← Κύπρος

Δημήτρης Κυπριανού ν. Marketrends Insurance Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 1879/04, 20 Ιανουαρίου 2010

Δημήτρης Κυπριανού ν. Marketrends Insurance Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 1879/04, 20 Ιανουαρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1879/04 Μεταξύ: Δημήτρης Κυπριανού από τη Λευκωσία Ενάγοντα Και

  1. Marketrends Insurance Limited
  2. Λάμπρος Χριστοφή
  3. Μιχαλάκης Ζιβανάρης Εναγομένων ---------------- Ημερομηνία: 20 Ιανουαρίου 2010 Για τον ενάγοντα: κα Γ. Μιλτιάδους Για τον εναγόμενο 2: κ. Δ. Καλλής Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή, που καταχωρήθηκε στις 24.2.2004, ο ενάγοντας απαιτεί από τους εναγόμενους την επιστροφή του ποσού των £10.000 πλέον τόκο προς 7% από τις 8.11.2000, το οποίο πληρώθηκε για την αγορά μετοχών στην εναγόμενη 1 εταιρεία, οι μετοχές της οποίας δεν εισήχθηκαν στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (στο εξής το « ΧΑΚ») καθόλου και/ή δεόντως, ποσό που απαιτήθηκε να επιστραφεί δυνάμει της σχετικής νομοθεσίας. Απαιτεί ακόμη ο ενάγοντας, σωρευτικά και διαζευκτικά, αποζημιώσεις για συνωμοσία και/ή απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις κατά ή περί τις 8.11.2000 και αποζημιώσεις/επιστροφή του πιο πάνω ποσού λόγω έλλειψης ανταλλάγματος και/ή απάρνησης συμφωνίας αγοράς μετοχών στην εναγόμενη 1 εταιρεία. Περαιτέρω ο ενάγοντας απαιτεί νόμιμο τόκο προς 8% πλέον έξοδα. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, η οποία καταχωρήθηκε στις 20.9.2005, ο ενάγοντας κατά ή περί τις 8.11.2000 αγόρασε 20.000 μετοχές στην εναγόμενη εταιρεία, της οποίας κύριος μέτοχος, διευθυντής/διευθύνων σύμβουλος είναι ο εναγόμενος 2, με τον ρητό και/ή σιωπηρό όρο και προϋπόθεση/συμφωνία έναντι επιστροφής ότι η εναγόμενη εταιρεία είχε υποβάλει αίτηση και/ή θα εισήγετο σύντομα στο ΧΑΚ, καταβάλλοντας το ποσό των £10.
  4. Κατά ή περί τις 12.11.2002 ο ενάγοντας ζήτησε από τους εναγόμενους επιστροφή του ποσού που κατέβαλε και επιστροφή των μετοχών, υποστηρίζοντας ότι η εναγόμενη εταιρεία δεν εξέδωσε/παρέδωσε τίτλους στο όνομα του μέχρι τότε. Ως ισχυρίζεται ο ενάγοντας δικαιούται σε επιστροφή όλου του ποσού επειδή: α) ήταν ρητός και νοητός όρος και/ή προϋπόθεση/συμφωνία για την πληρωμή προς τους εναγόμενους ότι η εταιρεία θα εισήγετο στο ΧΑΚ και/ή ότι υπέβαλε αίτησης εισαγωγής, κάτι που δεν έγινε με αποτέλεσμα ο ενάγοντας να δικαιούται σε «επιστροφή των μετοχών έναντι πληρωμής των £10.000 εντόκως και/ή οι εναγόμενοι παρέβησαν/απαρνήθηκαν τη συμφωνία τους», β) οι εναγόμενοι ψευδώς τον διαβεβαίωσαν ότι η έγκριση ήταν τυπική και ότι είχε υποβληθεί δεόντως η αίτηση στο ΧΑΚ, γ) προνοείται αυτό στο άρθρο 58 Α

(3)(Β) του περί ΧΑΚ Νόμου 14
(1)/1993, όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο 42
(1)/2000, δ) οι εναγόμενοι παρέβησαν τις πρόνοιες του άρθρου 58 Α
(1)εφόσον δεν κατατέθηκε «γραπτή πληροφοριακή έκθεση, δεν υπέβαλαν αίτηση ένταξης εντός 3 μηνών και δεν παρέδωσαν απόδειξη είσπραξης ποσού με ημερομηνία λήψης, το όνομα του εκδότη, το είδος του αριθμού και αξία των τίτλων», με αποτέλεσμα η πράξη να είναι αντίθετη με τη νομοθεσία και/ή υπάρχει υποχρέωση επιστροφής και ε) διαζευκτικά υπάρχει πλήρης αποτυχία ανταλλάγματος. Παραθέτοντας λεπτομέρειες της εξαπάτησης από τους εναγόμενους και/ή ότι είναι θύμα ψευδών παραστάσεων και προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι οι εναγόμενοι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο παρέστησαν και/ή επιβεβαίωσαν την ένταξη τους στο ΧΑΚ διαβεβαιώνοντας τον περί αυτού, ο ενάγοντας απαιτεί το προαναφερθέν ποσό «ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή δυνάμει του όρου επιστροφής και/ή για απάρνηση συμφωνίας και/ή για έλλειψη/αποτυχία ανταλλάγματος» καθώς και «ως αποζημιώσεις για απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις αλλά και δυνάμει σχετικών προνοιών της νομοθεσίας περί ΧΑΚ», πλέον τόκο προς 8% και έξοδα. Παρόλο που το κλητήριο ένταλμα είχε εκπνεύσει στις 23.2.2005 σε σχέση με τον εναγόμενο 3, στην έκθεση απαίτησης του ο ενάγοντας αναφέρει ότι αποσύρει την αγωγή εναντίον του εναγόμενου 3 «με την άδεια του Δικαστηρίου χωρίς βλάβη ενόψει του ότι αυτός στο μεταξύ απεβίωσε». Στις 15.11.2006 ο ενάγοντας διέκοψε την αγωγή εναντίον της εναγόμενης 1 εταιρείας με επιφύλαξη και χωρίς έξοδα. Η ακροαματική διαδικασία που διεξήχθη αφορά μόνο τον εναγόμενο
  1. Στην υπεράσπιση του, που καταχωρήθηκε στις 5.4.2007, ο εναγόμενος 2 αρχικά εγείρει προδικαστική ένσταση, η οποία ωστόσο δεν εκδικάστηκε προδικαστικά, στη βάση του ότι ο ενάγοντας κωλύεται και/ή δεν του παρέχεται η δυνατότητα βάσει της σχετικής νομοθεσίας να έχει απαίτηση εναντίον εταιρείας και ταυτόχρονα εναντίον διοικητικού στελέχους αυτής και ισχυρίζεται ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί εναντίον του για το λόγο αυτό αλλά και επειδή ο ενάγοντας δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγόμενου
  2. Περαιτέρω ο εναγόμενος 2 αρνείται τους ισχυρισμούς του ενάγοντα και ισχυρίζεται ότι απλά διετέλεσε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης 1 εταιρείας καθώς και ότι η παρούσα αγωγή εγείρεται κακόβουλα εναντίον του υπό την ως άνω ιδιότητα του, εφόσον κατά τον επίδικο χρόνο το εν λόγω Διοικητικό Συμβούλιο αποτελείτο από 9 μέλη. Ο ίδιος σε καμία συμφωνία δεν ήρθε με τον ενάγοντα και ουδέποτε ανέφερε σ' αυτόν ό,τι ισχυρίζεται σχετικά με την εισαγωγή της εναγόμενης 1 εταιρείας στο ΧΑΚ, ούτε προσωπικά προσέφερε προς πώληση ή πώλησε ή αποδέχθηκε προσφορά για αγορά τίτλων ή εισέπραξε από τον ενάγοντα οποιοδήποτε ποσό, με αποτέλεσμα οι αντίθετοι ισχυρισμοί του τελευταίου να είναι ψευδείς και αυτός να μην έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του. Επιπρόσθετα ο εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι ο ενάγοντας περί τις 8.11.2000 αγόρασε 20.000 μετοχές της εναγόμενης 1 εταιρείας, η οποία περί τις 12.2.2001 εξέδωσε επ' ονόματι του ενάγοντα τις μετοχές αυτές στην τιμή των £0,50 εκάστη, έναντι του συνολικού ανταλλάγματος των £10.
  3. Ο ενάγοντας ουδέποτε ζήτησε από τον εναγόμενο 2 την επιστροφή οποιουδήποτε ποσού και/ή μετοχών. Ως προς την επίκληση αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντα εναντίον του με βάση τις προαναφερθείσες νομοθετικές πρόνοιες, ο εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι δεν παρέχεται αγώγιμο δικαίωμα στον ενάγοντα εναντίον του και περαιτέρω ότι ο Νόμος 42
(1)/2000 και/ή οποιοσδήποτε νόμος τυχόν επιβάλλει την επιστροφή χρημάτων σε επενδυτές αφενός είναι αντισυνταγματικός, παραθέτοντας σχετική επιχειρηματολογία και αφετέρου είναι ανεφάρμοστος, λόγω του ότι αντίκειται στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ.
  1. Αρνείται τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι τον εξαπάτησε και ότι προέβη σε ψευδείς παραστάσεις προς αυτόν καθώς και τις σχετικές λεπτομέρειες της έκθεσης απαίτησης. Με τη θέση ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί και δυνάμει του δόγματος «laches» (ολιγωρία) δεδομένου ότι το ισχυριζόμενο αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα δημιουργήθηκε από το έτος 2000 και ο ενάγοντας καθυστέρησε αδικαιολόγητα να το ασκήσει εναντίον του, ο εναγόμενος 2 ζητά την απόρριψη της αγωγής με έξοδα υπέρ του. Στην απάντηση του στην υπεράσπιση, που καταχωρήθηκε στις 23.4.2007, ο ενάγοντας αρνείται τους ισχυρισμούς του εναγόμενου 2, αναφέροντας ότι εναντίον της εναγόμενης 1 εταιρείας εκδόθηκε διάταγμα εκκαθάρισης περί τις 24.5.2006 και υποστηρίζει ότι η προδικαστική ένσταση του εναγόμενου 2 είναι γενική και αόριστη. Προχωρεί εναντίον του εναγόμενου 2 λόγω του πρωταγωνιστικού του ρόλου στη διαχείριση των υποθέσεων της εναγόμενης 1 εταιρείας κατά τον ουσιώδη χρόνο και σε σχέση με τα επίδικα θέματα, επαναλαμβάνοντας δε τους ισχυρισμούς του σε σχέση με την συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, αναφέρεται στην επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό 19342113 ημερομηνίας 15.11.2000, με την οποία κατέβαλε το αξιούμενο ποσό για την αγορά των επίδικων μετοχών και ζήτησε την επιστροφή του με την συστημένη επιστολή του προς τους εναγόμενους 2 και 3 ημερομηνίας 12.11.2002, την οποία απέστειλε επίσης στον Πρόεδρο Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και στον Γενικό Διευθυντή του ΧΑΚ. Ισχυρίζεται περαιτέρω ο ενάγοντας ότι περί τον Οκτώβριο του 2000, αρμόδιος υπάλληλος ή αντιπρόσωπος των εναγομένων που ενεργούσε για λογαριασμό τους, ο Αλέξανδρος Δημητριάδης, πληροφόρησε τον ενάγοντα για τα δεδομένα της εναγόμενης 1 εταιρείας και κάλεσε τον ενάγοντα να συμμετάσχει στο κεφάλαιο της εταιρείας κατά το στάδιο της ιδιωτικής τοποθέτησης. Ενώ ο ενάγοντας αρχικά εκδήλωσε ενδιαφέρον για 60.000 μετοχές τελικά συμφωνήθηκε να αγοράσει μόνο 20.000 μετοχές. Κατόπιν οδηγιών των εναγομένων κατέβαλε το ποσό των £10.000 στο όνομα Marketrends Financial Services Ltd, που είναι η εταιρεία του ομίλου στην οποία ανήκει η εναγόμενη 1 υπό εκκαθάριση εταιρεία και τον έλεγχο της οποίας είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο ο εναγόμενος
  2. Αναφορικά με την ισχυριζόμενη αντισυνταγματικότητα της σχετικής νομοθεσίας, ο ενάγοντας υποστηρίζει ότι η θέση αυτή δεν ευσταθεί και από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου φαίνεται ότι οι σχετικές πρόνοιες κρίθηκαν συνταγματικές, ενόσω ο Νόμος 42
(1)/2000 ως εξειδικευμένος και μεταγενέστερος του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, υπερισχύει αυτού. Κατά την ακροαματική διαδικασία, εκ μέρους του ενάγοντα προσφέρθηκε η μαρτυρία του ίδιου (ΜΕ1) και άλλων πέντε μαρτύρων. Εκ μέρους του εναγόμενου 2 προσφέρθηκε μόνο η μαρτυρία του ίδιου. Αποτέλεσαν δε παραδεκτά γεγονότα σε διάφορα στάδια της ακροαματικής διαδικασίας, τα οποία αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα: Ο εναγόμενος 2 ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Marketrends Insurance Ltd από τις 5.7.2000 μέχρι τις 26.2.2003 μαζί με 8 άλλους διοικητικούς συμβούλους. Ο λογαριασμός 0113-01-050307 της Τράπεζας Κύπρου ανήκει στον ενάγοντα και στις 15.11.2000 ο ενάγοντας πλήρωσε με επιταγή το ποσό των £10.000 (ισόποσο σε €17.100) προς την Marketrends Financial Services Ltd, μέσω του Αλέξανδρου Δημητριάδη, για την αγορά μετοχών της Marketrends Insurance Ltd. Στις 12.2.2001 παραχωρήθηκαν στον ενάγοντα από την Marketrends Insurance Ltd οι επίδικες 20.000 μετοχές. Κατατέθηκαν, επίσης, εκ συμφώνου ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα έγγραφα: Πιστό αντίγραφο της επιστολής ημερομηνίας 18.10.2000 για αίτηση εισαγωγής των τίτλων της Marketrends Insurance Ltd στο ΧΑΚ, ως Τεκμήριο
  1. Πιστό αντίγραφο της επιστολής ημερομηνίας 5.1.2001 του ΧΑΚ προς την Marketrends Insurance Ltd, ως Τεκμήριο
  2. Πιστό αντίγραφο της επιστολής ημερομηνίας 14.1.2004 του ΧΑΚ προς την Marketrends Insurance Ltd, ως Τεκμήριο
  3. Αντίγραφα των ετήσιων οικονομικών εκθέσεων της Marketrends Insurance Ltd για τα έτη 2001 και 2002, ως Τεκμήρια 10 και 11 αντίστοιχα. Ακριβές αντίγραφο κατάστασης της Marketrends Insurance Ltd ημερομηνίας 20.7.2000 καταχωρηθείσας στον Έφορο Εταιρειών, ως Τεκμήριο
  4. Ο ενάγοντας κατά την ένορκη μαρτυρία του, υιοθετώντας την γραπτή του κατάθεση (Έγγραφο 1), αναφέρθηκε στην πληροφόρηση που είχε περί τον Οκτώβριο του 2000 από αρμόδιο υπάλληλο ή αντιπρόσωπο των εναγομένων, ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό τους σε σχέση με την ίδρυση της εναγομένης 1 εταιρείας, την μετατροπή της σε δημόσια εταιρεία και την πρόθεση της να ενταχθεί στο ΧΑΚ, καλώντας τον να συμμετάσχει στο κεφάλαιο της εταιρείας κατά το στάδιο της ιδιωτικής τοποθέτησης με την αγορά μετοχών αξίας £0,50 έκαστη. Περί τις 24.10.2000 υπέβαλε αίτηση προς την εναγόμενη 1 εταιρεία για την αγορά 60.000 μετοχών αξίας £30.000 (Τεκμήριο 1), εκδίδοντας τρεις επιταγές της Τράπεζας Κύπρου, αντίγραφα των οποίων κατέθεσε ως Τεκμήριο
  5. Έκρινε όμως αναγκαίο να μειώσει τον αριθμό των μετοχών από 60.000 σε 20.000 για προσωπικούς λόγους ενημερώνοντας σχετικά γραπτώς την εναγόμενη 1 εταιρεία (Τεκμήριο 3), καθώς και την τράπεζα του να μην εξαργυρώσει τις δύο από τις τρεις επιταγές που είχε δώσει στους εναγόμενους. Περί τις 8.11.2000 αγόρασε 20.000 μετοχές από την εναγόμενη 1 εταιρεία, της οποίας κύριος μέτοχος, διευθυντής και διοικητικός σύμβουλος, έχοντας κατά πάντα ουσιώδη χρόνο τον έλεγχο της, ήταν ο εναγόμενος 2 με το ρητό και/ή σιωπηρό όρο και προϋπόθεση/συμφωνία έναντι επιστροφής ότι η εναγόμενη 1 εταιρεία είχε υποβάλει αίτηση και θα εισήγετο σύντομα στο ΧΑΚ, καταβάλλοντας το ποσό των £10.000 επ' ονόματι της Marketrends Services Ltd, με την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 15.11.2000 και αριθμό 19342113 (αντίγραφο της επιταγής κατέθεσε ως Τεκμήριο 4). Η εναγόμενη 1 εταιρεία ουδέποτε εξέδωσε ή παρέδωσε τίτλους για την αγορά των εν λόγω μετοχών επ' ονόματι του μέχρι και την 1.11.
  6. Με διπλοασφαλισμένη επιστολή του ημερομηνίας 12.11.2002 (Τεκμήρια 5(α) και 5(β)) ο ενάγοντας ζήτησε από τους εναγόμενους την επιστροφή του ποσού που κατέβαλε, κοινοποιώντας την επιστολή αυτή στον Πρόεδρο Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και τον Γενικό Διευθυντή του ΧΑΚ, λόγω του ότι η εναγομένη 1 εταιρεία ούτε εισήχθη αλλά ούτε και υπέβαλε αίτηση εισαγωγής των μετοχών της στο ΧΑΚ. Στις 4.11.2003 απέστειλε υπενθυμητική επιστολή ζητώντας και πάλι την επιστροφή των χρημάτων (Τεκμήριο 6). Περαιτέρω ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι οι εναγόμενοι τον διαβεβαίωσαν ψευδώς ότι η αίτηση είχε υποβληθεί δεόντως στο ΧΑΚ και η έγκριση ήταν τυπική. Επίσης παρέβησαν τις πρόνοιες της νομοθεσίας εφόσον δεν υπέβαλαν νομότυπα την αίτηση τους εντός τριών μηνών με αποτέλεσμα να έχουν υποχρέωση επιστροφής του ποσού που τους κατέβαλε. Υποστηρίζοντας ότι όλες οι παραστάσεις και συμφωνία για αγορά μετοχών ενόψει της ένταξης της εναγόμενης 1 εταιρείας στο ΧΑΚ έγιναν και από τους εναγόμενους αλλά και από κάποιο Αλέξανδρο Δημητριάδη, που ενεργούσε εκ μέρους τους και για λογαριασμό τους, ο ενάγοντας αξιώνει ως το αιτητικό της έκθεσης απαίτησης του. Ο Γεώργιος Κολιανδρής (ΜΕ2), ταχυδρομικός λειτουργός, αναφέρθηκε στην ισχύουσα διαδικασία αποστολής συστημένης επιστολής, διευκρινίζοντας κατά την αντεξέταση ότι στην κόκκινη κάρτα υπογράφει ο παραλήπτης και υπό προϋποθέσεις μπορεί να παραλάβει την επιστολή άλλος αντί του παραλήπτη. Την επιστολή Τεκμήριο 5(α) μπορούσε να την παραλάβει υπάλληλος της εταιρείας Marketrends Insurance Ltd, προσθέτοντας κατά την επανεξέταση ότι κατόπιν εξουσιοδότησης του παραλήπτη μπορεί να παραληφθεί η επιστολή από άτομο του στενού του οικογενειακού κύκλου ή από υπάλληλο της εταιρείας. Ο Βύρων Κρανιδιώτης (ΜΕ3), διετέλεσε Πρόεδρος της Marketrends Insurance Ltd το 2003 και απεχώρησε το
  7. Υποστήριξε ότι τον διόρισε ο εναγόμενος 2 στη θέση αυτή, που ήταν ο ιθύνων νους για όλα τα θέματα και εκτελεστικός αντιπρόεδρος κατά το
  8. Κατά την αντεξέταση του διευκρίνισε ότι δεν γνωρίζει τι γινόταν στην εταιρεία κατά τα έτη 2000 ως 2002 και παρόλο που συμφώνησε ότι ο εναγόμενος 2 παραιτήθηκε στις 26.2.2003 από το Διοικητικό Συμβούλιο υποστήριξε ότι κάποτε παρευρίσκετο στις συνεδριάσεις του. Η Άντρη Ανδρέου (ΜΕ4), λειτουργός του ΧΑΚ, ανέφερε ότι η εταιρεία Marketrends Insurance Ltd υπέβαλε αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ στις 18.10.2000, η οποία απορρίφθηκε για τους λόγους που αναφέρονται στο Τεκμήριο
  9. Κατέθεσε ως Τεκμήρια 12 και 13 αντίστοιχα, τα ενημερωτικά δελτία της εταιρείας ημερομηνίας 24.11.2000 και 27.2.2003, στα οποία στις σελίδες 27 και 22 αντίστοιχα φαίνεται ότι ο εναγόμενος 2 ήταν εκτελεστικός αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου. Ο Κωνσταντίνος Νικολαϊδης (ΜΕ5), δικηγόρος, διετέλεσε εσωτερικός νομικός σύμβουλος του ομίλου εταιρειών Marketrends από τον Νοέμβριο του 1999 μέχρι τον Ιούλιο του
  10. Ανέφερε ότι ο εναγόμενος 2 ήταν ο ιθύνων νους όλων των εταιρειών του ομίλου ενώ κατά την αντεξέταση του διευκρίνισε ότι δεν γνωρίζει τι έκανε ο εναγόμενος 2 με τις εν λόγω εταιρείες στις 8.11.
  11. Ο Πολύβιος Κόλοκος (ΜΕ6), υπηρέτησε ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας Marketrends Insurance Ltd από το 2000 και μετά. Γνωρίζει τον εναγόμενο 2 που για κάποιο χρονικό διάστημα πρέπει να ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, όπως είπε. Τα Διοικητικά Συμβούλια εταιρειών ασχολούνται με γενικότερα θέματα πολιτικής ενώ τα καθημερινά θέματα γνωρίζουν οι αρμόδιοι διευθυντές. Αν ο εναγόμενος 2 υπηρέτησε ως διοικητικός σύμβουλος ή ήταν εκτελεστικός αντιπρόεδρος είχε τα καθήκοντα που προκύπτουν από τέτοια θέση και δεν σημαίνει ότι ήταν το «δεσμείν και λύειν» της εταιρείας. Κατά την αντεξέταση του διευκρίνισε ότι δεν ήταν παρών σε οτιδήποτε έγινε μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου
  12. Ο εναγόμενος 2, υιοθετώντας την γραπτή του κατάθεση (Έγγραφο 2), ανέφερε ότι περί τις 5.7.2000 διορίστηκε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας Marketrends Insurance Ltd μέχρι τις 26.2.2003 που παραιτήθηκε. Κατά τη διάρκεια της θητείας του το εν λόγω Διοικητικό Συμβούλιο αποτελείτο από 9 άτομα. Στην εν λόγω εταιρεία κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο ίδιος κατείχε 19.003 μετοχές, δηλαδή 0,02%, από τις 20.000.000 εκδομένες μετοχές, ονομαστικής αξίας £0,50 έκαστη. Γνωρίζει τον ενάγοντα αλλά δεν είχε οποιαδήποτε ανάμιξη μαζί του σχετικά με την πώληση ή άλλη συναλλαγή που να αφορούσε μετοχές της εν λόγω εταιρείας. Ουδέποτε εξουσιοδότησε ή διόρισε οποιοδήποτε άτομο ως αντιπρόσωπο ή υπάλληλο του για να εισπράξει για λογαριασμό του οποιοδήποτε ποσό. Ο Αλέξανδρος Δημητριάδης, στον οποίο ο ενάγοντας όπως ισχυρίζεται πλήρωσε το επίδικο ποσό, ήταν υπάλληλος της υπό αναφορά εταιρείας και ανέλαβε την είσπραξη του ποσού. Η συναλλαγή ή συμφωνία για την οποία εισπράχθηκε το ποσό αυτό έγινε αποκλειστικά μεταξύ του ενάγοντα και της εταιρείας και όχι μεταξύ του ενάγοντα και του ίδιου. Οι συνήγοροι στις γραπτές τους αγορεύσεις, με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης, τη νομοθεσία και τη νομολογία, υποστήριξαν τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα. Η κα Μιλτιάδους εισηγήθηκε ότι ο εναγόμενος 2 είναι υπεύθυνος έναντι του ενάγοντα να επιστρέψει το αξιούμενο ποσό με βάση τις πρόνοιες 58Α και 58Β του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών (Τροποποιητικού) (Αρ. 4) Νόμου του 2000, δηλαδή του Ν. 42(Ι)/
  13. Αντίθετα ο κ. Καλλής εισηγήθηκε ότι ο ενάγοντας δεν απέδειξε καμία από τις εγερθείσες θέσεις του με αποτέλεσμα να μην γεννάται υποχρέωση του εναγόμενου 2 να του επιστρέψει το αξιούμενο ποσό βάσει των εν λόγω νομοθετικών προνοιών και η αγωγή εναντίον του θα πρέπει να απορριφθεί, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι η απόσυρση της αγωγής έναντι της εναγομένης 1 εταιρείας οδηγεί σε αδυναμία επαναφοράς της κατάστασης που ίσχυε πριν τη σύναψη της συμφωνίας, εφόσον οι εκδοθείσες μετοχές επ' ονόματι του ενάγοντα θα παραμείνουν στην κατοχή του σε περίπτωση που επιτύχει η αγωγή του. Ως προς τη νομική πτυχή, επισημαίνεται ότι η υποχρέωση επιστροφής ποσού που λήφθηκε από εταιρεία ή άλλο πρόσωπο και που δόθηκε από ενδιαφερόμενο αγοραστή για αγορά τίτλων μετοχών με την προοπτική ή και με παραστάσεις εισαγωγής των εν λόγω τίτλων στο ΧΑΚ, εάν οι σχετικοί τίτλοι δεν εισαχθούν στο ΧΑΚ εντός τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για εισαγωγή τους ή νωρίτερα σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, δημιουργείται δυνάμει του άρθρου 3
(3)του προαναφερθέντος Ν. 42(Ι)/00στις περιπτώσεις που η αντιπαροχή για την αγορά των τίτλων καταβλήθηκε πριν από την έναρξη της ισχύος του νόμου, δηλαδή πριν τις 7.4.2000, ενώ το άρθρο 58Α 3(β) του ίδιου νόμου εφαρμόζεται για του ίδιου είδους δοσοληψίες που γίνονται από την ισχύ του νόμου (βλ. Investylia Ltd v. Livadhiotis Bros Investments Ltd
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 704). Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Anaptixis Group Ltd ν. Μιχαηλίδη
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 691, το άρθρο 58Α 3(β) δεν προϋποθέτει την απόδειξη παραστάσεων εισαγωγής των τίτλων στο ΧΑΚ αλλά είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι έγινε νόμιμη πληρωμή και είσπραξη των χρημάτων, κατ' εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 58 Α
(1)(α)-(γ) είτε με την προοπτική εισαγωγής των τίτλων στο ΧΑΚ είτε άλλως πως, η υποχρέωση δε επιστροφής χρημάτων δυνάμει των προνοιών του συνιστά αυτοτελή υποχρέωση, η οποία δεν επηρεάζεται από τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου. Την ερμηνεία του άρθρου 58Α 3(β) πραγματεύεται και η απόφαση Τρύφωνος ν. Investylia Ltd, Πολ. Εφ. Αρ. 292/2006, ημερομηνίας 17.7.2008 και πιο πρόσφατα η απόφαση ASPIS HOLDINGS PUBLIC COMPANY LTD ν. Αθηνοδώρου, Πολ. Εφ. Αρ. 6/2006, ημερομηνίας 21.1.2009. Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Harvest Capital Management Ltd v. Γεώργιου Ταμάσιου
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1683, έγκυρη σύμβαση βάσει του άρθρου 3
(3)του εν λόγω νόμου συνάπτεται κατά τον χρόνο της αποδοχής από την εταιρεία της πρότασης του επενδυτή για αγορά των μετοχών και η έκδοση των τίτλων σε μεταγενέστερο στάδιο δεν επηρεάζει την συνομολόγηση της συμφωνίας. Η υποχρέωση της εταιρείας για επιστροφή του ποσού που καταβλήθηκε για την αγορά των μετοχών και το αντίστοιχο δικαίωμα του ενδιαφερόμενου αγοραστή γεννάται με την πάροδο των τριών μηνών σύμφωνα με τους όρους που τίθενται από το υπό αναφορά άρθρο και η προθεσμία αυτή δεν παρατείνεται. Είναι αρκετό να μην έχουν εισαχθεί οι τίτλοι στο ΧΑΚ στους τρεις μήνες για οποιοδήποτε λόγο και η αιτία ή η ευθύνη γι' αυτό δεν εξετάζεται. Οποιαδήποτε παράταση δίδεται για εισδοχή των τίτλων στο ΧΑΚ δεν αναιρεί ούτε επηρεάζει το δικαίωμα του επενδυτή να απαιτήσει την επιστροφή των δοθέντων χρημάτων αλλά σχετίζεται μόνο με τον χρόνο επιστροφής τους. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έγινε με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις τους για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων (Bauer v. Hροδότου & Υιοι Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Zαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Έχοντας κατά νου το σύνολο της προσφερθείσας μαρτυρίας στην υπόθεση και τα κατατεθέντα Τεκμήρια προκύπτουν ως αναμφισβήτητα γεγονότα, εφόσον ο ενάγοντας δεν αντεξετάστηκε ως προς αυτά ούτε και δόθηκε αντίθετη μαρτυρία εκ μέρους του εναγόμενου 2, τα ακόλουθα. Ο ενάγοντας στις 24.10.2000 υπέβαλε αίτηση προς την εταιρεία Marketrends Insurance Ltd προς το σκοπό απόκτησης 60.000 μετοχών της εταιρείας αυτής (Τεκμήριο 1) και κατέβαλε το ποσό των £30.000 με τρεις επιταγές (βλ. Τεκμήριο 2). Στη συνέχεια ο ενάγοντας επέλεξε για δικούς του λόγους να μειώσει τον αριθμό των μετοχών από 60.000 σε 20.000 και με την επιστολή του ημερομηνίας 14.11.2000 ενημέρωσε σχετικά την εν λόγω εταιρεία (Τεκμήριο 3), καταβάλλοντας εν τέλει μέσω του Αλέξανδρου Δημητριάδη, για την αγορά μετοχών της Marketrends Insurance Ltd., το ποσό των £10.000 με την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 15.11.2000 και αριθμό 19342113 επ' ονόματι της Marketrends Services Ltd. (βλ. Τεκμήριο 4). Περαιτέρω ως είναι κοινώς αποδεκτό, στις 12.2.2001 παραχωρήθηκαν στον ενάγοντα από την Marketrends Insurance Ltd οι επίδικες 20.000 μετοχές. Στις 18.10.2000 η εταιρεία Marketrends Insurance Ltd υπέβαλε αίτηση εισαγωγής των τίτλων της στο ΧΑΚ (Τεκμήριο 7), η οποία απορρίφθηκε στις 14.1.2004 (βλ. Τεκμήρια 8 και 9). Ο εναγόμενος 2 ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Marketrends Insurance Ltd από τις 5.7.2000 μέχρι τις 26.2.2003 μαζί με 8 άλλους διοικητικούς συμβούλους. Είναι πρόδηλο ότι τα πλείστα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης είναι αποδεκτά από τα μέρη. Αμφισβητείται μόνο κατ' επέκταση η θέση του ενάγοντα αναφορικά με την συμμετοχή του εναγόμενου 2 στην επίδικη συμφωνία συμπεριλαμβανομένης και της είσπραξης του επίδικου ποσού και με τις προς αυτόν παραστάσεις του εναγόμενου 2 σχετικά με τις προοπτικές εισαγωγής των μετοχών της εν λόγω εταιρείας στο ΧΑΚ, που σύμφωνα με τον ενάγοντα έγιναν μέσω του Αλέξανδρου Δημητριάδη ως και σχετικά με το ότι υπέβαλε στον εναγόμενο 2 γραπτώς την απαίτηση του για επιστροφή του πληρωθέντος ποσού. Ως προς τη μαρτυρία του ενάγοντα, επισημαίνεται αρχικά ότι κάποιες θέσεις του είναι αντίθετες με τα παραδεκτά γεγονότα αλλά και δεν συνάδουν με το περιεχόμενο εγγράφων που προσήγαγε ο ίδιος και μέσω των μαρτύρων του ενώπιον του Δικαστηρίου. Ειδικότερα δεν ευσταθεί η θέση του ότι η εταιρεία Marketrends Insurance Ltd δεν εξέδωσε ούτε του παρέδωσε τίτλους για την αγορά των επίδικων μετοχών μέχρι την 1.11.2002, εφόσον αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός ότι στις 12.2.2001 παραχωρήθηκαν στον ενάγοντα από την εταιρεία αυτή οι επίδικες 20.000 μετοχές. Δεν ευσταθεί επίσης ο ισχυρισμός του ότι η εν λόγω εταιρεία δεν είχε υποβάλει αίτηση εισαγωγής των μετοχών της στο ΧΑΚ δεδομένου ότι έγινε παραδεκτό γεγονός ότι στις 18.10.2000 η εταιρεία Marketrends Insurance Ltd υπέβαλε αίτηση εισαγωγής των τίτλων της στο ΧΑΚ (Τεκμήριο 7). Η δε θέση του ότι η εταιρεία δεν είχε συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του άρθρου 58 Α
(1)του ισχύοντος Νόμου, δεν συνάδει με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 που ο ίδιος κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και με την αποδεκτή, ως θα επεξηγηθεί στη συνέχεια, μαρτυρία της ΜΕ4, η οποία κατέθεσε το ενημερωτικό δελτίο της εταιρείας και την πρόσκληση για εγγραφή ημερομηνίας 24.11.2000 ως Τεκμήριο
  1. Αξιολογώντας περαιτέρω τη μαρτυρία του ενάγοντα, έχοντας κατά νου το σύνολο της υπάρχουσας μαρτυρίας και τα κατατεθέντα Τεκμήρια, αδυνατώ να αποδεχθώ ως ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα τη θέση του ότι προέβη στην αγορά των επίδικων μετοχών κατόπιν προτροπών που του έγιναν από τον εναγόμενο
  2. Από όσα ο ενάγοντας ανέφερε είναι πρόδηλο ότι η όποια επικοινωνία του με την εταιρεία Marketrends Insurance Ltd για το συγκεκριμένο θέμα γινόταν μέσω του Αλέξανδρου Δημητριάδη, ο οποίος όπως ανέφερε και ο εναγόμενος 2 και είναι αναμφισβήτητο, ήταν υπάλληλος της εν λόγω εταιρείας κατά τον ουσιώδη χρόνο. Τόσο η αίτηση του ενάγοντα, όπως φαίνεται και στο σχετικό έντυπο του Τεκμηρίου 1 αλλά και ο ίδιος ο ενάγοντας δέχθηκε στη μαρτυρία του, όσο και η παράδοση όλων των επιταγών για αγορά των μετοχών καθώς και η κοινοποίηση της απόφασης του ενάγοντα να μειώσει τον αριθμό των μετοχών που θα αγόραζε, έγινε κατόπιν επικοινωνίας του ενάγοντα με τον εν λόγω υπάλληλο, προς τον οποίο αποστάληκε και η σχετική με το τελευταίο θέμα επιστολή του ενάγοντα ημερομηνίας 14.11.2000 (βλ. Τεκμήριο 3). Όπως μάλιστα ανέφερε κατά την αντεξέταση του ο ενάγοντας, είχε κάποιες επαφές με τον εναγόμενο 2 για μετοχές του ομίλου ειδικότερα δε για μετοχές της Marketrends Services και Ventures και όχι της συγκεκριμένης εταιρείας και του είχε δημιουργηθεί η πεποίθηση ότι ο εναγόμενος 2 «κινούσε τα νήματα» για τα θέματα όλων των εταιρειών. Χαρακτηριστική όμως είναι η απάντηση του ενάγοντα στην αντεξέταση του ότι δεν θυμόταν κατά πόσο είδε τον εναγόμενο 2 κατά τον χρόνο σύναψης της επίδικης συμφωνίας, που φανερώνει και την αναλήθεια του ισχυρισμού του για την ανάμιξη του εναγόμενου 2 στην πώληση των επίδικων μετοχών και στην είσπραξη του πληρωθέντος ποσού. Η δε θέση του ενάγοντα ότι ο Αλέξανδρος Δημητριάδης εκπροσωπούσε τον εναγόμενο 2 στα πιο πάνω στάδια της συμφωνίας για αγορά των επίδικων μετοχών δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή καθότι είναι φανερό ότι αποτελεί σκέψη εκ των υστέρων. Και αυτό επειδή καμία αναφορά δεν γίνεται στο πρόσωπο αυτό στην έκθεση απαίτησης και παρουσιάζεται ο εν λόγω υπάλληλος ως εκπρόσωπος και του εναγόμενου 2 για πρώτη φορά στις 23.4.2007 στο δικόγραφο της απάντησης του ενάγοντα στην υπεράσπιση του εναγόμενου 2, όταν πλέον είχε διακόψει την αγωγή του εναντίον της εναγόμενης 1 εταιρείας συνεπεία προφανώς της προηγηθείσας έκδοσης διατάγματος εκκαθάρισης της. Είναι πρόδηλο ότι ο ενάγοντας προέβαλε αυτή του τη θέση με αποκλειστικό σκοπό να εμπλέξει προσωπικά τον εναγόμενο 2 στη συμφωνία του με την εν λόγω εταιρεία με τον όψιμο αυτό ισχυρισμό και με την εικασία ότι ο εν λόγω υπάλληλος ήταν το δεξί χέρι του εναγόμενου 2, χωρίς ωστόσο να προσφέρει τη μαρτυρία του ίδιου του Αλέξανδρου Δημητριάδη και προσπαθώντας με τη μαρτυρία των λοιπών μαρτύρων που προσέφερε να αποδείξει ότι τα πάντα μέσα στην εταιρεία γίνονταν από τον εναγόμενο
  3. Παρεμβάλλεται σ' αυτό το σημείο ότι η μαρτυρία των ΜΕ2, ΜΕ3, ΜΕ4, ΜΕ5 και ΜΕ6 ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε και γίνεται αποδεκτή χωρίς ωστόσο να επιβεβαιώνεται μέσω αυτής η εκδοχή του ενάγοντα. Η γενική τοποθέτηση για το ότι ο εναγόμενος 2 ήταν ο ιθύνων νους της εταιρείας που προβάλλει από τη μαρτυρία των ΜΕ3 και ΜΕ5, πέραν του ότι δεν αναφέρεται στην επίδικη χρονική περίοδο, αλλά και δεν βρίσκει σύμφωνο τον ΜΕ6, δεν είναι αρκετή για να αποδείξει τη προβληθείσα θέση του ενάγοντα για την προσωπική εκπροσώπηση του εναγόμενου 2 από τον Αλέξανδρο Δημητριάδη κατά την επίδικη συναλλαγή. Το μόνο συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί από το σύνολο της μαρτυρίας είναι ότι ο Αλέξανδρος Δημητριάδης εκπροσωπούσε την εταιρεία Marketrends Insurance Ltd κατά τη συμφωνία με τον ενάγοντα προς αγορά των μετοχών της και εισέπραξε για λογαριασμό της εταιρείας αυτής το επίδικο ποσό, όπως αναφέρθηκε και από τον εναγόμενο
  4. Είναι σημαντικό εδώ να αναφερθεί ότι, αν και στην αντεξέταση του ο ενάγοντας αρχικά ισχυρίστηκε ότι ο Αλέξανδρος Δημητριάδης έδωσε τις επιταγές που του παρέδωσε στον εναγόμενο 2, χωρίς βέβαια να τον έχει δει, όταν του υποδείχθηκε ότι την απόδειξη παραλαβής των επιταγών υπέγραψε η Ξένια Χαραλάμπους διαφοροποίησε τη θέση του λέγοντας ότι είναι πιθανό ο Δημητριάδης να έδωσε τις επιταγές σ' αυτήν. Ούτε και ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος 2 ήταν κύριος μέτοχος της υπό αναφορά εταιρείας ευσταθεί. Όπως διαφαίνεται από τις εκ συμφώνου κατατεθείσες οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας για τα έτη 2001 και 2002 (Τεκμήρια 10 και 11) ο εναγόμενος 2 δεν ήταν κύριος μέτοχος της εν λόγω εταιρείας, ενώ από το Τεκμήριο 12 επιβεβαιώνεται η αναφορά του εναγόμενου 2 ότι κατά το έτος 2000 το ποσοστό του στην εταιρεία ήταν 0,02%. Το γεγονός εξάλλου ότι ο εναγόμενος 2 ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και συγκεκριμένα εκτελεστικός αντιπρόεδρος σύμφωνα με τα Τεκμήρια 12, 13 και 14 δεν μπορεί να διαφοροποιήσει την πραγματική κατάσταση εφόσον από τη μαρτυρία συνάγεται ότι δεν συμμετείχε προσωπικά στην επίδικη συναλλαγή ούτε εισέπραξε το επίδικο ποσό. Από την άλλη, η αντίληψη που έχω σχηματίσει από την γενική εικόνα του εναγόμενου 2 ως μάρτυρα είναι ότι αυτός ανέφερε τα γεγονότα όπως πραγματικά έγιναν και οι αντίθετες θέσεις του ενάγοντα δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Ο εναγόμενος επέδειξε σταθερή και ξεκάθαρη στάση κατά τη μαρτυρία του, η οποία συνάδει με τα αναμφισβήτητα έγγραφα που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είναι αποδεκτή. Όπως εξάλλου είναι κοινά αποδεκτό ο εναγόμενος 2 ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Marketrends Insurance Ltd από τις 5.7.2000 μέχρι τις 26.2.
  5. Πέραν του ότι από τη μαρτυρία συνάγεται ότι ο εναγόμενος 2 δεν είχε καμία προσωπική επαφή με τον ενάγοντα κατά τον ουσιώδη χρόνο για την επίδικη συναλλαγή, δεν θα μπορούσε και να εκληφθεί ότι ενεργούσε υπό την προσωπική του ιδιότητα σε σχέση με την συναλλαγή αυτή του ενάγοντα για τις μετοχές της συγκεκριμένης εταιρείας, η οποία άλλωστε είναι ξεχωριστή νομική οντότητα. Συνεπώς η θέση του ενάγοντα ότι η συμφωνία του για αγορά των μετοχών έγινε με τον εναγόμενο 2 μέσω του Αλέξανδρου Δημητριάδη όπως και η είσπραξη του πληρωθέντος ποσού, δεν γίνεται δεκτή, υπό τα δεδομένα της υπόθεσης. Περαιτέρω η θέση του ενάγοντα ότι γνωστοποίησε την απαίτηση του για επιστροφή του επίδικου ποσού στον εναγόμενο 2 με την επιστολή του Τεκμήριο 5(α), την οποία ο εναγόμενος 2 αρνείται, ουδόλως αποδείχθηκε. Παρόλο που σύμφωνα με το Τεκμήριο 5(β) η εν λόγω επιστολή παραλήφθηκε από τον Μ. Ζιβανάρη ή από άλλο άτομο εξουσιοδοτημένο από αυτόν σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ2, η αναφορά του ενάγοντα ότι η αντίστοιχη κόκκινη κάρτα που αποδεικνύει την παραλαβή της επιστολής από τον εναγόμενο 2 παρέπεσε και δεν την βρίσκει, δεν πείθει για την αλήθεια του σχετικού ισχυρισμού του. Όταν αποστάληκε δε η υπενθυμητική επιστολή του ενάγοντα ημερομηνίας 4.11.2003, Τεκμήριο 6, ο εναγόμενος 2 δεν ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας. Με βάση τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι η συνομολόγηση της συμφωνίας αγοράς των επίδικων μετοχών έγινε μεταξύ του ενάγοντα και της Marketrends Insurance Ltd με την αποδοχή από την τελευταία της προσφοράς του ενάγοντα και την παραχώρηση των μετοχών στις 12.2.2001, ο οποίος στις 15.11.2000 κατέβαλε στην εν λόγω εταιρεία το ποσό των £10.000 (βλ. Τεκμήρια 2 - 4) προς το σκοπό απόκτησης των 20.000 μετοχών της, έχοντας υποβάλει αίτηση σχετικά στις 24.10.2000 (βλ. Τεκμήριο 1). Ο ενάγοντας με επιστολή του ημερομηνίας 12.11.2002 προς την Marketrends Insurance Ltd μέσω του Μ. Ζιβανάρη (βλ. Τεκμήρια 5(α) και 5(β)) ζήτησε την επιστροφή του ποσού των £10.000, αποστέλλοντας για τον ίδιο λόγο και την επιστολή του ημερομηνίας 4.11.2003 προς τον Πρόεδρο και Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ίδιας εταιρείας (Τεκμήριο 6). Ενόψει του ότι από τα γεγονότα της υπόθεσης προκύπτει ότι οι μετοχές της εταιρείας Marketrends Insurance Ltd δεν εισήχθηκαν στο ΧΑΚ εντός τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής της σχετικής της αίτησης και ο ενάγοντας απέκτησε το δικαίωμα μετά από τρεις μήνες από την υποβολή της αίτησης να απαιτήσει γραπτώς την επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλε εφόσον οι μετοχές που του παραχωρήθηκαν δεν είχαν εισαχθεί στο ΧΑΚ, θα πρέπει να εξετασθεί το βάσιμο της απαίτησης του ενάγοντα έναντι του εναγόμενου 2 βάσει της νομοθεσίας, λόγω της ιδιότητας του τελευταίου ως μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της εν λόγω εταιρείας κατά τον χρόνο της επίδικης συμφωνίας, ως είναι η εισήγηση της συνηγόρου του ενάγοντα. Με δεδομένο ότι ο εναγόμενος 2 έπαυσε να είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου στις 26.2.2003 και μέχρι τότε, όπως προέκυψε από τα γεγονότα, ο ενάγοντας δεν είχε απαιτήσει από αυτόν την επιστροφή του αξιούμενου ποσού αν και υπέβαλε το αίτημα του προς την εταιρεία, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η αγωγή του που καταχωρήθηκε στις 24.2.2004 είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, εφόσον ο εναγόμενος 2 δεν ήταν τότε πλέον διοικητικός σύμβουλος. Ωστόσο, εξετάζοντας την απαίτηση του ενάγοντα έναντι του εναγόμενου 2 με βάση τις πρόνοιες τόσο του άρθρου 58Α 3(β) του Ν. 42(Ι)/00 όσο και του άρθρου 58B -που φαίνεται ότι και μετά την θέσπιση του τροποποιητικού Ν.9(Ι)/01διατηρήθηκαν σε ισχύ σε σχέση με δικαιώματα και υποχρεώσεις που δημιουργήθηκαν μέχρι τις 16.2.2001 (βλ. σχετικά ASPIS HOLDINGS PUBLIC COMPANY LTD ν. Αθηνοδώρου (πιο πάνω)- έχω την άποψη ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δημιουργήθηκε δικαίωμα του ενάγοντα για επιστροφή του απαιτούμενου ποσού έναντι του εναγόμενου 2, υπό τα δεδομένα της υπόθεσης. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου κ.ά. ν. Karaolis Group Ltd
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 756, κρίθηκε ότι ο εφεσείοντας 1 είχε δυνάμει του άρθρου 58Α 3(β) του Ν.42(Ι)/00 δικαίωμα να ζητήσει επιστροφή των χρημάτων, όχι με τον όρο ότι οι μετοχές δεν θα εισήγοντο στο ΧΑΚ, αλλά με την πάροδο τριών μηνών από την υποβολή της αίτησης, εφόσον αυτή δεν γινόταν δεκτή. Όπως επισημάνθηκε στην εν λόγω απόφαση, το υπό αναφορά άρθρο, εκφράζεται με όρους που εννοούν ότι ο «ενδιαφερόμενος αγοραστής» παραμένει ιδιοκτήτης των μετοχών όταν αποκρυσταλλώνεται το δικαίωμα και επιδιώκεται να προστατευθεί το πρόσωπο που έχοντας καταβάλει τα χρήματα, βλέπει να καθυστερεί η διεκπεραίωση της αίτησης της εταιρείας ή να απορρίπτεται. Στην παρούσα υπόθεση ο ενάγοντας είναι ενδιαφερόμενος αγοραστής. Υποχρέωση επιστροφής όμως στον ενδιαφερόμενο αγοραστή, σύμφωνα με το άρθρο 58Α 3(β) του εν λόγω νόμου, υπέχει ο εκδότης ή η εταιρεία ή το πρόσωπο που εισέπραξε το ποσό ή το αντάλλαγμα για την αγορά των μετοχών. Όπως συνάγεται από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή στην παρούσα υπόθεση, ο εναγόμενος 2, είτε προσωπικά είτε ως μέλος του Συμβουλίου της εταιρείας, δεν εισέπραξε το επίδικο ποσό και συνεπώς δεν όφειλε ούτε και οφείλει να επιστρέψει στον ενάγοντα το καταβληθέν ποσό, δυνάμει του εν λόγω άρθρου. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 58Β του Ν. 42(Ι)/00, εκδότης ή εταιρεία ή μέλος διοικητικού συμβουλίου εταιρείας για λογαριασμό της οποίας έγινε η είσπραξη ποσού ή ανταλλάγματος από πώληση ή προσφορά πώλησης ή από αποδοχή προσφοράς για αγορά τίτλων, καθίστανται προσωπικά αλληλέγγυοι για την επιστροφή οποιωνδήποτε ποσών ή ανταλλαγμάτων στους ενδιαφερόμενους αγοραστές σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 58Α και οποιαδήποτε δήλωση ή συμφωνία, που δεσμεύει τον ενδιαφερόμενο αγοραστή ότι δεν θα ζητήσει την επιστροφή οποιουδήποτε ποσού ή ανταλλάγματος είναι άκυρη και χωρίς οποιοδήποτε νόμιμο αποτέλεσμα. Η τροποποίηση που επήλθε στο άρθρο αυτό με το Ν. 9(Ι)/01, που ίσχυε κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, δεν διαφοροποιεί ιδιαίτερα την ουσία του. Η υποχρέωση επιστροφής εισπραχθέντων ποσών εκ μέρους μελών του διοικητικού συμβουλίου εταιρείας που πηγάζει από το πιο πάνω άρθρο, όπως σαφώς προκύπτει από την διατύπωση του σε συνδυασμό με το άρθρο 58Α, δεν είναι απόλυτη αλλά περιορίζεται στις περιπτώσεις που οι ίδιοι είχαν εισπράξει το εν λόγω ποσό. Η ερμηνεία αυτή, που προκύπτει από τη λεκτική διατύπωση του άρθρου, υποστηρίζεται και από την διαζευκτική παράθεση των υπεύθυνων για την επιστροφή του ποσού αλλά και προβάλλει από τη λογική. Υπεύθυνος να επιστρέψει το ποσό καθίσταται ανάλογα με την περίπτωση ο εκδότης ή η εταιρεία ή το μέλος του διοικητικού συμβουλίου που το έχει εισπράξει. Η ευθύνη αυτών είναι αλληλέγγυη εφόσον καθίστανται συνυπεύθυνοι για την επιστροφή του. Αυτή ήταν η προσέγγιση στην πρωτόδικη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην υπόθεση Δημήτρης Χριστοδουλίδης κ.α. ν. Autoland Finance & Investment Ltd κ.α., Αγωγή αρ. 3149/02, ημερομηνίας 17.12.2007, την οποία επικαλέστηκε ο κ. Καλλής και με την οποία συμφωνώ, υιοθετώντας το σκεπτικό της για την ερμηνεία της υπό εξέταση νομοθετικής πρόνοιας. Στην ίδια απόφαση το θέμα εξετάστηκε και με βάση τη νομική αρχή ότι οι διοικητικοί σύμβουλοι δεν ταυτίζονται με την εταιρεία και λέχθηκε ότι συνυπευθυνότητα για τις δικαιοπραξίες της εταιρείας έχει ο διοικητικός σύμβουλος αυτής όπου αυτός έχει εγκρίνει, κατευθύνει ή βοηθήσει στη διάπραξη του αδικήματος, κάτι που ισχύει και για τις δικαιοπραξίες που απολήγουν σε συμβατικές υποχρεώσεις. Η αντίθετη ερμηνεία την οποία εισηγείται η συνήγορος του ενάγοντα παραγνωρίζει τη λεκτική διατύπωση του άρθρου και τον διαζευκτικό τρόπο αναφοράς των υπεύθυνων, που σαφώς δεν αντανακλά συλλογική ευθύνη, όπως η συνήγορος υποστηρίζει. Στην παρούσα υπόθεση εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος 2 ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Marketrends Insurance Ltd εισέπραξε το επίδικο ποσό, δεν ευθύνεται να το επιστρέψει στον ενάγοντα και ως εκ τούτου η σχετική απαίτηση του τελευταίου δεν μπορεί να ευσταθήσει. Εξετάζοντας, τέλος, τους ισχυρισμούς του ενάγοντα για παράβαση συμφωνίας και περί αναληθών δηλώσεων ή ψευδών παραστάσεων του εναγόμενου 2 που του δίδουν το δικαίωμα να απαιτήσει αποζημιώσεις από αυτόν, πέραν του ότι αυτή η θέση δεν προωθήθηκε με νομικά επιχειρήματα, από τα ευρήματα του Δικαστηρίου συνάγεται ότι ο εναγόμενος 2 ουδέποτε συνήψε συμφωνία με τον ενάγοντα ούτε και προέβη σε οποιεσδήποτε παραστάσεις προς αυτόν είτε προσωπικά είτε μέσω οποιουδήποτε άλλου προσώπου. Οι ισχυρισμοί του ενάγοντα για οποιεσδήποτε δηλώσεις άλλου προσώπου ενεργούντος για λογαριασμό της Marketrends Insurance Ltd δεν μπορούν να εξεταστούν στην παρούσα διαδικασία εφόσον η εν λόγω εταιρεία δεν είναι πλέον διάδικος. Εν πάση δε περιπτώσει, ο ενάγοντας δεν απέδειξε έναντι του εναγόμενου 2 ούτε το ύψος της ισχυριζόμενης ζημιάς του, όπως όφειλε, δεδομένου ότι δεν εξυπακούεται ότι υπέστη ζημιά ίση με την αξία των μετοχών που αγόρασε (βλ. σχετικά Lapertas Fisheries Ltd κ.α. ν. Ζαβρού
(2004)1(Β) ΑΑΔ 1261). Με βάση τα πιο πάνω κρίνεται ότι ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει την απαίτηση του εναντίον τoυ εναγόμενου 2. Κατά συνέπεια, η αγωγή εναντίον του εναγόμενου 2 απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου 2 και εναντίον του ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) .......... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.