Βασιλικής Ζεχίρη ν. Bruce Weedon κ.α., Αρ. Αγωγής: 3393/07, 21 Ιανουαρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A20 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3393/07 Μεταξύ: Βασιλικής Ζεχίρη Ενάγουσας Και
- Bruce Weedon
- Barbara Jean Weedon Εναγόντων --------- Αίτηση ημερομηνίας 13.10.2008 για ακύρωση του Κλητηρίου, του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας κλπ. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 21 Ιανουαρίου 2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές/Εναγόμενους: κ. Τ. Kadri Για καθ΄ ης/Ενάγουσα: κ. Κ. Καντούνας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα είναι Ελληνοκύπρια, πρόσφυγας από το κατεχόμενο χωριό Κάρμι της επαρχίας Κερύνειας. Πριν από την Τουρκική εισβολή του 1974, διέμενε με την οικογένειά της σε ιδιόκτητη κατοικία που ήταν κτισμένη στο τεμάχιο αρ. 134, Φ/Σχ. 12/26 V.Ι , που βρίσκεται μέσα στο χωριό Κάρμι («η επίδικη κατοικία»). Οι Εναγόμενοι είναι ζεύγος Άγγλων υπηκόων από το Canterbury του Ηνωμένου Βασιλείου. Όπως ισχυρίζεται η Ενάγουσα, οι Εναγόμενοι επεμβαίνουν, κατακρατούν και εκμεταλλεύονται παράνομα την κατοικία της από το έτος 1998, γεγονός που διαπίστωσε όταν επισκέφθηκε το χωριό της το έτος 2003, μετά από τη μερική άρση των περιορισμών στη διακίνηση προς τις κατεχόμενες από τα Τουρκικά στρατεύματα περιοχές. Με την παρούσα αγωγή, που καταχώρισε στις 21.5.2007, αξιώνει μεταξύ άλλων, διατάγματα άρσης της παράνομης επέμβασης από τους Εναγόμενους, παράδοσης ελεύθερης κατοχής της κατοικίας της, καθώς και αποζημιώσεις για την παράνομη επέμβαση και εκμετάλλευση της περιουσίας της από τους Εναγόμενους. Όπως προκύπτει από το φάκελο, προτού καταχωρίσει την αγωγή, εξασφάλισε άδεια από το Δικαστήριο για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος, όπως επιτάσσει η Δ.2 θ. 2 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Στη συνέχεια, αποτάθηκε στο Δικαστήριο με μονομερή αίτηση και εξασφάλισε διάταγμα για επίδοση Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατη επίδοσή της στους Εναγόμενους, στη διεύθυνση διαμονής τους στο Ηνωμένο Βασίλειο. Προκύπτει, επίσης, από το φάκελο ότι στις 3.4.2008, εκδόθηκε απόφαση εναντίον των Εναγομένων, με την οποία διατάσσονταν να πληρώσουν στην Ενάγουσα διάφορα ποσά, υπό μορφή αποζημιώσεων, και να παραδώσουν ελεύθερη κατοχή της επίδικης κατοικίας στην Ενάγουσα. Η υπό αναφοράν απόφαση, η οποία είχε εκδοθεί κατόπιν μονομερούς αιτήσεως της Ενάγουσας, ακυρώθηκε, εκ συμφώνου, μετά από αίτηση που καταχώρισαν οι Εναγόμενοι στις 5.5.
