MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ν. EMIL CO ASSOCIATES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1521/2002, 4 Φεβρουαρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A38 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1521/2002 Μεταξύ: MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD (πρώην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ) Ενάγουσας και
- EMIL CO. & ASSOCIATES LTD
- Ευαγγελίας Χρυσάνθου
- Αιμιλίου Χρυσάνθου Εναγομένων --------------------- Αίτηση ημερ. 30.9.2009 εναγομένου 3 για παραμερισμό απόφασης Ημερομηνία: 4 Φεβρουαρίου, 2010 Για αιτητή- εναγόμενο 3 : κ. Ν. Χατζηιωάννου, κα Θεοφάνους Για καθ΄ ης η αίτηση-ενάγουσα: κα Μ. Κυριάκου ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα καταχώρισε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στις 13.2.2002, με την οποία αξίωνε απόφαση εναντίον των εναγομένων για Λ.Κ. 35.820,31σ. πλέον τόκους δυνάμει γραπτών συμφωνιών και/ή δανείου και/ή ως υπόλοιπο τραπεζικού λογαριασμού και/ή δυνάμει εγγυήσεως. Όσον αφορά τον εναγόμενο 3, η αγωγή επιδόθηκε στις 24.4.2002 με τον τρόπο που θα αναφέρω λεπτομερώς πιο κάτω, δεν καταχωρίστηκε Σημείωμα Εμφάνισης και η ενάγουσα καταχώρισε αίτηση για απόφαση στις 23.5.2002, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε απόφαση εναντίον του εναγομένου 3 (αλληλέγγυα και κεχωρισμένα με την εναγομένη 1) στις 31.5.2002 ως η απαίτηση πλέον τόκους και έξοδα. Στις 9.10.2002 καταχωρίστηκε Σημείωμα Εμφάνισης εκ μέρους των εναγομένων 1 και 3 χωρίς όμως να ληφθούν οποιαδήποτε μέτρα. Στις 10.10.2008 και κατόπιν μονομερούς αίτησης της ενάγουσας, δόθηκε άδεια για εκτέλεση της απόφασης λόγω παρέλευσης 6 ετών από την έκδοσή της, ενώ στις 30.9.2009 ο εναγόμενος 3 καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση για παραμερισμό της εναντίον του απόφασης. Σημειώνω ότι τόσο η αγωγή όσον αφορά την εναγομένη 2, όσο και η ανταπαίτησή της αποσύρθηκαν και απορρίφθηκαν στις 10.3.
- Η αίτηση στηρίζεται στις Δ.48 θ. 2,3,8 και 9, Δ.5 θ. 1 και 2 και Δ.17 θ. 10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση πλαισιώνεται από ένορκη δήλωση του εναγομένου 3, ο οποίος αναφέρει ότι μέχρι και τον Οκτώβριο 2001 κατοικούσε με την πρώην σύζυγό του εναγομένη 2 Ευαγγελία Χρυσάνθου στη συζυγική οικία, στην οδό Ανδρομάχης 9, στο Πλατύ Αγλαντζιάς. Τον Οκτώβριο 2001 επήλθε διάσταση με τη σύζυγό του, εγκατέλειψε την εν λόγω οικία και κατοικούσε με τους γονείς του μέχρι τις αρχές του
- Ακολούθως, μετακόμισε σε συγκεκριμένη διεύθυνση στον Στρόβολο, όπου διέμενε κατά την περίοδο Απριλίου-Μαΐου 2002 μέχρι το
- Αναφέρει επιπλέον ότι η πρώτη φορά που είδε την επίδικη απόφαση ήταν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας πτώχευσης εναντίον του με βάση την εν λόγω απόφαση. Σε έρευνα που έγινε στον φάκελο της υπόθεσης από τους δικηγόρους του, ώστε να διερευνηθούν οι ισχυρισμοί της ενάγουσας στη διαδικασία πτώχευσης, προέκυψε ότι η αγωγή δεν είχε επιδοθεί στον ίδιο προσωπικά, αλλά στην εναγομένη 2 ως σύζυγο και συγκάτοικό του στην οδό Ανδρομάχης 9, στις 24.4.
