Σε πτώχευση: Χριστάκης Γεωργίου Θεοδώρου, Αιτ. Αρ. 599/09, 10.2.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A47 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: M. Xριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αιτ. Αρ. 599/09 Σε πτώχευση: Χριστάκης Γεωργίου Θεοδώρου, από Λευκωσία Αίτηση υπό ΑLPHA BANK CYPRUS LTD, από Λευκωσία ........ Αίτηση ημερ. 4.11.09 του Χρεώστη για προσωρινή Αναστολή του διατάγματος παραλαβής Ημερομηνία: 10.2.2010 Εμφανίσεις: Για τον αιτητή-χρεώστη: κ. Μαθηκολώνης Για την καθ΄ ης η αίτηση: κα Γ. Ζαχαρίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα βάσει των οποίων θα κριθεί η τύχη του ενδιάμεσου διατάγματος ημερ. 4.11.09, με το οποίο αναστάληκε προσωρινά το διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του Χριστάκη Γεωργίου Θεοδώρου (στο εξής ο Χρεώστης), έχουν σε συντομία ως ακολούθως: H ΑLPHA BANK CYPRUS LTD (στο εξής η Τράπεζα) ήταν ενάγουσα στην αγωγή 3964/01 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και ο Χρεώστης ένας από τους τρεις εναγόμενους. Η πιο πάνω αγωγή ορίσθηκε για ακρόαση στις 15.12.06 οπόταν ο δικηγόρος που εκπροσωπούσε τους εναγόμενους ζήτησε άδεια να αποσυρθεί από την υπόθεση, με το αιτιολογικό ότι οι πελάτες του επεδείκνυαν αδιαφορία. Το Δικαστήριο ικανοποίησε το αίτημα και στην απουσία των εναγομένων έκδωσε στις 19.12.06 απόφαση εναντίον τους για το ποσό των £317.820,04 (€543.027,76) με τόκο 8% ετησίως από 16.9.01, πλέον £5.044 (€9.077,80) συν ΦΠΑ ως δικηγορικά έξοδα. Δύο μήνες μετά την έκδοση της απόφασης, στις 15.2.07, οι εναγόμενοι αποτάθηκαν στο Δικαστήριο για παράταση του χρόνου καταχώρησης αίτησης παραμερισμού της απόφασης, αίτημα που απορρίφθηκε μετά από ακροαματική διαδικασία στις 4.5.07 και για το θέμα αυτό εκκρεμεί προς εκδίκαση η έφεση 109Α/2007. Σαράντα δύο μήνες μετά την έκδοση της πιο πάνω απόφασης, στις 23.6.09, η Τράπεζα ζήτησε με την αίτηση 1159/09 όπως εκδοθεί πτωχευτική ειδοποίηση (στο εξής η Ειδοποίηση) κατά του Χρεώστη, η οποία αφού εκδόθηκε του επιδόθηκε προσωπικά αυθημερόν. Ο Χρεώστης παρέλειψε μέσα σε επτά
(7)ημέρες να συμμορφωθεί στις απαιτήσεις της Ειδοποίησης, με επακόλουθο η Τράπεζα να καταχωρίσει στις 9.7.09 την αίτηση 599/09 για έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του η οποία του επιδόθηκε προσωπικά στις 3.10.
