← Κύπρος

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ιωάννη Ποντίκη κ.α., Αρ. Αγωγής: 4060/2009, 14 Ιανουαρίου, 2010

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ιωάννη Ποντίκη κ.α., Αρ. Αγωγής: 4060/2009, 14 Ιανουαρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4060/2009 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και

  1. Ιωάννη Ποντίκη
  2. Γεωργίου Ανδρέου
  3. Στάλως Μαρουδή
  4. Ιωάννη Νικολάου Εναγομένων --------------------- Αίτηση ημερ. 11.9.2009 για συνοπτική απόφαση Ημερομηνία: 14 Ιανουαρίου, 2010 Για αιτητές- ενάγοντες: κα Α. Λιβέρα Για καθ΄ ων η αίτηση-εναγομένους: κ. Α. Αργυριάδης Απόφαση για την αίτηση ημερ. 11.9.2009 Με την παρούσα αίτηση οι αιτητές επιζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον όλων των εναγομένων. Σύμφωνα με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, η αξίωση είναι για €5.062,32 πλέον τόκους προς 10,75% από 29.5.2009 επί €4.936,01 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές τον χρόνο, πλέον έξοδα. Η απαίτηση βασίζεται σε οφειλόμενο υπόλοιπο δανείου που παραχωρήθηκε στον εναγόμενο 1, με την εγγύηση των εναγομένων 2,3 και 4, δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερ. 22.7.
  5. Οι εναγόμενοι καταχώρισαν Σημείωμα Εμφάνισης στις 31.8.2009 και Υπεράσπιση στις 3.9.2009, ενώ οι ενάγοντες καταχώρισαν την υπό εξέταση αίτηση για συνοπτική απόφαση εναντίον τους στις 11.9.
  6. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του κ. Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού, ο οποίος μεταξύ άλλων αναφέρει ότι είναι υπάλληλος των εναγόντων στο τμήμα προβληματικών λογαριασμών, έχει θετική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης, κατέχει και φυλάττει όλα τα σχετικά έγγραφα, παρακολουθεί τη διακίνηση του σχετικού λογαριασμού και ετοίμασε την κατάσταση του επίδικου λογαριασμού, την οποία και προσυπογράφει μαζί με τον διευθυντή του. Ακολούθως πιστοποιεί τα οφειλόμενα ποσά και επισυνάπτει όλα τα σχετικά έγγραφα, όπως το έγγραφο έγκρισης του δανείου εκ Λ.Κ. 7000 ημερ. 21.7.2005 το οποίο έγινε αποδεκτό από τον εναγόμενο 1, τη γραπτή συμφωνία ημερ. 22.7.2005 η οποία διέπεται από τον Περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο για το δάνειο με ενσωματομένη εγγύηση, επιστολές των εναγόντων ημερ. 9.2.2009 και 29.5.2009 προς ένα έκαστο των εναγομένων σε σχέση με την καθυστέρηση πληρωμής δόσεων και τον τερματισμό του δανείου, καθώς και την κατάσταση λογαριασμού. Αναφέρει ότι το χρέος υφίσταται και εξακολουθεί να παραμένει απαιτητό, ότι οι ενάγοντες απέστελλαν ανελλιπώς στους εναγομένους μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού και ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση. Οι εναγόμενοι καταχώρισαν ένσταση στις 21.9.2009 και προβάλλουν, όπως συνοψίζω πιο κάτω, τους ακόλουθους λόγους:

(1)Η αίτηση είναι αβάσιμη και τα γεγονότα δεν συνηγορούν υπέρ της έκδοσης συνοπτικής απόφασης
(2)Η ένορκη δήλωση της αίτησης δεν πληροί τις προϋποθέσεις των Διαταγών 18 και 39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας
(3)Ο ενόρκως δηλών δεν προσδιορίζει με σαφήνεια την πηγή της γνώσης του και δεν μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ότι η γνώση του είναι απόρροια ιδίας αντίληψης
(4)Η ένορκη δήλωση είναι παράτυπη και/ή αντινομική σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας
(5)Το ποσό που αξιώνεται δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και είναι προϊόν παράνομου ανατοκισμού
(6)Οι ενάγοντες παράνομα και αυθαίρετα προέβησαν σε υπερχρεώσεις και/ή χρέωσαν τον λογαριασμό των εναγομένων με ποσά που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα
(7)Οι εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση ως προς την ουσία της υπόθεσης. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του εναγομένου 1, ο οποίος δηλώνει ότι ο ενόρκως δηλών εκ μέρους των αιτητών δεν γνωρίζει τον ίδιο και δεν ήταν παρών σε οποιαδήποτε συμφωνία δανείου ή εγγύησης, την οποία εν πάση περιπτώσει αρνείται, ούτε και είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της αγωγής, ούτε και φαίνεται πουθενά η υπογραφή του στα τεκμήρια που επισυνάπτει. Ο εναγόμενος 1 δηλώνει επιπλέον ότι έχει πολύ καλή βάση υπεράσπισης και πολύ καλή συζητήσιμη υπόθεση ως προς την ουσία της υπόθεσης. Αναφέρει επίσης ότι, όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, «οι ενάγοντες παράνομα και αυθαίρετα προέβηκαν σε επέμβαση στο σχετικό λογαριασμό της υπό αναφορά κάρτας και προέβηκαν σε υπερχρέωση επιβαρύνσεις και ανατοκισμό και χωρίς επίσης να προβούν σε σχετική κεφαλαιοποίηση προηγουμένως» καθώς επίσης «χρέωναν συχνά πυκνά το λογαριασμό της κάρτας» του με ποσά που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Δηλώνει επίσης ότι οι ενάγοντες ουδέποτε του γνωστοποίησαν τερματισμό του «Συμβολαίου της Πιστωτικής κάρτας». Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Νομική Πτυχή Οι πρόνοιες της Δ.18, θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση για συνοπτική απόφαση, αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα υποθέσεων και η σχετική νομολογία είναι διαχρονικά πάγια [1] . Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σε καθαρές υποθέσεις και αφού ικανοποιηθούν τα κριτήρια της Δ.18 θ.1(α), τα οποία είναι τα ακόλουθα:
(1)Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο βάσει της Δ.2 θ.6
(2)Ο εναγόμενος πρέπει να έχει καταχωρίσει εμφάνιση στην αγωγή
(3)Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να προέρχεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά αναφορικά με τα γεγονότα, επαληθεύοντας τη βάση της αγωγής και το απαιτούμενο ποσό, και να δηλώνει ρητά ότι, απ' ό,τι πιστεύει, δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η τήρηση των προϋποθέσεων αυτών σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, η δε μη ικανοποίησή τους στερεί το Δικαστήριο από τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Ακολούθως, εάν ο ενάγων ικανοποιήσει τα κριτήρια αυτά, το βάρος απόδειξης μετατοπίζεται στον εναγόμενο, ο οποίος θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι:
(1)έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή
(2)αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Σκοπός της Δ.18 είναι να δώσει τη δυνατότητα στον ενάγοντα να επιτύχει συνοπτική απόφαση χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης, αν μπορεί να αποδείξει την υπόθεσή του και αν ο εναγόμενος δεν μπορέσει να προβάλει μια καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει ζήτημα κατά της απαίτησης, το οποίο πρέπει να δικαστεί. Απόφαση δυνάμει της Δ.18 πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις που καθορίζει η Διαταγή αυτή και μόνο σε περιπτώσεις όπου προκύπτει ξεκάθαρα ότι ο εναγόμενος στερείται υπεράσπισης. Η όλη δικαιοδοσία πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή, ώστε να μην αφαιρεί από διάδικο το δικαίωμα να εγείρει υπεράσπιση. Άδεια για υπεράσπιση πρέπει να παρέχεται στον εναγόμενο ακόμα και όταν διαφαίνεται ότι δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας. Γενικές αρνήσεις και αόριστοι, ατεκμηρίωτοι ή γενικοί ισχυρισμοί του εναγομένου στην ένορκη δήλωσή του, όμως, δεν είναι επαρκείς. Η ένσταση πρέπει να περιέχει λεπτομερώς τις θέσεις του (βλ. Hermes Insurance, ανωτέρω, και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Χ''Νέστορος
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 204). Περαιτέρω, σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση, η συζήτηση του κατά πόσο υπάρχει ή όχι υπεράσπιση γίνεται σε επίπεδο ισχυρισμών μόνο και το Δικαστήριο δεν προχωρεί σε αξιολόγηση μαρτυρίας. Εφαρμογή Νομικών Αρχών στα Γεγονότα της Παρούσας Υπόθεσης Στην παρούσα υπόθεση η αγωγή καταχωρίστηκε με κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο (Δ.2, θ.6) στις 8.7.2009 και σημείωμα εμφάνισης για όλους τους εναγομένους καταχωρίστηκε στις 31.8.2009. Συνεπώς οι πρώτες δύο προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1(α) ικανοποιούνται. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, πρέπει να λεχθεί ότι η νομολογία έχει προσαρμόσει με τέτοιο τρόπο την ερμηνεία του όρου «θετική γνώση», ώστε να ανταποκρίνεται ρεαλιστικά προς τα σημερινά δεδομένα. Σε περιπτώσεις εταιρειών είναι αναγκαίο να ορκίζεται φυσικό πρόσωπο και έτσι στον όρο «θετική γνώση» πρέπει να δίδεται τέτοια ερμηνεία που να είναι λογική υπό τις περιστάσεις και όχι αυστηρή σε βαθμό που να δημιουργεί πρακτικές δυσκολίες και να οδηγεί σε τυχόν παράλογα αποτελέσματα (Pathe Freres Cinema Ltd v. United Electric Theatres
(1914)3 K.B. 1253, Marketrends Financial Services v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2006)1Α Α.Α.Δ. 223 στη σελ. 3). Το ζήτημα του κατά πόσο ένα άτομο μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα εντός της έννοιας της Δ.18 θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης - πολύ σημαντικό ρόλο παίζει και η φύση της απαίτησης (βλ. Αθηνούλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, πιο πάνω). Στην περίπτωση που ο ενάγων-αιτητής είναι εταιρεία, κάποιο φυσικό πρόσωπο πρέπει να ορκιστεί στη θέση της. Ανάλογα με τα καθήκοντά του, είναι φυσικό ο κάθε αξιωματούχος ή υπάλληλος μιας εταιρείας να αποκτά θετική γνώση για τα γεγονότα και από τα έγγραφα που έχει στην κατοχή του στα πλαίσια της διεκπεραίωσης των επαγγελματικών καθηκόντων του. Στην παρούσα υπόθεση, ο ενόρκως δηλών είναι υπάλληλος των αιτητών, που είναι τραπεζικός οργανισμός, στο τμήμα προβληματικών λογαριασμών. Αναφέρει ότι έχει θετική γνώση των γεγονότων που αφορούν την αγωγή, ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβεί στην ένορκη δήλωση, ότι σε κάθε σημαντικό για την αγωγή χρόνο ήταν ένας εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και τον έλεγχο του λογαριασμού των εναγομένων και έχει στην κατοχή και φύλαξή του όλα τα σχετικά έγγραφα. Αναφέρει επιπλέον ότι ετοίμασε την κατάσταση του λογαριασμού, την οποία και προσυπογράφει μαζί με τον διευθυντή του (Τεκμήριο Ε). Στην υπόθεση Θεοδώρου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 915, στην οποία το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης ήταν παρόμοιο με την παρούσα, κρίθηκε ότι ήταν ικανοποιητική για σκοπούς της Δ.18 θ.1 ( βλ. ακόμα Γεωργίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 274 και Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ, πιο πάνω). Ο αιτητής οφείλει να επιβεβαιώσει την απαίτησή του με αναφορά στα θέματα που εμπεριέχονται στην αγωγή του και ότι οι καθ' ων εξακολουθούν να οφείλουν το ποσό, και ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση (βλ. Annual Practice του 1958, σελ. 258-60). Ο κ. Παπαλαμπριανού με την ένορκη δήλωσή του εκ μέρους των αιτητών πληροί όλα αυτά παραθέτοντας και όλα τα σχετικά έγγραφα, μεταξύ των οποίων η επίδικη Συμφωνία Δανείου ημερ. 22.7.2005 για την παραχώρηση δανείου εκ Λ.Κ. 7000 προς τον εναγόμενο 1, η οποία περιέχει μεταξύ άλλων όρο για τη μηνιαία δόση που θα καταβάλλεται, το επιτόκιο που θα χρεώνεται, καθώς και γραπτή εγγύηση των εναγομένων 2,3 και 4. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, είμαι ικανοποιημένη ότι ο ενόρκως δηλών είναι σε θέση να επαληθεύσει και να επιβεβαιώσει θετικά το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος και το ποσό της ισχυριζόμενης οφειλής, όπως και έπραξε στην ένορκη δήλωσή του. Στην παράγραφο 3 αναφέρει ότι το χρέος υφίσταται και εξακολουθεί να είναι απαιτητό και στην παράγραφο 5 δηλώνει ρητά την πίστη του ότι οι εναγόμενοι καμία απολύτως υπεράσπιση έχουν στην αγωγή. Συνεπώς ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση της Δ.18 θ. 1 (α). Ως εκ τούτου μετατοπίζεται το βάρος στους εναγομένους να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψουν τέτοια γεγονότα που να τους δίδουν το δικαίωμα για υπεράσπιση. Βάσει της σχετικής νομολογίας, οι εναγόμενοι θα πρέπει να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο τις αναγκαίες εκείνες λεπτομέρειες που οδηγούν στη διαπίστωση καλόπιστης υπεράσπισης ή δικάσιμου θέματος. Το κριτήριο όμως δεν θα ικανοποιηθεί χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση, διαφορετικά θα ήταν εύκολο σε κάθε σχεδόν περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς (Ν. V. Caterchef Ltd v. P.C.P Electronics Ltd
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1912). Κατ' αρχάς, επισημαίνω ότι το γεγονός ότι οι εναγόμενοι καταχώρισαν Έκθεση Υπεράσπισης στις 3.9.2009 δεν εξουδετερώνει την εξουσία του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.18 για έκδοση συνοπτικής απόφασης, ούτε και είναι ορθό να ληφθεί υπόψη στα πλαίσια της παρούσας αίτησης το περιεχόμενο της εν λόγω υπεράσπισης. Όπως λέχθηκε από τον Δικαστή Νικολάτο στη Sigma Radio T.V. Ltd ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 408, «Ορθά, επίσης, το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τις ήδη καταχωρηθείσες εκθέσεις υπερασπίσεως των εφεσειόντων εφόσον σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη είναι εκείνα που παρατίθενται, με τον ορθό δικονομικά τρόπο, στην αίτηση και στην ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Η καταχώρηση υπεράσπισης από ένα εναγόμενο δεν μπορεί να αποστερήσει τον ενάγοντα από το δικαίωμα του να υποβάλει αίτηση για συνοπτική απόφαση, στην κατάλληλη περίπτωση όπως ήταν η προκείμενη.» Οι λόγοι ένστασης
(2)και
(3)και τα όσα αναφέρει ο εναγόμενος 1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση σε σχέση με την ένορκη δήλωση του κ. Παπαλαμπριανού, έχουν στην ουσία ήδη εξεταστεί και απορριφθεί πιο πάνω. Σχετικά με τον λόγο
(4), σημειώνω ότι δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε επεξήγηση για ποιο λόγο θεωρεί ότι η ένορκη δήλωση του κ. Παπαλαμπριανού είναι, σύμφωνα με τους Θεσμούς, παράτυπη ή αντινομική. Μία προσεκτική ανάγνωση και θεώρηση της εν λόγω ένορκης δήλωσης δεν αποκαλύπτει ο,τιδήποτε το παράτυπο ή αντινομικό. Το δε γεγονός ότι δεν υπάρχει η υπογραφή του κ. Παπαλαμπριανού στις συμφωνίες και επιστολές, ως αναφέρει ο εναγόμενος 1 στην παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσής του, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, εφόσον δεν ισχυρίζεται ότι ήταν παρών κατά τη σύναψη της συμφωνίας δανείου. Προσυπογράφει, όμως, την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο Ε, την οποία ετοίμασε ο ίδιος στα πλαίσια των επαγγελματικών του καθηκόντων. Ως προς τους λόγους ένστασης
(5)και
(6)με τους οποίους εγείρονται ισχυρισμοί ότι το ποσό της απαίτησης δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και πρόκειται για προϊόν παράνομου ανατοκισμού, ότι οι ενάγοντες αυθαίρετα προέβησαν σε υπερχρεώσεις ή χρέωσαν τον λογαριασμό των εναγομένων με ποσά που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, σημειώνω ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν στηρίζονται από το παραμικρό στοιχείο ή λεπτομέρεια και παρέμειναν παντελώς μετέωροι και αβάσιμοι. Εάν οι εναγόμενοι ήθελαν να βασιστούν στους ισχυρισμούς αυτούς ως αποκαλύπτοντες γνήσια υπεράσπιση, όφειλαν να δώσουν τις ελάχιστες έστω λεπτομέρειες ή διευκρινίσεις των ποσών που θεωρούν ότι είναι υπερχρεώσεις, των ποσών που θεωρούν ότι είναι αυθαίρετες χρεώσεις, τις ημερομηνίες αυτών, ή εν πάση περιπτώσει κάποια επεξήγηση ή τεκμηρίωση που να δίδει κάποια βάση στους γενικούς, ασαφείς και διαζευκτικούς ισχυρισμούς τους. Τίποτε όμως από όλα αυτά δεν έχουν πράξει και συνεπώς η απλή αναφορά περί ανατοκισμών, υπερχρεώσεων ή αυθαίρετων χρεώσεων δεν είναι αρκετή για να ικανοποιήσει τα ελάχιστα απαιτούμενα για να τους δοθεί άδεια προς υπεράσπιση. Αναφορικά με τον λόγο ένστασης
(7)ότι οι εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση ως προς την ουσία της υπόθεσης, οφείλω να σημειώσω ότι ο εναγόμενος 1 με την ένορκη δήλωσή του δεν αποκαλύπτει κάτι τέτοιο, εφόσον δεν παρατίθενται με επαρκή λεπτομέρεια συγκεκριμένα στοιχεία ή γεγονότα προς διευκρίνιση οποιασδήποτε υπεράσπισης. Ως προς την παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσής του, είναι αξιοσημείωτο ότι ο εναγόμενος 1 αναφέρει ότι είναι οι δικηγόροι του που τον συμβούλευσαν ότι οι ενάγοντες είχαν προβεί σε επέμβαση στον «σχετικό λογαριασμό της υπό αναφορά κάρτας και προέβηκαν σε υπερχρέωση επιβαρύνσεις και ανατοκισμό.». Πέραν του ότι είναι παράδοξο να αναμένει ο ίδιος ο κάτοχος του λογαριασμού να τυγχάνει πληροφόρησης για γεγονότα που αφορούν την κίνηση του λογαριασμού του από τους δικηγόρους του, τονίζω ότι η αγωγή δεν αφορά υπόλοιπο λογαριασμού πιστωτικής κάρτας, ως εσφαλμένα αναφέρει ο εναγόμενος 1, αλλά υπόλοιπο λογαριασμού δανείου. Το ίδιο ισχύει σε σχέση με την παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης του εναγομένου 1, όπου αναφέρει ότι οι δικηγόροι του τον συμβούλευσαν ότι οι ενάγοντες δεν του γνωστοποίησαν ποτέ τερματισμό «του σχετικού Συμβολαίου της Πιστωτικής κάρτας.». Επαναλαμβάνω ότι η παρούσα αγωγή ουδόλως αφορά συμβόλαιο για τη χορήγηση και λειτουργία πιστωτικής κάρτας και είναι άξιον απορίας για ποιο λόγο ο εναγόμενος 1 κάνει αναφορά σε κάτι τέτοιο και μάλιστα ενόρκως. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, θεωρώ ότι δεν ευσταθεί ούτε και ο λόγος ένστασης
(1), ότι δηλαδή η αίτηση είναι αβάσιμη και τα γεγονότα δεν συνηγορούν υπέρ της έκδοσης συνοπτικής απόφασης. Αντίθετα, διαπιστώνω από τα ενώπιόν μου στοιχεία πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη και πως οι εναγόμενοι δεν έχουν καταδείξει ότι έχουν μια καλόπιστη υπεράσπιση στην απαίτηση ή ότι υπάρχει δικάσιμο θέμα. Ως εκ τούτου η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1, 2, 3 και 4 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό των €5.062,32 πλέον τόκο προς 10,75% επί ποσού €4.936,01 από 29.5.2009 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές το χρόνο στις 30.6 και 31.12. Οι ενάγοντες δικαιούνται επίσης τα έξοδά τους, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Σ.Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] βλ. μεταξύ άλλων Kyprianides v. Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265, CY.E.M.S. Co. v. Central Co-Operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading Ltd v. Tlais
(1991)Α.Α.Δ. 239, Αυγουστή κ.α. ν. Πίριλλου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 5, Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 22, Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 817, Μεττή κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 417, Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1051, Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1968, Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 A.A.Δ. 408, Νεάρχου κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 818. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.