- Σύμφωνα με τον εναγόμενο 3, κατά τον επίδικο χρόνο η εναγομένη 2 ήταν εν διαστάσει σύζυγός του, με την οποία δεν συγκατοικούσε, εφόσον είχε εγκαταλείψει την οικία από τον Οκτώβριο
- Προς τούτο, επισυνάπτει ως Τεκμήρια 1 και 2 την αίτηση διαζυγίου που καταχώρισε η πρώην σύζυγός του στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας, καθώς και το εκκλησιαστικό διαζύγιο, όπου καταγράφεται η ημερομηνία εγκατάλειψης της οικίας. Η θέση του εναγομένου 3 είναι ότι η επίδοση είναι άκυρη, καθότι η εναγομένη 2 δεν ήταν κατά τον χρόνο της επίδοσης μέλος της οικογένειάς του λόγω διάστασης, αλλά κυρίως διότι πριν επιδώσει σε τρίτο εκ μέρους του την αγωγή ο επιδότης δεν τον αναζήτησε όπως όφειλε είτε στον χώρο της τότε εργασίας του είτε στην τότε κατοικία του. Προσθέτει δε ότι υπάρχει στον φάκελο της υπόθεσης Σημείωμα Εμφάνισης των δικηγόρων του από τον Οκτώβριο 2002 και συνεπώς συμπεραίνει, παρόλο που δεν θυμάται λόγω των 7 ετών που παρήλθαν, ότι τον είχε ενημερώσει τότε η πρώην σύζυγός του για την αγωγή και έδωσε αμέσως οδηγίες στους δικηγόρους του να καταχωρίσουν εμφάνιση. Τέλος, ο εναγόμενος 3 δηλώνει ότι με την ακύρωση της απόφασης θα υπερασπιστεί την υπόθεση εναντίον του και ότι η παρούσα αίτηση γίνεται με καλή πίστη μετά που εξακρίβωσε όλα τα σχετικά γεγονότα. Η ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση στην αίτηση στις 21.9.2009, στην οποία επικαλείται τους εξής λόγους ένστασης: (Α) Η επίδοση του κλητηρίου είναι καθόλα νομότυπη και έγκυρη και σύμφωνη με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας (Β) Ο αιτητής αδικαιολόγητα και/ή χωρίς εύλογη αιτία παρέλειψε να εμφανιστεί στο Δικαστήριο και/ή η συμπεριφορά του ισοδυναμεί με καταφρόνηση του Δικαστηρίου (Γ) Η αίτηση αφορά κατάχρηση της διαδικασίας και πρέπει να απορριφθεί, αφού καταχωρίστηκε μετά παρέλευση πέραν των 7 χρόνων και 5 μηνών από την έκδοση της απόφασης και/ή με την αδικαιολόγητη πάροδο υπέρμετρου χρόνου από τη στιγμή που ο αιτητής-εναγόμενος 3 έλαβε γνώση της δικαστικής απόφασης (Δ) Ο αιτητής δεν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας, ούτε πιθανότητες επιτυχίας Η ένσταση πλαισιώνεται από ένορκη δήλωση του κ. Χρίστου Χρίστου, υπαλλήλου της ενάγουσας, ο οποίος αναφέρει ότι, εξ όσων πληροφορείται από τον ιδιωτικό επιδότη κ. Γιάννο Κτωρίδη, η αγωγή επιδόθηκε στις 24.4.2002 όχι στον εναγόμενο 3 προσωπικά, αλλά στην Ευαγγελία Χρυσάνθου ως «σύζυγος και συγκάτοικος» στην Ανδρομάχης 9, Πλατύ Αγλαντζιάς, ως αναγράφει και η ένορκη δήλωση του επιδότη ημερ. 25.4.