- Οι Εναγόμενοι, ακολούθως, αφού καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία, καταχώρισαν την εξεταζόμενη αίτηση, με την οποία επιδιώκουν: (α) την ακύρωση της επίδοσης της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος, (β) την ακύρωση του διατάγματος ημερ. 21.5.2007, με το οποίο δόθηκε άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, (γ) την ακύρωση του Κλητηρίου λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας (Lack of Jurisdiction) και (δ) διαζευκτικά, την αναστολή της διαδικασίας γιατί το Δικαστήριο δεν είναι κατάλληλο να εκδικάσει την υπόθεση (Forum non Conviniens). Η αίτηση βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας (Δ.6 θ.1, 4 και 5, Δ.16 θ.9, Δ.27 θ.1 και 2 και Δ.48 θ.1-8) και στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρα 21 και
- Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του δικηγόρου Tarik M. Kadri, ο οποίος εμφανίζεται για τους Εναγόμενους, εκπροσωπώντας τους, τόσο στην αγωγή, με την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης υπό διαμαρτυρία, όσο και στην παρούσα διαδικασία. Κατά την ακρόαση της αίτησης, υποδείχθηκε από το Δικαστήριο στον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων, το ανεπιθύμητο να ορκίζονται δικηγόροι εκ μέρους των πελατών τους και ταυτόχρονα να εμφανίζονται στη διαδικασία για να υποστηρίξουν τις θέσεις τους (βλ., μεταξύ άλλων, In Re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 28, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036 και Dulal v. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α., Προσφυγή αρ. 1045/2005, ημερ. 27.10.2005). Ο συνήγορος παρέπεμψε στις εξηγήσεις που δίδονται στην παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης του, στην οποία αναφέρει ότι παρακλήθηκε από τους πελάτες του να ορκιστεί εκείνος γιατί οι ίδιοι αδυνατούσαν να έλθουν στις ελεύθερες περιοχές, αισθανόμενοι ότι θα εξέθεταν τον εαυτό τους στο ενδεχόμενο σύλληψης, για αδικήματα εισόδου από παράνομο λιμάνι ή για χρήση ακίνητης περιουσίας που βρίσκεται στα κατεχόμενα. Ο συνήγορος της ενάγουσας αντέταξε πως οι ισχυρισμοί των εναγομένων περί κινδύνου σύλληψης δεν ευσταθούν. Παρουσίασε, μάλιστα, Κώδικα που εκδόθηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως σε σχέση με την εφαρμογή του Κανονισμού 866/04/ ΕΚ του Συμβουλίου για το καθεστώς βάσει του άρθρου 2 του Πρωτοκόλου 10 της Πράξης Προσχώρησης. Ο Κώδικας, όπως ανάφερε, του αποστάληκε με συνοδευτική επιστολή από το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εξωτερικών, την οποία επίσης παρουσίασε. Με βάση την παράγραφο 1(α) του εν λόγω Κώδικα, «οι υπήκοοι των κρατών μελών της Ε.Ε. μπορούν να διέρχονται τη γραμμή από και προς τις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές ανεξαρτήτως του σημείου εισόδου τους στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας.» Σε κάθε περίπτωση, πρόσθεσε ο κ. Καντούνας, ο φόβος των εναγομένων για πιθανή σύλληψη τους, δεν δικαιολογεί την παράλειψη τους να παρουσιαστούν ενώπιον του Δικαστηρίου για να προωθήσουν τις θέσεις τους. Παρόλο που δεν βρίσκω ικανοποιητικές τις εξηγήσεις που δόθηκαν για την ανάγκη να ορκιστεί ο συνήγορος των εναγομένων, δεν θα ήμουν διατεθειμένος να απορρίψω την αίτηση, επειδή η ένορκη δήλωση υπογράφεται από τον κ. Kadri. Δεν συμμερίζομαι την εισήγηση του ευπαίδευτου συνήγορου της ενάγουσας πως η περίπτωση είναι κατάλληλη για απόρριψη της αίτησης, εκ μόνου του γεγονότος αυτού. Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη ότι δόθηκαν κάποιες εξηγήσεις, έστω και αν δεν κρίνονται ικανοποιητικές, θα περιοριστώ να επαναλάβω το ανεπιθύμητο της κατάθεσης ένορκης δήλωσης από δικηγόρο που εμφανίζεται στην υπόθεση και θα εξετάσω την αίτηση στην ουσία της. Το πρώτο σκέλος της αίτησης αφορά αίτημα για ακύρωση της επίδοσης. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό οι εναγόμενοι υποστήριξαν (με την ένορκη δήλωση του δικηγόρου τους) πως ουδέποτε τους επιδόθηκε η αγωγή. Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης του κ. Kadri, στις 23.11.2007, ημερομηνία που ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι έγινε η επίδοση, οι εναγόμενοι βρίσκονταν στην προσωρινή κατοικία τους που βρίσκεται στην κατεχόμενη Κερύνεια. Υποστηρίχθηκε, περαιτέρω, πως η επίδοση είναι κακή γιατί έγινε μετά πάροδο 6 μηνών από την καταχώριση της αγωγής, ενώ σύμφωνα με τους Αγγλικούς Δικονομικούς Κανόνες που τυγχάνουν εφαρμογής, όπως υποστήριξε στην αγόρευση του, η επίδοση πρέπει να πραγματοποιηθεί το αργότερο μέσα σε 6 μήνες από την καταχώριση. Ουδέποτε παρέλαβαν οποιοδήποτε δικαστικό έγγραφο, είτε με ταχυδρομείο ή άλλως πως, ούτε υπόγραψαν οτιδήποτε σχετιζόμενο με αυτή την υπόθεση. Πληροφορήθηκαν, αναφέρει τέλος, για την έγερση της αγωγής από δημοσιεύματα σε εφημερίδες και από γείτονες τους. Στην ένσταση της, η ενάγουσα παραθέτει στοιχεία (μέσω της ένορκης δήλωσης της Μαρίνας Καντούνα), με βάση τα οποία, εισηγείται ότι έγινε κανονική επίδοση στους εναγόμενους. Ειδικότερα, η ενόρκως δηλούσα παραπέμπει στα τεκμήρια που κατατέθηκαν από την ενάγουσα, στα πλαίσια της αίτησης της για απόδειξη της υπόθεσης, με βάση τα οποία: (α) Το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως, με επιστολή ημερ. 18.12.2007, πληροφόρησε το δικηγόρο της ενάγουσας ότι έγινε επίδοση (Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση της ενάγουσας στη διαδικασία αίτησης για έκδοση απόφασης ερήμην των εναγομένων). Από τα επισυνημμένα έγγραφα στο Τεκμήριο 3, προκύπτει ότι η επίδοση έγινε ταχυδρομικώς (via 1st class post) κατόπιν άδειας του αρμόδιου Βρετανικού Δικαστηρίου (High Court, Queen´s Bench Division). (β) Όπως προκύπτει από το fax το οποίο αποστάληκε στο δικηγόρο της ενάγουσας από το Canterbury County Court (Τεκμήριο 7 στην ίδια ένορκη δήλωση), οι εναγόμενοι αρνήθηκαν να παραλάβουν από το δικαστικό επιδότη τα προς επίδοση έγγραφα. (γ) Ο δικηγόρος της ενάγουσας απέστειλε στους εναγόμενους Ειδοποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος, τόσο δια διπλοσυστημένης επιστολής όσο και με ταχυδρομείο ταχείας παράδοσης, αλλά οι εναγόμενοι αρνήθηκαν να τα παραλάβουν (Τεκμήρια 4 και 5, αντίστοιχα, στην ένορκη δήλωση της ενάγουσας για έκδοση απόφασης). (δ) Αναφέρεται, περαιτέρω, ότι σε έκδοση της Αγγλόφωνης εφημερίδας «Cyprus Today» (Τεκμήριο 6) παρουσιάζονται δηλώσεις του εναγομένου 1 από τις οποίες συνάγεται η γνώση του για την έγερση της αγωγής και η άρνηση του να παραλάβει τα δικαστικά έγγραφα. Δεν έχω ικανοποιηθεί ότι οι εναγόμενοι δεν έλαβαν γνώση της δικαστικής διαδικασίας, όπως υποστήριξαν με την αίτηση τους. Οι εναγόμενοι, είχαν το βάρος να αποδείξουν αυτό τον ισχυρισμό. Με τους γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκη δήλωση του δικηγόρου τους, απέτυχαν να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους, οι οποίοι καταρρίπτονται από τα στοιχεία που παρέθεσε με την ένσταση της η ενάγουσα. Από τα στοιχεία που παρατίθενται στην ένσταση, προκύπτει σαφώς τόσο η γνώση των εναγομένων για την έγερση της αγωγής όσο και η προσπάθεια τους να αποφύγουν την επίδοση (Τεκμήρια 3, 4, 5 και 7). Η βεβαίωση του Υπουργείου Δικαιοσύνης ότι έγινε επίδοση στους εναγόμενους, όπως ορθά υποδείχθηκε από το συνήγορο της ενάγουσας, αποτελεί επαρκή απόδειξη για την επίδοση όπως προβλέπεται στα άρθρα 7 και 10 του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 1348/2000 του Συμβουλίου της 29ης Μαΐου 2000 (Περί Επιδόσεως και Κοινοποιήσεως στα Κράτη Μέλη Δικαστικών και Εξώδικων Πράξεων σε Αστικές ή Εμπορικές Υποθέσεις), που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Να σημειωθεί ότι ο ΕΚ 1348/2000, αντικαταστάθηκε από τον Κανονισμό (ΕΚ) 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, και του Συμβουλίου, ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή από τις 13.11.2008. Ο συνήγορος των εναγομένων εισηγήθηκε πως η επίδοση είναι άκυρη γιατί έγινε κατά παράβαση των Αγγλικών Δικονομικών Κανόνων, με βάση τους οποίους θα έπρεπε να είχε επιδοθεί εντός 6 μηνών από την ημέρα καταχώρισης της αγωγής. Η εισήγηση δεν ευσταθεί για δύο λόγους. Πρώτα γιατί ο Κανονισμός (ΕΚ 1348/2000) ρυθμίζει απλά τον τρόπο επίδοσης των εγγράφων. Όταν αναφέρει στο άρθρο 7 ότι «η υπηρεσία παραλαβής επιδίδει .. σύμφωνα είτε με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής είτε .» εννοεί, προφανώς, το δίκαιο που ισχύει στο κράτος μέλος παραλαβής, όσον αφορά τον τρόπο και τη μέθοδο επίδοσης των εγγράφων και όχι ασφαλώς τους κανόνες σε σχέση με την ισχύ των δικογράφων ή τα έγγραφα που απαιτείται να επιδοθούν. Στη συγκεκριμένη υπόθεση το κράτος παραλαβής (Ηνωμένο Βασίλειο), εφαρμόζοντας το δίκαιο που ίσχυε για τον τρόπο επίδοσης, επέδωσε τα έγγραφα που ζητήθηκαν μέσω ταχυδρομείου (via 1st class post), κατόπιν οδηγιών του αρμόδιου Δικαστηρίου (βλ. Τεκμήριο 3). Η εισήγηση δεν ευσταθεί και για ακόμη ένα λόγο. Δεν έχει αποδειχθεί, ως πραγματικό γεγονός, ότι με βάση τους Αγγλικούς Δικονομικούς Κανόνες η αγωγή θα έπρεπε να είχε επιδοθεί μέσα σε 6 μήνες από την καταχώριση. Είναι πολύ καλά γνωστό πως το αλλοδαπό δίκαιο πρέπει να αποδεικνύεται όπως κάθε άλλο πραγματικό γεγονός (βλ. Zeeland Navigation Co Ltd v. Banque Worms
(2000)1 A.A.Δ. 707). Για τους πιο πάνω λόγους, δεν αποδέχομαι τη θέση των εναγομένων ότι δεν τους επιδόθηκαν τα έγγραφα, τα οποία τους είχαν αποσταλεί από τις Βρετανικές αρχές, όπως συνάγεται από το Τεκμήριο 3. Εγείρεται όμως ένα άλλο ζήτημα σε σχέση με την εγκυρότητα της επίδοσης. Με το διάταγμα ημερ. 21.5.2007, δόθηκε άδεια για επίδοση στους εναγόμενους ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος. Από τα έγγραφα που κατέθεσε η ενάγουσα στα πλαίσια απόδειξης της υπόθεσης της (Τεκμήρια 3, 4 και 5) προκύπτει ότι απέστειλε προς επίδοση το ίδιο το Κλητήριο (με μετάφραση στην Αγγλική γλώσσα) και όχι την Ειδοποίηση του (Νotice of the writ of Summons). Στο φάκελο δεν υπάρχει, ούτε φαίνεται να εκδόθηκε, Ειδοποίηση του Κλητηρίου, όπως διατάχθηκε από το Δικαστήριο και όπως απαιτείται από τη Δ.6 θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το ζήτημα δεν εγείρεται ευθέως στην αίτηση των εναγομένων. Τέθηκε όμως με την αγόρευση του συνηγόρου των εναγομένων και το Δικαστήριο έχει καθήκον να το εξετάσει. Ο συνήγορος της ενάγουσας, παρόλο που δεν έστρεψε ειδικά την προσοχή του σ΄ αυτή την πτυχή της υπόθεσης, εφόσον δεν είχε εγερθεί με την αίτηση, εισηγήθηκε πως η βεβαίωση της αρμόδιας αρχής περί της επίδοσης, αποτελεί επαρκή απόδειξη για το νομότυπο της επίδοσης. Όπως επεξηγήθηκε νωρίτερα, ο Κανονισμός δεν καθορίζει τα δικαστικά έγγραφα που απαιτείται να επιδίδονται σε κάθε περίπτωση. Ο Κανονισμός, με βάση και την αιτιολογική του Έκθεση, αποσκοπεί στην καλύτερη και ταχύτερη διαβίβαση των δικαστικών εγγράφων. Τα έγγραφα που πρέπει να διαβιβαστούν για επίδοση, συναρτώνται με τη φύση και τις ανάγκες της κάθε περίπτωσης. Είναι ζήτημα που αποφασίζεται από το Δικαστήριο, με βάση την ισχύουσα δικονομία του κάθε κράτους μέλους. Η αρμόδια αρχή διαβίβασης των εγγράφων, βεβαιώνει απλά ότι τα έγγραφα που της διαβιβάζονται, επιδόθηκαν με βάση τις πρόνοιες του Κανονισμού. Δεν αποφασίζει, ασφαλώς, ούτε έχει εξουσία να κρίνει ποια έγγραφα είναι σε κάθε περίπτωση αναγκαία για να αποσταλούν προς επίδοση. Στην εξεταζόμενη υπόθεση, το Δικαστήριο, παραχωρώντας την άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, καθόρισε ποια έγγραφα θα έπρεπε να επιδοθούν στους εναγόμενους. Στο διάταγμα αναφέρεται ότι δόθηκε άδεια για επίδοση της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος. Αυτό, εξ άλλου, ήταν και το αίτημα της ενάγουσας όταν αποτάθηκε στο Δικαστήριο για να εξασφαλίσει διάταγμα για επίδοση στους εναγόμενους εκτός δικαιοδοσίας. Αυτό προβλέπει επιτακτικά και η σχετική δικονομική πρόνοια που δίδει την εξουσία στο Δικαστήριο να δώσει την απαραίτητη άδεια για την επίδοση αγωγής στο εξωτερικό, όταν ο εναγόμενος είναι αλλοδαπός και διαμένει εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου (Δ.6 θ.6). Έχει νομολογηθεί ότι η επίδοση του Κλητηρίου και όχι της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος, σε αλλοδαπό που βρίσκεται εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου είναι άκυρη. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση E. Philippou Ltd v. Litner Hampton Ltd.
(1984)1 C.L.R. 716, η επίδοση του Κλητηρίου, αντί της Ειδοποίησης, σε αλλοδαπό που βρίσκεται εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δεν συνιστά απλή παρατυπία αλλά ακυρότητα και το Δικαστήριο οφείλει να την παραμερίσει ex debito Justitiae. Εν όψει της πιο πάνω διαπίστωσης του Δικαστηρίου, η επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος, αντί της Ειδοποίησης, συνιστά ακυρότητα και για το λόγο αυτό η αίτηση των εναγομένων για ακύρωση της επίδοσης πρέπει να επιτύχει. Παρά την κατάληξη μου αυτή θα εξετάσω τους άλλους λόγους που προβάλλονται και τις θεραπείες που ζητούνται με την αίτηση. Το δεύτερο σκέλος αφορά ακύρωση του διατάγματος ημερ. 21.5.2007, με το οποίο δόθηκε άδεια για επίδοση Ειδοποίησης του Κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας. Δεν προβλήθηκε όμως οποιοσδήποτε λόγος που να καθιστά μεμπτό το διάταγμα. Είναι πολύ καλά νομολογημένο, ότι ο ενάγων για να επιτύχει διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας οφείλει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση (βλ. Δ.6 θ.4). Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και το κατά πόσο θα ικανοποιηθεί το Δικαστήριο για την ύπαρξη καλής βάσης αγωγής, συναρτάται με τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται στο στάδιο αυτό ως προς την αξία της μαρτυρίας (βλ., μεταξύ άλλων, Nozaki & Co Ltd v. Σιουκούρογλου & Υιοι Λτδ.
(1997)1 Α.Α.Δ. 1689, Gasto Shipping Co. Ltd. V. Mineag Sqm (Africa) ( Proprietory) Ltd κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1634, G.C.C. Computers Ltd v. Penril Datacom Ltd.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1584). Εξετάζοντας την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της ενάγουσας ημερ. 21.5.2007, εκτιμώ ότι αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση και ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις της Δ.6 θ.4, όπως ερμηνεύθηκαν από τη νομολογία. Η αιτήτρια υποστηρίζει (με την ένορκη δήλωση που υπογράφει η Μαρίνα Καντούνα η οποία αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησης της), ότι οι εναγόμενοι επεμβαίνουν και κατέχουν παράνομα την κατοικία της, που βρίσκεται στο κατεχόμενο χωριό Κάρμι, παραβιάζοντας το δικαίωμα της ιδιοκτησίας της. Αναφέρει, περαιτέρω, πως παρεμποδίστηκε από τους εναγόμενους όταν προσπάθησε να επισκεφθεί την περιουσία της. Σε σχέση με το αγώγιμο δικαίωμα ιδιοκτήτη που δεν κατέχει την περιουσία του, γιατί βρίσκεται στα κατεχόμενα, σχετική είναι και η υπόθεση Οrams κ.α. ν. Αποστολίδη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1402, της οποίας τα γεγονότα προσομοιάζουν με την παρούσα. Εν όψει των ανωτέρω, το αίτημα της εναγομένης για ακύρωση του διατάγματος ημερ. 21.5.2007, σε ότι αφορά την υποχρέωση της ενάγουσας να αποκαλύψει συζητήσιμη υπόθεση, αποτυγχάνει και απορρίπτεται. To τρίτο σκέλος της αίτησης των εναγομένων αφορά ακύρωση του Κλητηρίου Εντάλματος για έλλειψη δικαιοδοσίας. Υποστηρίχθηκε, συναφώς, ότι αρμόδιο Δικαστήριο να εκδικάσει την υπόθεση είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Κερύνειας που συστάθηκε και λειτουργεί από το παράνομο κατοχικό καθεστώς. Η εισήγηση είναι ολωσδιόλου αβάσιμη. Είναι πολύ καλά γνωστό ότι στα κατεχόμενα εδάφη λειτουργεί μια παράνομη διοίκηση, υποτελής στην κατοχική δύναμη, γεγονός που έχει διακηρυχθεί κατ΄ επανάληψη, τόσο με ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών, όσο και με αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (βλ., μεταξύ άλλων, Λοϊζίδου ν. Τουρκίας, Αρ. 40/1993/435/514, ημερ. 18.12.1996, Δημάδης ν. Τουρκίας, Αρ. 16219/90, ημερ. 31.7.2003, Εvgenia Mechaelides Developments Ltd. και Τύμβιος v. Τουρκίας, Αρ. 16163/90, ημερ. 31.7.2003). Σχετική με το ζήτημα είναι και η πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Δ.Ε.Κ.) ημερ. 28.4.2009 στο προδικαστικό ερώτημα του Αγγλικού Εφετείου. (Yπόθεση Αρ. C-420/07, ημερ. 28.4.2009, μεταξύ Μελέτη Αποστολίδη ν. David C. Orams κ.α.). Το Δικαστήριο, εξετάζοντας τα προδικαστικά ερωτήματα που τέθηκαν από το Αγγλικό Εφετείο, αποφάσισε, μεταξύ άλλων, ότι η αναστολή εφαρμογής του Kοινοτικού Kεκτημένου στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, που προβλέπεται στο άρθρο 1
(1)του Πρωτοκόλλου 10 της Σύμβασης Προσχώρησης, δεν εμποδίζει την εκδίκαση υποθέσεων από τα Δικαστήρια της Δημοκρατίας, σε σχέση με περιουσίες που βρίσκονται στα κατεχόμενα. Ο κ. Kadri, εισηγήθηκε επίσης πως σε κάθε περίπτωση, αρμόδιο Δικαστήριο να εκδικάσει την υπόθεση, με βάση το άρθρο 21
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου, είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Κερύνειας, όπου βρίσκεται η επίδικη ακίνητη περιουσία. Ούτε αυτή η εισήγηση ευσταθεί. Είναι πολύ καλά γνωστό, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο με γνωστοποίηση του που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα στις 13.9.1974, αποφάσισε την ενοποίηση των Επαρχιακών Δικαστηρίων Κερύνειας και Λευκωσίας, όπως και της επαρχίας Αμμοχώστου μετά της επαρχίας Λάρνακος (βλ. In Re Θεοδούλου
