← Κύπρος

LAMI GROVES LTD ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΦΩΤΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 488/2005, 14 Ιανουαρίου, 2010

LAMI GROVES LTD ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΦΩΤΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 488/2005, 14 Ιανουαρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 488/2005 Μεταξύ: LAMI GROVES LTD Ενάγουσας και

  1. ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΦΩΤΙΟΥ
  2. ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΧΑΤΖΗΣΩΤΗΡΙΟΥ - ΣΙΣΜΑΝΗ Εναγομένων ------------------------------------- Ημερομηνία: 14 Ιανουαρίου, 2010 Για ενάγουσα : κ. Στ. Σταυρινίδης Για εναγομένους : κα Κ. Δήμου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή η ενάγουσα εταιρεία αξιοί Διατάγματα του Δικαστηρίου με τα οποία να διατάσσονται οι εναγόμενοι 1 και 2 να παύσουν να επεμβαίνουν επί του ακινήτου της ενάγουσας με αρ.εγγραφής 0/1715, Φ./Σχ. 20/60, τεμάχιο 536, στην τοποθεσία Κτίρκα στο χωριό Περιστερώνα, να το επαναφέρουν στην προτέρα του κατάσταση και να παύσουν να το καλλιεργούν. Επιδιώκει επιπλέον γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση, αποζημιώσεις για απώλεια εσόδων, καθώς και παραδειγματικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Όπως προκύπτει από τα δικόγραφα, η εναγομένη 2 είναι η ιδιοκτήτρια ενός ακινήτου που εφάπτεται στο ακίνητο της ενάγουσας, το οποίο καλλιεργείται από τον εναγόμενο 1 κατόπιν σχετικής συμφωνίας. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, κατά ή περί τον Μάιο 2003 μέχρι και τον Ιούλιο 2003, ο εναγόμενος 1 μετακίνησε σημεία διαχωρισμού των ακινήτων προς όφελος του ακινήτου της εναγομένης 2 και τοποθέτησε κινητές σωλήνες άρδευσης εντός του τεμαχίου της ενάγουσας. Περαιτέρω, προέβη σε καλλιέργεια του εδάφους και φύτεψε φυτά σε μέρος του ακινήτου της ενάγουσας και οι εναγόμενοι δεν ήραν την παράνομη επέμβαση παρά τις σχετικές οχλήσεις της ενάγουσας. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι υφίσταται ζημιές και απώλεια εσόδων συνεπεία της συνεχιζόμενης παράνομης επέμβασης του εναγομένου 1 στο ακίνητό της και της αδυναμίας να απολαμβάνει ελεύθερα την περιουσία της. Αναφέρονται επιπλέον λεπτομέρειες παράνομης επέμβασης και αμέλειας τόσο του εναγομένου 1 όσο και της εναγομένης 2, η οποία, σύμφωνα με την ενάγουσα, συνέχισε να επιτρέπει τις παράνομες ενέργειες του εναγομένου 1 παρά τις οχλήσεις της ενάγουσας. Οι ειδικές αποζημιώσεις που αξιώνονται ανέρχονται σε Λ.Κ. 300 ως απώλεια εισοδημάτων για την περίοδο 2003-2005 και Λ.Κ. 100 το χρόνο από το 2006 μέχρι άρσεως της παράνομης επέμβασης. Οι εναγόμενοι με την Υπεράσπισή τους εγείρουν προδικαστική ένσταση ότι τα επίδικα θέματα αφορούν διασυνοριακή διαφορά, η οποία ουδέποτε υποβλήθηκε για επίλυση στον Διευθυντή Κτηματολογίου και συνεπώς το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή πριν επιλυθεί η διαφορά με τον τρόπο που προνοείται στο άρθρο 58 του Κεφ.
  3. Επιπλέον, αρνούνται ότι επενέβησαν καθ' οιονδήποτε τρόπο στο τεμάχιο της ενάγουσας και αναφέρουν ότι η ενάγουσα δεν απεδέχθη να γίνει οριοθέτηση των δύο γειτνιαζόντων κτημάτων παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες των εναγομένων για οριοθέτηση των τεμαχίων από το Κτηματολόγιο. Σημειώνω ότι στις 20.1.2005, κατόπιν μονομερούς αίτησης της ενάγουσας, εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα εναντίον του εναγομένου 1, το οποίο του απαγορεύει να επεμβαίνει επί του επίδικου ακινήτου και τον διατάζει να παύσει να το καλλιεργεί, μέχρι την ακρόαση της αγωγής ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Στις 7.7.2005 οι δύο πλευρές δήλωσαν ενώπιον του Δικαστηρίου (με άλλη σύνθεση) ότι είχαν συμφωνήσει να γίνουν ενέργειες ώστε το Κτηματολόγιο να προβεί σε υπόδειξη των ορίων των δύο τεμαχίων στο επίδικο σημείο, στην παρουσία των διαδίκων. Συμφωνήθηκε δε ότι σε περίπτωση που ήθελε διαφανεί ότι υπήρχε επέμβαση, ο εναγόμενος 1 αμέσως θα άρει την εν λόγω επέμβαση, ενώ σε περίπτωση που ήθελε διαφανεί ότι δεν υπήρχε επέμβαση, η ενάγουσα θα αποσύρει την αγωγή χωρίς έξοδα. Εν όψει αυτής της διευθέτησης, η αίτηση αποσύρθηκε από τον συνήγορο της ενάγουσας χωρίς έξοδα και το προσωρινό διάταγμα έπαυσε να ισχύει. Παρά την πιο πάνω συμφωνία των μερών, η αγωγή δεν διευθετήθηκε εξώδικα και οδηγήθηκε σε ακρόαση. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν πέντε μάρτυρες για την πλευρά της ενάγουσας και κατατέθηκε αριθμός τεκμηρίων. Δεν προσφέρθηκε μαρτυρία εκ μέρους των εναγομένων. Ο Μ.Ε. 1, κ. Ξενής Λάρκος, πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της ενάγουσας εταιρείας, κατέθεσε ότι η ενάγουσα είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου, στο οποίο καλλιεργεί δέντρα και λαμβάνει εισοδήματα και καρπούς, ενώ η εναγομένη 2 είναι ιδιοκτήτρια του γειτονικού ακινήτου, το οποίο καλλιεργείται από τον εναγόμενο
  4. Η θέση του κ. Λάρκου είναι ότι ο εναγόμενος 1, περί τον Μάιο και τον Ιούλιο 2003 μετακίνησε σημεία διαχωρισμού των δύο ακινήτων προς όφελος του ακινήτου της εναγομένης 2 και τοποθέτησε κινητές σωλήνες άρδευσης αλλά και ακαθαρσίες εντός του τεμαχίου της ενάγουσας και μετακίνησε ογκόλιθους που βρίσκονταν στα σύνορα. Ακολούθως, ο εναγόμενος 1 καλλιεργούσε το έδαφος, φυτεύοντας φυτά στο επίδικο ακίνητο, μέχρι τον Φεβρουάριο του 2007, όταν μετέβη στον χώρο λειτουργός του Κτηματολογίου και οριοθέτησε τα σύνορα των δύο εφαπτόμενων ακινήτων. Ήταν επιπλέον η θέση του Μ.Ε. 1 ότι η εναγομένη 2 ανέχθηκε την εν λόγω παράνομη συμπεριφορά του εναγομένου
  5. Ο κ. Λάρκος ανέφερε ότι η ενάγουσα υφίστατο ζημιές συνεπεία της συνεχιζόμενης παράνομης επέμβασης του εναγομένου 1 μέχρι τον Φεβρουάριο 2007, τις οποίες υπολογίζει σε €170 ετησίως ως απώλεια εισοδημάτων (Μάιο 2003-Φεβρουάριο 2007), σύνολο €
  6. Ζήτησε επίσης γενικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση, για απώλεια χρόνου, ταλαιπωρία και ψυχική οδύνη και παραδειγματικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Ο Μ.Ε. 2, κ. Παναγιώτης Γεωργιάδης, Τεχνικός Μηχανικός Χωρομετρίας 1η Τάξης στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας του Υπουργείου Εσωτερικών, εξήγησε ότι στο παρελθόν υπήρχε συνοριακή διαφορά σε σχέση με τα δύο επίδικα τεμάχια, η οποία στις 11.5.1985 εξετάστηκε επί τόπου και τοποθετήθηκαν ορόσημα για κατάδειξη των συνόρων. Η σχετική απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου για το σύνορο μεταξύ των δύο τεμαχίων προς επίλυση της διαφοράς φέρει ημερομηνία 24.11.1986 και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  7. Στις 16.2.2007 ο Μ.Ε. 2 προέβη σε επανατοποθέτηση των οροσήμων, ως η υφιστάμενη απόφαση του Διευθυντή. Κατέθεσε δε ότι, όταν μετέβη επί τόπου στις 16.2.2007, το ένα από τα τρία αρχικά ορόσημα από το 1985 βρισκόταν στην ορθή θέση, ενώ τα άλλα δύο δεν υπήρχαν πουθενά και συνεπώς επανατοποθέτησε δύο νέα ορόσημα στα ορθά σημεία ως η υφιστάμενη απόφαση του Διευθυντή. Κατέθεσε επιπλέον ότι δεν διαπίστωσε να υπήρχε οποιαδήποτε επέμβαση από γείτονες εντός του τεμαχίου της ενάγουσας, εφόσον δεν υπήρχε τοίχος, περίφραξη, δέντρα ή οποιαδήποτε άλλα φυτά παρά μόνο χώμα. Ο Μ.Ε. 3, Αρχιαστυφύλακας 1441 Γιώργος Τσίγκης, ο οποίος υπηρετεί στον Αστυνομικό Σταθμό Περιστερώνας, θυμόταν να ήταν παρών κάποια μέρα που το Κτηματολόγιο υπέδειξε τα σύνορα μεταξύ του ακινήτου της ενάγουσας και του ακινήτου που καλλιεργούσε ο εναγόμενος 1, αλλά δεν θυμόταν πότε ακριβώς. Κατά τη διαδικασία υπόδειξης των συνόρων, διαπιστώθηκε ότι μέρος του κτήματος στο οποίο καλλιεργούσε τριφύλλι ο εναγόμενος 1, στην πραγματικότητα ανήκε στον Μ.Ε.
  8. Κατέθεσε επιπλέον ότι στο παρελθόν η Αστυνομία δεχόταν επί τακτικής βάσεως καταγγελίες από τον Μ.Ε. 1 εναντίον του εναγομένου 1 και από τον εναγόμενο 1 εναντίον του Μ.Ε.1, όπως για εξύβριση και καταδίωξη. Κατά την αντεξέταση, ο Μ.Ε. 3 ανέφερε ότι είναι δυνατόν ο αέρας να μεταφέρει σπόρους τριφυλλιού σε γειτονικά κτήματα, ενώ κατά την επανεξέταση επεξήγησε ότι εξ όσων θυμάται το Κτηματολόγιο είχε προβεί σε νέα οριοθέτηση συνόρων, οπότε τοποθετήθηκαν νέα σύνορα και συνεπώς διαπιστώθηκε ότι με τη νέα οριοθέτηση υπήρχε τριφύλλι του εναγομένου 1 στο τεμάχιο του Μ.Ε.
  9. Ο Μ.Ε. 4, Υπαστυνόμος Σωτήρης Αγαθοκλεόυς, Σταθμάρχης Περιστερώνας, κατέθεσε ως Τεκμήριο 9 έκθεση των καταγγελιών στις οποίες είχε προβεί ο Μ.Ε. 1 εναντίον του εναγομένου 1 από το 2003 μέχρι και το 2006, η οποία ετοιμάστηκε μετά από σχετική παράκληση/επιστολή του συνηγόρου της ενάγουσας. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Μ.Ε. 1 προς την Αστυνομία, στις 8.7.2003 ο εναγόμενος 1 είχε τοποθετήσει σωλήνες άρδευσης μέσα σε διαφιλονικούμενο χώρο στα σύνορα των δύο επίδικων τεμαχίων. Ο Μ.Ε. 4 κατέθεσε ότι πρέπει να είχε εξετάσει τις καταγγελίες του Μ.Ε. 1 για παράνομη επέμβαση του εναγομένου 1, αλλά δεν θυμόταν κατά πόσο πράγματι διαπιστώθηκε να υπάρχει τέτοια επέμβαση. Ο Μ.Ε. 5, κ. Λύσανδρος Δημητρίου, συνταξιούχος, πρώην Χωρομετρικός Λειτουργός στο Κτηματολόγιο, ο οποίος διατηρεί πολύ φιλικές σχέσεις με τον Μ.Ε. 1, κατέθεσε ότι κάποιος γείτονας του Μ.Ε. 1 επενέβαινε στο κτήμα του και το καλλιεργούσε. Κατέθεσε δε φωτογραφίες «παλαιότερες», όπου φαίνονται σωλήνες άρδευσης (Τεκμήρια 10Α & 10Β), μερικές από τις οποίες «πρέπει να ήταν» και μέσα στο κτήμα του Μ.Ε. 1, πριν φυτρώσει το τριφύλλι. Επιπλέον, κατέθεσε φωτογραφίες που έλαβε πριν από 3 - 4 μήνες (Τεκμήρια 11Α & 11Β), όπου φαίνεται το τριφύλλι του εναγομένου 1 στο κτήμα δίπλα από αυτό του Μ.Ε. 1 και το γεγονός ότι μετακινήθηκαν οι σωλήνες από το κτήμα του τελευταίου, προφανώς για να καταδείξει ότι έχει πλέον αρθεί η προηγούμενη επέμβαση. Κατά την αντεξέταση, σε σχέση με τις φωτογραφίες 10Α και 10Β, που σύμφωνα με τον Μ.Ε. 5 λήφθηκαν σε χρόνο κατά τον οποίο υπήρχε παράνομη επέμβαση, ο Μ.Ε. 5 δήλωσε ότι δεν φαίνονται καθαρά τα σύνορα μεταξύ των δύο τεμαχίων. Αξιολογώντας την ενώπιόν μου μαρτυρία, σημειώνω ότι τα όσα κατέθεσε ο Μ.Ε. 1 σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου ακινήτου γίνονται αποδεκτά, εφόσον όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκαν, αλλά υποστηρίζονται από σχετικά έγγραφα (Τεκμήρια 2 και 3). Ως προς τους ισχυρισμούς του Μ.Ε. 1 περί παράνομης επέμβασης εντός του ακινήτου της ενάγουσας, όμως, κρίνω ότι χαρακτηρίζονταν από αοριστία και γενικότητα, εφόσον ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να τους τεκμηριώσει με οποιοδήποτε απτό τρόπο. Είναι προφανές ότι υπήρξε κάποια παρεξήγηση μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με τα σύνορα των δύο γειτνιαζόντων τεμαχίων ή και σε σχέση με άγνωστα προς το Δικαστήριο θέματα, η οποία ενδεχομένως να οδήγησε τον Μ.Ε. 1 και κατ' επέκταση την ενάγουσα σε λανθασμένες ή υπερβολικές εκτιμήσεις και συμπεράσματα σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Τονίζω το γεγονός ότι η μαρτυρία του Μ.Ε. 1 βρισκόταν σε αντίφαση με αυτή άλλων μαρτύρων που η ίδια η πλευρά της ενάγουσας είχε καλέσει προς υποστήριξη της υπόθεσής της και κυρίως του Μ.Ε. 2, η μαρτυρία του οποίου ήταν πολύ διασαφηνιστική. Ειδικότερα, ο Μ.Ε. 2, ο οποίος υπενθυμίζω κλήθηκε από την ίδια την πλευρά της ενάγουσας να καταθέσει στα πλαίσια υποστήριξης/απόδειξης της υπόθεσής της, κατέθεσε ρητά και απερίφραστα ότι στις 16.2.2007 που μετέβη επί τόπου και επανατοποθέτησε τα ορόσημα σύμφωνα με την υφιστάμενη από το 1986 απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου, η οποία δεν αμφισβητείται, δεν διαπίστωσε να υπήρχε καμία επέμβαση ή καλλιέργεια εντός του επίμαχου μέρους του κτήματος της ενάγουσας. Θεωρώ ότι ο Μ.Ε. 2, ως εκ της θέσης του στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και των ενεργειών του σε σχέση με τα δύο γειτνιάζοντα κτήματα, είναι το πλέον αρμόδιο πρόσωπο να γνωρίζει τα πραγματικά σύνορα, εφόσον είχε στην κατοχή του τον φάκελο του Κτηματολογίου με αρ. 927/85 και τη σχετική απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου-Τεκμήριο
  10. Υπήρξε καταρτισμένος και σαφής στην όλη μαρτυρία του και δεν αντεξετάστηκε καθόλου, εφόσον η μαρτυρία του δεν αμφισβητείται από τους εναγομένους. Μου προκάλεσε θετική εντύπωση, καθότι πρόκειται για ανεξάρτητο και αμερόληπτο δημόσιο υπάλληλο, ο οποίος απλώς μετέβη επί τόπου το 2007 και επανατοποθέτησε τα ορόσημα. Συνεπώς αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητά της. Κατ' επέκταση, δεν μπορώ να αποδεχθώ τους γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς του Μ.Ε. 1 ότι υπήρχε παράνομη επέμβαση από το 2003, η οποία ήρθη μόνο μετά την επίσκεψη επί τόπου του Μ.Ε. 2 και την επανατοποθέτηση των οροσήμων, εφόσον ο ίδιος ο Μ.Ε. 2 κατέθεσε ότι κατά τη δική του επίσκεψη δεν υπήρχε ο,τιδήποτε μέσα στο επίμαχο σημείο του κτήματος της ενάγουσας. Επαναλαμβάνω ότι ο Μ.Ε. 2 δήλωσε κατηγορηματικά ότι δεν υπήρχε τοίχος, περίφραξη, δέντρα ή ο,τιδήποτε παρόμοιο εντός του επίμαχου χώρου. Ακολούθως ερωτήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της ενάγουσας πιο συγκεκριμένα κατά πόσο υπήρχε οποιοδήποτε φυτό ή καλλιέργεια εντός του επίμαχου μέρους και έδωσε αρνητική απάντηση και επιπρόσθετα δήλωσε ότι δεν υπήρχε ο,τιδήποτε που να δείχνει ότι ο γείτονας είχε επέμβει στη γη της ενάγουσας. Ίσως εκ του περισσού, σημειώνω ότι είναι κάπως ατυχές το γεγονός ότι, παρά τη δήλωση των δικηγόρων των δύο πλευρών ενώπιον του Δικαστηρίου (με άλλη σύνθεση) στις 7.7.2005 ότι η αγωγή θα αποσυρθεί εάν, μετά από υπόδειξη των συνόρων από το Κτηματολόγιο, ήθελε διαφανεί ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε επέμβαση, εν τούτοις η αγωγή προωθήθηκε προς εκδίκαση μετά την επίσκεψη στον χώρο του εν λόγω λειτουργού του Κτηματολογίου. Όσον αφορά τη μαρτυρία των Μ.Ε. 3 και 4 του Αστυνομικού Σταθμού Περιστερώνας, οι οποίοι είχαν δεχθεί εκατέρωθεν καταγγελίες από τον Μ.Ε. 1 και τον εναγόμενο 1, σημειώνω ότι η μαρτυρία τους δεν ήταν ιδιαίτερα βοηθητική σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Ειδικότερα σε σχέση με τον Μ.Ε.3, όπως ο ίδιος επαναλάμβανε συνεχώς, δεν θυμόταν καθόλου καλά τα γεγονότα. Ναι μεν ανέφερε ότι ήταν παρών «κάποια» μέρα που το Κτηματολόγιο υπέδειξε τα σύνορα μεταξύ των δύο επίδικων ακινήτων, αλλά κατέθεσε ότι είχε την εντύπωση ότι επρόκειτο για τοποθέτηση νέων συνόρων, βάσει των οποίων διαπιστώθηκε επέμβαση υπό τη μορφή καλλιέργειας τριφυλλιού εκ μέρους του εναγομένου 1 σε μέρος του ακινήτου της ενάγουσας. Εν τούτοις, κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, τουλάχιστον σε σχέση με την επανατοποθέτηση οροσήμων το 2007, εάν είναι σε αυτή την επίσκεψη του Κτηματολογίου που αναφερόταν ο Μ.Ε. 3 (υπενθυμίζω ότι δεν ήταν σε θέση να αναφέρει χρονικά πλαίσια), εφόσον η μαρτυρία του Μ.Ε.2, την οποία έχω αποδεχθεί, ήταν ξεκάθαρη επί των θεμάτων αυτών. Εξάλλου, ο Μ.Ε. 3 δεν φάνηκε να γνωρίζει την έκταση και τα σύνορα των δύο ακινήτων. Ως προς τη μαρτυρία του Μ.Ε. 4, υπήρξε ειλικρινής ότι ναι μεν πρέπει να είχε εξετάσει τις καταγγελίες του Μ.Ε. 1 για παράνομη επέμβαση από τον εναγόμενο 1, αλλά δεν θυμόταν κατά πόσο κατά τη διερεύνηση είχε διαπιστωθεί οποιαδήποτε επέμβαση. Σχετικά με τις καταγγελίες του Μ.Ε. 1 στην Αστυνομία εναντίον του εναγομένου 1, οι οποίες καταγράφηκαν από τον Μ.Ε. 4 σε σχετική Έκθεση (Τεκμήριο 9), μετά από σχετική επιστολή του συνηγόρου της ενάγουσας, όπως φαίνεται από το ίδιο το Τεκμήριο, σε χωριστές καταγγελίες του Μ.Ε. 1 κατά το 2003 και το 2005 σε σχέση με «συνοριακή διαφορά» και παράνομη επέμβαση, η Αστυνομία είχε συμβουλέψει τον Μ.Ε. 1 όπως αποταθεί στο Κτηματολόγιο για οριοθέτηση, ενώ για διάφορες άλλες καταγγελίες κατά το 2004 και 2005, όπως για καταδίωξη και ενόχληση, σημειώνεται από την Αστυνομία ότι «δεν στοιχειοθετήθηκε κανένα ποινικό αδίκημα». Σε σχέση με κάποια ποινικά αδικήματα (δημόσια εξύβριση, κοινή επίθεση) σημειώνεται ότι εκδικάστηκαν σχετικές υποθέσεις από ποινικό Δικαστήριο και δεν αφορούν τα επίδικα θέματα. Ως εκ τούτου, είναι προφανές ότι η ύπαρξη και καταγραφή διαφόρων καταγγελιών, χωρίς την ύπαρξη μαρτυρίας ότι διερευνήθηκαν οι καταγγελίες που αφορούσαν σε παράνομη επέμβαση και ότι διαπιστώθηκε ότι πράγματι εστοιχειοθετείτο κάτι τέτοιο, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ότι είναι επαρκής για να αποδείξει τις θέσεις της ενάγουσας στην υπό εξέταση αγωγή. Εξάλλου, οι Μ.Ε. 3 και 4 ήταν σαφείς ότι η Έκθεση-Τεκμήριο 9 είναι απλή καταγραφή των ισχυρισμών του Μ.Ε. 1, τους οποίους δεν ήταν σε θέση είτε να επιβεβαιώσουν είτε να αντικρούσουν. Αξιολογώντας τέλος τη μαρτυρία του Μ.Ε. 5, ήταν προφανές ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει τον φίλο του Μ.Ε.
  11. Εν τούτοις, η μαρτυρία του, όπως και αυτή του ίδιου του Μ.Ε. 1, ήταν πολύ γενική και αόριστη. Δεν ήταν σε θέση να τοποθετήσει οποιαδήποτε χρονικά πλαίσια σε σχέση με την ισχυριζόμενη επέμβαση, ούτε να υποδείξει το πρόσωπο το οποίο προέβαινε στην εν λόγω επέμβαση. Ούτε και φάνηκε να είναι σε θέση να γνωρίζει με κάποια σιγουριά τα σύνορα των δύο γειτνιαζόντων ακινήτων, ώστε να είναι σε θέση να επιβεβαιώσει ότι η τοποθέτηση σωλήνων και η καλλιέργεια τριφυλλιού επεκτείνονταν και εντός μέρους του ακινήτου της ενάγουσας. Ενδεικτικά, σημειώνω ότι κατέθεσε ότι κάποιες από τις σωλήνες άρδευσης που φαίνονται στις φωτογραφίες 10Α και 10Β, οι οποίες λήφθηκαν σε χρόνο κατά τον οποίο υπήρχε, σύμφωνα με τον μάρτυρα, επέμβαση, «πρέπει να ήταν» μέσα στο κτήμα του Μ.Ε. 1, χωρίς όμως να είναι καθόλου βέβαιος. Ούτε και ήταν σε θέση να υποδείξει με οποιαδήποτε σαφήνεια τα σύνορα, ώστε να καταδειχθεί ότι οι σωλήνες ήταν πράγματι μερικώς εντός του κτήματος της ενάγουσας. Εξάλλου, όπως τελικά δήλωσε κατά την αντεξέταση, δεν φαίνονται καθαρά τα σύνορα μεταξύ των δύο επίδικων τεμαχίων στις εν λόγω φωτογραφίες. Ως προς τις φωτογραφίες Τεκμήρια 11Α και 11Β, οι οποίες σύμφωνα με τον Μ.Ε. 5 λήφθηκαν μετά την άρση της επέμβασης, εφόσον δεν υπάρχουν σωλήνες άρδευσης ή τριφύλλι στο κτήμα της ενάγουσας, και στις οποίες φαίνονται διαχωριστικά σημεία τα οποία ενδεχομένως να είναι το σύνορο των δύο τεμαχίων, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να συσχετιστούν ή να ταυτιστούν με τις φωτογραφίες 10Α και 10Β για να καταδειχθεί ότι πρόκειται για το ίδιο σημείο. Από τα δικόγραφα αλλά και από την ενώπιόν μου μαρτυρία προκύπτουν τα εξής γεγονότα, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων είτε είναι παραδεκτό, είτε δεν αμφισβητείται, για τα οποία και κάνω ανάλογα ευρήματα. Η ενάγουσα εταιρεία κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του Τεμαχίου 536, Φ.Σχ. 20/60 με αρ. εγγραφής 0/1715, στην περιοχή Κτίρκα στο χωριό Περιστερώνα στην Επαρχία Λευκωσίας. Η εναγομένη 2 είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου με αριθμό Τεμαχίου 742, το οποίο εφάπτεται στο ακίνητο της ενάγουσας, και το οποίο καλλιεργείται από τον εναγόμενο
  12. Στις 11.5.1985, μετά από συνοριακή διαφορά που προέκυψε μεταξύ των ιδιοκτητών των δύο κτημάτων, το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας προέβη σε επιτόπια έρευνα και στις 24.11.1986 ο Διευθυντής του Τμήματος εξέδωσε απόφαση σε σχέση με τα σύνορα μεταξύ των δύο κτημάτων (Τεκμήριο 8). Στις 16.2.2007, μετά από αίτηση της ενάγουσας για επανατοποθέτηση των οροσήμων μεταξύ των δύο κτημάτων σύμφωνα με την εν λόγω υφιστάμενη απόφαση του Διευθυντή, ο Μ.Ε. 2 Τεχνικός του Κτηματολογίου προέβη σε επανατοποθέτηση των οροσήμων (Τεκμήριο 6). Ειδικότερα, ο Μ.Ε. 2, κατά την επίσκεψή του στο μέρος στις 16.2.2007, βρήκε μόνο το ένα από τα τρία ορόσημα στη θέση όπου είχε τοποθετηθεί από το 1985, ενώ τα άλλα δύο ορόσημα δεν υπήρχαν πουθενά. Συνεπώς επανατοποθέτησε δύο ορόσημα σύμφωνα με την υφιστάμενη απόφαση του Διευθυντή. Με την επανατοποθέτηση των οροσήμων, δεν διαφάνηκε να υπήρχε τριφύλλι ή οποιαδήποτε άλλη καλλιέργεια ή ο,τιδήποτε άλλο εντός του μέρους του κτήματος της ενάγουσας που συνορεύει με το κτήμα της εναγομένης
  13. Ως προς τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της πλευράς της ενάγουσας για την από μέρους του εναγομένου 1 μετακίνηση σημείων διαχωρισμού των δύο ακινήτων, την τοποθέτηση σωλήνων άρδευσης, την μετακίνηση ογκόλιθων και ακολούθως την καλλιέργεια τριφυλλιού ή άλλων φυτών εντός μέρους του τεμαχίου της ενάγουσας κατά το 2003 και μετέπειτα, με τη συγκατάθεση ή ανοχή της εναγομένης 2, σημειώνω ότι, όπως προκύπτει από την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ικανοποιητική μαρτυρία που να καταδεικνύει ή να αποδεικνύει στον απαιτούμενο βαθμό τους ισχυρισμούς αυτούς. Όπως έχει προαναφερθεί, οι εναγόμενοι στην Υπεράσπισή τους εγείρουν προδικαστική ένσταση ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της υπόθεσης, καθότι αποτελεί συνοριακή διαφορά που θα έπρεπε να επιλυθεί από τον Διευθυντή του Κτηματολογίου προτού εγερθεί αγωγή. Σχετικό είναι το άρθρο 58

(1)του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμου, Κεφ. 224, το οποίο προνοεί ότι όταν αναφύεται οποιαδήποτε διαφορά ως προς τα σύνορα εγγεγραμμένης γης, ο Διευθυντής επιλύει τη διαφορά αυτή σε πρώτο στάδιο μετά από επιθεώρηση των υπό αμφισβήτηση συνόρων και κανένα Δικαστήριο δεν επιλαμβάνεται αγωγής αναφορικά με τη διαφορά αυτή, εκτός αν αυτή επιλύθηκε σε πρώτο στάδιο από τον Διευθυντή, όπως προνοείται από το άρθρο αυτό. Στην υπό κρίση περίπτωση, η συνοριακή διαφορά επιλύθηκε με βάση το άρθρο 58 του Νόμου από τον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας το 1986 και εκδόθηκε η σχετική απόφασή του (Τεκμήριο 8), η οποία δεν αμφισβητείται. Η νομική βάση της παρούσας αγωγής δεν είναι κάποια συνοριακή διαφορά αλλά η παράνομη επέμβαση. Συνεπώς δεν τίθεται θέμα να στερείται δικαιοδοσίας το παρόν Δικαστήριο. Σημειώνω επιπλέον ότι εν πάση περιπτώσει η ένσταση αυτή δεν προωθήθηκε καθόλου από την ευπαίδευτη συνήγορο των εναγομένων και θεωρώ ότι εγκαταλείφθηκε. Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης ορίζεται στο άρθρο 43
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο αναφέρει ότι παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή σε παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο. Όπως αναφέρεται και στο Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 38, παρ. 1194, επέμβαση συνίσταται σε παράνομη πράξη υποδεικνύουσα αμφισβήτηση - ενόχληση της κατοχής της περιουσίας κάποιου, αντίθετα με τη θέλησή του. Συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η εκ μέρους του ενάγοντα νόμιμη κατοχή του χώρου επί του οποίου γίνεται η παράνομη επέμβαση. Πρόκειται στην ουσία για αδίκημα εναντίον της κατοχής και όχι της κυριότητας ακινήτου, και «κατοχή» σημαίνει πραγματική κατοχή (occupation) ή φυσικό έλεγχο της περιουσίας. Ο ιδιοκτήτης που δεν έχει κατοχή δεν μπορεί να εναγάγει για παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία του, εκτός εάν προκλήθηκε ζημιά στην περιουσία ή όπου η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα (βλ. Λάμπρου κ.ά. ν. Κεφάλα κ.ά.,
(2000)1Γ 1 Α.Α.Δ. 1516). Η απόδειξη ιδιοκτησίας αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη κατοχής, εκτός αν προκύπτει από μαρτυρία ότι την κατοχή την έχει άλλος (βλ. Γλυκύς ν. Ιερά Μονή Μαχαιρά,
(1999)1Α Α.Α.Δ. 654). Στην παρούσα περίπτωση, δεν υπήρξε ουσιαστική αμφισβήτηση σε σχέση με το θέμα ιδιοκτησίας και κατοχής του ακινήτου της ενάγουσας και έχω καταλήξει σε σχετικά ευρήματα στη σελίδα 9 πιο πάνω. Το αδίκημα της παράνομης επέμβασης είναι αγώγιμο per se και δεν χρειάζεται απόδειξη ζημιάς. Η απουσία, όμως, συγκεκριμένης ζημιάς ουσιαστικά περιορίζει τον Ενάγοντα στην επιδίκαση ονομαστικών αποζημιώσεων μόνο. Το δε βάρος απόδειξης της ισχυριζόμενης επέμβασης φέρει ο Ενάγων, αλλά, με την απόδειξη της επέμβασης, το βάρος μετατίθεται στους ώμους του Εναγομένου να αποδείξει ότι δεν ήταν παράνομη (βλ. άρθρο 43
(2)του Κεφ. 148 και Μάρκου ν. Χρυσοστόμου κ.α.,
(2004)1Β Α.Α.Δ. 813). Όπως προκύπτει από την ενώπιόν μου μαρτυρία, την αξιολόγηση αυτής και τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει πιο πάνω, η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει ότι έλαβε χώραν η ισχυριζόμενη στην Έκθεση Απαίτησης επέμβαση. Είναι προφανές ότι στο παρελθόν υπήρξε κάποια διαφορά ή παρεξήγηση σε σχέση με την πραγματική θέση των συνόρων μεταξύ των δύο επίδικων τεμαχίων, καθώς και σοβαρή διένεξη μεταξύ του Μ.Ε. 1, αντιπροσώπου της ενάγουσας, και του εναγομένου 1, η οποία οδήγησε σε εκατέρωθεν καταγγελίες στην Αστυνομία για διάφορα ποινικά αδικήματα. Εν τούτοις, ο Μ.Ε. 2, λειτουργός του Κτηματολογίου, ήταν ξεκάθαρος ότι το 2007 όταν επανατοποθετήθηκαν τα ορόσημα δεν φαινόταν να υπήρχε οποιαδήποτε επέμβαση στο διαφιλονικούμενο μέρος του ακινήτου της ενάγουσας, και δεν έχει αποδειχθεί στον βαθμό που απαιτείται ότι πριν την εν λόγω ημερομηνία και δη από το 2003 μέχρι και το 2007 λάμβανε χώραν οποιαδήποτε επέμβαση. Κατ' επέκταση, καθίσταται αχρείαστη η εξέταση του κατά πόσο οι εναγόμενοι απέδειξαν ότι η επέμβαση δεν ήταν παράνομη. Για σκοπούς πληρότητας, σημειώνω ότι ακόμη και αν είχε αποδειχθεί παράνομη επέμβαση των εναγομένων στο επίμαχο μέρος του ακινήτου της ενάγουσας, θα επιδίκαζα υπέρ της ενάγουσας μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις εκ €100, εφόσον η προσκομισθείσα μαρτυρία σε σχέση με τη ζημιά της ενάγουσας δεν ήταν ικανοποιητική. Η απλή αναφορά του Μ.Ε. 1 σε κάποιο ποσό ως απώλεια εισοδημάτων ετησίως, χωρίς την παραμικρή τεκμηρίωση ή επεξήγηση πώς προκύπτει η ζημιά και το ποσό αυτό, δεν επαρκεί ώστε να αποδείξει ότι η ενάγουσα υπέστη συγκεκριμένη ζημιά. Όσον αφορά την απαίτηση για «γενικές αποζημιώσεις για απώλεια χρόνου, ταλαιπωρία και ψυχική οδύνη που υπέστη η ενάγουσα», σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι με την προσφερθείσα μαρτυρία έχει καταδειχθεί ότι η ενάγουσα εταιρεία έχει υποστεί κάτι τέτοιο. Όσον αφορά την απαίτηση για παραδειγματικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις, στην περίπτωση πάντοτε που θα είχε αποδειχθεί η ισχυριζόμενη επέμβαση, σημειώνω ότι θα επρόκειτο για επέμβαση εντός περιορισμένου μόνο μέρους της ακίνητης περιουσίας της ενάγουσας, η οποία εν πάση περιπτώσει ήρθη μόλις λύθηκε η παρεξήγηση για τα σύνορα με την επανατοποθέτηση των οροσήμων το 2007. Συνεπώς σε καμία περίπτωση δεν θα δικαιολογείτο η επιδίκαση παραδειγματικών ή τιμωρητικών αποζημιώσεων. Σημειώνω επιπλέον ότι κατά την κυρίως εξέταση του Μ.Ε. 1, ο συνήγορος της ενάγουσας δήλωσε ότι δεν υφίσταται πλέον οποιαδήποτε επέμβαση και ο ίδιος ο Μ.Ε. 1 ανέφερε ότι δεν καλλιεργείται πλέον οποιοδήποτε μέρος του ακινήτου της ενάγουσας από τον εναγόμενο 1. Συνεπώς, η έκδοση Διαταγμάτων ως το Α και Β της Έκθεσης Απαίτησης (δηλαδή με τα οποία να διατάσσονται οι εναγόμενοι να παύσουν να επεμβαίνουν στο ακίνητο, να το επαναφέρουν στην προτέρα του κατάσταση και να παύσουν να το καλλιεργούν) καθίσταται άνευ αντικειμένου και ουσίας. Συμπερασματικά των πιο πάνω, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων 1 και 2 και εναντίον της ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Σ. Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.