← Κύπρος

Άντη Μιχαήλ ν. Αντώνη Παπαπροδρόμου, Αρ. Αγωγής: 1015/2009, 26 Ιανουαρίου, 2010

Άντη Μιχαήλ ν. Αντώνη Παπαπροδρόμου, Αρ. Αγωγής: 1015/2009, 26 Ιανουαρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1015/2009 Μεταξύ: Άντη Μιχαήλ Ενάγοντα και Αντώνη Παπαπροδρόμου Εναγομένου --------------------- Αίτηση ημερ. 2.11.2009 για Αποκάλυψη Εγγράφων Ημερομηνία: 26 Ιανουαρίου, 2010 Για ενάγοντα-αιτητή : κ. Σ. Κώστα Για εναγόμενο-καθ' ου η αίτηση : κ. Γ. Λιβέρας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ο ενάγων εξαιτείται Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο εναγόμενος να αποκαλύψει ενόρκως όλα τα έγγραφα που είχε και/ή έχει στην κατοχή του και τα οποία σχετίζονται με οποιονδήποτε τρόπο με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής «όπως προκύπτει από την Έκθεση Υπερασπίσεως και Ανταπαιτήσεως του». Η αίτηση στηρίζεται στη Διαταγή 28 θ.1 και στη Διαταγή 48 θ. 8

(1)(z) και 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στα άρθρα 32 και 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Άντρης Αργυρού, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων του ενάγοντα, η οποία αναφέρει ότι από τις επίδικες διαφορές ως παρουσιάζονται στα δικόγραφα και ειδικότερα την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του εναγομένου, προκύπτει ζήτημα εγγράφων. Θεωρεί ότι θα επισπευσθεί η όλη διαδικασία εάν γνωρίζουν εκ των προτέρων τα έγγραφα στα οποία θα γίνει αναφορά κατά τη δικάσιμο, με το ενδεχόμενο λόγω της αποκάλυψής τους να περιοριστεί η προφορική μαρτυρία και συνεπώς είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα. Ο εναγόμενος καταχώρισε ένσταση στις 10.12.2009 και προβάλλει, όπως συνοψίζω πιο κάτω, τους ακόλουθους λόγους:
(1)Η αίτηση είναι παράτυπη / άκυρη / αντινομική
(2)Η αίτηση γίνεται για σκοπούς ''ψαρέματος'' μαρτυρίας
(3)Δεν υπάρχει ισχυρισμός στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση για οποιαδήποτε έγγραφα που να δίδουν το δικαίωμα στον ενάγοντα στην αποκάλυψή τους
(4)Όπως φαίνεται από τα δικόγραφα, οποιαδήποτε έγγραφα ζητούνται θα έπρεπε να κατέχονται από τον ενάγοντα και/ή ο ενάγων βρίσκεται σε καλύτερη θέση από τον εναγόμενο να τα κατέχει ή να τα εξεύρει
(5)Η αιτούμενη αποκάλυψη στο παρόν στάδιο δεν χρησιμεύει σε τίποτε και δεν είναι αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης
(6)Η αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και/ή παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων του εναγομένου για διάγνωση της υπόθεσής του εντός ευλόγου χρόνου
(7)Δεν υπάρχει αναφορά ή συσχέτιση οποιωνδήποτε εγγράφων με την κατοχή τους από τον εναγόμενο και/ή για τη σχετικότητά τους με τα επίδικα θέματα
(8)Σκοπός της υποβολής της αίτησης είναι η καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του εναγομένου, ο οποίος επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και ζητά την απόρριψη της αίτησης. Η αίτηση, ως προανέφερα, στηρίζεται κυρίως στη Δ.28 θ.1, η οποία προνοεί ότι οποιοσδήποτε διάδικος μπορεί, χωρίς να καταχωρίσει ένορκη δήλωση, να αποταθεί στο Δικαστήριο για Διάταγμα που να διατάσσει οποιονδήποτε άλλο διάδικο να αποκαλύψει ενόρκως τα έγγραφα που είναι ή ήταν στην κατοχή ή τον έλεγχό του και που σχετίζονται με το υπό εξέταση ζήτημα. Κατά την ακρόαση τέτοιας αίτησης, το Δικαστήριο μπορεί είτε να αρνηθεί ή να την αναβάλει, αν ικανοποιηθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν είναι αναγκαία ή δεν είναι αναγκαία σε τέτοιο στάδιο της υπόθεσης, ή να εκδώσει τέτοιο διάταγμα είτε γενικό είτε περιορισμένο για ορισμένη κατηγορία εγγράφων που θα κρίνει ότι είναι αναγκαίο. Προνοείται δε ότι η αποκάλυψη δεν θα διατάσσεται όταν το Δικαστήριο θα είναι της γνώμης ότι δεν είναι αναγκαία είτε για τη δίκαιη διεκπεραίωση του ζητήματος είτε για εξοικονόμηση εξόδων. Σύμφωνα με τη Διαταγή 48 θ. 8
(1)(z), αίτηση για αποκάλυψη μπορεί να γίνει μονομερώς. Σημειώνω ότι στην παρούσα περίπτωση η αίτηση αρχικά έγινε μονομερώς, πλην όμως το Δικαστήριο διέταξε την επίδοσή της στην άλλη πλευρά, λόγω του ότι η υπόθεση ήταν ήδη ορισμένη μετά από λίγες μέρες για οδηγίες για να τοποθετηθούν οι δύο πλευρές με βάση τη Διαταγή 30 σε σχέση με δικονομικά θέματα, συμπεριλαμβανομένου αυτού που εγείρεται με την παρούσα αίτηση και ειδικότερα την αναγκαιότητα αποκάλυψης εγγράφων. Οι πρόνοιες της Δ.28, θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα υποθέσεων και η σχετική νομολογία είναι διαχρονικά πάγια. Η έκδοση διατάγματος αποκάλυψης εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και εξαρτάται από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης. Όπως λέχθηκε στην G.A.P. Navigation Ltd v. Merzario Marrittima S.R.L.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1624, αποκάλυψη εγγράφων μπορεί να ζητηθεί από οποιονδήποτε από τους διαδίκους και στοχεύει στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που σχετίζονται με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ τους, για τον σκοπό της προετοιμασίας για την ακρόαση. Στην Τηλλυρή ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 2271 επισημάνθηκε ότι αίτημα για αποκάλυψη απορρίπτεται όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε ο,τιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Έγγραφα για τα οποία μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι αναγκαία η αποκάλυψη είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που ενδέχεται άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν τον αιτητή, είτε να προωθήσει την υπόθεσή του, είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, είτε που να μπορούν δίκαια να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες, και είναι άσχετο το κατά πόσο μπορούν ή όχι να παρουσιαστούν αυτά τα έγγραφα ως μαρτυρία. Κάθε έγγραφο που μπορεί να ρίξει φως στην υπόθεση θα πρέπει να θεωρηθεί ως σχετικό. Επίσης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη για σκοπούς "ψαρέματος" μαρτυρίας (Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Co. [1882] 11 Q.B.D. 55, Board v. Thomas Hedley & Co Ltd [1951] 2 All E.R. 43 και G.A.P. Navigation Ltd v. Merzario Marrittima SRL, πιο πάνω). Ο χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη των εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στη Δ.28, αλλά συνήθως γίνεται μετά την ολοκλήρωση των έγγραφων προτάσεων, γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα. Είναι σημαντικό για ένα διάδικο να έχει την πρέπουσα αποκάλυψη πριν προχωρήσει στη δίκη, ούτως ώστε να διευκολυνθεί η ορθή προετοιμασία για αυτή. Το διάταγμα δεν εκδίδεται αν το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι δεν είναι αναγκαίο για τη δίκαιη επίλυση της αιτίας αγωγής ή ενός επίδικου θέματος ή για εξοικονόμηση εξόδων (βλ. Halsburys Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 13, σελ. 2 κ. επέκ., και Annual Practice 1958, σελ. 710 κ. επεκ.). Στην υπό κρίση περίπτωση, ο ενάγων-αιτητής ζητεί αποκάλυψη όλων των σχετικών εγγράφων που είχε και/ή έχει στην κατοχή του ο εναγόμενος-καθ' ου η αίτηση και τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα, «όπως προκύπτει από την Έκθεση Υπερασπίσεως και Ανταπαιτήσεως του». Δηλαδή στην ουσία διευκρινίζει ότι αιτείται την αποκάλυψη εγγράφων που προκύπτουν από το εν λόγω δικόγραφο του εναγομένου-καθ' ου η αίτηση. Παρομοίως, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, η αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος σχετίζεται με το γεγονός ότι από τα δικόγραφα «προκύπτει ότι θα τεθεί θέμα εγγράφων» και πιο συγκεκριμένα ότι από την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση «προκύπτει ζήτημα εγγράφων». Εν όψει της πιο πάνω τοποθέτησης της πλευράς του ενάγοντα-αιτητή σε σχέση με τα δικόγραφα, θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ περιληπτικά στο περιεχόμενο των εν λόγω έγγραφων προτάσεων για να γίνουν πιο εύκολα κατανοητές τόσο η αίτηση όσο και η ένσταση. Η Απαίτηση του ενάγοντα είναι για €17.000 ως η αξία δύο τραπεζικών επιταγών που εκδόθηκαν από τον εναγόμενο προς όφελος του ενάγοντα έναντι νομίμου ανταλλάγματος, οι οποίες όταν παρουσιάστηκαν σε τράπεζα δεν πληρώθηκαν και επιστράφηκαν στον ενάγοντα με την ένδειξη ότι δεν υπάρχουν επαρκή υπόλοιπα. Η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του εναγομένου περιλαμβάνει προδικαστική ένσταση ότι ο ενάγων δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή καθότι το άρθρο 305Α του Ποινικού Κώδικα δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις έκδοσης επιταγής προς πληρωμή οφειλής που σχετίζεται με συναλλαγή η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη ή σε νόμο. Επιπλέον, προβάλλονται ισχυρισμοί ότι δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τον ενάγοντα, ότι οι επιταγές εξεδόθησαν χωρίς νόμιμο αντάλλαγμα και ότι είναι άκυρες ή ακυρώσιμες καθότι είναι προϊόν παράνομης και/ή άκυρης συναλλαγής, ψυχικής πίεσης και/ή εξαναγκασμού. Υπάρχουν περαιτέρω ισχυρισμοί ότι ο εναγόμενος ουδέποτε εξέδωσε τις επιταγές προς όφελος του ενάγοντα, ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε συναλλαγή μεταξύ των διαδίκων και οι επιταγές είναι άνευ νομίμου ανταλλάγματος, ότι ουδέποτε έλαβε από τον ενάγοντα ισάξιο ή άλλο ποσό σε μετρητά και ότι το ποσό που αναγράφεται στις επίδικες επιταγές αφορά τόκους πέραν του υπό του Νόμου επιτρεπόμενου ορίου, οι οποίοι αντίκεινται στους σχετικούς Νόμους. Με την Ανταπαίτησή του ο εναγόμενος ζητά Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι επιταγές είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες και άνευ νομικής αξίας ως στερούμενες νομίμου ανταλλάγματος και/ή άλλως πως. Με την Απάντησή του, ο ενάγων αρνείται όλους τους ισχυρισμούς του εναγομένου και ισχυρίζεται ότι οι επιταγές εξεδόθησαν προς εξόφληση δανείου το οποίο χορήγησε ο ενάγων προς τον εναγόμενο. Όπως προκύπτει από την πιο πάνω περίληψη των δικογράφων, σε καμία περίπτωση δεν γίνεται η παραμικρή αναφορά ή εγείρεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός που να σχετίζεται με οποιαδήποτε έγγραφα, πέραν των επίδικων επιταγών. Ούτε και μπορεί να λεχθεί ότι «προκύπτει ζήτημα εγγράφων», και δη από την Υπεράσπιση, ως η εισήγηση της ενόρκως δηλούσας εκ μέρους του αιτητή. Όσον αφορά τις επίδικες επιταγές, είναι προφανές τόσο από την αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει όσο και από την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του ενάγοντα, ότι η αίτηση σε καμία περίπτωση δεν αποσκοπεί στην αποκάλυψη αυτών. Εξάλλου, σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του ενάγοντα, οι εν λόγω επιταγές στις οποίες βασίζει την απαίτησή του, επιστράφηκαν από την τράπεζα στον ίδιο τον ενάγοντα και συνεπώς βρίσκονται στην κατοχή ή υπό τον έλεγχό του ή εν πάση περιπτώσει δεν δύνανται να βρίσκονται στην κατοχή του εναγομένου. Συνεπώς είναι άξιον απορίας σε τι ακριβώς παραπέμπει η ενόρκως δηλούσα εκ μέρους του αιτητή όταν αναφέρει ότι από τα δικόγραφα και ειδικότερα την Υπεράσπιση «φαίνεται να προκύπτει ζήτημα εγγράφων». Είναι εξίσου παράδοξη η θέση της ότι με την αποκάλυψη των εν λόγω εγγράφων, η ύπαρξη και σχετικότητα των οποίων επαναλαμβάνω δεν προκύπτει από τα δικόγραφα και παραμένει άγνωστη, θα περιοριστεί η προφορική μαρτυρία. Δεν πρόκειται δηλαδή για περίπτωση όπου είναι ξεκάθαρο από τις έγγραφες προτάσεις ότι υπάρχουν έγγραφα τα οποία σχετίζονται άμεσα με τα επίδικα θέματα και τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων, η αποκάλυψη των οποίων θα ρίξει φως στην υπόθεση και ως εκ τούτου να είναι αναγκαία η αποκάλυψή τους για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Ίσως εκ του περισσού, σημειώνω ότι η μοναδική άλλη αναφορά σε δικόγραφο η οποία ενδεχομένως να παραπέμπει, έστω και απομακρυσμένα, στην ύπαρξη εγγράφου, είναι η αναφορά σε δάνειο στην παράγραφο 6 της Απάντησης του ενάγοντα. Στην περίπτωση όπου η θέση του ενάγοντα είναι ότι το δάνειο αυτό χορηγήθηκε κατόπιν γραπτής συμφωνίας (παρά το ότι δεν υπάρχει καν τέτοιος ισχυρισμός στο εν λόγω δικόγραφό του) τότε και πάλιν πρόκειται για έγγραφο το οποίο επικαλείται ο ενάγων και όχι ο εναγόμενος στο δικόγραφό του και το οποίο λογικά θα έπρεπε να το κατέχει ο αιτητής. Ενόψει των πιο πάνω, θεωρώ εύλογη τη θέση της πλευράς του εναγομένου ότι η παρούσα αίτηση στην ουσία αποσκοπεί σε ''ψάρεμα'' μαρτυρίας, εφόσον ο λόγος που αναφέρεται στην αίτηση για την αναγκαιότητα της αποκάλυψης, ήτοι ότι διαφαίνεται ζήτημα εγγράφων από την Υπεράσπιση, σε καμία περίπτωση δεν προκύπτει από τα δικόγραφα τα οποία βρίσκονται στον φάκελο της υπόθεσης. Η αποκάλυψη εγγράφων, στις κατάλληλες περιπτώσεις, συντείνει στην καλή και ορθή προετοιμασία της ακρόασης και βοηθά στη δίκαιη διεκπεραίωση των επίδικων θεμάτων και στην εξοικονόμηση εξόδων. Στην υπό κρίση περίπτωση, όμως, λαμβάνοντας υπόψη τις έγγραφες προτάσεις και τη σχετική νομολογία, και κάτω από τις περιστάσεις ως τις έχω αναφέρει πιο πάνω, έχω την σαφέστατη άποψη ότι η έγκριση του αιτήματος στο παρόν στάδιο δεν είναι αναγκαία για τη δίκαιη επίλυση της διαφοράς ή την εξοικονόμηση εξόδων και δεν θα εξυπηρετήσει κάποιο ουσιαστικό σκοπό ή θα χρησιμεύσει σε ο,τιδήποτε. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του καθ' ου η αίτηση-εναγομένου και εναντίον του αιτητή-ενάγοντα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) .................. Σ.Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.