν το απόγευμα της ίδιας μέρας, περιγράφοντας τον ως έντρομο και ανήσυχο όταν του μιλούσε από το τηλέφωνο. Ως Πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου σε τηλεφωνική επικοινωνία του με τον Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού υπέβαλε παράπονο για την συμπεριφορά των αστυνομικών προς τον ενάγοντα, παίρνοντας ως απάντηση ότι αυτό θα διερευνηθεί και θα γίνουν οι ανάλογες ενέργειες. Υπήρχαν γενικά παράπονα δικηγόρων για παρόμοιες συμπεριφορές αστυνομικών που οδήγησαν σε έντονες δημόσιες δηλώσεις του Συλλόγου και στην προώθηση εκ μέρους του Συλλόγου πρότασης νόμου που οδήγησε στην ψήφιση του Νόμου 163(Ι)/2005, αναφορικά με τα δικαιώματα προσώπων που συλλαμβάνονται, κρατούνται και ανακρίνονται από την Αστυνομία. Όταν έλαβε την επιστολή του ενάγοντα προς αυτόν ημερομηνίας 18.10.2004 (Τεκμήριο 8), επικοινώνησε με τον ενάγοντα και του ανέφερε τις προσπάθειες του Συλλόγου, ελπίζοντας ότι με την ψήφιση του πιο πάνω νόμου το θέμα θα λυθεί. Τόσο ο ΜΥ1 όσο και ο ΜΥ2 υιοθέτησαν τις γραπτές τους καταθέσεις ημερομηνίας 13.9.2004, τις οποίες είχαν ετοιμάσει μετά την καταγγελία του ενάγοντα, καταθέτοντας αυτές ως μέρος της κυρίως εξέτασης τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Η εικόνα την οποία παρουσίασαν για τον ενάγοντα είναι διαφορετική από αυτήν που ο ίδιος είχε εκθέσει στο Δικαστήριο, χαρακτηρίζοντας τον ως πολύ επίμονο και ειρωνικό, αλλά και υπεύθυνο για την διατάραξη του φυσιολογικού κλίματος που υπήρχε όταν ο Rony μετέβη εκείνη την ημέρα αυτόβουλα, μαζί με τον ενάγοντα, στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού, για να δώσει κατάθεση ως μάρτυρας με σκοπό να διευκρινίσει τις συναλλαγές του με το θύμα. Και οι δυο αρνήθηκαν την συμπεριφορά και τις φράσεις που τους αποδίδει ο ενάγοντας, υποστηρίζοντας, πέραν του ότι δεν προσέβαλαν αυτόν καθ' οιονδήποτε τρόπο, ότι ο χώρος που συνομιλούσαν ήταν κλειστός διάδρομος που δεν ήταν ορατός από άλλους διαδρόμους ή άλλους ορόφους, σύμφωνα με τις φωτογραφίες (Τεκμήρια 23 Α και 23 Β), που κατατέθηκαν κατά την αντεξέταση του ΜΥ1. Ο ΜΥ2 κατά την αντεξέταση του κατέθεσε, κατόπιν απαίτησης του κ. Αρτέμη, πιστό αντίγραφο του βιβλίου συμβάντων της ημέρας του περιστατικού αναφορικά με αυτό (Τεκμήριο 24) και αντίγραφο της σχετικής έκθεσης του ημερομηνίας 25.8.2004 (Τεκμήριο 25). Ο ΜΥ3 κατέθεσε και υιοθέτησε την γραπτή του κατάθεση ημερομηνίας 12.9.2004 (Τεκμήρια 26 και 26 Α), την οποία είχε κληθεί από την Αστυνομία τότε να δώσει σε σχέση με το επίδικο συμβάν. Ήταν ο διερμηνέας στην αραβική γλώσσα κατά τη λήψη της κατάθεσης του Rony. Αναφέρθηκε στην επιμονή του ενάγοντα να διακοπεί η κατάθεση για να ξεκουραστεί ο πελάτης του παρά την επιθυμία του τελευταίου να συνεχίσει και στη λήψη των στοιχείων των δυο αστυνομικών, που ο ενάγοντας έγραψε σε ένα χαρτί για να τους καταγγείλει. Υποστήριξε ότι ο ΜΥ2 άφησε την κάρτα του πάνω στο γραφείο επειδή δεν την παραλάμβανε ο ενάγοντας όταν του την έδινε. Η θέση του ήταν ότι η στάση του ενάγοντα ήταν προκλητική και έφερε τους αστυνομικούς σε δύσκολη θέση ενόσω αυτοί συμπεριφέρθηκαν καλά στον Rony, ούτε και άκουσε να αναφέρουν στον ενάγοντα τις φράσεις που αυτός τους αποδίδει. Οι συνήγοροι αγορεύοντας με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης υποστήριξαν τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα. Ο κ. Αρτέμης εισηγήθηκε ότι η προσφερθείσα μαρτυρία φανερώνει την ορθότητα της εκδοχής του ενάγοντα, ο οποίος υπέστη τεράστιο εξευτελισμό, ταπείνωση και προσβολή συνεπεία της συμπεριφοράς των δυο αστυνομικών και δικαιούται, με βάση τη νομολογία, να του επιδικαστούν αποζημιώσεις τόσο για την επίθεση από τον ΜΥ2 όσο και για την ηθική ζημιά και ψυχική οδύνη που του προκάλεσε η παραβίαση της προσωπικότητας του, ενόσω προσπαθούσε να ασκήσει τα καθήκοντα του ως δικηγόρος. Αντίθετα η κα Χούρη εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι δυο αστυνομικοί συμπεριφέρθηκαν με τον τρόπο που υποστήριξε ο ενάγοντας, ο οποίος ήταν προκλητικός και εριστικός και με την συμπεριφορά του δεν τους επέτρεπε να εκτελέσουν σωστά τα καθήκοντα τους, ζητώντας την απόρριψη της αγωγής. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έγινε με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις τους για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων (Bauer v. Hροδότου & Υιοι Λτδ

(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Zαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Από όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι πρόδηλο ότι αποτελεί κοινό έδαφος ότι ο ενάγοντας στις 18.8.2004 μετέβη, συνοδεύοντας τον πελάτη του Rony, στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού, όπου είχε κληθεί ο Rony, λόγω επαγγελματικής συνεργασίας με αλλοδαπό, θύμα διερευνώμενης υπόθεσης φόνου εκ προμελέτης, για να δώσει κατάθεση ως μάρτυρας. Αμφισβητείται ωστόσο τόσο ο λόγος για τον οποίο ο ενάγοντας συνόδευσε τον πελάτη του όσο και όσα διαδραματίστηκαν στο χώρο εκείνο, για τον οποίο σημειωτέον ότι υπάρχει διάσταση μεταξύ των δυο πλευρών ως προς τη διάταξη του. Διάσταση υπάρχει και για το λόγο για τον οποίο ο Rony δεν προσήλθε να καταθέσει ως μάρτυρας στη παρούσα υπόθεση, θέμα το οποίο θα αξιολογηθεί πιο κάτω στο κατάλληλο στάδιο. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του ενάγοντα, έχοντας κατά νου το σύνολο της μαρτυρίας της υπόθεσης, αρχικά επισημαίνεται ότι παρόλο που η εκδοχή του περιλαμβάνεται με αρκετή λεπτομέρεια στο Τεκμήριο 1, ο ίδιος επιθυμούσε να αναφέρει όλα τα γεγονότα στο Δικαστήριο προφορικά και δεν αρκέστηκε στο να υιοθετήσει την εν λόγω επιστολή του, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά όσα είχε καταγράψει τότε υποβάλλοντας το παράπονο του στον Αρχηγό Αστυνομίας και παραπέμποντας στην εν λόγω επιστολή για τις φράσεις των ΜΥ1 και ΜΥ2, που τον ενόχλησαν και τον προσέβαλαν, κατά τον ισχυρισμό του. Είναι φανερό ότι ο ενάγοντας ένιωθε την ανάγκη να επαναλάβει όσα εξιστόρησε και στην υπό αναφορά επιστολή του για να δώσει έμφαση στα σημεία που θεωρούσε ότι έχουν σημασία για την υπόθεση του, επιμένοντας κατά την αντεξέταση του σε κάποια επουσιώδη γεγονότα και δείχνοντας εμπάθεια χωρίς ουσιαστικό λόγο, όντας επίσης υπερβολικός, κατά την αντίληψη μου. Όπως και ο συνήγορος του αναγνωρίζει στη γραπτή του αγόρευση, ο ενάγοντας ήταν ιδιαίτερα έντονος σε σημεία της μαρτυρίας του. Προσεκτική εξέταση της μαρτυρίας του όμως δείχνει ότι σε κάποια ουσιώδη, θα μπορούσε να λεχθεί, γεγονότα δεν επέδειξε σταθερότητα και δημιούργησε αμφιβολίες για την ορθότητα των θέσεων του. Είναι πρόδηλο ότι κατά την εξέλιξη των γεγονότων στον επίδικο χρόνο επέδειξε μεγάλη επιμονή, όπως δέχθηκε κατά την αντεξέταση του και κρίνεται ότι οι αντιδράσεις του κατά τον ουσιώδη χρόνο της υπόθεσης ήταν υπερβολικές και αχρείαστες ενόσω δημιούργησε ο ίδιος την ένταση, την οποία μετέδωσε στους ΜΥ1 και ΜΥ2, αναφέροντας αργότερα στον ΜΕ2 ότι έζησε στιγμές τρόμου, κάτι που δεν δικαιολογείτο υπό τις περιστάσεις. Αν όντως αντιμετώπισε από την πρώτη στιγμή της μετάβασης του στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού εριστικό και εχθρικό κλίμα, όπως ισχυρίστηκε, λογικό και αναμενόμενο θα ήταν να απευθυνθεί άμεσα στους ανώτερους των ΜΥ1 και ΜΥ2, όπως ορθά υπέδειξε και ο ΜΥ2 στη μαρτυρία του, και όχι να υπομένει την απρεπή, όπως την χαρακτήρισε, συμπεριφορά των υπό αναφορά αστυνομικών, οι οποίοι, κατά τον ισχυρισμό του, τον αντιμετώπισαν με οργή, φωνές και θυμό και του προκάλεσαν ντροπή, φόβο και τρόμο. Η εντύπωση που άφησε από την γενική εικόνα του ως μάρτυρα είναι ότι περιέγραψε τα διαδραματισθέντα αποποιούμενος οποιασδήποτε εσφαλμένης αντιμετώπισης των πραγμάτων από τον ίδιο και επιρρίπτοντας την ευθύνη για την όποια «όξυνση» του κλίματος κατά τον επίδικο χρόνο στους ΜΥ1 και ΜΥ2, οι οποίοι δεν είχαν λόγο, όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία τους, να έλθουν σε αντιπαράθεση μαζί του ασκώντας απλά τα καθήκοντα τους κατά την διερεύνηση μιας σοβαρής ποινικής υπόθεσης. Το γεγονός δε ότι δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της υπεράσπισης κάποιες λεπτομέρειες της μαρτυρίας των ΜΥ1 και ΜΥ2 δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η εκδοχή της υπεράσπισης δεν είναι αληθινή, ως ήταν η εισήγηση του κ. Αρτέμη στην γραπτή του αγόρευση. Είναι χαρακτηριστικό της ασυνέπειας της θέσης του ενάγοντα το ότι ενώ κατά την κυρίως εξέταση του υποστήριξε ότι ο ΜΥ2 ενοχλήθηκε αφάνταστα από την παρουσία του ενάγοντα όταν έφθασε στα γραφεία της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού, σε βαθμό μάλιστα που δεν τον άφηνε να υποβάλλει το αίτημα του να είναι παρών κατά τη λήψη της κατάθεσης του πελάτη του, κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι υπέβαλε το αίτημα του «επίσημα» στον ΜΥ2, απαντώντας επίσης σε σχετική υποβολή ότι είναι πολύ πιθανό να ενημέρωσε ο ΜΥ1 τους ανωτέρους του για το σαφές αίτημα του ενάγοντα, το οποίο στη συνέχεια απορρίφθηκε. Ξενίζει επίσης η θέση του ενάγοντα κατά την αντεξέταση του ότι παρόλο που μετέβη στα εν λόγω γραφεία με αποκλειστικό σκοπό να παρευρίσκεται κατά τη λήψη της κατάθεσης του Rony, λόγω της ισχυριζόμενης προηγηθείσας απειλητικής συμπεριφοράς του ΜΥ2, δεν είχε ετοιμαστεί με νομολογία για το θέμα ώστε να αντιμετώπιζε δεόντως τυχόν άρνηση στο αίτημα του, αν και κατά την ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης υποστήριξε ότι η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου αναγνωρίζει σαφέστατα τέτοιο δικαίωμα του. Αναφέροντας ακόμη ότι ήταν βέβαιος ότι δεν του παραχωρήθηκε γραφείο για να συνομιλήσει με τον πελάτη του πριν την έναρξη της κατάθεσης, σε μεταγενέστερη σχετική υποβολή ανέφερε ότι είπε αυτό που θυμάται. Δεν θυμόταν όμως και αρκετά γεγονότα που του υποβάλλοντο κατά την αντεξέταση επιμένοντας ότι ο ίδιος ήταν απόλυτα σωστός έναντι των ΜΥ1 και ΜΥ2, αν και θυμόταν κατά λέξη τις φράσεις που απέδιδε στους μάρτυρες αυτούς στα διάφορα στάδια του συμβάντος. Ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι συνόδευσε τον πελάτη του κατόπιν επιμονής του τελευταίου επειδή είχε τρομοκρατηθεί από τον ΜΥ2 ότι θα του κατακρατούσε το διαβατήριο και θα τον έστελνε πίσω στη χώρα του ελέγχεται εξωπραγματικός δεδομένου ότι, όπως ο ενάγοντας ανέφερε, ο Rony είχε Κυπριακή υπηκοότητα και δεν στέκει στη λογική να υπήρξε τέτοια απειλή, υπό τις περιστάσεις, λόγω του ότι είναι κοινά αποδεκτό ότι ο Rony ήταν από την αρχή συνεργάσιμος με την Αστυνομία και δεν ήταν ύποπτος για τον υπό διερεύνηση φόνο του συνεργάτη του. Όπως εξάλλου υποστήριξαν οι ΜΥ1 και ΜΥ2, και έμεινε αναντίλεκτο, ήταν επιλογή του Rony να μεταβεί τη συγκεκριμένη μέρα για να δώσει κατάθεση επειδή όταν είχε κληθεί τηλεφωνικά από αστυνομικό για το σκοπό αυτό στις 12 του ίδιου μήνα, δεν μπορούσε λόγω του ότι θα ταξίδευε στο εξωτερικό. Περίεργη είναι και η εμμονή του ενάγοντα στο ότι έφθασε στα γραφεία της Αστυνομικής Διεύθυνσης στις 9 π.μ. και όχι στις 9.30 π.μ., όπως του υποβλήθηκε, που ενδεχόμενα οφείλεται στο να δικαιολογήσει γιατί επέμενε να διακοπεί η κατάθεση στις 12.30 μ.μ.. Ανεξήγητη κρίνεται δε η επιμονή του ότι η κατάθεση του Rony δεν άρχισε στις 10.30 π.μ., ενόσω και ο ΜΥ3 ανέφερε ότι η κατάθεση άρχισε στις 10.30 π.μ. και δεν του υποβλήθηκε το αντίθετο. Δεν έχω αμφιβολία ότι ο ΜΕ2 εξέθεσε με ειλικρίνεια όσα περιήλθαν στη αντίληψη του για το επίδικο συμβάν, που όμως προέρχονται από την πληροφόρηση που είχε από τον ενάγοντα. Συνεπώς η μαρτυρία του δεν μπορεί να διαφωτίσει σε σχέση με το τι διεμείφθη κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο, ενώ οι ενέργειες του αφού άκουσε το παράπονο του ενάγοντα δεν έχουν αμφισβητηθεί. Αυτό που εξάγεται από τη μαρτυρία του είναι ότι ο ενάγοντας όταν του μίλησε στο τηλέφωνο ήταν τρομαγμένος και ανήσυχος, με δεδομένη τη θέση του ΜΕ2 κατά την αντεξέταση ότι κάθε άνθρωπος αντιδρά με το δικό του τρόπο σε ότι του συμβαίνει και κάθε υπόθεση διαφέρει. Ωστόσο έχοντας κατά νου όσα ο ενάγοντας εξέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι συνέβησαν, αν και δικαιολογούν κάποια ανησυχία που αντιλήφθηκε ο ΜΕ2, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την ύπαρξη τρόμου. Τα γεγονότα δείχνουν ότι ο ενάγοντας υπέβαλε τον εαυτό του σε αδικαιολόγητη υπερένταση λόγω υπερβολής και θυμού, επειδή δεν έγινε ό,τι ο ίδιος ζητούσε στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού. Από την όλη μαρτυρία του ενάγοντα εξάγεται το συμπέρασμα ότι ο ίδιος αντέδρασε με παράδοξο τρόπο, κάθε άλλο παρά ψύχραιμα και με εχθρική διάθεση όταν δεν έγιναν όσα επιζητούσε από τους ΜΥ1 και ΜΥ2, ενδεχόμενα επειδή ανέμενε ότι θα μπορούσε να τους επιβληθεί, όντας γιος αστυνομικού και νιώθοντας άνεση στα αστυνομικά τμήματα όπως ο ίδιος ανέφερε. Ενδεικτικά της ιδιομορφίας του χαρακτήρα του είναι τα σχόλια του στην προτελευταία παράγραφο του Τεκμηρίου 1 αλλά και πολλές φράσεις που χρησιμοποιούσε κατά την ένορκη μαρτυρία του. Δεν μπορεί να θεωρηθούν αδικαιολόγητοι οι χαρακτηρισμοί των μαρτύρων υπεράσπισης για τον ενάγοντα ως επίμονο, με έντονο, επιτακτικό και προκλητικό ύφος αλλά και ειρωνικό. Ο ενάγοντας επέμενε έντονα να διακοπεί η κατάθεση του πελάτη του μετά τις 12.30 μ.μ.. Αδικαιολόγητα όμως εφόσον ο ίδιος ο πελάτης του δεν ήθελε διακοπή κατά τον χρόνο εκείνο, όπως εξάλλου επιβεβαίωσε και ο ΜΥ3 ότι ο Rony ήθελε να συνεχίσει η κατάθεση και δεν του υποβλήθηκε το αντίθετο. Γεγονός δε παραμένει ότι ο ενάγοντας δεν έδωσε κατάθεση κατά τη διερεύνηση από την Αστυνομία του παραπόνου που ο ίδιος υπέβαλε, όπως φαίνεται και από το Τεκμήριο
  1. Αντίθετα από όσα ο ενάγοντας ισχυρίστηκε, οι ΜΥ1 και ΜΥ2 δεν είχαν λόγο να είναι εριστικοί μαζί του και αμέσως του έδωσαν τα στοιχεία τους όταν ο ενάγοντας τους τα ζήτησε για να τους καταγγείλει, γεγονός που δεν αναφέρει ο ενάγοντας στο Τεκμήριο
  2. Εφόσον ο ενάγοντας απεχώρησε από την Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού έχοντας τα στοιχεία των δυο αστυνομικών δεν είχε λόγο να φοβάται για την σωματική του ακεραιότητα ή να είναι τρομοκρατημένος. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι προσεβλήθη από την συμπεριφορά των ΜΥ1 και ΜΥ2 στην παρουσία του πελάτη του και των πολιτών και αστυνομικών που διακινούντο στην εν λόγω Διεύθυνση, πέραν του ότι δεν δόθηκε μαρτυρία από τον Rony ή άλλους παρόντες εκτός των μαρτύρων υπεράσπισης, η μαρτυρία που δόθηκε από τους μάρτυρες υπεράσπισης με βάση τις φωτογραφίες, Τεκμήρια 23 Α και 23 Β, για τη θέση και τη διάταξη των γραφείων παρέμεινε αναντίλεκτη και από αυτή συνάγεται ότι ο συγκεκριμένος χώρος είναι περίκλειστος και μη ορατός από τους άλλους ορόφους ή γραφεία της Διεύθυνσης. Δεν συμφωνώ με την εισήγηση του κ. Αρτέμη ότι ο ΜΥ1 ενώ είχε αναφέρει την ύπαρξη κάγκελου έξω από τα γραφεία του Τ.Α.Ε. μεταγενέστερα διαφοροποίησε τη θέση του, καθότι ο ΜΥ1 κατά την αντεξέταση του σε σχετικές ερωτήσεις περιέγραψε με σαφήνεια τον χώρο και όταν του επιδείχθηκαν οι φωτογραφίες επεξήγησε που ακριβώς έλαβαν χώρα τα επίδικα γεγονότα. Επισημαίνεται ότι οι φωτογραφίες αυτές κατατέθηκαν κατά την αντεξέταση του ΜΥ1 και εκτός των υποβολών που έγιναν στους μάρτυρες υπεράσπισης δεν δόθηκε μαρτυρία από τον ενάγοντα που να υποστηρίζει την εκδοχή του για την διάταξη του χώρου με βάση τις εν λόγω φωτογραφίες. Η θέση του κ. Αρτέμη στην γραπτή του αγόρευση ότι αναγκάστηκε η πλευρά του ενάγοντα να παρουσιάσει τις φωτογραφίες στο προαναφερθέν στάδιο επειδή το θέμα προέκυψε κατά την μαρτυρία του ΜΥ1, δεν μπορεί να γίνει δεκτή καθότι το θέμα διάταξης του χώρου είχε εγερθεί από τον ίδιο τον ενάγοντα, ο οποίος μάλιστα κατά την επανεξέταση του περιέγραψε τον συγκεκριμένο χώρο χωρίς να αναφερθεί στην ύπαρξη φωτογραφιών του χώρου αυτού. Ως προς το λόγο που ο Rony δεν προσήλθε να καταθέσει ως μάρτυρας, κάθε πλευρά προώθησε την δική της εκδοχή. Ωστόσο τα υποστηριχθέντα αποτελούν εικασίες και δεδομένου ότι δεν έχει δοθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία από τον ίδιο, δεν θα ήταν ορθό να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα για τη θέση του Rony σε σχέση με το παράπονο του ενάγοντα ούτε και η απουσία του ως μάρτυρα μπορεί να οδηγήσει σε επιβεβαίωση της εκδοχής οποιασδήποτε πλευράς για το τι έγινε κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο. Εν πάση δε περιπτώσει, εφόσον ο Rony δεν ήταν ύποπτος για την διερευνώμενη υπόθεση φόνου το γεγονός ότι δεν του προσήφθησαν οποιεσδήποτε κατηγορίες δεν μπορεί να εκληφθεί ότι ενισχύει ή επιβεβαιώνει την εκδοχή του ενάγοντα. Από την άλλη τόσο οι ΜΥ1 και ΜΥ2 όσο και ο ΜΥ3 ήταν σαφείς, θετικοί και συνεπείς στη θέση τους εκθέτοντας με λεπτομέρεια όσα αφορούσαν το όλο συμβάν και έχω πεισθεί για την ορθότητα όσων υποστήριξαν. Ειδικότερα ο ΜΥ1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας, δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις και η μαρτυρία του αποτελεί κατά την αντίληψη μου την πλήρη, ορθή και αντιπροσωπευτική περιγραφή των διαδραματισθέντων σε όση έκταση ο ίδιος αντιλήφθηκε. Όσον αφορά τον ΜΥ2 δεν έχω αμφιβολία ότι ήταν ειλικρινής και αποκάλυψε όσα περιήλθαν στη αντίληψη του χωρίς προσπάθεια να αποκρύψει οτιδήποτε. Η συνέπεια της θέσης του προβάλλει από όλες τις γραπτές αναφορές που έκανε για το συμβάν από τη στιγμή που υποβλήθηκε το παράπονο του ενάγοντα στον Αρχηγό Αστυνομίας και καταδείχθηκε κατά τη ένορκη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, όπου και παρουσίασε όλα τα σχετικά στοιχεία όπως του ζητήθηκε. Προσεκτική εξέταση της μαρτυρίας των μαρτύρων αυτών δείχνει ότι κανένα από τα σημεία που θίγει ο συνήγορος του ενάγοντα στην γραπτή του αγόρευση με την εισήγηση ότι δείχνουν την αναλήθεια της θέσης της υπεράσπισης δεν μπορεί να ευσταθήσει, ούτε και διαφοροποιείται η εντύπωση που δημιουργήθηκε στο Δικαστήριο για την ειλικρίνεια τους. Αντίθετα επιβεβαιώνεται η θέση τους λόγω της άμεσης καταγραφής των γεγονότων στο Ημερολόγιο Συμβάντων την ίδια ημέρα και ώρα 14.00, δηλαδή προτού ο ενάγοντας προβεί στη γραπτή καταγγελία εναντίον τους αλλά και πριν καν υποβάλλει μέσω τηλεφώνου το παράπονο του στον ΜΕ
  3. Ο ΜΥ2 αρνήθηκε ρητά ότι απείλησε ή προσέβαλε τον Rony σε οποιαδήποτε συνάντηση μαζί του πριν την επίδικη ημερομηνία ούτε και διεφάνη ότι ήταν προσβλητικός έναντι του ενάγοντα ή εκφόβισε αυτόν σε οποιοδήποτε στάδιο της υπόθεσης. Δεν έχω επίσης αμφιβολία ότι ο ΜΥ3 ανέφερε με ειλικρίνεια όσα είχε δυνατότητα να αντιληφθεί κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο και η μαρτυρία του είναι αποδεκτή. Η διαφορά που εντοπίζεται στη μαρτυρία του ΜΥ3 σε σχέση με το πώς βρέθηκε η κάρτα του ΜΥ2 στο γραφείο κάθε άλλο παρά πλήττει την αξιοπιστία των μαρτύρων υπεράσπισης. Όπως εξήγησε ο ΜΥ3 αντιλήφθηκε από την θέση που βρισκόταν ότι ο δικηγόρος δεν έπαιρνε την κάρτα του ΜΥ2 και ο τελευταίος την άφησε στο γραφείο, ενώ οι ΜΥ1 και ΜΥ2 ανέφεραν ότι ο ενάγοντας πήρε μεν την κάρτα του ΜΥ2 αλλά την πέταξε στο γραφείο. Σημασία έχει ότι ο ΜΥ3, που δεν είχε λόγο να αποκρύψει οτιδήποτε από το Δικαστήριο, ήταν απόλυτος ότι ο ΜΥ2 δεν προσπάθησε να τοποθετήσει δια της βίας την κάρτα του στην τσέπη του πουκαμίσου του ενάγοντα και ο σχετικός ισχυρισμός του ενάγοντα δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Τα κατατεθέντα Τεκμήρια που αφορούν τα δημοσιεύματα στον Τύπο και τις ανακοινώσεις και επιστολές του Δικηγορικού Συλλόγου που ήταν αποτέλεσμα της πληροφόρησης αυτών που τα συνέταξαν από τον ενάγοντα, όπως αποδέχθηκε ο ίδιος, δεδομένου ότι οι ΜΥ1 και ΜΥ2 δεν είχαν οποιαδήποτε επικοινωνία με δημοσιογράφους ή δικηγόρους για το θέμα, δεν μπορούν, ως είναι ευνόητο, να οδηγήσουν σε συμπεράσματα υποστηρίζοντα την εκδοχή του ενάγοντα. Αναμφίβολα το όλο συμβάν ήλθε σε γνώση του Δικηγορικού Συλλόγου και των δημοσιογράφων με πρωτοβουλία του ενάγοντα. Παρά την προσπάθεια του ενάγοντα να υποστηρίξει ότι το θέμα είχε γίνει γνωστό λόγω της σοβαρότητας του, δεν μου διαφεύγει ότι ενώ στην κυρίως εξέταση του ο ενάγοντας υποστήριξε ότι ένας δημοσιογράφος είχε πληροφορηθεί το συμβάν και τον ρώτησε τι είχε συμβεί, κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν θυμόταν αν επικοινώνησε αρχικά ο ίδιος με τον δημοσιογράφο ή του τηλεφώνησε εκείνος. Με βάση την αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας αποτελεί εύρημα μου ότι τα αμφισβητούμενα γεγονότα διαδραματίσθηκαν όπως περιγράφηκαν από τους μάρτυρες υπεράσπισης. Συγκεκριμένα στις 18.8.2004 και περί ώρα 9.30 π.μ. ο ενάγοντας συνόδευσε τον πελάτη του Rony στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Λεμεσού, όπου ο τελευταίος είχε κληθεί για να δώσει κατάθεση ως μάρτυρας σε διερευνώμενη υπόθεση φόνου συνεργάτη του λόγω των οικονομικών τους συναλλαγών. Το αίτημα του ενάγοντα να είναι παρών κατά τη λήψη της κατάθεσης του πελάτη του, που ως είχε προβάλλει ο ενάγοντας βασιζόταν σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, την οποία δεν παρουσίασε αν και του ζητήθηκε, απορρίφθηκε κατόπιν οδηγιών που έλαβαν οι ΜΥ1 και ΜΥ2 από τους ανωτέρους τους και αναφέρθηκε στον ενάγοντα ότι θα μπορούσε να συμβουλεύσει τον πελάτη του πριν ή κατά τη διάρκεια της κατάθεσης για οποιοδήποτε θέμα επιθυμούσε. Αφού ενημερώθηκε ο ενάγοντας για το περιεχόμενο των ερωτήσεων της κατάθεσης που προβλέπετο ότι θα ήταν μακροσκελής, του παραχωρήθηκε, κατόπιν αιτήματος του, γραφείο όπου και συνομίλησε ιδιαιτέρως με τον πελάτη του και στη συνέχεια ο ενάγοντας δήλωσε στους ΜΥ1 και ΜΥ2 ότι ο πελάτης του ήταν πρόθυμος να δώσει την κατάθεση του. Στις 10.30 π.μ. άρχισε η λήψη της κατάθεσης του Rony στην Αραβική γλώσσα με τη βοήθεια του ΜΥ3 που εκτελούσε χρέη μεταφραστή. Στον ενάγοντα υποδείχθηκε από τον ΜΥ1, κατόπιν αιτήματος του, μέρος εντός της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού να παραμείνει καθώς και περίπτερο απέναντι. Στις 12.30 μ.μ. ο ενάγοντας συνάντησε τον ΜΥ1 στον διάδρομο του γραφείου σοβαρού εγκλήματος και του ζήτησε να διακοπεί η κατάθεση για να ξεκουραστεί ο πελάτης του. Ο ΜΥ1 μετέβη στο γραφείο που δινόταν η κατάθεση, ακολουθούμενος από τον ενάγοντα, ο οποίος επέμενε στη θέση του για διακοπή της κατάθεσης, και ρώτησε τον Rony αν ήθελε να διακόψει για φαγητό. Ο Rony απάντησε στον ΜΥ1 ότι ήθελε να συνεχίσει η κατάθεση. Ενώ ο ΜΥ1 πληροφορούσε τον ενάγοντα για την επιθυμία του πελάτη του να συνεχίσει την κατάθεση, ο ενάγοντας κάνοντας νόημα και φωνάζοντας στον Rony να βγει από το γραφείο για να του μιλήσει, επέμενε ότι η κατάθεση θα διακοπεί. Κατόπιν συζήτησης με τον ΜΥ1, ο ενάγοντας του ζήτησε τα στοιχεία του για να τον καταγγείλει, τα οποία και κατέγραψε, ενώ η κατάθεση στο μεταξύ είχε διακοπεί εφόσον ο Rony είχε βγει από το γραφείο και συνομιλούσε με τον ενάγοντα. Ο ΜΥ1 ενημέρωσε τον ΜΥ2 για το θέμα και όταν ο τελευταίος μετέβη στο μέρος ακολούθησε συζήτηση του με τον ενάγοντα. Ο ΜΥ2 εξήγησε στον ενάγοντα ότι εφόσον ο πελάτης του επιθυμούσε να συνεχίσει την κατάθεση δεν έπρεπε ο ίδιος να επιμένει να διακοπεί. Ο ενάγοντας απάντησε ότι έπρεπε να διακοπεί για να δοθεί η ευκαιρία στον πελάτη του να φάει. Ο ΜΥ2 είπε στον ενάγοντα ότι μπορούσε να διακοπεί η κατάθεση αλλά ο πελάτης του έπρεπε να παραμείνει στο χώρο της Αστυνομίας και να φάει ό,τι ήθελε, ενώ ο ενάγοντας επέμενε να φύγει ο πελάτης του από τα γραφεία της Αστυνομίας και να επιστρέψει, αφού ξεκουραστεί, την ίδια ή την επομένη ημέρα. Ο ΜΥ1 ρώτησε ξανά τον Rony, στην παρουσία του ενάγοντα και του ΜΥ2, κατά πόσο ήθελε να διακοπεί η κατάθεση και αυτός απάντησε ότι ήθελε να συνεχισθεί η κατάθεση ζητώντας από τον ενάγοντα να φύγει από την Αστυνομία. Στη συνέχεια ο ΜΥ2 ανέφερε στον ενάγοντα ότι η κατάθεση θα συνεχιζόταν και αν ο ίδιος επιθυμούσε μπορούσε να αποχωρήσει. Ο ενάγοντας τότε είπε στον ΜΥ2 ότι θα τον κατάγγελε λόγω της συμπεριφοράς του και ο ΜΥ2 του ανέφερε τα στοιχεία του και του έδωσε την επαγγελματική του κάρτα, την οποία ο ενάγοντας πέταξε στο γραφείο λέγοντας του ότι θυμόταν το όνομα του και δεν ήθελε την κάρτα του. Ο ενάγοντας απεχώρησε, η κατάθεση συνεχίστηκε και ο ΜΥ1, με οδηγίες του ΜΥ2, κατέγραψε καταχώρηση για το συμβάν στο Ημερολόγιο Συμβάντων του Τ.Α.Ε. Λεμεσού (Τεκμήριο 24). Η κατάθεση του Rony ολοκληρώθηκε στις 20.15 της ίδιας ημέρας με εικοσάλεπτη διακοπή. Παρόλο που οι ΜΥ1 και ΜΥ2 συμπεριφέρθηκαν φυσιολογικά και με ευπρέπεια στον ενάγοντα, ο τελευταίος προέβη σε παράπονο εναντίον τους, αρχικά προς τον ΜΕ2, και στη συνέχεια με την επιστολή του ημερομηνίας 20.8.2004 προς τον Αρχηγό Αστυνομίας (Τεκμήριο 1), την οποία ακολούθησαν οι επιστολές της Αστυνομίας (Τεκμήρια 2 και 3) και η Αστυνομική Ανακοίνωση ημερομηνίας 4.9.2004 (Τεκμήριο 4) λόγω δημοσιευμάτων στον τύπο και ανακοίνωσης του Δικηγορικού Συλλόγου Λευκωσίας αλλά και η καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων του Δικαστηρίου κρίνεται ότι ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει ότι η συμπεριφορά και οι ενέργειες των ΜΥ1 και ΜΥ2 κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο ήταν παράνομες και προσέβαλαν τα συνταγματικά του δικαιώματα ως και αυτά που κατοχυρώνονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση. Κατά συνέπεια δεν τίθεται θέμα επιδίκασης αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι υπέστη οποιαδήποτε ζημιά από πράξεις ή παραλείψεις των εν λόγω αστυνομικών και θα είχε θεωρητική σημασία η οποιαδήποτε αναφορά στη νομολογία, την οποία επικαλέστηκε ο συνήγορος του ενάγοντα. Ως προς δε τις υποθέσεις Murray v. United Kingdom
(1996)22 E.H.R.R. 29, Averill v. United Kingdom
(2001)31 E.H.R.R. 36 και Brennan v. United Kingdom
(2002)34 E.H.R.R. 18, όπως ορθά εισηγήθηκε η κα Χούρη, αφορούν τα δικαιώματα υπόπτων που είχαν συλληφθεί από την Αστυνομία και πραγματεύονται το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο σε τέτοιες περιπτώσεις, με αποτέλεσμα να μην έχουν σχέση με την παρούσα υπόθεση, όπου αφενός ο Rony δεν συνελήφθη ούτε ήταν ύποπτος για την διερευνώμενη υπόθεση φόνου και αφετέρου του είχε παρασχεθεί η δυνατότητα να συνομιλήσει με τον ενάγοντα, όπως και έγινε, πριν την έναρξη της κατάθεσης του. Δεν μπορεί επίσης να υποστηριχθεί ότι τα λεχθέντα στις εν λόγω υποθέσεις δικαιολογούν το αίτημα του ενάγοντα να είναι παρών κατά τη λήψη της κατάθεσης του πελάτη του από τις αστυνομικές αρχές ανεξάρτητα από το αν ο ενάγοντας είχε επικαλεστεί τέτοιο δικαίωμα με βάση αυτές τις υποθέσεις ή αν τις παρουσίασε στους ΜΥ1 και ΜΥ2. Κατά συνέπεια η αξίωση του ενάγοντα στην παρούσα υπόθεση για έκδοση δηλωτικής απόφασης ως προς το δικαίωμα του να παρευρίσκεται με τον πελάτη του όταν αυτός έδινε κατάθεση αλλά και ότι η παρεμπόδιση του προς τούτο παραβιάζει το συνταγματικό του δικαίωμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση, πέραν του ότι έχει θεωρητική σημασία λόγω του χρόνου που ζητήθηκε, δεν μπορεί να επιτύχει και παραμένει αστήρικτη υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα και ενόψει της ισχύουσας νομοθεσίας κατά τον επίδικο χρόνο. Παρομοίως θεωρητική σημασία έχει και η αξίωση του ενάγοντα για έκδοση δηλωτικής απόφασης περί του ότι νόμιμα ζήτησε την παροχή διαλείμματος στον πελάτη του, δεδομένου ότι όπως προέκυψε από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, ο ίδιος ο Rony δεν επιθυμούσε διακοπή της κατάθεσης του κατά τον χρόνο εκείνο. Τέλος, τα σχόλια για την συμπεριφορά του ενάγοντα ως δικηγόρου στην υπόθεση Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612, στα οποία αναφέρθηκε η κα Χούρη δεν θα ήταν ορθό να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση, στην οποία ο ενάγοντας σε όλα τα στάδια της διαδικασίας επέδειξε σωστή συμπεριφορά ως διάδικος. Με βάση όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση του στο πλαίσιο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις. Ως εκ τούτου η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται εναντίον του ενάγοντα και υπέρ του εναγόμενου. (Υπ.)........... Λ. Καουτζάνη. Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.