← Κύπρος

Κυριάκου Χριστοφίδη ν. Sharelink Securities and Financial Services Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 637/2009, 16 Φεβρουαρίου, 2010

Κυριάκου Χριστοφίδη ν. Sharelink Securities and Financial Services Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 637/2009, 16 Φεβρουαρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A53 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 637/2009 Μεταξύ: Κυριάκου Χριστοφίδη Ενάγοντα και

  1. Sharelink Securities and Financial Services Ltd
  2. Γιώργου Φαλέκκου Εναγομένων --------------------- Αίτηση εναγομένου 2 ημερ. 12.6.2009 Ημερομηνία: 16 Φεβρουαρίου, 2010 Για αιτητή - εναγόμενο 2 : κ. Ν. Μακρίδης για κ. Α. Μαρκίδη Για καθ΄ ου η αίτηση - ενάγοντα : κ. Α. Χαβιαράς ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση ο εναγόμενος 2 επιζητεί Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την απόρριψη της Αγωγής εναντίον του, εξαιτίας θεμελιώδους και/ή ουσιώδους παράλειψης και/ή συμμόρφωσης εκ μέρους του ενάγοντα προς τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, καθότι καταχωρίστηκε Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα αντί Γενικά Οπισθογραφημένο. Διαζευκτικά, επιζητείται Διάταγμα που να ορίζει για ακρόαση την προδικαστική ένσταση που εγείρεται με την παράγραφο 1 της Υπεράσπισης του εναγομένου 2, που αφορά το ίδιο θέμα. Η Αίτηση βασίζεται στις Δ.2, θ. 6

(4), Δ.27 και Δ.48 θ. 1-4,6,7,9,10,11 και 12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην ισχύουσα Νομολογία, στη γενική πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρεται στην Αίτηση, τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται είναι ότι η Αγωγή άρχισε με την καταχώριση Ειδικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος και περιλαμβάνει ως αιτία αγωγής δόλο (fraud). Αναφέρεται επιπλέον ότι ο εναγόμενος 2, με την παράγραφο 1 της Υπεράσπισής του, έχει εγείρει προδικαστική ένσταση ότι η έγερση της Αγωγής με τον πιο πάνω αναφερόμενο τρόπο συνιστά ουσιώδη και μη θεραπεύσιμη παρατυπία. Ο ενάγων καταχώρισε Ένσταση στην Αίτηση, στην οποία εξειδικεύονται οι εξής λόγοι:
(1)Η Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και καταχωρίζεται μόνο με σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας εναντίον του εναγομένου 2
(2)Η Αγωγή έχει καταχωριστεί σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και/ή κατά τρόπο νομικά αποδεκτό
(3)Ο ενάγων ορθά ή επιτρεπτά χρησιμοποίησε Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα βάσει των Θεσμών
(4)Η Αίτηση είναι παράτυπη καθότι δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση
(5)Η όποια τυχόν παρατυπία είναι θεραπεύσιμη και εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να καταλήξει σε ακυρότητα της Αγωγής Η Ένσταση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, καθότι αναφέρεται ότι τα γεγονότα στα οποία βασίζεται είναι εμφανή στον φάκελο της δικογραφίας. Σημειώνεται ότι η Αίτηση επιδόθηκε και στην εναγομένη 1, η οποία επέλεξε να μη λάβει μέρος στην παρούσα διαδικασία. Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Η θέση της πλευράς του εναγομένου 2- αιτητή, όπως προκύπτει και από την αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του, στην ουσία είναι ότι, εφόσον η βάση της Αγωγής είναι η κατ' ισχυρισμόν διάπραξη δόλου - απάτης (fraud) από τους εναγομένους, το επιβαλλόμενο από τη Διαταγή 2, θ. 6
(4)εναρκτήριο δικονομικό μέσο είναι το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, και ότι το Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο που καταχωρίστηκε είναι εξ υπαρχής άκυρο. Είναι επιπλέον η θέση του ότι πρόκειται για ουσιώδη παρατυπία η οποία δεν είναι θεραπεύσιμη με βάση τη Δ.64, εφόσον οι πρόνοιες της Δ.2 θ. 6
(4)είναι επιτακτικές. Η θέση της πλευράς του ενάγοντα-καθ' ου η αίτηση, όπως προκύπτει από την αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του, είναι ότι η δομή της Δ.2 επιτρέπει στον ενάγοντα την επιλογή μεταξύ των τύπων της Δ.2 θ. 6 και Δ.2 θ. 1. Θεωρεί ότι η Δ.2 θ. 6
(4)δεν επιβάλλει επιτακτικά τη χρήση Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου όποτε γίνεται επίκληση δόλου, αλλά διατηρεί την επιλογή που επιτρέπει η Δ.2 θ. 1, επειδή δεν υπάρχει συγκεκριμένος θεσμός ούτε και η χρήση του ρήματος «shall», όπως γίνεται στη Δ.2 θ. 8, 9, 10 και 13. Υποστηρίζει ότι ήταν ανοικτή επιλογή στον ενάγοντα να χρησιμοποιήσει είτε τον ένα είτε τον άλλο τύπο κλητηρίου εντάλματος. Περαιτέρω, εισηγείται ότι στην περίπτωση που κριθεί από το Δικαστήριο ότι η χρήση Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος ήταν υποχρεωτική και όχι προαιρετική, τότε τούτο συνιστά παρατυπία που είναι θεραπεύσιμη με τη Δ.64 θ. 1
(1),
(2)και
(3). Επιπλέον θεωρεί ότι η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί λόγω της Δ.64 θ. 2, εν όψει του ότι ο αιτητής προέβη σε διαβήματα στην Αγωγή αφότου η παρατυπία περιήλθε σε γνώση του. Σημειώνω ότι η Αγωγή περιλαμβάνει αναφορές σε πλαστογραφία και παραποίηση καταστάσεων λογαριασμών του χαρτοφυλακίου χρηματιστηριακών πράξεων που διατηρούσε η εναγομένη 1 εταιρεία για τον ενάγοντα βάσει σχετικής συμφωνίας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, καταστάσεις τις οποίες απέστελλε στον ενάγοντα ο εναγόμενος 2, ώστε να δείχνουν κέρδη αντί συρρίκνωση. Περιλαμβάνει και συναφείς ισχυρισμούς περί δόλιας και/ή απατηλής παρουσίασης ψευδών και/ή παραποιημένων αποτελεσμάτων του εν λόγω χαρτοφυλακίου από τους εναγομένους, που είχαν ως αποτέλεσμα να παραπλανηθεί ο ενάγων και να υποστεί ζημιά, την οποία αξιώνει με την παρούσα Αγωγή. Όπως προκύπτει από τις αγορεύσεις των δύο πλευρών, δεν αμφισβητείται ότι η Αγωγή έχει ως βάση μεταξύ άλλων και ισχυρισμούς περί δόλου/απάτης (fraud) και ότι έχει καταχωριστεί με Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα (Τύπος 2). Συνεπώς, αυτό που πρέπει να αποφασιστεί είναι κατά πόσο οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας παρέχουν τέτοια ευχέρεια στον ενάγοντα σε τέτοιας φύσεως αγωγές ή κατά πόσο επιβάλλουν τη χρήση Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου (Τύπος 1). Εάν κριθεί ότι η χρήση Τύπου 1 ήταν επιβεβλημένη, θα πρέπει να αποφασιστεί κατά πόσο πρόκειται για θεραπεύσιμη παρατυπία με βάση τη Δ.64 ή ουσιώδη και μη θεραπεύσιμη παρατυπία, η οποία καθιστά τη διαδικασία εξ υπαρχής άκυρη. Η Διαταγή 2 θ. 1 προνοεί ότι οποιαδήποτε αγωγή ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου θα αρχίζει με κλητήριο ένταλμα είτε Τύπου 1 είτε Τύπου 2, εκτός αν υπάρχει διαφορετική πρόνοια. Η Διαταγή 2 θ. 6
(4)προνοεί τα ακόλουθα (σε μετάφραση): «6. Σε αγωγές:
(1).
(2).
(3).
(4)Σε όλες τις άλλες αγωγές στο Επαρχιακό Δικαστήριο (εκτός από αγωγές για λίβελο, συκοφαντία, κακόβουλη δίωξη, αποπλάνηση ή αθέτηση υπόσχεσης γάμου, και αγωγές όπου ο ενάγων ισχυρίζεται δόλο), το κλητήριο ένταλμα δύναται, κατ' επιλογήν του ενάγοντα, να είναι ειδικά οπισθογραφημένο (specially indorsed) με την έκθεση απαίτησής του ή με τη θεραπεία που απαιτεί ότι δικαιούται (Τύπος 2). » (οι τονισμοί δικοί μου). Είναι προφανές από το ίδιο το λεκτικό της πιο πάνω Διαταγής ότι ο ενάγων δεν έχει επιλογή μεταξύ του Τύπου 1 και του Τύπου 2, όταν ισχυρίζεται δόλο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η χρήση του Τύπου 1, ήτοι της γενικής οπισθογράφησης, είναι επιβεβλημένη. Η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του ενάγοντα ότι εάν ο συντάκτης των Θεσμών ήθελε επιτακτικά τη χρήση του Τύπου 1 θα το έλεγε ξεκάθαρα με την υιοθέτηση συγκεκριμένου θεσμού και με τη χρήση του ρήματος «shall», όπως γίνεται σε άλλες διαταγές, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Θεωρώ ότι το λεκτικό της Δ.2 θ. 6
(4), με τον τρόπο που είναι διατυπωμένη, δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολίας ότι σε αγωγές για λίβελο, συκοφαντία, κακόβουλη δίωξη, αποπλάνηση ή αθέτηση υπόσχεσης γάμου, και αγωγές όπου ο ενάγων ισχυρίζεται δόλο, δεν υπάρχει η δυνατότητα επιλογής του Τύπου 2. Εφόσον έχει διαπιστωθεί ότι το δικονομικό εναρκτήριο μέσο το οποίο επέλεξε ο ενάγων στην παρούσα υπόθεση, ήτοι η ειδική οπισθογράφηση, δεν είναι το ορθό, προχωρώ να εξετάσω τις συνέπειες αυτής της παρατυπίας και κατά πόσο δύναται να θεραπευτεί. Η Διαταγή 64, θ. 1 προνοεί τα ακόλουθα: «
(1)Η μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας ή σε οποιοδήποτε στάδιο οποιασδήποτε διαδικασίας ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δε θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή.
(2)Τηρουμένης της παραγράφου
(3), το Δικαστήριο δύναται, εφόσον διαπιστώσει τέτοια μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, όπως προβλέπεται στην παράγραφο
(1), και υπό τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως κρίνει δίκαιο, να παραμερίσει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τη διαδικασία στην οποία επεσυνέβη η μη συμμόρφωση, οποιοδήποτε βήμα έγινε στη διαδικασία εκείνη, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή, ή ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχουν οι παρόντες Κανονισμοί, να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις, εάν χρειάζονται, και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, εάν χρειάζεται, αναφορικά με τη διαδικασία γενικά, όπως κρίνει πρέπον.
(3)Το Δικαστήριο δεν θα παραμερίζει εξ ολοκλήρου οποιαδήποτε διαδικασία, ή το κλητήριο ένταλμα, ή άλλο εναρκτήριο μέσο με το οποίο έχει αρχίσει η διαδικασία, για το λόγο ότι έχει χρησιμοποιηθεί διαφορετικό εναρκτήριο μέσο για την έναρξη της διαδικασίας από εκείνο που απαιτεί οποιοσδήποτε από τους παρόντες Κανονισμούς. » (οι τονισμοί δικοί μου) . Θεωρώ ότι η πιο πάνω Δ.64 θ. 1
(3)στην ουσία σφραγίζει και τη μοίρα της παρούσας Αίτησης για απόρριψη της Αγωγής, εφόσον προνοείται ρητά και απερίφραστα ότι το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να παραμερίζει εξ ολοκλήρου ένα κλητήριο ένταλμα για τον λόγο ότι έχει χρησιμοποιηθεί διαφορετικός τύπος για την έναρξη της διαδικασίας από αυτόν που επιβάλλεται από τους Θεσμούς. Η ευχέρεια που παρέχεται στο Δικαστήριο με την παράγραφο 2 της Δ.64 θ. 1 να παραμερίσει εξ ολοκλήρου τη διαδικασία εφόσον διαπιστώνεται μη συμμόρφωση με τους Θεσμούς, παρέχεται τηρουμένης της παραγράφου 3, η οποία, επαναλαμβάνω, προνοεί ρητά ότι το Δικαστήριο δεν θα παραμερίζει εξ ολοκλήρου τη διαδικασία λόγω χρήσης λανθασμένου εναρκτήριου μέσου. Εν όψει των πιο πάνω, προκύπτει το εξής: Ο Τύπος του κλητηρίου εντάλματος που έχει χρησιμοποιηθεί αποτελεί μεν μη συμμόρφωση προς τους Θεσμούς, από την άλλη όμως δεν υπάρχει ευχέρεια εξ ολοκλήρου απόρριψης της Αγωγής ή παραμερισμού του κλητηρίου, για τον λόγο αυτό. Συνεπώς, θα πρέπει να αποφασιστεί κατά πόσο η σημειωθείσα παράλειψη ισοδυναμεί με παρατυπία η οποία είναι θεραπεύσιμη και με ποιο τρόπο επιτυγχάνεται τέτοια θεραπεία, στα πλαίσια πάντοτε των προνοιών της Διαταγής 64. Η εμβέλεια της Δ.64 έχει επεξηγηθεί σε διάφορες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Χρυστάλλα Παναγιώτου (Σφικτού) ν. Ορφέα Παναγιώτου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1100, μια προσεκτική εξέταση των προνοιών της Διαταγής 64 δείχνει τα ακόλουθα: «(
  1. i)Η διαφορά που μέχρι σήμερα παρατηρείτο μεταξύ άκυρης (void) και αντικανονικής (irregular) διαδικασίας παύει να υφίσταται, και (
  2. ii)Η μη συμμόρφωση προς τους Κανονισμούς που αναφέρεται σε χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο και περιεχόμενο θα θεωρείται ως παρατυπία και το Δικαστήριο θα έχει τη διακριτική ευχέρεια να επιτρέπει τέτοιες τροποποιήσεις και να εκδίδει οποιαδήποτε διατάγματα ήθελε κρίνει πρέπον. Οι πιο πάνω διαφοροποιήσεις είναι αρκετά ριζοσπαστικές και παρέχουν στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να καταπιάνεται με την ουσία του θέματος που εξετάζει αφού προηγουμένως προβεί σε διορθωτικές διαδικασίες μιας τυπικής παρατυπίας που παρουσιάζεται στα δικόγραφα της υπόθεσης κατά τον καλύτερο δυνατό πρακτικό τρόπο.» Στην υπόθεση MI Holdings Public Ltd -v- Τασούλα Γεωργίου Παναγή
(2006)1Α Α.Α.Δ. 298 επαναλήφθηκε ότι η Δ.64 δεν καταργεί τις διατάξεις των Θεσμών, οι οποίες πρέπει να τηρούνται, αλλά παρέχει την ευκαιρία σε διάδικο που επέδειξε πλημμέλεια στην εφαρμογή των Θεσμών, στα πλαίσια που ορίζει η Δ.64, να διορθώσει το συγκεκριμένο διάβημα ώστε να μη θεωρείται άκυρο το δικόγραφό του[1]. Το Δικαστήριο υποχρεούται να εξετάζει την ενώπιόν του κατάσταση όπως αυτή έχει δημιουργηθεί και τα κατάλληλα διορθωτικά διαβήματα θα πρέπει να λαμβάνονται από τον ενδιαφερόμενο διάδικο[2]. Επισημαίνω, όμως, ότι η πιο πάνω περίπτωση διαφοροποιείται ουσιωδώς από την παρούσα, καθότι είχε καταχωριστεί Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα και ακολούθως αίτηση για συνοπτική απόφαση με βάση τη Διαταγή 18 θ. 1. Σύμφωνα με την εν λόγω Διαταγή, η ύπαρξη Ειδικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου αποτελεί επιτακτική προϋπόθεση για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Ως εκ τούτου, η Δ.64 δεν επροσφέρετο για διόρθωση των πραγμάτων και την έκδοση συνοπτικής απόφασης, και συνεπώς δόθηκε η δυνατότητα στους εναγομένους να καταχωρίσουν την Υπεράσπισή τους. Στην απόφαση Άννα Πέτριχου -ν- Αντζολέττας Χ''Ιωσήφ
(1998)1 ΑΑΔ 81 λέχθηκε ότι η Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια στη μη συμμόρφωση προς τους κανονισμούς και δεν έχει σκοπό να τους καταργήσει, καθότι οι κανονισμοί πρέπει να τηρούνται. Επισημάνθηκε ότι η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο αιτών για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία εφόσον είναι θεραπεύσιμες. Στην απόφαση Wunderlich, Landsherr και Old German Corner Enterprises Ltd. v. Ευθύβουλου Παναγιώτου
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 366, τονίστηκε ότι ο σκοπός της Διαταγής 64 ήταν η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ της μη συμμόρφωσης με διαδικαστικούς θεσμούς που καθιστά τη διαδικασία άκυρη και της μη συμμόρφωσης που απλώς καθιστά τη διαδικασία παράτυπη (βλ. Supreme Court Practice 1999, σελ. 10). Αναφέρθηκε περαιτέρω ότι οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς θεωρείται ως παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευτεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα Δ.64, και ότι με τη θέσπιση της νέας Δ.64 παρέχεται διακριτική ευχέρεια διάσωσης στην κατάλληλη περίπτωση δικονομικών μέτρων, τα οποία πριν την τροποποίηση εθεωρούντο άκυρα. Επισημαίνεται βεβαίως ότι η εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από τη Δ.64 είναι για θεραπεία των παρατυπιών που αποτελούνται από παράλειψη συμμόρφωσης προς τους θεσμούς, και όχι για τη θεραπεία θεμελιωδών παραλείψεων ή παραβίαση βασικών νομικών αρχών, όπως για παράδειγμα τη μη ύπαρξη ενάγοντα κατά τον χρόνο καταχώρισης της αγωγής. Ως εκ των ανωτέρω, η μη συμμόρφωση του ενάγοντα με τη Διαταγή 2 θ. 6 στην προκειμένη περίπτωση πρέπει, με βάση τη Δ.64 και τη σχετική νομολογία, να θεωρηθεί ως παρατυπία, η θεραπεία της οποίας εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Δεν θα πρέπει να θεωρηθεί άκυρο το Κλητήριο Ένταλμα ένεκα της εν λόγω παρατυπίας. Οι παράγοντες που ασκούν επιρροή στην άσκηση της σχετικής διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου όταν εξετάζει ζητήματα παρατυπίας διατυπώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Wunderlich, πιο πάνω, με αναφορά στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στη Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union [1985] 1 W.L.R. 513, ως εξής (σελίδα 377) : «
  1. Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 θ.
  2. Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους.
  3. Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία.
  4. Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη*.
  5. Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή - διαζευκτικά - "να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον".» Στην ίδια απόφαση, υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Δικαστή Slade στην απόφαση Metroinvest Ansalt, πιο πάνω, το οποίο θεωρήθηκε ότι αντανακλά την ορθή ερμηνεία της Αγγλικής Δ.2, η οποία αντιστοιχεί με τη δική μας Δ.64: «Where, in the course of proceedings, the court finds that a failure of the nature referred to in Ord. 2, r. 1
(1)has occurred, which has not been waived by the other party either expressly or by implication, it is given by Ord. 2, r. 1
(2)a choice of courses to pursue at its own discretion, whether or not an application under Ord. 2, r. 2 is before it. In such a situation, in the exercise of its discretion under rule 1
(2), it may either adopt the more draconian course of setting aside wholly or in part the proceedings in which the failure occurred; ... alternatively, it may 'make such order ... dealing with the proceedings generally as it thinks fit'. The last mentioned words are, in my opinion, manifestly wide enough to empower it to make a dispensing order waiving the relevant irregularity» (οι τονισμοί δικοί μου). Με την υιοθέτηση της πιο πάνω θέσης του Αγγλικού Εφετείου ως αντικατοπτρίζουσας την ορθή ερμηνεία της Αγγλικής Δ.2 και κατ' επέκταση της δικής μας Διαταγής 64, το Ανώτατο Δικαστήριο στην Wunderlich, πιο πάνω, διασαφήνισε ότι, όπου κατά τη διάρκεια της διαδικασίας το Δικαστήριο διαπιστώνει κάποια παράλειψη συμμόρφωσης προς τους Θεσμούς, από την οποία το άλλο μέρος δεν έχει παραιτηθεί, η Δ.64 θ. 1
(2)παρέχει στο Δικαστήριο επιλογή της πορείας που θα ακολουθήσει με δική του διακριτική ευχέρεια, είτε υπάρχει ενώπιόν του αίτηση δυνάμει της Δ.64 είτε όχι. Διευκρινίστηκε περαιτέρω ότι κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο έχει την εξουσία, εκτός από τον παραμερισμό (ολικώς ή μερικώς) της παράτυπης διαδικασίας, να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον, συμπεριλαμβανομένης και διαταγής για απαλλαγή από την παρατυπία. Στην υπό κρίση περίπτωση, το δραστικό μέτρο πλήρους παραμερισμού δεν είναι διαθέσιμο στο Δικαστήριο, εν όψει των ρητών προνοιών της Δ.64 θ. 1
(3). Ο μερικός παραμερισμός του κλητηρίου είναι ουσιαστικά ανέφικτος, εν όψει της φύσεως της παρατυπίας, και εν πάση περιπτώσει δεν θα οδηγούσε στην ορθή απονομή δικαιοσύνης σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης. Η πιο κατάλληλη και πρέπουσα πορεία είναι, κατά την κρίση μου, η έκδοση διαταγής για απαλλαγή από την παρατυπία, εφόσον οι θέσεις τόσο του ενάγοντα όσο και του εναγομένου έχουν εκτεθεί λεπτομερώς στα δικόγραφα που έχουν καταχωρίσει. Με τον τρόπο αυτό, η εκδίκαση της Αγωγής θα μπορεί να προχωρήσει κανονικά. Στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την έκδοση τέτοιας διαταγής, θα πρέπει να εξεταστούν οι παράμετροι που συζητήθηκαν στην υπόθεση Wunderlich, πιο πάνω, ιδιαίτερα με αναφορά στους παράγοντες του δυσμενούς επηρεασμού της άλλης πλευράς και της πρόκλησης αδικίας στον διάδικο που ευθύνεται για την παρατυπία. Ο εναγόμενος 2 δεν έχει παραιτηθεί από τα δικαιώματα που ενδεχομένως να του παρέχονται από την παρατυπία, εφόσον έχει προωθήσει την υπό κρίση Αίτηση για απόρριψη της Αγωγής. Εν τούτοις, δεν μπορεί να λεχθεί ότι έχει υποστεί δυσμενή επηρεασμό από την παρατυπία του κλητηρίου εντάλματος, ούτε και ισχυρίζεται κάτι τέτοιο. Άλλωστε, έχει καταχωρίσει Υπεράσπιση από 12.6.2009, όπου αναπτύσσει με κάθε λεπτομέρεια τις θέσεις του. Εάν είχε ακολουθηθεί από τον ενάγοντα η ορθή δικονομική πορεία ως όφειλε, με την καταχώριση Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου και στη συνέχεια Έκθεσης Απαίτησης, ο εναγόμενος 2 και πάλιν θα καταχώριζε την Υπεράσπισή του και η διαδικασία θα απέληγε σε ακριβώς το ίδιο σημείο. Ο εναγόμενος 2 έχει προβάλει με το δικόγραφό του τους ισχυρισμούς του προς αντιμετώπιση και αντίκρουση της εναντίον του υπόθεσης και δεν φαίνεται σε καμία περίπτωση να έχει επηρεαστεί δυσμενώς. Αντίθετα, όμως, η αδικία που θα προκληθεί στον ενάγοντα εάν δεν αρθεί η παρατυπία του τύπου του κλητηρίου που έχει εσφαλμένα καταχωρίσει, θα είναι τεράστια, εφόσον στην ουσία δεν θα είναι σε θέση να προωθήσει την υπόθεσή του εναντίον των εναγομένων και θα οδηγούσε σε άρνηση δικαιοσύνης και των σχετικών Συνταγματικών του δικαιωμάτων. Κατά την κρίση μου, η πιο πρακτική και δίκαιη πορεία υπό τις περιστάσεις είναι η έκδοση Διατάγματος απαλλαγής από τη διαπιστωθείσα παρατυπία. Υπενθυμίζω την προσέγγιση του Αγγλικού Εφετείου, η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Wunderlich, πιο πάνω, ότι, εφόσον διαπιστωθεί τέτοια παρατυπία, επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος από το Δικαστήριο, είτε έχει τεθεί ενώπιόν του αίτηση βάσει της Διαταγής 64 είτε όχι. Εξάλλου, ο συνήγορος του ενάγοντα στην αγόρευσή του εισηγήθηκε ρητά ότι, στην περίπτωση που κριθεί ότι το καταχωρισθέν Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο αποτελεί μη συμμόρφωση προς τους Θεσμούς, πρόκειται για παρατυπία η οποία θεραπεύεται με βάση τη Δ.64. Ως προς το αιτητικό υπ' αρ.
(2)του εναγομένου 2, για την έκδοση Διατάγματος που να ορίζει για ακρόαση την προδικαστική ένσταση που έχει εγερθεί με την παράγραφο 1 της Υπεράσπισης, το οποίο τίθεται διαζευκτικά με το υπ' αρ.
(1)αιτητικό για απόρριψη της Αγωγής, σημειώνω ότι δεν προωθήθηκε καθόλου από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγομένου 2 και θεωρώ ότι στην ουσία εγκαταλείφθηκε. Εν πάση περιπτώσει, όμως, επισημαίνω ότι η εν λόγω προδικαστική ένσταση αφορά βασικά τα ίδια θέματα τα οποία εξετάστηκαν στην παρούσα απόφαση και ειδικότερα το παράτυπο της καταχώρισης Ειδικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου αντί Γενικά Οπισθογραφημένου, λόγω των ισχυρισμών του ενάγοντα περί δόλου. Εν όψει της κατάληξής μου σε σχέση με το υπ' αρ.
(1)αίτημα του εναγομένου 2 και το θέμα της παρατυπίας του Κλητηρίου, καθίσταται άνευ αντικειμένου και ουσίας η έκδοση Διατάγματος ως το υπ' αρ.
(2)αίτημά του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η Αίτηση του εναγομένου 2 ημερ. 12.6.2009 απορρίπτεται. Η καταχώριση στις 4.2.2009 Ειδικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος (Τύπος 2) αντί Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου (Τύπος 1) αποτελεί παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης προς τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα τη Δ.2 θ. 6, λόγω του ότι ο ενάγων ισχυρίζεται δόλο. Ασκώντας τη διακριτική εξουσία που μου παρέχεται από τη Δ.64 θ. 2, όπως έχει ερμηνευτεί και από τη σχετική νομολογία, εκδίδεται Διάταγμα απαλλαγής από τη διαπιστωθείσα παρατυπία. Ως προς το θέμα των εξόδων, εν όψει του ότι από τη μία η Αίτηση του εναγομένου 2 απέτυχε και από την άλλη διαπιστώθηκε παρατυπία που οφειλόταν σε παράλειψη του ενάγοντα, κρίνω ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως μη εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή για τα έξοδα. (Υπ.) .................. Σ. Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. επίσης Remedica Ltd v. Bayer Aktiengesellschaft
(1998)1 Α.Α.Δ. 1815) [2] Βλ. επίσης Οικονομίδου ν. Φλουρέντζος Χριστοδούλου και Υιοί Λίμιτεδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 1157. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.