← Κύπρος

Παντελής Στ.Πατσαλίδης ν. Δημήτρης Ζ.Πιερίδης κ.α., Αριθ.Αγωγής: 10585/2007, 3.2.2010

Παντελής Στ.Πατσαλίδης ν. Δημήτρης Ζ.Πιερίδης κ.α., Αριθ.Αγωγής: 10585/2007, 3.2.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A37 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ.Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αριθ.Αγωγής: 10585/2007 Μεταξύ: Παντελής Στ.Πατσαλίδης Ενάγοντας και

  1. Δημήτρης Ζ.Πιερίδης
  2. Charles Hanrinson Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 9.10.09 για τροποποίηση της Υπεράσπισης του Εναγομένου 1 Ημερομηνία: 3.2.2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον αιτητή-εναγόμενο 1: κ.Μακρίδης Για τον καθ΄ου η αίτηση-ενάγοντα: κα Κοζάκου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η δίκη στην παρούσα αγωγή δεν έχει ακόμα αρχίσει. Η αγωγή αφορά κατ΄ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό με βάση επιταγή. Η ΄Εκθεση Υπεράσπισης καταχωρήθηκε στις 2.7.08 και η Απάντηση στην Υπεράσπιση στις 15.9.
  3. Η αγωγή ορίστηκε αρχικά για ακρόαση στις 17.2.09 και ακολούθως στις 28.9.
  4. Στις 8.9.09 έγινε αλλαγή δικηγόρου του Εναγόμενου
  5. Ο Εναγόμενος 2 δεν φαίνεται να εκπροσωπείται από δικηγόρο σήμερα. Στην παρούσα αίτηση που καταχωρήθηκε στις 9.10.09 υπέβαλε ένσταση ο Ενάγοντας. Με την αίτηση ζητείται η διαγραφή των παρα.1-4 της Υπεράσπισης και η αντικατάσταση τους με τις νέες παρα 1-
  6. Ζητούνται, αναλυτικά τα ακόλουθα: Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να επιτρέπει την Τροποποίηση της Υπεράσπισης του Εναγομένου 1 δια της απάλειψης της φράσης «ΕΚΘΕΣΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 1 ΚΑΙ 2» στον τίτλο του δικογράφου και της αντικατάστασης της με τη φράση «ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ 1». Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να επιτρέπει την Τροποποίηση της Υπεράσπισης του Εναγομένου 1 δια της διαγραφής της παραγράφου 1 και αντικατάστασης της με την ακόλουθη νέα παράγραφο 1: «
  7. Ο Εναγόμενος 1 παραδέχεται την παράγραφο 1 της ΄Εκθεσης Απαίτησης» Γ . Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να επιτρέπει την Τροποποίηση της Υπεράσπισης του Εναγομένου 1 δια της προσθήκης της ακόλουθης νέας παραγράφου 2 μετά την νέα παράγραφο 1: «
  8. Ο Εναγόμενος 1 αρνείται την παράγραφο 2 της ΄Εκθεσης Απαίτησης και καλεί τον Ενάγοντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του». Γ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να επιτρέπει την Τροποποίηση της Υπεράσπισης του Εναγομένου 1 δια της προσθήκης της ακόλουθης νέας παραγράφου 3 μετά την νέα παράγραφο 2: «
  9. Ο Εναγόμενος 1 αρνείται την παράγραφο 3 της ΄Εκθεσης Απαίτησης και ισχυρίζεται ότι δικαιολογημένα και/ή με εύλογη αιτία ανακάλεσε την εν λόγω επιταγή. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι εξέδωσε επ΄ονόματι του Εναγομένου 2 την επίδικη επιταγή μεταχρονολογημένη και/ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία από την ημερομηνία συμπλήρωσης της και/ή άνευ ημερομηνίας την οποία συμπλήρωσε ο Εναγόμενος 2, κατόπιν ρητής προφορικής συμφωνίας και/ή συνεννόησης με τον Εναγόμενο
  10. Περαιτέρω ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι κατά ή περί την 12.06.07 ο Εναγόμενος 2 επικοινώνησε μαζί του και τον ενημέρωσε ότι δεν θα χρειαζόταν και/ή δεν θα χρησιμοποιούσε την εν λόγω επιταγή και τον παρότρυνε και/ή συμβούλευσε όπως την ανακαλέσει το οποίο και έπραξε ο Εναγόμενος
  11. Περαιτέρω ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι αφού ανακάλεσε την εν λόγω επιταγή ο Εναγόμενος 2 ανέλαβε και/ή δεσμεύθηκε και/ή του υποσχέθηκε όπως του την επιστρέψει». Δ) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να επιτρέπει την Τροποποίηση της Υπεράσπισης του Εναγομένου 1 δια της προσθήκης της ακόλουθης νέας παραγράφου 4 μετά την νέα παράγραφο 3: «
  12. Ο Εναγόμενος 1 αρνείται την παράγραφο 4 της ΄Εκθεσης Απαίτησης και όλες μαζί και κάθε μία ξεχωριστά τις Λεπτομέρειες Δόλου και/ή Ψευδών Παραστάσεων και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του στην παράγραφο 3 ανωτέρω. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας του είναι άγνωστος και συνεπώς ουδέποτε συνωμότησε να τον εξαπατήσει». Ε) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να επιτρέπει την Τροποποίηση της Υπεράσπισης του Εναγομένου 1 δια της προσθήκης της ακόλουθης νέας παραγράφου 5 μετά την νέα παράγραφο 4: «
  13. Ο Εναγόμενος 1 αρνείται την παράγραφο 5 της ΄Εκθεσης Απαίτησης. Περαιτέρω ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι ουδέποτε οχλήθηκε για την εξόφληση της εν λόγω επιταγής και επαναλαμβάνει ότι ο Ενάγοντας του είναι άγνωστος χωρίς να είχε ποτέ του προσωπική ή άλλως πως επαφή με τον Ενάγοντα πριν την έγερση της παρούσας αγωγής». ΣΤ) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να επιτρέπει την Τροποποίηση της Υπεράσπισης του Εναγομένου 1 δια της προσθήκης της ακόλουθης νέας παραγράφου 6 μετά την νέα παράγραφο 5: «
  14. Ως εκ των ανωτέρω ο Εναγόμενος 1 αρνείται την παράγραφο 6 της ΄Εκθεσης Απαίτησης και όλες μαζί και κάθε μία ξεχωριστά τις υποπαραγράφους α), β) και γ), αρνείται την αξίωση του Ενάγοντα στο σύνολο της και εξαιτείται την απόρριψη της αγωγής με έξοδα υπέρ του και εναντίον του Ενάγοντα». Η αίτηση, η οποία βασίζεται στη Δ.25 υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κου Κλεόπα Στυλιανού, ο οποίος στην ένορκη δήλωση του αναφέρει ότι είναι δικηγόρος και γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης από προσωπική του γνώση και ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον εναγόμενο 1 να προβεί στην ένορκη δήλωση. Αναφέρει επίσης ότι ο Εναγόμενος 1 μόλις πρόσφατα τους διόρισε δικηγόρους του και σε συνάντηση που είχε μαζί του για συζήτηση της παρούσας υπόθεσης διαφάνηκε ότι η Υπεράσπιση που καταχώρησαν οι προηγούμενοι δικηγόροι του δεν σύναδε με τους ισχυρισμούς του Εναγομένου 1 και ούτε δικογραφούνταν όλα τα σχετικά γεγονότα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν προς Υπεράσπιση του. Η αιτούμενη τροποποίηση είναι, σύμφωνα με το συνήγορο απαραίτητη για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου και να αποφασισθούν τελεσίδικα όλα τα επίδικα γεγονότα, ιδιαίτερα το θέμα της καλόπιστης ή μη ανάκλησης της επίδικης επιταγής ως επίσης και του νόμιμου ή μη του ανταλλάγματος που παρείχε ο Ενάγοντας στον Εναγόμενο 2 και το θέμα της ύπαρξης ή μη ανταλλάγματος για την έκδοση της επίδικης επιταγής επ΄ονόματι του Εναγομένου
  15. Αναφέρεται, επίσης, ότι καμιά ζημιά δεν θα υποστεί ο ενάγοντας με την τροποποίηση που να μην είναι ανακτήσιμη με τα έξοδα και ότι η αίτηση υποβάλλεται καλόπιστα και έγκαιρα αφού η αλλαγή δικηγόρου έγινε στις 8.9.
  16. Η ένσταση του ενάγοντα βασίζεται ουσιαστικά στους ακόλουθους λόγους:

(1)Με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται η αναδόμηση από την αρχή της Υπεράσπισης του Εναγομένου 1 ο οποίος επιχειρεί μετά την πάροδο μεγάλου χρόνου και αφού η αγωγή είχε οριστεί επανειλημμένα για ακρόαση να υποβάλει νέα υπεράσπιση και να αλλάξει τη βάση της Υπεράσπισης και να προβάλει ισχυρισμούς εντελώς αντίθετους από την προγενέστερη Υπεράσπιση.
(2)Η αίτηση είναι καταχρηστική, γίνεται καθυστερημένα χωρίς να εξηγούνται οι λόγοι της καθυστέρησης. Είναι η θέση του Καθ΄ου, επί λέξει ότι: «Ανεξάρτητα από την αλλαγή δικηγόρου ο Εναγόμενος 1 γνώριζε την υπόθεση του από την αρχή και δεν νοείται να έδωσε οδηγίες άλλες στο πρώτο του δικηγόρο και μετά να αποφάσισε να αλλάξει δικηγόρο και δώσει εντελώς διαφορετικές οδηγίες σαν να αναφέρεται σε άλλη υπόθεση». Μπορούσε ο εναγόμενος να προβάλει τη διαφωνία του από τη 2.7.08 στον προηγούμενο δικηγόρο του.
(3)Περιφρονούνται τα δικαιώματα του Καθ΄ου η αίτηση και παραβιάζεται το δικαίωμα εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου.
(4)Ο ενόρκως δηλών δεν γνωρίζει τα γεγονότα και δεν μπορεί να τα επιβεβαιώσει και να ορκιστεί γι΄αυτά. Δεν αναφέρεται δε η πηγή των πληροφοριών του. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του ενάγοντα ο οποίος επαναλαμβάνει τους πιο πάνω λόγους ένστασης. Στο στάδιο των αγορεύσεων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις θέσεις τους με αναφορά στις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα. ΄Εχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν και θα σταθώ σε αυτά όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η εξουσία του Δικαστηρίου να επιτρέπει τροποποίηση δικογράφων απορρέει από τη Δ.25 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμών. Οι πρόνοιες της πιο πάνω διαταγής έγιναν αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως στις υποθέσεις SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.A.Δ. 426, Tαξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. Α.G. Leventis κ.α.
(1993)1 A.A.Δ. 726, Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1 A.A.Δ. (Ε) 33. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η υπόθεση Δόμνα Νικόλα Χριστοδούλου v. Αθηναϊδος Ιωάννου Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 394 αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο παρατήρησε πως όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα της τροποποίησης των δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και γνώμονας άσκησης της είναι το σύνολο των περιστατικών και δεν εξικνείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Σύνοψη των καθιερωθέντων από τη νομολογία νομικών αρχών που διέπουν το θέμα δίδεται στην υπόθεση Φοινιώτης (ανωτέρω). Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τη σελίδα 36: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψισθούν ως εξής: Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch.D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη. Ως προς την καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για τροποποίηση δικογράφου, παραπέμπω, μεταξύ άλλων, στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση SABA & Co. (T.M.P.) v. Τ.Μ.P. Agents (ανωτέρω). Όπως λέχθηκε εκεί, σε σχέση με καθυστέρηση η οποία οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της καθυστέρησης και η σημασία της ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή, και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση βέβαια, δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως π.χ. την έλλειψη καλής πίστης Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Παύλου (ανωτέρω). Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Ν.Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, η αγωγή καταχωρήθηκε στις 23.1.86 και η αίτηση τροποποίησης 12 χρόνια μετά. Το Εφετείο έκρινε πως υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης. Έκρινε, περαιτέρω, πως υπήρξε σφάλμα αφού ο συνήγορος θα έπρεπε εξ'αρχής να γνωρίζει τη δικονομική ανάγκη για την παροχή λεπτομερειών του αλλοδαπού δικαίου. Η αίτηση για τροποποίηση εγκρίθηκε. Η εξήγηση που δόθηκε ότι ο συνήγορος τελούσε με την αντίληψη ότι δεν χρειαζόταν η έκθεση λεπτομερειών ήταν ικανοποιητική στην απουσία ένδειξης ότι η καθυστέρηση δεν ήταν καλόπιστη. Θα προχωρήσω να εξετάσω τα θέματα που έχουν εγερθεί, υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών αρχών. Καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης - αιτιολόγηση της Σε σχέση με αυτό το θέμα διαφωτιστικά ήταν όσα αναφέρθηκαν στη F.B.L. v. Σιακόλα (ανωτέρω). Η καθυστέρηση προσμετρά σε συνάρτηση με το στάδιο κατά το οποίο επιχειρείται η τροποποίηση, αρχίζοντας όμως από το χρονικό σημείο κατά το οποίο διαπιστώθηκε η ανάγκη για τροποποίηση. Με αυτή την έννοια δεν μπορώ να διαγνώσω υπέρμετρη και/ή αναιτιολόγητη καθυστέρηση εκ μέρους του εναγόμενου
  1. Ο ενόρκως δηλών προβάλλει ότι τα στοιχεία που επιχειρεί να συμπεριλάβει στην υπεράσπιση του εναγόμενου 1 περιήλθαν σε γνώση του μόλις πρόσφατα και αφού διορίστηκαν δικηγόροι του εναγόμενου 1 στις 8.9.
  2. Διαφάνηκε, σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, ότι όλοι οι ισχυρισμοί του καθ΄ου η αίτηση δεν δικογραφούνταν και ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν συμφωνούσαν με την ΄Εκθεση Υπεράσπισης. Τονίζω ότι η αλήθεια των πιο πάνω δεν διαψεύσθηκε ή αμφισβητήθηκε καθ΄οιονδήποτε τρόπο από τους καθ΄ων η αίτηση (βλ. Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (πιο πάνω). Συνεπώς θεωρώ ότι πρόκειται για ειλικρινή παραδοχή κάποιων ελλείψεων σε δικόγραφα και αδυνατώ να διαγνώσω δυνατότητα πιο έγκαιρης ενέργειας. Η κατ΄ισχυρισμό περιφρόνηση των δικαιωμάτων του καθ΄ου η αίτηση. Δεν μπορώ να συμμεριστώ τη θέση του καθ΄ου η αίτηση. Δεν έχει συγκεκριμενοποιηθεί με ποιο τρόπο ή από ποια άποψη περιφρονούνται τα δικαιώματα του καθ΄ου η αίτηση. Από το σύνολο δε των στοιχείων που έχουν τεθεί ενώπιον μου δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε που να καταδεικνύει τέτοια περιφρόνηση. Η κατ΄ισχυρισμό αναδόμηση της υπεράσπισης - η αλλαγή της βάσης της υπεράσπισης. Σύμφωνα με την εισήγηση της υπεράσπισης οι αιτούμενες τροποποιήσεις αλλάζουν ουσιαστικά ολόκληρη την υπεράσπιση. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν οι προτεινόμενες τροποποιήσεις μετατρέπουν την ουσία, τη φύση ή τον χαρακτήρα της αγωγής, αφού ακόμα και η προσθήκη μιας νέας βάσης αγωγής η υπεράσπισης, δεν είναι από μόνη της λόγος άρνησης αιτούμενης τροποποίησης. Στην απόφαση του έντιμου δικαστή κ.Κ.Κληρίδη, Π.Ε.Δ., όπως ήταν τότε, στην αγωγή 514/01 ημερ. 30.11.06 λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ.9: «Όπως προκύπτει από τη νομολογία και σχετικές αυθεντίες, ακόμα και η προσθήκη μιας νέας βάσης αγωγής ή υπεράσπισης, δεν είναι αφ΄εαυτής λόγος άρνησης αιτούμενης τροποποίησης. Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Αnnual Practice
(1950)pg. 627, το Δικαστήριο δεν πρέπει να αρνηθεί να επιτρέψει μια τροποποίηση απλά επειδή μέσω αυτής εισάγεται μια νέα υπόθεση. Θα αρνηθεί μόνο εκεί όπου η τροποποίηση θα άλλαζε την αγωγή μετατρέποντας την σε αγωγή ουσιωδώς διαφορετικού χαρακτήρα, η οποία θα μπορούσε με περισσότερη ευχέρεια ν΄αποτελέσει αντικείμενο νέας αγωγής (βλ. επίσης Χρίστου v. Στυλιανού
(1992)1 (Α) ΑΑΔ 704)». Σίγουρα στις τροποποιήσεις περιλαμβάνονται νέοι ισχυρισμοί οι οποίοι δεν ηγέρθηκαν προηγουμένως όπως η αμφισβήτηση της έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος οπισθογράφησης της επιταγής από τον εναγόμενο 2, το εύλογο της ανάκλησης της επιταγής από τον εναγόμενο 1 και το θέμα παρότρυνσης του εναγομένου 2 προς τον εναγόμενο 1 να ανακαλέσει την επιταγή λόγω του ότι ο πρώτος δεν θα τη χρησιμοποιούσε. Αφορούν όμως οι πιο πάνω ισχυρισμοί το ίδιο επίδικο θέμα της οφειλής δυνάμει της επιταγής, την ίδια ουσιαστικά συναλλαγή. Αν και συνιστούν νέα πτυχή υπεράσπισης δεν βλέπω κανένα λόγο γιατί δικονομικά ή νομικά να μην μπορούν να προστεθούν. Εξάλλου η πλευρά του ενάγοντα θα έχει κάθε ευκαιρία να τους αντιμετωπίσει αφού η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμη αρχίσει. Το κατά πόσο ο ενόρκως δηλών στην αίτηση είναι πρόσωπο που γνωρίζει θετικά τα γεγονότα. Ήταν η θέση του καθ΄ου η αίτηση ότι ο κος Κλεόπας δεν γνωρίζει τα γεγονότα και δεν νομιμοποιείται να ορκίζεται εκ μέρους του πελάτη του. Η νομολογία έχει καθορίσει ότι είναι ανεπιθύμητη η υπογραφή ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση από το συνήγορο του αιτητή. Ενδεικτικά, στην υπόθεση Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1036 το Ανώτατο Δικαστήριο προέβη στο ακόλουθο σχόλιο: «Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει επανειλημμένα σχολιάσει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής και θα αναμέναμε ότι το φαινόμενο αυτό θα έπρεπε να είχε ήδη εκλείψει». Βεβαίως παρά τα δυσμενή σχόλια που γίνονται σε σχέση με την πιο πάνω πρακτική σε πολλές αποφάσεις δεν φαίνεται να προκύπτει ότι η πρακτική αυτή αφαιρά από την ένορκη δήλωση την αποδεικτική της αξία ή ότι την καθιστά άκυρη. Προσθέτω ότι σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του συνηγόρου αυτός φαίνεται να είχε προσωπική γνώση των γεγονότων της υποθεσης, κάτι εξάλλου που δεν αμφισβητήθηκε με αντεξέταση. ΄Εχω υπόψη μου τα όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση Σπύρος Σταυρινίδης v. Geskoslovenske Obhondi Banka A.S.
(1972)A.A.Δ. 130 συγκεκριμένα, ότι για να μπορεί κάποιος να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα πρέπει να έχει προσωπική γνώση των γεγονότων αυτών. Συνοψίζοντας καταλήγω ότι η έγκριση της αίτησης δεν θα προκαλέσει αδικία η βλάβη η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί με έξοδα. Κατά συνέπεια εκδίδεται διάταγμα ως το Α-Ζ της αίτησης. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης και επιπλέον όσα έξοδα χαθούν (thrown away) λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ του καθ΄ου η αίτηση και εναντίον του αιτητή ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. Θα προχωρήσω να δώσω οδηγίες για καταχώρηση τροποποιημένων δικογράφων. (Υπ) ............... Μ.Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.