- Ο κ. Χρίστου αναφέρει ότι το εάν βρίσκονταν σε διάσταση ή όχι είναι γεγονός που δεν το γνώριζε και δεν μπορούσε να το γνωρίζει ο επιδότης, δεδομένης και της συμπεριφοράς της συζύγου, η οποία αποδέχθηκε να παραλάβει την αγωγή έναντι της υπογραφής της και υπό την ιδιότητά της ως «συζύγου και συγκατοίκου». Θεωρεί ότι με βάση τα γεγονότα που επικαλείται ο ίδιος ο εναγόμενος 3, κατά τον χρόνο επίδοσης ήταν νόμιμοι σύζυγοι και δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι δεν υπήρχε επικοινωνία μεταξύ των συζύγων και ότι η σύζυγος δεν του γνωστοποίησε την αγωγή. Είναι περαιτέρω η θέση του κ. Χρίστου ότι μετά την καταχώριση Σημειώματος Εμφάνισης στις 9.10.2002 ο εναγόμενος 3 αναμφίβολα έλαβε γνώση για την έκδοση της απόφασης, αλλά δεν προχώρησε άμεσα στη λήψη μέτρων για ακύρωσή της. Αναφέρει επιπλέον ότι ο εναγόμενος 3 καταχώρισε την παρούσα αίτηση καταχρηστικά, ενόσω συνεχιζόταν η εκδίκαση της αίτησης πτώχευσης 928/09 εναντίον του, η οποία στηρίζεται στην επίδικη απόφαση. Σύμφωνα με τον κ. Χρίστου, ο εναγόμενος 3, διαβλέποντας τον κίνδυνο να κηρυχθεί σε πτώχευση, προχώρησε κακόπιστα στην παρούσα αίτηση, ένδεκα μήνες από την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας. Είναι η θέση του ότι η κατά συρροήν αδιαφορία του εναγομένου 3 προσλαμβάνει μορφή κατάχρησης, ενώ δεν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας. Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Η Διαταγή 17 θ. 10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ότι όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τη Διαταγή 17, δηλαδή λόγω παράλειψης του εναγομένου να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, θα είναι νόμιμο για το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή να διαφοροποιήσει την απόφαση με όρους που ήθελαν φανεί δίκαιοι. Η εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό απόφασης που εκδίδεται στην απουσία διαδίκου επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται με βάση καλά καθιερωμένες από τη νομολογία αρχές [1] . Το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτύχει την εξισορρόπηση της ανάγκης να διατηρηθεί το δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν, με την ανάγκη εξασφάλισης της ταχείας απονομής δικαιοσύνης και της τελεσιδικίας των Δικαστικών αποφάσεων. Ο αιτητής φέρει το βάρος να αποδείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην αγωγή. Το Δικαστήριο βεβαίως δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης και δεν προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας στο στάδιο αυτό, αλλά ο αιτητής θα πρέπει να παρουσιάσει ικανοποιητικές λεπτομέρειες για να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση. Επιπρόσθετα, όμως, ο αιτητής οφείλει να καταδείξει σοβαρή και εύλογη αιτιολογία για την απουσία του με συνέπεια την έκδοση απόφασης εναντίον του. Αίτηση για παραμερισμό πρέπει να υποβάλλεται έγκαιρα. Σε αντίθετη περίπτωση, ο αιτητής φέρει το βάρος να αποδείξει ότι δικαιολογημένα καθυστέρησε να αποταθεί προς παραμερισμό της απόφασης. Έχοντας σκιαγραφήσει τις πιο πάνω αρχές, τονίζω ότι έχουν εφαρμογή μόνο εφόσον η απόφαση έχει εκδοθεί νομότυπα. Οι προϋποθέσεις για να υπάρξει εξουσία έκδοσης απόφασης ερήμην δυνάμει της Δ.17 είναι η καλή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον εναγόμενο, εκπνοή της προθεσμίας για καταχώριση σημειώματος εμφάνισης και παράλειψή του να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης. Εάν οι προϋποθέσεις αυτές υπάρχουν τότε το θέμα παραμερισμού εξετάζεται με βάση της αρχές που έχουν εκτεθεί πιο πάνω. Εάν όμως αποδειχθεί ότι η απόφαση εκδόθηκε χωρίς να έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.17, τότε ο εναγόμενος δικαιούται σε παραμερισμό της χωρίς να τίθεται θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και χωρίς να υπάρχει δυνατότητα να τεθούν όροι από το Δικαστήριο σε σχέση με τον παραμερισμό. Όπως λέχθηκε στην απόφαση Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου (Ττόμη)
(1997)1 Α.Α.Δ. 247, 250, όπου ακυρώθηκε το μέρος της πρωτόδικης απόφασης για παραμερισμό που αφορούσε την επιβολή όρου: «Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή., το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. Άρθρο 30.3 (α) και (β) του Συντάγματος). » Παρομοίως, όπως αναφέρεται στο The Supreme Court Practice 1982, Volume 1, Centenary edition, στη σελίδα 157, παρ. 13/9/4: «Where a judgment is obtained irregularly the defendant is entitled ex debito justistiae to have it set aside. When setting aside an irregular judgment, the Court should impose no terms whatever on the defendant, not even contingent terms, such as that the costs should be costs in cause.» Ως εκ τούτου, εφόσον ο αιτητής-εναγόμενος 3 στην υπό κρίση αίτηση επιδιώκει τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην, με την αιτιολογία της κακής επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος, θα πρέπει πρώτα να εξεταστεί το θέμα αυτό. Σχετική είναι η Διαταγή 5 θ. 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προνοεί τα ακόλουθα (σε μετάφραση): «2
(1)Η επίδοση πρέπει, όποτε είναι πρακτικό, να γίνεται δια της αφέσεως του αντιγράφου στο πρόσωπο στο οποίο θα γίνει η επίδοση, αλλά αν δεν βρεθεί στο σπίτι του ή στον συνήθη τόπο εργασίας του, η επίδοση θα θεωρείται ότι έγινε αν το αντίγραφο αφεθεί: (
- i)Σε ένα μέλος της οικογένειάς του, που να φαίνεται ότι είναι 16 ετών και άνω, και βρίσκεται στην πόλη ή το χωριό του ή εντός της περιοχής του, ή (
- ii)Σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιας ηλικίας και που να είναι υπεύθυνο του τόπου εργασίας του, ή (iii) Στον αφέντη του, στην περίπτωση υπηρέτη που διαμένει με τον αφέντη του Όταν γίνει η επίδοση δια της αφέσεως του αντιγράφου σε πρόσωπο εκτός από τον ίδιο προσωπικά, η ένορκη δήλωση επιδόσεως πρέπει να αναφέρει (εάν έτσι έχουν τα πράγματα) ότι το πρόσωπο στο οποίο έπρεπε να γίνει η επίδοση δεν βρέθηκε στο σπίτι του ή στον συνήθη τόπο εργασίας του (Τύπος 5). » Εξετάζοντας λοιπόν το θέμα της επίδοσης, παρατηρώ από το ενώπιόν μου υλικό ότι ο ιδιώτης επιδότης Γιαννάκης Κτωρίδης προέβη σε ένορκη δήλωση ημερ. 25.4.2002, όπου αναφέρει ότι επέδωσε επίσημο αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος «στην Αγλαντζιά την 24.4.2002, αφήνοντας το έναντι της υπογραφής της Ευαγγελίας Χρυσάνθου από Αγλαντζιά, για τον εναγόμενο 3 Αιμίλιο Χρυσάνθου, τον οποίο δεν βρήκα στο σπίτι του ή στο συνηθισμένο τόπο εργασίας του. Η πιο πάνω Ευαγγελία Χρυσάνθου είναι Σύζυγος (συγκατοικούν) του πιο πάνω εναγομένου 3» . Στα αντίγραφα των εγγράφων που επιδόθηκαν, τα οποία επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του επιδότη, υπάρχει μία υπογραφή, το όνομα της Ευαγγελίας Χρυσάνθου και σε παρένθεση ότι πρόκειται για τη σύζυγο του εναγομένου 3. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, η αγωγή επιδόθηκε στην Ευαγγελία Χρυσάνθου, η οποία υπέγραψε ως σύζυγος του εναγομένου 3. Ο επιδότης, όμως, κατέγραψε στην ένορκη δήλωσή του ότι συγκατοικούν, πράγμα που διαφάνηκε ξεκάθαρα με βάση το ενώπιόν μου μαρτυρικό υλικό (μεταξύ άλλων τα Τεκμήρια 1 και 2 στην ένορκη δήλωση του αιτητή) ότι δεν ευσταθούσε, εφόσον ο εναγόμενος 3 είχε εγκαταλείψει τη συζυγική οικία στην Αγλαντζιά από τον Οκτώβριο 2001. Σημειώνω ότι το γεγονός ότι το ζεύγος τελούσε σε διάσταση και δεν συγκατοικούσε στην Αγλαντζιά από τον Οκτώβριο 2001, και ειδικότερα κατά τον χρόνο επίδοσης του κλητηρίου, δεν φαίνεται να αμφισβητείται από την άλλη πλευρά και η θέση αυτή του αιτητή, η οποία επαναλαμβάνω υποστηρίζεται από σχετικά έγγραφα, παρέμεινε αναντίλεκτη, αφού δεν αντεξετάστηκε και δεν προσκομίστηκε μαρτυρία περί του αντιθέτου. Η θέση της ενάγουσας, όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση του κ. Χρίστου που συνοδεύει την ένσταση, είναι απλώς ότι δεν ήταν δυνατό να τα γνωρίζει αυτά ο επιδότης, εν όψει και της συμπεριφοράς της συζύγου η οποία υπέγραψε τα έγγραφα που παρέλαβε για λογαριασμό του εναγομένου 3, και η οποία παρά το γεγονός ότι βρισκόταν σε διάσταση εξακολουθούσε να ήταν η νόμιμη σύζυγός του κατά τον επίδικο χρόνο. Σύμφωνα με τη Διαταγή 5 Θ. 2, όταν η επίδοση γίνεται σε μέλος της οικογένειας ενός εναγομένου, δεν είναι απαραίτητο να συγκατοικούν, παρά μόνο να φαίνεται ότι είναι 16 ετών και άνω και να βρίσκεται στην πόλη ή το χωριό του ή εντός της περιοχής του. Ως εκ τούτου, αυτό που θα πρέπει να αποφασιστεί είναι κατά πόσο η επίδικη επίδοση στην εν διαστάσει σύζυγο του εναγομένου 3 αποτελεί επίδοση σε «μέλος της οικογένειας» του, όπως ο όρος αυτός χρησιμοποιείται στη Διαταγή 5 θ. 2
(1)(i). Θεωρώ ότι ο όρος αυτός θα πρέπει να ερμηνευθεί σε συνάρτηση με τον σκοπό για τον οποίο χρησιμοποιείται στη Διαταγή 5 θ. 2
(1)(i), ο οποίος δεν είναι άλλος από του να λάβει γνώση ο ενδιαφερόμενος του εγγράφου του οποίου γίνεται η επίδοση σε τρίτο πρόσωπο για λογαριασμό του. Η ουσία της εν λόγω Διαταγής είναι ότι με την επίδοση του κλητηρίου σε μέλος της οικογένειας του ενδιαφερομένου, θα ενημερωθεί δεόντως, εφόσον νοείται ότι υπάρχει επικοινωνία μεταξύ των μελών μιας οικογένειας και ιδιαίτερα των μελών που διαμένουν κάτω από την ίδια στέγη. Στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολις Λεμεσού ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 43, όπου κρίθηκε ότι ορθά παραμερίστηκε η απόφαση εφόσον δεν προηγήθηκε έγκυρη επίδοση, λέχθηκε ότι η καλή επίδοση «συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίου εγκαλείται στο Δικαστήριο» ως Συνταγματικό δικαίωμά του. Το θεωρώ δεδομένο, ως θέμα κοινής λογικής, ότι «μέλος της οικογένειας» εντός της έννοιας της Διαταγής 5 θ. 2
(1)περιλαμβάνει τουλάχιστον τέκνα άνω των 16 ετών, πατέρα, μητέρα και σύζυγο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κατά τον επίδικο χρόνο η Ευαγγελία Χρυσάνθου ήταν η νόμιμη σύζυγος του εναγομένου 3, εφόσον δεν είχε ακόμη εκδοθεί διαζύγιο. Εν τούτοις, από τη στιγμή που ένα ζεύγος τελεί σε διάσταση και διαμένει χωριστά, εξυπακούεται ότι δεν θα έχει την επαφή και επικοινωνία που αναμένεται ότι θα είχε όταν υπήρχε η συμβίωση και που έχει με τα λοιπά μέλη της οικογένειας. Εξάλλου, η ίδια η φράση «εν διαστάσει σύζυγος» συνεπάγεται ή παραπέμπει σε διακοπή της συζυγικής σχέσης. Επιπλέον, δεν μπορώ να παραγνωρίσω το γεγονός ότι η εν διαστάσει σύζυγος του εναγομένου 3, η οποία φαίνεται από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μου να αποδέχθηκε την επίδοση για λογαριασμό του εναγομένου 3, είναι συνεναγομένη στην ίδια αγωγή. Συνεπώς εγείρονται και σοβαρά ερωτηματικά σε σχέση με το κατά πόσο υπήρχε σύγκρουση συμφερόντων. Όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης, η εναγομένη 2 καταχώρισε Σημείωμα Εμφάνισης στις 30.4.2002, ήτοι ελάχιστες μέρες μετά την επίδοση. Δεν έχει τεθεί ενώπιόν μου οποιαδήποτε μαρτυρία σχετικά με το κατά πόσο η εναγομένη 2 είχε αποκαλύψει στον επιδότη το γεγονός της διάστασης και χωριστής διαβίωσης με τον εναγόμενο 3, και κατά πόσο είχε επικοινωνία ή ενημέρωσε έγκαιρα τον τελευταίο για την επίδοση σε αυτήν του κλητηρίου για λογαριασμό του. Συναφώς, επισημαίνω ότι η ένσταση συνοδεύεται μόνο από ένορκη δήλωση υπαλλήλου της ενάγουσας (ο οποίος απλά καταγράφει τι του ανέφερε ο επιδότης για γεγονότα που συνέβησαν πριν από 7 και πλέον χρόνια) και όχι από τον ίδιο τον επιδότη ή την Ευαγγελία Χρυσάνθου, ώστε να δύνανται να αντεξεταστούν από την άλλη πλευρά για τα ουσιαστικά αυτά ζητήματα και εν πάση περιπτώσει να καταδειχθεί κατά πόσο η Ευαγγελία Χρυσάνθου γνωστοποίησε έγκαιρα στον εναγόμενο 3 την ύπαρξη της αγωγής. Η καταχώριση Σημειώματος Εμφάνισης από τον εναγόμενο 3 αρκετούς μήνες μετά την έκδοση απόφασης εναντίον του ερήμην συνηγορεί, στην απουσία άλλης θετικής μαρτυρίας για το θέμα αυτό, υπέρ της θέσης του ότι δεν υπήρξε η σχετική πληροφόρηση πριν την έκδοση της απόφασης, λόγω της διάστασης του ζεύγους. Όσον αφορά την υποχρέωση, με βάση τη Διαταγή 5 θ. 2, του επιδότη να αναζητήσει πρώτα τον εναγόμενο στο σπίτι του και στον συνήθη τόπο εργασίας του πριν επιχειρήσει να επιδώσει το κλητήριο σε τρίτο πρόσωπο, επισημαίνω ότι μοναδική ένδειξη προς τούτο είναι η ένορκη δήλωση του επιδότη ημερ. 25.4.
- Εν όψει του ότι η αναφορά του επιδότη στην εν λόγω ένορκη δήλωση ότι ο εναγόμενος 3 συγκατοικούσε με την Ευαγγελία Χρυσάνθου στην Αγλαντζιά διαφάνηκε ότι τελικά δεν ευσταθούσε, εφόσον ο εναγόμενος 3 κατά τον επίδικο χρόνο διέμενε αλλού, προκύπτει ότι ο επιδότης δεν τον αναζήτησε πρώτα στην πραγματική του κατοικία. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η επίδοση ήταν αντικανονική, εφόσον δεν έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.5 θ.
- Κατά συνέπεια, η απόφαση εναντίον του εναγομένου 3 θα πρέπει να παραμεριστεί ex debito justitiae. Ίσως εκ του περισσού, αισθάνομαι την ανάγκη να επισημάνω ότι θεωρώ κατακριτέο το γεγονός ότι δεν επιδείχθηκε κανένα ενδιαφέρον για την πορεία της αγωγής από τον εναγόμενο 3 και τους δικηγόρους του μετά την καταχώριση Σημειώματος Εμφάνισης στις 9.10.2002, με αποτέλεσμα την τεράστια καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης. Εν τούτοις, παρά την μετέπειτα γνωστοποίηση της αγωγής στον εναγόμενο 3, η οποία τεκμαίρεται από την καταχώριση Σημειώματος Εμφάνισης στις 9.10.2002 ότι έγινε τουλάχιστον από τις αρχές Οκτωβρίου 2002, και παρά το πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει, το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο, ενόψει του ότι η απόφαση που εκδόθηκε ερήμην στις 31.5.2002 δεν εκδόθηκε νομότυπα εφόσον δεν προηγήθηκε έγκυρη επίδοση, να εγκρίνει το αίτημα του εναγομένου 3 για παραμερισμό της και δεν τίθεται θέμα διακριτικής ευχέρειας. Παρά την πιο πάνω κατάληξή μου, για σκοπούς πληρότητας σημειώνω ότι στην περίπτωση που κρινόταν ότι η επίδοση ήταν καλή, η απόφαση εκδόθηκε νομότυπα και θα είχαν εφαρμογή οι αρχές που συνοψίζονται στη σελίδα 5 πιο πάνω, θα απέρριπτα χωρίς καμία αμφιβολία την αίτηση του εναγομένου 3 για δύο λόγους. Πρώτον, ο αιτητής δεν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας, ούτε και πιθανότητες επιτυχίας. Μοναδική του αναφορά είναι ότι με την ακύρωση της απόφασης θα διερευνήσει όλα τα θέματα, θα λάβει λεπτομέρειες των ισχυρισμών της ενάγουσας και θα υπερασπιστεί την υπόθεση. Αυτό βεβαίως δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ότι αποκαλύπτει το ελάχιστα απαιτούμενο της συζητήσιμης υπεράσπισης. Δεύτερον, πάντοτε στην περίπτωση που κρινόταν ότι η επίδοση στις 24.4.2002 ήταν καλή και η απόφαση που εκδόθηκε ερήμην νομότυπη, ο αιτητής δεν έχει καταδείξει εύλογο και σοβαρό λόγο για την παράλειψή του να καταχωρίσει έγκαιρα σημείωμα εμφάνισης, ούτε και να δικαιολογήσει την υπέρμετρη καθυστέρησή του να λάβει μέτρα για παραμερισμό της επίδικης απόφασης, ήτοι πέραν των 7 ετών. Επιπλέον, εφόσον τελικά καταχωρίστηκε Σημείωμα Εμφάνισης στις 9.10.2002, θα αναμενόταν ότι θα επιδεικνυόταν περισσότερο ενδιαφέρον για την έκβαση της υπόθεσης. Η δε πάροδος αρκετών μηνών από την έναρξη πτωχευτικής διαδικασίας εναντίον του με βάση την επίδικη απόφαση, και πάλιν καταδεικνύει με τον πλέον σαφή τρόπο την κατά συρροήν αδράνεια και αδιαφορία του αιτητή για τη δικαστική διαδικασία και τα δικαιώματα της ενάγουσας-καθ' ης η αίτηση. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, η αίτηση εγκρίνεται και εκδίδεται Διάταγμα παραμερισμού της απόφασης που εκδόθηκε υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου 3 στις 31.5.
- Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και συνεπώς επιδικάζονται υπέρ του αιτητή και εναντίον της καθ' ης η αίτηση-ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ο εναγόμενος 3 να καταχωρίσει Έκθεση Υπεράσπισης εντός 20 ημερών από σήμερα. (Υπ.) .................. Σ.Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Evans v. Bartlam [1937] 2 All ER 646, Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)1 C.L.R. 317, Mine & Quarry Services Ltd v. Α. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1.Α.Α.Δ. 26, Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793, Ιωάννου v. Το Σκάφος "VERONICA"
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 437, Λαική Κυπριακή Τράπεζα (Χρημ.) Λτδ v. Ιακώβου
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 457, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρυσάνθου Κούρτη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941, Ευάνθη ν. Δημάδη,
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1822, Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2118, Πίττας ν. Unigoods Trading Company Ltd,
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 176, Steven Bush κ.α v. Γιαννάκης Γιαννή,
(2001)1 Α.Α.Δ. 1342 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο