← Κύπρος

ΕΝ ΠΤΩΧΕΥΣΕΙ: Χάρης Κυπριανού, Ειδ. Πτώχευσης αρ.: 1431/2009, 20 Ιανουαρίου, 2010

ΕΝ ΠΤΩΧΕΥΣΕΙ: Χάρης Κυπριανού, Ειδ. Πτώχευσης αρ.: 1431/2009, 20 Ιανουαρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A18 yΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Ειδ. Πτώχευσης αρ.: 1431/2009 ΕΝ ΠΤΩΧΕΥΣΕΙ: Χάρης Κυπριανού, Καποδίστρια 3, Μακεδονίτισσα, Λευκωσία. --------------------- Ένορκη Δήλωση/Αίτηση για ακύρωση της Ειδοποίησης Πτώχευσης ημερ. 19.8.2009 Ημερομηνία: 20 Ιανουαρίου, 2010 Για Οφειλέτη-Ενόρκως Δηλούντα : κ. Π. Πετρίδης Για Πιστωτή : κ. Δ. Μιχαηλίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Βάσει τελικής απόφασης που εκδόθηκε στις 24.3.2009 στην υπ'αρ. 6371/05 αγωγή του Ε.Δ. Λευκωσίας εναντίον του Οφειλέτη, βάσει της οποίας διατάχθηκε, μεταξύ άλλων προνοιών, όπως πληρώσει στον Πιστωτή τα έξοδα εκ €5183,70σ. πλέον τόκοι, ο Πιστωτής καταχώρισε στις 11.8.2009 αίτηση για την έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης εναντίον του Οφειλέτη, η οποία του επιδόθηκε προσωπικά στις 17.8.

  1. Στις 19.8.2009 ο Οφειλέτης καταχώρισε ένορκη δήλωση για παραμερισμό της Ειδοποίησης. Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης, σημειώνω ότι η δικαστική απόφαση στην αγωγή 6371/05 περιέχει και Διατάγματα εναντίον του Οφειλέτη για υλοποίηση προνοιών συγκεκριμένης συμφωνίας και μεταβίβασης συγκεκριμένων μετοχών, εντός 15 ημερών από τις 24.3.2009, πέραν της διαταγής για πληρωμή του προαναφερόμενου ποσού. Στην ένορκη δήλωσή του, ο Οφειλέτης αναφέρει ότι ο Πιστωτής δεν έχει λάβει οποιοδήποτε άλλο μέτρο εναντίον του προς εκτέλεση της απόφασης και ότι μόλις προ μερικών ημερών οι δικηγόροι του είχαν αποστείλει επιστολή στους δικηγόρους του Πιστωτή επισυνάπτοντας τα έγγραφα που αφορούσαν την υλοποίηση των προνοιών της δικαστικής απόφασης στην αγωγή 6371/
  2. Για το ποσό των εξόδων και της Ειδοποίησης Πτώχευσης, αναφέρει ότι δεν έχει οχληθεί από οποιονδήποτε για να το καταβάλει. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι ο Πιστωτής λειτουργεί καταχρηστικά και εκδικητικά, επιδιώκει την οικονομική του καταστροφή και αποσκοπεί να τον πιέσει να καταβάλει το ποσό. Αναφέρει επιπλέον ότι ο Πιστωτής του οφείλει ποσό εκ €5.125,80 το οποίο διεκδικεί και/ή αιτείται το συμψηφισμό του, και το οποίο είναι το μερίδιο που του αναλογεί από ποσό εκ Λ.Κ. 6000 που εισέπραξε ο Πιστωτής για λογαριασμό και των δύο τους από την Troodos Electric Ltd και αφορούσε οφειλόμενα ενοίκια ακινήτου. Θεωρεί επιπλέον ότι η ειδοποίηση καταχωρίστηκε εκδικητικά από τους δικηγόρους του Πιστωτή, επειδή υπάρχουν εν εξελίξει δικαστικές διαδικασίες στις οποίες εκπροσωπούν τους αντιδίκους του, ενώ σε παλαιότερες δικαστικές αντιδικίες το Δικαστήριο δικαίωσε τον Οφειλέτη. Επισυνάπτει δε την αλληλογραφία των δικηγόρων του με τους δικηγόρους του Πιστωτή, με τις οποίες καταδεικνύονται οι ενέργειές του προς υλοποίηση της δικαστικής απόφασης, αλλά και νέα αξίωση του Πιστωτή, προς απόδειξη της κακοπιστίας του τελευταίου. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του Οφειλέτη με την αγόρευσή του εισηγήθηκε ότι οι ισχυρισμοί του Οφειλέτη δεν έχουν αμφισβητηθεί με κανένα τρόπο από τον Πιστωτή, εφόσον δεν καταχωρίστηκε απαντητική ένορκη δήλωση. Δέχθηκε βεβαίως ότι η απόδειξη της προβαλλόμενης ανταξίωσης βαρύνει τον Οφειλέτη και ότι θα πρέπει να συνδέεται με την αρχική απαίτηση του Πιστωτή. Εισηγήθηκε δε ότι η σύνδεση γίνεται καθότι η απόφαση στην αγωγή 6371/05 αναφέρεται στην εταιρεία A.P.X. Trading Ltd. Σύμφωνα με τον συνήγορο, ο Πιστωτής και ο Χρεώστης κατείχαν από 50% του μετοχικού κεφαλαίου της A.P.X. Trading Ltd, ο Πιστωτής εισέπραξε Λ.Κ. 6000 από την Troodos Electric Ltd, και συνεπώς θα έπρεπε να καταβάλει τουλάχιστον το ήμισυ του ποσού στον Οφειλέτη, το οποίο ανέρχεται σε €5.125,80 και το οποίο είναι το ισόποσο σχεδόν του ποσού για το οποίο καταχωρίστηκε η παρούσα Ειδοποίηση Πτώχευσης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Πιστωτή με τη δική του αγόρευση εισηγήθηκε ότι οι ισχυρισμοί του Οφειλέτη οι οποίοι δεν αφορούν την εξόφληση ή την ύπαρξη ανταξίωσης, συμψηφισμού ή ανταγωγής θα πρέπει να αγνοηθούν από το Δικαστήριο εφόσον δεν καλύπτονται από τον Πτωχευτικό Κανονισμό 40

(2). Ως προς τους ισχυρισμούς για οφειλή του Πιστωτή προς τον Οφειλέτη του ενός δευτέρου των Λ.Κ. 6000 που εισπράχθηκαν από την Troodos Electric Ltd, ο συνήγορος εισηγείται ότι πρόκειται για διαζευκτικούς και αόριστους ισχυρισμούς και εν πάση περιπτώσει δεν δίδεται καμία διευκρίνιση από πότε οφείλεται το ισχυριζόμενο ποσό και γιατί δεν μπορούσε να προβληθεί στην αγωγή 6371/05. Ούτε υπάρχει ισχυρισμός ότι το ποσό δεν μπορούσε να ανταπαιτηθεί στην αγωγή 6371/05, η οποία εν πάση περιπτώσει αφορούσε μεταβίβαση μετοχών και υλοποίηση συγκεκριμένης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων. Συνεπώς είναι η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου ότι αυτός ο ισχυρισμός του Οφειλέτη δεν μπορεί να ενταχθεί στο πλαίσιο του Κανονισμού 40
(2). Τονίζει δε ότι η απόφαση στην αγωγή 6371/05 κατέστη τελεσίδικη και ότι το επιδικασθέν ποσό, που αφορά έξοδα, είναι παραδεκτό ότι δεν έχει καταβληθεί από τον Οφειλέτη, και ότι πληρούνται όλες οι σχετικές προϋποθέσεις του Κεφ. 5 και των Κανονισμών για την έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης. Κατ' εφαρμογή του Άρθρου 3
(1)(g) του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5 (εφεξής ο Νόμος), ο Κανονισμός 40