- Στο μεταξύ όμως, στις 10.7.09, ο Χρεώστης αποτάθηκε στο Δικαστήριο για παράταση του χρόνου προσβολής της Ειδοποίησης η οποία, όπως και η αίτηση για έκδοση διατάγματος παραλαβής, ορίσθηκαν για ακρόαση στις 2.11.09 και ώρα 10.00 π.μ. Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι δικηγόροι του Χρεώστη στην αίτηση του ημερ. 10.7.09 ήταν οι κ.κ. Παναούτας & Σταυρινίδης, ενώ στην αίτηση για έκδοση διατάγματος παραλαβής εκπροσωπήθηκε από άλλους δικηγόρους, τους Α. Μαθηκολώνη & Σία. Στις 2.11.09 ο δικηγόρος Σταυρινίδης απέσυρε την αίτηση ημερ. 10.7.09 και για εκδίκαση παρέμεινε μόνο η αίτηση της Τράπεζας για έκδοση διατάγματος παραλαβής. Ωστόσο, μέχρι τις 10.10 π.μ. ούτε ο Χρεώστης ούτε ο δικηγόρος του εμφανίσθηκαν. Παρόλ΄ αυτά το Δικαστήριο τους έδωσε πίστωση χρόνου μέχρι τις 10.45 π.μ., οπόταν η διαδικασία προχώρησε στην απουσία τους και στη βάση της μαρτυρίας δύο μαρτύρων - λειτουργού στο Τμήμα Πτωχεύσεως του παρόντος Δικαστηρίου που κατάθεσε το φάκελο της Ειδοποίησης και υπαλλήλου της Τράπεζας - αποδέχτηκε την αίτηση, με τελική κατάληξη την έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του Χρεώστη. Η αντίδραση του Χρεώστη στην έκδοση του πιο πάνω διατάγματος εκδηλώθηκε στις 4.11.09 με δύο αιτήσεις. Μίας δια κλήσεως για παραμερισμό του διατάγματος παραλαβής και μίας εξ πάρτε για την προσωρινή αναστολή του μέχρις ότου εκδικαστεί η αίτηση δια κλήσεως. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε τη μονομερή αίτηση έκδωσε αυθημερόν προσωρινό διάταγμα με το οποίο ανέστειλε την εκτέλεση του διατάγματος παραλαβής μέχρι τις 11.11.09 υπό τον όρο ότι ο Χρεώστης «. θα υπογράψει εγγύηση ύψους €100.000 υπό την εγγύηση αξιόχρεου εγγυητή της εγκρίσεως του Πρωτοκολλητή». Στις 11.11.09 ο δικηγόρος της Τράπεζας δήλωσε ότι φέρει ένσταση στη συνέχιση της ισχύος του προσωρινού διατάγματος και ζήτησε χρόνο 15 ημερών να την καταχωρίσει, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι δεν θα είχε ένσταση όπως το διάταγμα συνεχίσει να είναι σε ισχύ μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Το αίτημα ικανοποιήθηκε και τελικά η μονομερής αίτηση - αντικείμενο της παρούσας - ακούσθηκε στις 11.1.
- Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48 θθ.1-9 και 11, Δ.33 θ.5 και Δ.40 θ.11, στους Πτωχευτικούς Κανονισμούς 71 και 187 και στον περί Πτωχεύσεως Νόμο άρθρα 2-6, 88, 93, 97 και 108 και στην πολυσέλιδη συνοδευτική ένορκη δήλωση του Χρεώστη διατυπώνονται ουσιαστικά οι ακόλουθοι ισχυρισμοί:- Η μη εμφάνιση τόσο του δικηγόρου του όσο και του ιδίου ενώπιον του Δικαστηρίου στις 10.00 π.μ. δεν οφείλεται σε έλλειψη ενδιαφέροντος αλλά σε λάθος του δικηγόρου Α. Πέτσα, ο οποίος είχε εμφανισθεί εκ μέρους του δικηγόρου του την ημέρα που δόθηκε η ημερομηνία ακρόασης. Ο εν λόγω λοιπόν δικηγόρος πληροφόρησε το δικηγόρο του ότι η ακρόαση είχε ορισθεί στις 11.00 π.