← Κύπρος

Επί της αφορώσι των Εφεσείοντα Σοφιανό Σοφιανού, Γενική Έφεση: 46/08 Επί της αφορώσι τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 και 68/87, 13 Ιανουαρί

Επί της αφορώσι των Εφεσείοντα Σοφιανό Σοφιανού, Γενική Έφεση: 46/08 Επί της αφορώσι τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 και 68/87, 13 Ιανουαρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαδοπούλου, Ε. Δ. Γενική Έφεση: 46/08 Επί της αφορώσι τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 και 68/87 Και Επί της αφορώσι των Εφεσείοντα Σοφιανό Σοφιανού Και Επί της αφορώσι τους Εφεσίβλητους Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λευκωσίας Λτδ - Έγκωμη Ημερομηνία: 13 Ιανουαρίου, 2010. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Εφεσείοντα: Η κα Νικολάου Για τους Εφεσίβλητους: Ο κ. Μαμαντόπουλος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ Α Π Ο Φ Α Σ Η Την 7.2.2008 ο Εφεσείοντας καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενική Έφεση με την οποία ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να κηρύττεται άκυρη και/ή εσφαλμένη και/ή αντικανονική και/ή παράνομη και/ή ακυρώσιμη η απόφαση του Διαιτητή κ. Σωτήρη Ευαγγέλου ημερ. 18.1.2008 που εκδόθηκε προς όφελος των Εφεσίβλητων. Οι Εφεσίβλητοι καταχώρησαν Ένσταση στην Αίτηση, ισχυριζόμενοι ότι η απόφαση είναι καθ' όλα έγκυρη και νόμιμη. Μετά από τροποποιήσεις, την 18.5.2009 διαμείφθηκαν τα ακόλουθα, τα οποία και παραθέτω αυτούσια: «κ. Μαμαντόπουλος: Δεδομένου του ότι θεωρώ ότι ο Διαιτητής έχει δικαίωμα εμφάνισης, ζητώ άδεια να καταχωριστεί ένορκη δήλωση αυτού». κα Νικολάου: Δεν έχω ένσταση. Δικαστήριο: Δίδεται άδεια καταχώρησης της Ένορκης Δήλωσης του Διαιτητή ημερομηνίας 14.5.2009». Όντως, η Ένορκη Δήλωση του κ. Σωτήρη Ευαγγέλου καταχωρίστηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου. Παρά τα πιο πάνω, την 2.10.2009 η κα Νικολάου δήλωσε ότι θέση της είναι ότι ο διαιτητής δεν έχει δικαίωμα να δίδει μαρτυρία. Αντίθετη ήταν η θέση του κ. Μαμαντόπουλου, και κατόπιν αιτήματος των συνηγόρων, δόθηκε σε αυτούς το δικαίωμα να αγορεύσουν επί του σημείου του κατά πόσο ο διαιτητής δικαιούται να καταχωρήσει Ένορκη Δήλωση στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Η κα Νικολάου, αγορεύοντας, εισηγήθηκε ότι, έστω και αν η εν λόγω ένορκη δήλωση καταχωρίστηκε χωρίς ένσταση από την πλευρά του Εφεσείοντα, εν' τούτοις το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να την λάβει υπ' όψιν, καθότι ο διαιτητής, στην άσκηση των καθηκόντων του πρέπει να είναι αμερόληπτος, και δεν μπορεί να παρέμβει στην διαδικασία άσκησης έφεσης και να δίνει μαρτυρία η οποία να στηρίζει την Ένσταση του Εφεσίβλητου. Με την καταχώρηση της ένορκου δηλώσεως, ήταν η εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου, ο διαιτητής κατέστη διάδικος, πράγμα αντικανονικό. Αντίθετη ήταν η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για τους Εφεσίβλητους, ο οποίος εισηγήθηκε ότι δεν απαιτείται άδεια από το Δικαστήριο για καταχώρηση ένορκης δήλωσης εκ μέρους του διαιτητή, γιατί η διαδικασία γίνεται με βάση τις πρόνοιες του αρ. 52

(4)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν. 22/85, εν πάση όμως περιπτώσει, έχει ήδη δοθεί η σχετική άδεια αφού η πλευρά του Εφεσείοντα δεν έφερε ένσταση. Πέραν τούτου, εισηγήθηκε ότι ο Διαιτητής έχει δικαίωμα να παρέμβει στην διαδικασία όταν, σύμφωνα με το άρθρο 20 του περί Διαιτησίας Νόμου αποδίδεται σε αυτόν κακός χειρισμός. Παρέπεμψε, προς υποστήριξη των εισηγήσεων του, και σε σχετικές αυθεντίες, Το άρθρο 52
(4)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν. 22/85προβλέπει απλά ότι οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του διαιτητή δύναται να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο. Συνεπώς, καμία βοήθεια δεν παρέχει ως προς το κατά πόσο θα πρέπει να επιτραπεί στον διαιτητή να καταχωρίσει ένορκη δήλωση στην υπό εξέταση διαδικασία. Ούτε, όμως, και οι πρόνοιες του άρθρου 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου στο οποίο παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Εφεσίβλητο παρέχουν κάποια καθοδήγηση, αφού, και αν ήθελε θεωρηθεί ότι τυγχάνει εφαρμογής στην υπό εξέταση περίπτωση, το προαναφερόμενο άρθρο απλά θεσμοθετεί την εξουσία του Δικαστηρίου να ακυρώσει διαιτητική απόφαση υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Αρχικά αναφέρω ότι δεν συμφωνώ με την θέση του κ. Μαμαντόπουλου, όπως αυτή εκφράστηκε στο πρακτικό ημερομηνίας 18.5.2009, ότι ο Διαιτητής έχει δικαίωμα εμφάνισης στην διαδικασία, αφού δεν είναι διάδικος. Δεν πρόκειται εδώ για την περίπτωση αίτησης για απομάκρυνση διαιτητή κατά την διάρκεια διεξαγωγής της διαιτησίας όπου, σύμφωνα με την Νομολογία, δεδομένου του ότι αυτός επηρεάζεται από το αποτέλεσμα της αίτησης, παρέχεται συναφώς και σε αυτόν το δικαίωμα να ακουστεί (βλ. Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd,
(1998)1 Α.Α.Δ. 1978). Αυτό που θα εξετάσω με την παρούσα είναι απλά το κατά πόσο ο διαιτητής δύναται να δώσει μαρτυρία στα πλαίσια της διαδικασίας. Σημαντικό, για σκοπούς της παρούσας απόφασης μου, θεωρώ το γεγονός ότι, από ανάγνωση της Γενικής Έφεσης και της Ένορκης Δήλωσης του Εφεσείοντα, αυτό που προβάλλεται από τον Εφεσείοντα ως ουσιαστικός λόγος για τον παραμερισμό ή ακύρωση της απόφασης του διαιτητή είναι ο ισχυρισμός ότι αυτός δεν έδωσε στον Εφεσείοντα οδηγίες για καταχώρηση γραπτώς της απαίτησης και της υπεράσπισης. Επίσης, στην συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση του Εφεσείοντα ημερ. 11.5.2009 προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι εμφανίστηκε ενώπιον του διαιτητή κατά την ακροαματική διαδικασία και διατύπωσε τις ενστάσεις του, αλλά ο διαιτητής δεν κατέγραψε αυτές. Είναι η θέση του Εφεσείοντα ότι δεν παρέμεινε σιωπηλός κατά την ακροαματική διαδικασία, αλλά αντιθέτως επέμενε να καταγραφεί η θέση του και η ένσταση του, δεν βρήκε, όμως, ανταπόκριση από τον διαιτητή. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Russell on Arbitration, 16η έκδοση, σελ. 329 στο οποίο παρέπεμψε και ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Εφεσίβλητους, ο διαιτητής δύναται να προβεί σε ένορκη δήλωση σε σχέση με το τι διαμείφθηκε ενώπιον του, ποία θέματα ηγέρθησαν προς εξέταση, αλλά δεν δύναται να αναφέρει τι έλαβε υπ' όψιν του κατά την έκδοση απόφασης, ούτε και τι πρόθεση είχε. Μπορεί επίσης να κάνει αναφορά σε κάποιο λάθος στο οποίο τυχόν έχει υποπέσει[1]. Έχω μελετήσει περαιτέρω την απόφαση στην αίτηση για άδεια καταχώρησης Certiorari του Σωτήρη Δημοσθένους
(2000)1 Α.Α.Δ. 1699, στην οποία επίσης παρέπεμψε ο κ. Μαμαντόπουλος, όπου είναι γεγονός ότι προκύπτει ότι ο διαιτητής στην περίπτωση εκείνη κατέθεσε ένορκη δήλωση. Η προαναφερόμενη απόφαση, όμως, δεν εξετάζει το επίδικο ζήτημα, και άρα δεν παρέχει κάποια σημαντική καθοδήγηση. Στην υπό εξέταση περίπτωση είναι η κατάληξη μου ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραγνωρίσει την Ένορκη Δήλωση του διαιτητή. Αφ' ενός, αυτή καταχωρίστηκε στον φάκελο κατόπιν αιτήματος του Εφεσίβλητου χωρίς προβολή ενστάσεως εκ μέρους της πλευράς του Εφεσείοντα. Αφ' ετέρου, ο διαιτητής στην ένορκη δήλωση του αυτή αναφέρεται απλά σε γεγονότα που διαμείφθηκαν ενώπιον του, τα οποία μάλιστα είναι επίδικα στην υπό εξέταση περίπτωση, παρέχοντας μάλιστα τοιουτοτρόπως και το δικαίωμα στον Εφεσείοντα να τον αντεξετάσει. Εν πάση περιπτώσει, δεδομένου ότι η ουσία της υπόθεσης περιστρέφεται γύρω από το κατά πόσο όντως ο Εφεσέιοντας προέβαλε ενστάσεις και διαφωνίες οι οποίες ούτε καταγράφησαν, αλλά ούτε και εξετάστηκαν, και δεδομένου του ότι η διαδικασία σε τέτοιες υποθέσεις περιορίζεται σε ένορκες δηλώσεις, θεωρώ ότι θα πρέπει να επιτραπεί στον διαιτητή να προβεί στην επίδικη ένορκη δήλωση, αφού δεν παρέχεται κάποιος άλλος ουσιαστικός τρόπος στον Εφεσίβλητο να αντικρούσει τους ισχυρισμούς τους Εφεσείοντα. Των πιο πάνω δεδομένων, η καταχώρηση της Ενόρκου Δηλώσεως του Διαιτητή ημερ. 14.5.2009 επιτρέπεται. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας θεωρώ ορθό όπως ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της Έφεσης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............... Μ. Παπαδοπούλου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] "The arbitrator may make an affidavit as to
(1)what passed before him, and
(2)what matters were presented to him for consideration and other matters of a similar kind, but he must not state what passed in his mind when coming to his decision on the matters submitted to him, nor may he explain his intention in awarding in a particular manner (in cross - examination of an arbitrator rather greater latitude is permissible). The arbitrator may also state on affidavit any mistake he has made and that he desires the matters to be remitted to him, or that he has made no mistake. He may also state the principle upon which he has acted." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.