(2)των περί Πτώχευσης Κανονισμών (εφεξής οι Κανονισμοί) προνοεί ότι εάν ο Οφειλέτης έχει ανταξίωση, συμψηφισμό, ή ανταγωγή η οποία είναι ίση με ή υπερβαίνει το ποσό της εξ αποφάσεως οφειλής ή ποσό που διατάχθηκε να πληρωθεί και το οποίο δεν μπορούσε να προβληθεί στη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση ή το διάταγμα, πρέπει αυτός μέσα στον χρόνο που καθορίζεται στην ειδοποίηση να καταχωρίσει στον πρωτοκολλητή ένορκη δήλωση προς τον σκοπό αυτό. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 41, η καταχώριση τέτοιας ένορκης δήλωσης θα ισχύει ως αίτηση για ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης. Αναγνωρίζεται δηλαδή δυνατότητα παραμερισμού, με την υποβολή ένορκης δήλωσης, που λειτουργεί ως αίτηση, εφόσον προβάλλεται η ύπαρξη ανταπαίτησης, ανταξίωσης ή συμψηφισμού που να είναι ίση με ή να υπερβαίνει το χρέος (βλ. Λάρκος ν. Κατσιαρή
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1694). Σύμφωνα με το λεκτικό του Άρθρου 3
(1)(g) του Νόμου, αλλά και του Κανονισμού 40
(2), το βάρος απόδειξης για την ύπαρξη ανταξίωσης, δικαιώματος συμψηφισμού ή ανταγωγής βαρύνει τον Χρεώστη. Ο Οφειλέτης πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει γνήσια ανταπαίτηση με εύλογες πιθανότητες επιτυχίας, και απλοί ισχυρισμοί για μια οποιαδήποτε ανταπαίτηση δεν αρκούν. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημάνω ότι παρέχεται σε Χρεώστη η δυνατότητα επίκλησης και άλλων λόγων ακύρωσης, πέραν αυτών που προβλέπονται στο άρθρο 3
(1)(g) και στον Κανονισμό 40
(2), αλλά με ξεχωριστή αίτηση για παραμερισμό που διέπεται από τις πρόνοιες των Κανονισμών 16, 17 και 18 και όχι με τον συνοπτικό τρόπο της ένορκης δήλωσης που προβλέπει ο Κανονισμός 40
(2). Βάσει του Κανονισμού 16, κάθε αίτηση θα εκθέτει τον Νόμο ή τους Κανονισμούς στους οποίους στηρίζεται και θα συνοδεύεται από ένορκη δήλωση που βεβαιώνει τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται. Στο σύγγραμμα Williams and Muir Hunter: The Law and Practice on Bankruptcy, 19η έκδοση, σελ. 38 αναφέρονται τα εξής: «The debtor may apply by motion (i.e. not by the summary affidavit procedure of B.R.139) to set aside the notice on other grounds, e.g. irregularity, bad service, payment (or quaere legal tender) of the debt, etc.» Έχοντας συνοψίσει πιο πάνω τη νομική πτυχή του θέματος, θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στη θέση της πλευράς του Οφειλέτη ότι θα πρέπει να γίνουν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί του, καθότι δεν έχουν αμφισβητηθεί από τον Πιστωτή, εφόσον δεν έχει υποβληθεί απαντητική ένορκη δήλωση. Η ένορκη δήλωση του Οφειλέτη λειτουργεί ως αίτηση, η οποία θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου ορισμένα γεγονότα και ισχυρισμούς. Ο Πιστωτής έχει τη δυνατότητα να αμφισβητήσει αυτά τα γεγονότα και να θέσει τις δικές του θέσεις, καταθέτοντας τη δική του ένορκη δήλωση σε απάντηση, εάν το επιθυμεί. Εν τούτοις, το βάρος απόδειξης για την πλήρωση των προϋποθέσεων για παραμερισμό της Ειδοποίησης Πτώχευσης δεν μετατοπίζεται από τους ώμους του προσώπου που υποβάλλει τέτοιο αίτημα, ήτοι του Οφειλέτη. Συνεπώς, ακόμη και αν ο Πιστωτής δεν υποβάλει απαντητική ένορκη δήλωση, δεν σημαίνει ότι τα όσα ισχυρίζεται ο Οφειλέτης στη δική του ένορκη