μ. και για επιβεβαίωση του γεγονότος αυτού επισυνάπτει και ένορκη δήλωση του δικηγόρου Πέτσα με την οποία επιβεβαιώνεται ότι το λάθος για την ώρα οφείλεται σ΄ αυτόν. Η αίτηση για παραμερισμό του διατάγματος παραλαβής υποβάλλεται καλόπιστα, γιατί όπως τον πληροφορεί ο δικηγόρος του η Τράπεζα δεν έχει προοπτικές επιτυχίας στην αίτηση λόγω του ότι είναι εξασφαλισμένος πιστωτής και το γεγονός αυτό το απέκρυψε από το Δικαστήριο. Αναφέρει σχετικά ότι η Τράπεζα έχει εγγράψει Μέμο σε οικόπεδο του αξίας πέραν του €1.000.000 - το υπ΄αρ. εγγραφής 3/561 το οποίο βρίσκεται στο δρόμο Λάρνακας - Δεκέλειας 300 μ. από τη θάλασσα - και, περαιτέρω, έχει προς όφελός της την υποθήκη Υ.2249/95 στο κτήμα αρ. εγγραφής 5010 το οποίο βρίσκεται στο Καλό Χωριό Λεμεσού αξίας γύρω στις €500.000, όπως και άλλες επιβαρύνσεις για τις οποίες θα προσκομίσει στοιχεία στο Δικαστήριο. Η απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του στην αγωγή 3964/01 είναι προϊόν δόλου της Τράπεζας και στην περίπτωση που επιτύχει η Έφεση 149Α/07 - για την οποία έχει, όπως συμβουλεύεται από τους δικηγόρους του, καλές προοπτικές - θα του δοθεί η δυνατότητα να προβάλει την υπεράσπισή του για να δείξει ότι δεν οφείλει το εξ αποφάσεως χρέος. Προς τούτο προβάλλει σωρεία ισχυρισμών για τεκμηρίωση της θέσης ότι δικαιολογημένα αμφισβητεί το εξ αποφάσεως χρέος, μεταξύ των οποίων και τη σύνδεση της αγωγής 3964/01 με την αγωγή 334/01 όπου ενάγουσα ήταν η Τράπεζα και εναγόμενοι οι δύο συνεναγόμενοι του στην αγωγή 3964/
- Ωστόσο, αναφορά στους εν λόγω ισχυρισμούς δεν θα γίνει, για τον απλό λόγο ότι στο πλαίσιο της πτωχευτικής διαδικασίας δεν μπορούν να εξετασθούν ούτε να τους δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Το ίδιο ισχύει και για τις αντίστοιχες απαντήσεις που δίδονται από την Τράπεζα μέσω της ένορκης δήλωσης του υπαλλήλου της, η οποία συνοδεύει την ένστασή της. Διάταγμα παραλαβής εκδίδεται εναντίον προσώπου ανίκανου να εξοφλήσει το εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος του. Ο ίδιος όμως είναι επιχειρηματίας με μεγάλη οικονομική επιφάνεια και αν αποφασισθεί ότι είναι υπόχρεος να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος της αγωγής 3964/01 δεν θα βρεθεί σε αδυναμία να το πράξει. Δηλώνει σχετικά ότι είναι ο κύριος μέτοχος τριών εταιρειών - τις οποίες και κατονομάζει - η περιουσία των οποίων υπερβαίνει τα €4.800.000, και αυτό για να ισχυρισθεί ότι η ζημιά που θα υποστεί από την έκδοση διατάγματος παραλαβής θα είναι δυσανάλογη με το ποσό που η Τράπεζας ισχυρίζεται ότι της οφείλει. Τέλος, προβάλλει ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της Τράπεζας υπογράφτηκε τρεις ημέρες πριν την καταχώρηση της αίτησης από πρόσωπο που δεν γνώριζε τα γεγονότα και, επομένως, δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη. Διατείνεται, επίσης, ότι η αίτηση είναι καταχρηστική και έχει καλές προοπτικές να επιτύχει στην αίτηση για παραμερισμό του διατάγματος παραλαβής και δικαιολογεί το επείγον του αιτήματος του, επικαλούμενος τις δημοσιεύσεις που ακολουθούν την έκδοση διατάγματος παραλαβής οι οποίες θα του επιφέρουν ανεπανόρθωτη ζημιά στις επιχειρηματικές του δραστηριότητες. Με την ένσταση - βασίζεται στους Κ.7, 16, 8, 44-50, 71, 187 και 188 των Πτωχευτικών Κανονισμών, στα άρθρα 2-8, 88, 93, 97 και 108 του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/190, στα άρθρα 4, 5, 6 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος και στη Δ.48 θ.θ. 1-4 και 8-9 - εγείρονται δώδεκα λόγοι για ακύρωση του προσωρινού διατάγματος, οι οποίοι περιστρέφονται βασικά γύρω από τους ακόλουθους τρεις άξονες:-
- Στη δυνατότητα αναστολής διατάγματος παραλαβής, τόσο στη βάση των άρθρων και κανονισμών επί των οποίων εδράζεται η αίτηση όσο και της σχετικής για το θέμα νομοθεσίας.
- Στην απόκρυψη γεγονότων και στην παράθεση ανακριβών και αναληθών γεγονότων και
- Στην ικανοποίηση ή όχι των προϋποθέσεων για έκδοση του ενδιάμεσου διατάγματος. Σε σχέση με το πρώτο θέμα, η ενόρκως δηλούσα για την Τράπεζα διατύπωσε τη θέση ότι σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία δεν υπάρχει δυνατότητα έκδοσης διατάγματος, ενδιάμεσου ή άλλου, για αναστολή διατάγματος παραλαβής και η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει, τόσο στη βάση των άρθρων και κανονισμών επί των οποίων εδράζεται όσο και της εν γένει σχετικής για το θέμα δικαιοδοσίας. Σ΄ ότι αφορά τα γεγονότα που επικαλέσθηκε ο Χρεώστης για να πετύχει την έκδοση του ενδιάμεσου διατάγματος πρόβαλε (σε συντομία) τα ακόλουθα:- Ακόμη και αν οι δικηγόροι του Χρεώστη έτυχαν λανθασμένης πληροφόρησης για την ώρα, αυτός δεν είναι λόγος για ακύρωση του διατάγματος παραλαβής και εν πάση περιπτώσει η διαδικασία στις 2.11.09 ολοκληρώθηκε μετά τις 11.00 π.μ. και μέχρι την ολοκλήρωση της ούτε ο Χρεώστης ούτε ο δικηγόρος του εμφανίσθηκαν. Ο δικηγόρος του Χρεώστη, όπως πληροφορήθηκε από τη δικηγόρο της Τράπεζας Γ. Ζαχαρίου, μέχρι τις 11.10 π.μ. δεν είχε φθάσει στο Δικαστήριο, και αυτό γιατί της είχε τηλεφωνήσει τότε για να της πει ότι θα ήταν στο Δικαστήριο σε λίγο, γεγονός που ο Χρεώστης απέκρυψε στην ένορκη δήλωσή του. Όπως απέκρυψε και το γεγονός ότι η μόνη εξασφάλιση που έχει η Τράπεζα επί της περιουσίας του είναι ΜΕΜΟ, χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα γιατί προηγούνται υποθήκες και άλλες προηγούμενες επιβαρύνσεις προς όφελος άλλων προσώπων. Επομένως, οι ισχυριζόμενες εξασφαλίσεις δεν θα μπορούσαν να προταχθούν ως υπεράσπιση στην αίτηση για έκδοση διατάγματος παραλαβής και η ένσταση που καταχώρησε δεν είχε προοπτική επιτυχίας. Οι ισχυρισμοί που προβάλλει ο Χρεώστης για την απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του στην αγωγή 3964/01 δεν ευσταθούν και ούτε μπορούν να ληφθούν υπόψη. Εν πάση περιπτώσει η απόφαση αυτή είναι καθόλα έγκυρη και ισχυρή και η έφεση 149Α/07 - η οποία στρέφεται κατά της απόφασης να μη του δοθεί παράταση χρόνου για καταχώριση αίτησης παραμερισμού - δεν έχει καμιά προοπτική επιτυχίας. Και αυτό γιατί πανομοιότυπη έφεση έγινε για τον ίδιο λόγο και σε σχέση με την αγωγή 334/01 και απερρίφθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στις 6.7.
- Πρόκειται, αναφέρει, για την Πολ. Έφεση 109/2007, Γ. Σοφοκλέους και Jouch Estates Ltd (συνεναγόμενους του Χρεώστη στην αγωγή 3964/01) ν. Αlpha Bank Ltd και επομένως όχι μόνο δεν υπάρχουν προοπτικές επιτυχίας της έφεσης 149Α/07, αλλά ούτε και η ύπαρξη της θα μπορούσε να προβληθεί ως λόγος για τη μη έκδοση διατάγματος παραλαβής. Σ΄ ότι δε αφορά την ισχυριζόμενη φερεγγυότητα του αυτή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, κι αυτό γιατί αν πράγματι ήταν φερέγγυο πρόσωπο θα είχε ήδη εξοφλήσει την απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του στην αγωγή 3964/
- Τέλος, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς ότι τόσο η αίτηση της Τράπεζας όσο και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει είναι παράτυπες, διατυπώνει τη θέση ότι με όσα ισχυρίζεται ο Χρεώστης στην ένορκη του δήλωση δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του ενδιάμεσου διατάγματος, το οποίο θα πρέπει να ακυρωθεί. Τα όσα έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου ο Χρεώστης, εισηγήθηκε ο κ. Μαθηκολώνης, δικαιολογούσαν πλήρως την έκδοση του ενδιάμεσου διατάγματος, το οποίο θα πρέπει να οριστικοποιηθεί. Απορρίπτοντας επί του προκειμένου τους λόγους ένστασης, εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να αναστέλλει προσωρινά διατάγματα παραλαβής βάσει των προνοιών του Κ.71 των Πτωχευτικών Κανονισμών και παρέπεμψε στην υπόθεση Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 AAΔ 793 προς υποστήριξη της θέσης ότι όταν δικαιολογείται η παράλειψη εμφάνισης ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως στην υπό κρίση περίπτωση, το Δικαστήριο έχει εξουσία να δεχθεί αίτηση παραμερισμού της απόφασης που έκδωσε στην απουσία διαδίκου. Με τη σειρά της η κ. Ζαχαρίου αφού υιοθέτησε τους λόγους ένστασης και όσα περιέχονται στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, εισηγήθηκε ότι η νομική βάση της αίτησης δεν περιλαμβάνει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και άρθρο 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 και, επομένως, ελλείπει ο δικαιοδοτικός όρος για έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος. Παρέπεμψε σχετικά στην υπόθεση Bank For Foreign Tr. Of Russian Fed. v. ICC Chem. (UK) Ltd
(1999)1 AAΔ 1728. Παρέπεμψε επίσης στις Πολ. Εφέσεις 246, 247 και 248/ημερ. 20.3.09, Μ. Λοΐζου, Π. Λοΐζου και Α. Λοΐζου ν. ΣΠΕ Δερύνειας, αντίστοιχα, για να εισηγηθεί ότι ούτε σύμφωνα με τον Καν.71 δεν υπάρχει δυνατότητα έκδοσης του ενδιάμεσου διατάγματος, το οποίο πρέπει να ακυρωθεί. Τέλος, κάλεσε το Δικαστήριο να ακυρώσει το ενδιάμεσο διάταγμα και στη βάση των άλλων λόγων ένστασης της Τράπεζας και εισηγήθηκε ότι το διάταγμα εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 9
(2)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, γιατί εκδόθηκε πριν την παροχή της προβλεπόμενης εγγύησης. Εξέτασα με προσοχή τις εκατέρωθεν εισηγήσεις, αλλά πριν την κατάληξη ως προς την ουσία δεν θα ήταν χωρίς σημασία δύο παρατηρήσεις. Η πρώτη αφορά τη μεγάλη σημασία που δόθηκε από το Χρεώστη στην αμφισβήτηση του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους του και στην έφεση υπ΄ αρ. 149/07, τη στιγμή που είναι γνωστό ότι η αμφισβήτηση του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους δεν λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο της πτωχευτικής διαδικασίας γιατί δεν είναι σχετικός παράγοντος (βλ. Πετράκης ν. Κίμωνος
(2006)1 ΑΑΔ 1311). Η δεύτερη αφορά την εισήγηση της κ. Ζαχαρίου για το θέμα της εγγύησης, η οποία έκδηλα δεν ευσταθεί και δεν έχω αντιληφθεί το λόγο προβολής της. Επισημαίνω σχετικά ότι το διάταγμα εκδόθηκε υπό τον όρο ότι ο Χρεώστης θα υπόγραφε - όπως και έγινε - εγγύηση ύψους €100.000 υπό την εγγύηση αξιόχρεου εγγυητή και η επίκληση της απόφασης που εκδόθηκε στο πλαίσιο αίτησης για προνομιακό ένταλμα Certiorari της Τράπεζας Κύπρου κ.α.
(2005)1 ΑΑΔ 1178 είναι άσχετη, για τον απλό λόγο ότι σε εκείνη την υπόθεση ενώ ο όρος για την παροχή εγγύησης αφορούσε την αιτήτρια εταιρεία εντούτοις την επομένη το Δικαστήριο αποδέχτηκε μονομερή αίτηση όπως την εγγύηση τη δώσει για λογαριασμό της ένας εκ των διευθυντών της, και αυτό στην απουσία της άλλης πλευράς η οποία είχε εμφανιστεί κατά το χρόνο που είχε εκδοθεί το διάταγμα. Προχωρώ τώρα στην εξέταση της ουσίας, αν δηλαδή τα άρθρα ή οι θεσμοί επί των οποίων εδράζεται η αίτηση παρέχουν δικαίωμα για έκδοση διατάγματος ενδιάμεσης αναστολής διατάγματος παραλαβής και, αν ναι, κατά πόσο το υπό κρίση ενδιάμεσο διάταγμα πρέπει να ακυρωθεί ή οριστικοποιηθεί στη βάση των όσων τα δύο μέρη έχουν θέσει υπόψη του Δικαστηρίου. Το πρώτο σκέλος του ζητήματος - όπως έχει τεθεί - αποφασίσθηκε στις Πολιτικές Εφέσεις 246, 247 και 248/07 (ανωτέρω) και όπως κρίθηκε, τα άρθρα ή οι θεσμοί επί των οποίων εδράζονταν οι αιτήσεις των εφεσειόντων για ενδιάμεση αναστολή των διαταγμάτων παραλαβής - επί των οποίων εδράζεται και η υπό κρίση αίτηση με την προσθήκη του Καν.71 - δεν παρείχαν δικαίωμα για έκδοση τέτοιου διατάγματος. Προβλήθηκε επί του προκειμένου ότι η αίτηση του Χρεώστη εδράζεται και στον Κανονισμό 71 των Πτωχευτικών Κανονισμών, ενώ η νομική βάση των αιτήσεων των πιο πάνω εφεσειόντων δεν περιελάμβανε τον εν λόγω Κανονισμό. Πράγματι έτσι έχουν τα πράγματα, αλλά το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε και αυτή την παράμετρο και απεφάνθη ότι ούτε με βάση τον Κανονισμό 71 υπήρχε δυνατότητα για έκδοση τέτοιου διατάγματος, ενόψει του ότι ο Κανονισμός 71 παραπέμπει σε αναστολή της διαδικασίας και όχι σε αναστολή του ίδιου του διατάγματος παραλαβής. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα:- «H μοναδική πρόνοια που παραπέμπει σε αναστολή διαδικασίας είναι αυτή του Καν. 71, η οποία όμως δεν έχει εφαρμογή εδώ με δεδομένο ότι αναφέρεται σε αιτήσεις που μπορούν να γίνουν στο Δικαστήριο, το οποίο ορίζεται στον Καν.3, ως το Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία κάτω από το Κεφ. 5, δηλαδή το αντίστοιχο Επαρχιακό Δικαστήριο για αναστολή διαδικασίας προς ακύρωση του διατάγματος παραλαβής. Παρουσιάζεται λοιπόν ότι αποκλείεται οποιαδήποτε αίτηση προς αναστολή του ιδίου του Διατάγματος Παραλαβής, είτε στο Επαρχιακό Δικαστήριο είτε στο Ανώτατο Δικαστήριο. Το άρθρο 92 του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5 στο οποίο βασίζονται οι αιτήσεις και το οποίο προνοεί στο εδάφιο
(2)αυτού για έφεση επί οποιασδήποτε απόφασης ή διατάγματος Δικαστηρίου που εκδόθηκε κάτω από το Νόμο «. άλλο από απλό τυπικό ζήτημα ή οικονομικό ή που αφορά έξοδα .», επίσης δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα διαδικασία, εφόσον δεν συναρτά το ζήτημα με οποιαδήποτε άλλη εξειδικευμένη πρόνοια». Για όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι τα άρθρα και θεσμοί επί των οποίων εδράζεται η αίτηση του Χρεώστη δεν παρέχουν δυνατότητα για έκδοση διατάγματος ενδιάμεσης αναστολής του διατάγματος παραλαβής που εκδόθηκε στις 2.11.09 και, επομένως, το εκδοθέν διάταγμα ακυρώνεται και παύει να ισχύει με έξοδα εναντίον του Χρεώστη, χωρίς να χρειάζεται να εξετασθεί οτιδήποτε περαιτέρω. Τα έξοδα να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο