← Κύπρος

SHIAHINI LTD ν. CYPRUS AUTOMOBILE ASSOCIATION (αρ. εγγρ. C65), Αρ. Αγωγής: 4097/2009, 8 Φεβρουαρίου, 2010

SHIAHINI LTD ν. CYPRUS AUTOMOBILE ASSOCIATION (αρ. εγγρ. C65), Αρ. Αγωγής: 4097/2009, 8 Φεβρουαρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4097/2009 Μεταξύ: SHIAHINI LTD Ενάγουσας και CYPRUS AUTOMOBILE ASSOCIATION (αρ. εγγρ. C65) Εναγομένης --------------------- Αίτηση ημερ. 22.9.2009 για συνοπτική απόφαση Ημερομηνία: 8 Φεβρουαρίου, 2010 Για αιτήτρια- ενάγουσα: κα Μ. Αγαθαγγέλου Για καθ΄ ης η αίτηση-εναγομένη: κ. Στ. Σκορδής ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση η αιτήτρια επιζητεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της εναγομένης. Σύμφωνα με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, η αξίωση είναι για € 87.861 πλέον νόμιμο τόκο δυνάμει κατάστασης λογαριασμού ως αμοιβή για τις υπηρεσίες οδικής βοήθειας και εμπορεύματα που η ενάγουσα παρέσχε στην εναγομένη ή σε άτομα που υπεδείκνυε η εναγομένη. Η εναγομένη καταχώρισε Σημείωμα Εμφάνισης στις 27.8.2009 και η ενάγουσα καταχώρισε την υπό εξέταση αίτηση για συνοπτική απόφαση εναντίον της στις 22.9.2009. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του κ. Σταύρου Βωνιάτη, διευθυντή της ενάγουσας, ο οποίος μεταξύ άλλων αναφέρει ότι έχει στην κατοχή και φύλαξή του όλα τα σχετικά έγγραφα που αφορούν την υπόθεση, υιοθετεί το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης και βεβαιώνει ότι η εναγομένη εξακολουθεί να οφείλει στην ενάγουσα το αξιούμενο με την αγωγή ποσό. Επισυνάπτει δε τη σχετική κατάσταση λογαριασμού και προσθέτει ότι η εναγομένη ουδεμία απολύτως υπεράσπιση έχει στην αγωγή. Η εναγομένη καταχώρισε ένσταση στις 4.12.2009 και προβάλλει, όπως συνοψίζω πιο κάτω, τους ακόλουθους λόγους:

(1)Η αίτηση είναι παράτυπη και λανθασμένη
(2)Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ανεπαρκής και δεν μπορεί να στηρίξει τις αιτούμενες θεραπείες
(3)Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας εκδίκασης της αίτησης λόγω του ότι η αίτηση δεν ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις της Δ.18 για την έκδοση συνοπτικής απόφασης
(4)Η εναγομένη έχει πολύ καλή, ουσιαστική και καλόπιστη υπεράσπιση καθώς και ανταπαίτηση στην αγωγή, βάσει των γεγονότων που εκθέτει η εναγομένη στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση
(5)Η εναγομένη αρνείται ότι οφείλει τα απαιτούμενα ποσά και εγείρει ανταπαίτηση για ποσό που η ενάγουσα της οφείλει και/ή για μείωση των αιτούμενων ποσών
(6)Η ενάγουσα δεν παρέχει τα απαραίτητα γεγονότα για τη θεμελίωση της απαίτησης και/ή τα γεγονότα ως εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης δεν μπορούν να στηρίξουν τις αιτούμενες θεραπείες. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Χρίστου Κυριακίδη, διευθυντή της εναγομένης, ο οποίος επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Προσθέτει δε ότι η αγωγή και η ένορκη δήλωση του κ. Βωνιάτη δεν περιλαμβάνουν ολόκληρη την αλήθεια αναφορικά με τις σχέσεις των διαδίκων και ότι η εναγομένη έχει πολύ καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Ειδικότερα, αναφέρει ότι οι υπηρεσίες που τους προσέφερε η ενάγουσα ήταν πολύ κακής ποιότητας, σε βαθμό που εκφράζονταν διαρκή παράπονα από βασικούς πελάτες της εναγομένης, γεγονός το οποίο γνωστοποίησαν στην ενάγουσα. Επεξηγεί ότι η εναγομένη προσφέρει υπηρεσίες οδικής βοήθειας στα μέλη της και σε τρίτους και χρησιμοποιεί για τον σκοπό αυτό την ενάγουσα, η οποία παρέχει υπηρεσίες τέτοιου είδους στους πελάτες της εναγομένης, κατόπιν οδηγιών της. Επιπλέον, αναφέρει ότι τα οφειλόμενα ποσά προκύπτουν από παράνομες χρεώσεις Φ.Π.Α. για το 2004 και αναμένεται σχετική γνωμάτευση από τη Γενική Εισαγγελία, την οποία ζήτησε το Τμήμα Φ.Π.Α. Ισχυρίζεται επίσης ότι κατά το 2008 η εναγομένη, κατόπιν πιέσεων και για να μη διαλυθεί η συνεργασία, προέβη σε ορισμένες πληρωμές στην ενάγουσα, μέρος των οποίων αποτελούν υπερπληρωμές, καθότι αφορούν Φ.Π.Α., ποσά τα οποία θα αξιώσουν από την ενάγουσα υπό μορφή ανταπαίτησης. Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Νομική Πτυχή Οι πρόνοιες της Δ.18, θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση για συνοπτική απόφαση, αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα υποθέσεων και η σχετική νομολογία είναι διαχρονικά πάγια [1]. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σε καθαρές υποθέσεις και αφού ικανοποιηθούν τα κριτήρια της Δ.18 θ.1(α), τα οποία είναι τα ακόλουθα:
(1)Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο βάσει της Δ.2 θ.6
(2)Ο εναγόμενος πρέπει να έχει καταχωρίσει εμφάνιση στην αγωγή
(3)Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να προέρχεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά αναφορικά με τα γεγονότα, επαληθεύοντας τη βάση της αγωγής και το απαιτούμενο ποσό, και να δηλώνει ρητά ότι απ' ό,τι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η τήρηση των προϋποθέσεων αυτών σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, η δε μη ικανοποίησή τους στερεί το Δικαστήριο από τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Ακολούθως, εάν ο ενάγων ικανοποιήσει τα κριτήρια αυτά, το βάρος απόδειξης μετατοπίζεται στον εναγόμενο, ο οποίος θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι:
(1)έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή
(2)αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Σκοπός της Δ.18 είναι να δώσει τη δυνατότητα στον ενάγοντα να επιτύχει συνοπτική απόφαση χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης, αν μπορεί να αποδείξει την υπόθεσή του και αν ο εναγόμενος δεν μπορέσει να προβάλει μια καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει ζήτημα κατά της απαίτησης, το οποίο πρέπει να δικαστεί. Απόφαση δυνάμει της Δ.18 πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις που θέτει η Διαταγή αυτή και μόνο σε περιπτώσεις όπου προκύπτει ξεκάθαρα ότι ο εναγόμενος στερείται υπεράσπισης. Η όλη δικαιοδοσία πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή ώστε να μην αφαιρεί από διάδικο το δικαίωμα να εγείρει υπεράσπιση. Άδεια για υπεράσπιση πρέπει να παρέχεται στον εναγόμενο ακόμα και όταν διαφαίνεται ότι δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας. Γενικές αρνήσεις και αόριστοι, ατεκμηρίωτοι ή γενικοί ισχυρισμοί του εναγομένου στην ένορκη δήλωσή του, όμως, δεν είναι ικανοποιητικοί. Η ένσταση πρέπει να περιέχει λεπτομερώς τις θέσεις του (βλ. Hermes Insurance, ανωτέρω, και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Χ''Νέστορος
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 204). Περαιτέρω, σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση, η συζήτηση του κατά πόσο υπάρχει ή όχι υπεράσπιση γίνεται σε επίπεδο ισχυρισμών μόνο και το Δικαστήριο δεν προχωρεί σε αξιολόγηση μαρτυρίας. Εφαρμογή Νομικών Αρχών στα Γεγονότα της Παρούσας Υπόθεσης Στην παρούσα υπόθεση η αγωγή καταχωρίστηκε με κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο (Δ.2, θ.6) στις 9.7.2009 και σημείωμα εμφάνισης για την εναγομένη καταχωρίστηκε στις 27.8.2009. Συνεπώς οι πρώτες δύο προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1(α) ικανοποιούνται. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, πρέπει να λεχθεί ότι η νομολογία έχει προσαρμόσει με τέτοιο τρόπο την ερμηνεία του όρου «θετική γνώση» ώστε να ανταποκρίνεται ρεαλιστικά προς τα σημερινά δεδομένα. Σε περιπτώσεις εταιρειών είναι αναγκαίο να ορκίζεται φυσικό πρόσωπο και έτσι στον όρο «θετική γνώση» πρέπει να δίδεται τέτοια ερμηνεία που να είναι λογική υπό τις περιστάσεις και όχι αυστηρή σε βαθμό που να δημιουργεί πρακτικές δυσκολίες και να οδηγεί σε τυχόν παράλογα αποτελέσματα (Pathe Freres Cinema Ltd v. United Electric Theatres
(1914)3 K.B. 1253, Marketrends Financial Services v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2006)1Α Α.Α.Δ. 223 στη σελ. 3). Το ζήτημα του κατά πόσο ένα άτομο μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα εντός της έννοιας της Δ.18 θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης - πολύ σημαντικό ρόλο παίζει και η φύση της απαίτησης (βλ. Αθηνούλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, πιο πάνω). Στην περίπτωση που ο ενάγων-αιτητής είναι εταιρεία, κάποιο φυσικό πρόσωπο πρέπει να ορκιστεί στη θέση της. Ανάλογα με τα καθήκοντά του, είναι φυσικό ο κάθε αξιωματούχος ή υπάλληλος μιας εταιρείας να αποκτά θετική γνώση για τα γεγονότα και από τα έγγραφα που έχει στην κατοχή του στα πλαίσια της διεκπεραίωσης των επαγγελματικών καθηκόντων του. Στην παρούσα υπόθεση, ο ενόρκως δηλών είναι διευθυντής της ενάγουσας εταιρείας και αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένος από την εταιρεία να προβέι στην ένορκη δήλωση, ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο είχε και εξακολουθεί να έχει στην κατοχή και φύλαξή του όλα τα σχετικά έγγραφα, μεταξύ των οποίων την κατάσταση λογαριασμού που αναφέρεται στο κλητήριο ένταλμα. Στην υπόθεση Θεοδώρου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 915, στην οποία ο ενόρκως δηλών ήταν υπάλληλος της ενάγουσας τράπεζας και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσής του ήταν κατ' αναλογίαν παρόμοιο με της παρούσας υπόθεσης, κρίθηκε ότι η ένορκη δήλωση ήταν ικανοποιητική για σκοπούς της Δ.18 θ.1 ( βλ. ακόμα Γεωργίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 274 και Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ, πιο πάνω). Ο αιτητής οφείλει να επιβεβαιώσει την απαίτησή του με αναφορά στα θέματα που εμπεριέχονται στην αγωγή του και ότι η καθ' ης η αίτηση εξακολουθεί να οφείλει το ποσό, και ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση (βλ. Annual Practice του 1958, σελ. 258-60). Δεν υπάρχει υποχρέωση παράθεσης περαιτέρω μαρτυρικού υλικού. Ο κ. Βωνιάτης με την ένορκη δήλωσή του εκ μέρους της αιτήτριας εκτελεί όλα αυτά, παραθέτοντας και τη σχετική κατάσταση λογαριασμού. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, είμαι ικανοποιημένη ότι ο ενόρκως δηλών είναι σε θέση να επαληθεύσει και να επιβεβαιώσει θετικά το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος και το ποσό της ισχυριζόμενης οφειλής, όπως και έπραξε στην ένορκη δήλωσή του. Στην παράγραφο 4 αναφέρει ότι το χρέος υφίσταται και εξακολουθεί να είναι απαιτητό και στην παράγραφο 5 δηλώνει ρητά την πίστη του ότι η εναγομένη καμία απολύτως υπεράσπιση έχει στην αγωγή. Συνεπώς ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση της Δ.18 θ. 1 (α). Κατ' επέκταση απορρίπτονται οι λόγοι ένστασης υπ' αρ.
(1),
(2)και
(3), οι οποίοι στην ουσία σχετίζονται με την παρατυπία της αίτησης, τη μη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις της Δ.18 και την ανεπάρκεια της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας. Ως εκ τούτου μετατοπίζεται το βάρος στην εναγομένη να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να της δίδουν το δικαίωμα για υπεράσπιση. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, η εναγομένη θα πρέπει να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τις αναγκαίες εκείνες λεπτομέρειες που οδηγούν στη διαπίστωση καλόπιστης υπεράσπισης ή δικάσιμου θέματος. Μελετώντας το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του κ. Κυριακίδη που συνοδεύει την ένσταση της εναγομένης, προκύπτει ότι προβάλλονται ισχυρισμοί και θέσεις οι οποίες καταδεικνύουν ότι υπάρχουν θέματα προς εκδίκαση. Ειδικότερα, παραπέμπω στην παράγραφο 6 (α) και (β) της εν λόγω ένορκης δήλωσης, όπου προβάλλονται ισχυρισμοί περί κακής ποιότητας των προσφερθεισών από την ενάγουσα υπηρεσιών και περί σχετικών παραπόνων, αλλά και περί χρέωσης Φ.Π.Α. για συγκεκριμένο έτος κατά το οποίο η χρέωση Φ.Π.Α., σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς της εναγομένης, ήταν παράνομη. Μάλιστα ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι αναμένεται σχετική γνωμάτευση από τη Γενική Εισαγγελία για το θέμα αυτό, αλλά και ότι οι πληρωμές της εναγομένης κατά το 2008 έναντι του λογαριασμού της περιείχαν και ποσά που αφορούσαν Φ.Π.Α. και κατ' επέκταση αποτελούσαν υπερχρεώσεις, τις οποίες επιθυμεί να αξιώσει υπό μορφή ανταπαίτησης. Χωρίς να παραγνωρίζω το γεγονός ότι οι λεπτομέρειες που έχουν δοθεί για τους ισχυρισμούς αυτούς ενδεχομένως να μην είναι απόλυτα ενδελεχείς, ασκώντας τη διακριτική μου εξουσία κρίνω πως οι ισχυρισμοί αυτοί θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας σε αυτό το πρώιμο στάδιο, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής ακροαματικής διαδικασίας, εφόσον έχει καταδειχθεί επαρκώς ότι υπάρχουν διαφορές μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Όσον αφορά τις αναφορές του ευπαιδεύτου συνηγόρου της αιτήτριας στην αγόρευσή του για τον Νόμο περί Φ.Π.Α. Ν.95(Ι)/2000, σημειώνω ότι το κατά πόσο ευσταθούν νομικά οι ισχυρισμοί της εναγομένης θα πρέπει να είναι αντικείμενο της δίκης επί της ουσίας (βλ. Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1968). Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να λεχθεί στο παρόν στάδιο ότι η απαίτηση είναι ξεκάθαρη και ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε συζητήσιμο θέμα. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, η υπό εξέταση υπόθεση δεν είναι από τις περιπτώσεις όπου είναι αναμφίβολο ή αδιαμφισβήτητο ότι η εναγομένη δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Προκύπτει η ύπαρξη ζητήματος προς εκδίκαση, αφού η εναγομένη αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που της δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί την αγωγή. Υπενθυμίζω τη σχετική νομολογία βάσει της οποίας άδεια για υπεράσπιση πρέπει να παρέχεται στον εναγόμενο ακόμα και όταν φαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας, καθώς και ότι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου. Με βάση όλα τα πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται. Δίδεται άδεια στην εναγομένη να καταχωρίσει Έκθεση Υπεράσπισης εντός 21 ημερών από σήμερα. Δεν υπάρχει λόγος τα έξοδα να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και έτσι επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης - καθ' ης η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Σ.Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] βλ. μεταξύ άλλων Kyprianides v. Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265, CY.E.M.S. Co. v. Central Co-Operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading Ltd v. Tlais
(1991)Α.Α.Δ. 239, Αυγουστή κ.α. ν. Πίριλλου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 5, Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 22, Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 817, Μεττή κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 417, Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1051, Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1968, Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 A.A.Δ. 408, Νεάρχου κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 818. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.