δήλωση είναι δεσμευτικά για το Δικαστήριο. Το έργο του Δικαστηρίου είναι να εξετάσει κατά πόσο, από τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιόν του, πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις για παραμερισμό της Ειδοποίησης Πτώχευσης. Συναφώς, παραπέμπω στο εξής απόσπασμα από το προαναφερόμενο σύγγραμμα Williams and Muir Hunter on Bankruptcy στις σελίδες 37-38, κάτω από τον τίτλο «Setting aside bankruptcy notice. on grounds of set-off, counterclaim or cross-demand» (όπου γίνεται αναφορά σε «registrar» πρωτοκολλητή, σημειώνω ότι στην Κύπρο η απόφαση λαμβάνεται από το Δικαστήριο) η οποία διασαφηνίζει πλήρως το ζήτημα : «The debtor must, within the time prescribed .file in court an affidavit showing with reasonable degree of particularity the nature and the amount of the set-off,etc., so as to satisfy the registrar that ''sufficient cause is shown''. . The registrar must consider whether, in light of the evidence adduced by either side, there is a genuine triable case of set-off, etc.. no particular degree of proof can be specified, for each case must depend on its own facts, as to whether or not in principle it appears to be ''genuine''. » (η υπογράμμιση δική μου) Η ένορκη δήλωση που καταχώρισε ο Οφειλέτης τρεις μέρες μετά την επίδοση σε αυτόν της Ειδοποίησης Πτώχευσης, η οποία βάσει του Κανονισμού 41 ισχύει ως αίτηση για ακύρωση της Ειδοποίησης Πτώχευσης, καταχωρίστηκε εμπρόθεσμα και στηρίζεται τόσο σε ισχυρισμό περί ανταπαίτησης/ανταξίωσης όσο και σε διάφορους άλλους ισχυρισμούς, όπως τη μη λήψη άλλων μέτρων εκτέλεσης, την κατάχρηση, εκδικητικά κίνητρα και την ύπαρξη κακοπιστίας. Αναφορικά με τους λόγους που επικαλείται ο Οφειλέτης στην ένορκη δήλωσή του για παραμερισμό της Ειδοποίησης και που δεν σχετίζονται με ανταπαίτηση, ανταξίωση ή συμψηφισμό, σημειώνω ότι τόσο το άρθρο 3
(1)(g) του Κεφ. 5 και ο Κανονισμός 40
(2)των περί Πτώχευσης Κανονισμών, όσο και η σχετική νομολογία είναι ξεκάθαρα επί του θέματος. Ο Οφειλέτης δεν μπορεί να εγείρει με την ένορκη δήλωσή του οποιοδήποτε άλλο ζήτημα, περάν αυτών που αναφέρονται στον Κανονισμό 40
(2)(βλ. Λάρκος ν. Κατσιαρή, πιο πάνω, In Re Costas Luca
(1986)2 JSC 365, Λαϊκή Τράπεζα Λτδ ν. Δημητρίου, Πολ. Έφεση 278/2006 ημερ. 17.4.2008). Τυχόν άλλοι λόγοι ακύρωσης της Ειδοποίησης Πτώχευσης (όπως ισχυρισμοί για εξόφληση, αναστολή, παρατυπία, κακή επίδοση κ.ο.κ.) μπορούν ασφαλώς να προβληθούν, αλλά η ορθή διαδικασία είναι η καταχώριση ξεχωριστής αίτησης προς ακύρωση, οπότε και η προθεσμία των τριών ημερών για την καταχώριση ένορκης δήλωσης δεν ισχύει. Στην πρόσφατη απόφαση Λαϊκή Τράπεζα Λτδ ν. Δημητρίου, πιο πάνω, τονίστηκε ότι ισχυρισμοί οι οποίοι δεν σχετίζονται με ανταπαίτηση, ανταξίωση ή συμψηφισμό, όπως για παράδειγμα εξόφληση και αναστολή, δεν μπορούν να εγερθούν σε ένορκη δήλωση με βάση τον Κανονισμό 40, αλλά μόνο σε ξεχωριστή αίτηση, και ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να παραμερίσει ειδοποίηση πτώχευσης για λόγους που αναφέρονται σε ένορκη δήλωση για παραμερισμό, οι οποίοι δεν σχετίζονται με ανταπαίτηση, ανταξίωση ή συμψηφισμό. Ως εκ τούτου, οι λόγοι ακύρωσης που εγείρει ο Οφειλέτης με την ένορκη δήλωσή του, οι οποίοι εκφεύγουν των αυστηρώς καθορισμένων πλαισίων που έχει ορίσει ο Νόμος, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη και να αποτελέσουν καλό λόγο για ακύρωση της Ειδοποίησης Πτώχευσης στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Από τους διάφορους λόγους που επικαλείται ο Οφειλέτης στην ένορκη δήλωσή του, ο μοναδικός που μπορεί να ληφθεί υπόψη και να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας είναι ο ισχυρισμός για την ύπαρξη ανταπαίτησης/ανταξίωσης και/ή συμψηφισμού. Προς τούτο, ο Οφειλέτης θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει γνήσια απαίτηση υπό μορφή ανταπαίτησης, η οποία να είναι ίση με ή να υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους και ότι η απαίτηση δεν μπορούσε να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στην αγωγή στην οποία ελήφθη η απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Οφειλέτης αναφέρει στην ένορκη δήλωσή του ότι ο Πιστωτής του οφείλει ποσό εκ €5.125,80, το οποίο είναι το μερίδιο που του αναλογεί από ποσό εκ Λ.Κ. 6000 που εισέπραξε ο Πιστωτής για λογαριασμό και των δύο τους από κάποια εταιρεία ονόματι Troodos Electric Ltd και αφορούσε οφειλόμενα ενοίκια ακινήτου. Παραλείπει παντελώς, όμως, να προσδιορίσει πώς και πότε προέκυψε αυτή η ισχυριζόμενη οφειλή, με ποιο τρόπο συνδέεται με την απαίτηση του Πιστωτή στην αγωγή 6371/05 και για ποιο λόγο δεν μπορούσε να προβληθεί στη διαδικασία εκείνη. Τονίζω ότι η ανταξίωση/ανταπαίτηση πρέπει να συνδέεται με την αρχική απαίτηση του Πιστωτή (βλ. Williams and Muir Hunter on Bankruptcy, πιο πάνω, σελ 38 και Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 2, σελ. 282, παρ. 525 ως εξής: «the counterclaim relied on must be mutual and due between the debtor and his judgment creditor in the same right»). Η προσπάθεια του ευπαίδευτου συνηγόρου του Οφειλέτη κατά το στάδιο των αγορεύσεων να συνδέσει την αγωγή 6371/05 με την ισχυριζόμενη ανταπαίτηση, με αναφορά στη μετοχική δομή της A.P.X. Trading Ltd, δεν αποτελεί μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, καθότι οι δικηγόροι με τις αγορεύσεις τους δεν δύνανται να παραθέτουν γεγονότα. Εν πάση περιπτώσει, επαναλαμβάνω ότι δεν έχει γίνει κανένας προσδιορισμός χρονικών πλαισίων ώστε να διευκρινιστεί για ποιο λόγο η ανταπαίτηση αυτή δεν μπορούσε να προβληθεί στην αρχική αγωγή. Συνεπώς οι γενικοί και συγκεχυμένοι ισχυρισμοί του Οφειλέτη περί ύπαρξης ανταπαίτησης ή δικαίωμα συμψηφισμού παρέμειναν μετέωροι και ατεκμηρίωτοι και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει αποσείσει το βάρος με το οποίο ειναι επιφορτισμένος. Ο Οφειλέτης δεν έχει καταδείξει ότι τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την ανταπαίτησή του δεν ήταν εν γνώσει του κατά τον χρόνο που εκκρεμούσε η αγωγή ή ότι δεν είχε τη δυνατότητα να την προβάλει στα πλαίσια της αγωγής. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ο Οφειλέτης σε καμία περίπτωση δεν με έχει πείσει ότι έχει γνήσια ανταπαίτηση εναντίον του Πιστωτή με εύλογες πιθανότητες επιτυχίας, η οποία να είναι ίση με ή να υπερβαίνει το εξ αποφάσεως χρέος και η οποία να μην μπορούσε να προβληθεί στη διαδικασία διά της οποίας εξασφαλίστηκε η απόφαση. Ως έχω προαναφέρει, οι λοιποί ισχυρισμοί του Οφειλέτη στην ένορκη δήλωσή του εκφεύγουν από τα προδιαγραφόμενα από το νομικό και θεσμικό πλαίσιο καθώς και τη νομολογία και δεν μπορούν να εξεταστούν στην παρούσα διαδικασία. Μολαταύτα, θεωρώντας σκόπιμο να διατυπώσω την κρίση μου επί τούτων για σκοπούς πληρότητας, κρίνω ότι όλα όσα ο Οφειλέτης πρότεινε ως λόγους ακύρωσης της ειδοποίησης είναι αφ΄ εαυτών αβάσιμα. Ο Νόμος και οι Κανονισμοί δεν επιβάλλουν στον Πιστωτή υποχρέωση να εξαντλήσει όλα τα δυνατά μέτρα εκτέλεσης προτού τροχοδρομήσει διαδικασία πτώχευσης εναντίον εξ αποφάσεως οφειλέτη. Είναι γεγονός ότι, όπως λέχθηκε στην London Clubs Ltd κ.α. ν. Παπαδοπούλου
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1699, η πτωχευτική διαδικασία δεν σκοπεί στον εξαναγκασμό του χρεώστη να εξοφλήσει χρέος του προς συγκεκριμένο πιστωτή. Σκοπός της είναι η προστασία και διασφάλιση της περιουσίας του υπό πτώχευση ώστε να χρησιμοποιηθεί όπως ο Νόμος ορίζει για την ικανοποίηση εξ ολοκλήρου ή μερικώς και κατ' ισονομία όλων των πιστωτών. Σε εκείνη την περίπτωση τα γεγονότα (όπως η κατ'επανάληψη καταχώριση ειδοποιήσεων πτώχευσης εναντίον του χρεώστη με επακόλουθο τη στο μεταξύ συμφωνία του να δεχθεί διάταγμα αυξημένων μηνιαίων δόσεων στο πλαίσιο παράλληλης διαδικασίας) αποδείκνυαν ότι η διαδικασία που ανελήφθη από τους Πιστωτές ήταν καταπιεστική εις βάρος του Χρεώστη, επειδή δεν απέβλεπε με την ορθή χρήση της δικαστικής διαδικασίας στην εκτέλεση της απόφασης, αλλά με την κατάχρησή της να καταπιέσουν τον Χρεώστη (βλ.σελ.1702 της πιο πάνω απόφασης). Στη παρούσα υπόθεση, δεν υπάρχει ο,τιδήποτε ενώπιόν μου από το οποίο να φαίνεται ότι οι Πιστωτές χρησιμοποιούν τη διαδικασία αυτή κατά αθέμιτο τρόπο, ή κακόβουλα ως ισχυρίζεται ο Οφειλέτης, με στόχο άλλο από εκείνο που προβλέπεται από τον Νόμο και κατά τρόπο καταπιεστικό. Όπως λέχθηκε στη Μερκής ν. Intertobacco Ltd
(2006)1Β Α.Α.Δ. 788, κάνοντας αναφορά στην London Clubs, πιο πάνω, : «Δεν ασκείται έλεγχος εσωτερικών ελατηρίων και δεν είναι με αναφορά σε τέτοια αλλά στον τρόπο χρησιμοποίησης των διαδικασιών που παραπέμπει η πιο πάνω απόφαση (βλ. σχετικά και τη Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522) ». Στην προκειμένη περίπτωση, ο Πιστωτής δικαιωματικά εισάγει την Ειδοποίηση Πτώχευσης εν όψει της ύπαρξης της οφειλής, η οποία δεν αμφισβητείται από τον Οφειλέτη. Το μόνο που αναφέρει ο Οφειλέτης σε σχέση με την οφειλή είναι ότι μετά την έκδοση της απόφασης (στις 24.3.2009) δεν οχλήθηκε από οποιονδήποτε για να καταβάλει το ποσό και δεν λήφθηκαν μέτρα εκτέλεσης εναντίον του. Εν τούτοις, επαναλαμβάνω ότι δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας ότι οι πιστωτές οφείλουν να εξαντλήσουν πρώτα όλα τα διαθέσιμα μέτρα εκτέλεσης, αλλά ούτε και να προβαίνουν σε αλλεπάλληλες παρακλήσεις προς τους οφειλέτες για εξόφληση εξ αποφάσεων χρεών. Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από τους Πτωχευτικούς Κανονισμούς Τύπος (αρ. 4) της Ειδοποίησης Πτώχευσης καλεί τον οφειλέτη όπως καταβάλει στον πιστωτή το ποσό που οφείλεται εντός 7 ημερών από την επίδοση. Κρίνω επιπλέον ότι η ύπαρξη τόσο εκκρεμών όσο και παλαιότερων δικαστικών αντιδικιών μεταξύ του Οφειλέτη και των δικηγόρων του Πιστωτή ή πελατών τους, που μάλιστα δεν αφορούν καθόλου τον Πιστωτή στην υπό κρίση περίπτωση, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ότι καταδεικνύει χωρίς άλλο εκδικητικά κίνητρα σε σχέση με την έκδοση της παρούσας Ειδοποίησης Πτώχευσης. Ως προς τους ισχυρισμούς του Οφειλέτη περί κακοπιστίας του Πιστωτή λόγω του ότι ο Οφειλέτης έχει προβεί σε κάποιες ενέργειες προς συμμόρφωση με την απόφαση στην αγωγή 6371/05, σημειώνω ότι οι ενέργειες, όπως φαίνεται και από τα τεκμήρια που έχει επισυνάψει στην ένορκη δήλωσή του, αφορούσαν μόνο στο μέρος της απόφασης που διατάσσει τη μεταβίβαση μετοχών και την υλοποίηση προνοιών συγκεκριμένης συμφωνίας, και όχι την πληρωμή του οφειλόμενου ποσού εξόδων. Εξάλλου, η ίδια η απόφαση στην αγωγή 6371/05 επιβάλλει υποχρέωση στον Εναγόμενο (Οφειλέτη) να υλοποιήσει συγκεκριμένες πρόνοιες εντός 15 ημερών από τη μέρα έκδοσης της απόφασης, ήτοι 24.3.2009. Συνεπώς είναι παράλογο να θεωρεί ο Οφειλέτης ότι οι όποιες ενέργειές του προς συμμόρφωση με τη δικαστική απόφαση αρκετούς μήνες αργότερα καταδεικνύουν κακοπιστία εκ μέρους του Πιστωτή. Κατά συνέπεια όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι ο Οφειλέτης έχει αποτύχει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι υφίσταται ένας από τους περιοριστικά καθορισμένους λόγους του Κανονισμού 40
(2)που θα δικαιολογούσε την ακύρωση της Ειδοποίησης Πτώχευσης. Η ένορκη δήλωση-αίτησή του δεν παρέχει έρεισμα για την ακύρωση της εν λόγω Ειδοποίησης και απορρίπτεται. Περαιτέρω, σημειώνω ότι ο Οφειλέτης δεν έχει συμμορφωθεί με την Ειδοποίηση Πτώχευσης καταβάλλοντας το οφειλόμενο ποσό. Με βάση όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η Ειδοποίηση Πτώχευσης έχει καλώς εκδοθεί. Η πράξη πτώχευσης θεωρείται ότι διαπράττεται με την έκδοση της παρούσας απόφασης. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Πιστωτή και εναντίον του Οφειλέτη. (υπ. )..................................... Σ. Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.