(1990)1 Α.Α.Δ. 438). Ας σημειωθεί πως η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου για ενοποίηση των επαρχιών, μνημονεύεται και υιοθετείται στην αναφερθείσα απόφαση του Δ.Ε.Κ. (Apostolides v. Orams - ανωτέρω). Με βάση τις πρόνοιες των άρθρων 5
(3)και 22
(1)του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 (Κανονισμός (ΕΚ) αρ. 44/2001 του Συμβουλίου ημερ. 22.12.2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (στη συνέχεια «ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός») ο οποίος τυγχάνει εφαρμογής στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, τα Δικαστήρια της Δημοκρατίας έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα υπόθεση. Τούτο, γιατί πρόκειται για ισχυριζόμενη παράνομη επέμβαση, που αποτελεί αστικό αδίκημα (βλ. άρθρο 5
(3)του Ευρωπαϊκού Κανονισμού), αναφορικά με ακίνητη περιουσία που βρίσκεται στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας (άρθρο 22
(1)ΕΚ). Το γεγονός αυτό αναγνωρίστηκε στην αναφερθείσα απόφαση του Δ.Ε.Κ. στην υπόθεση Μελέτη Αποστολίδη ν. Orams (παράγραφος 51 της απόφασης). Θα πρέπει, τέλος, να αναφερθεί ότι σε πολύ πρόσφατη απόφαση του (ημερ. 19.1.2010) το Αγγλικό Εφετείο υιοθέτησε τις γνωμοδοτήσεις του Δ.Ε.Κ. στα προδικαστικά ερωτήματα που είχε υποβάλει. (βλ. Μeletios Apostolides v. David Charles Orams & Linda Elizabeth Orams, Court of Appeal (Civil Division), Case No: A2/2006/2114, dated 19.1.2010). Για όλους τους πιο πάνω λόγους, το αίτημα για απόρριψη της αγωγής, για έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Ζητείται, τέλος, διαζευκτικά, αναστολή της διαδικασίας γιατί τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν είναι τα καταλληλότερα να εκδικάσουν την υπόθεση. Το αίτημα, στηρίζεται κυρίως, στη θέση των εναγομένων πως κινδυνεύουν να συλληφθούν εάν περάσουν στις ελεγχόμενες περιοχές για να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος τους, τα Αγγλικά Δικαστήρια είναι καταλληλότερα να εκδικάσουν την υπόθεση. Η εισήγηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Όπως έχει υποδειχθεί πιο πάνω, τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία να εκδικάσουν αυτή την υπόθεση. Όπως εξ άλλου εξηγήθηκε οι εναγόμενοι, ως Ευρωπαίοι πολίτες, δεν διατρέχουν κίνδυνο να συλληφθούν ή διωχθούν εάν περάσουν στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. Ούτε εμποδίζονται με οποιοδήποτε τρόπο να εμφανιστούν ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων για να προωθήσουν την υπεράσπιση τους, εάν το επιθυμούν. Για όλους τους λόγους που εξήγησα, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ακυρώνεται η επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος που επιτεύχθηκε στους εναγόμενους μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης στις 23.11.2007. Όλα τα άλλα αιτήματα των εναγομένων απορρίπτονται. Αναφορικά με το ζήτημα των εξόδων, αφού έλαβα υπόψη το γεγονός ότι οι εναγόμενοι πέτυχαν μόνο σε ένα από τα τέσσερα αιτήματα που υπόβαλαν με την αίτηση τους, για λόγο που δεν προβάλλεται στην αίτηση, θεωρώ ορθό όπως μη επιδικαστούν έξοδα. Εκδίδεται διάταγμα ως ανωτέρω, χωρίς διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .......... Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο