Τερψιχόρης Ιωάννου Νάταρ Λευκωσία κ.α. ν. L F ENTERPRISES LTD Λευκωσία κ.α., Αρ. Αγωγής: 1035/95, 17 Φεβρουαρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A55 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1035/95 Μεταξύ:
- Τερψιχόρης Ιωάννου Νάταρ, Λευκωσία
- Σωτήρη Νάταρ, Λευκωσία
- Γεώργιου Νάταρ, εξ Ελλάδος Εναγόντων Και
- L & F ENTERPRISES LTD, Λευκωσία
- Φαίδωνα Κοτσώνη, Λευκωσία
- Θάλειας Αλβάνη, Αγ. Δομέτιος
- Αργυρούλλας Μάτση, Έγκωμη Εναγομένων ----- Αίτηση ημερομηνίας 29.5.2008 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 17 Φεβρουαρίου 2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την εναγόμενη 1/αιτήτρια: κ. Δ. Ιωαννίδης Για τους ενάγοντες 1 και 2/ καθ΄ ων: κ. Δ. Χριστοδούλου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την εξεταζόμενη αίτηση, η αιτήτρια επιδιώκει την τιμωρία των καθ΄ ων γιατί, όπως ισχυρίζεται, αρνούνται να συμμορφωθούν με την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 14.2.2001, με την οποία διατάχθηκαν όπως «υπογράψουν κάθε αναγκαία αίτηση ή δήλωση και σχέδια για την έκδοση ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας των καταστημάτων και των διαμερισμάτων της πολυκατοικίας η οποία ανηγέρθη δυνάμει της συμφωνίας αντιπαροχής ημερ. 14.2.1980.» ΙΣΤΟΡΙΚΟ Προτού αναφερθώ στα γεγονότα που σχετίζονται με την αίτηση, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω, σε συντομία, το ιστορικό της διαφοράς των διαδίκων, όπως προκύπτει μέσα από το φάκελο της υπόθεσης. Έχει ως ακολούθως: (α) Στις 6.2.1995, οι καθ΄ ων - μετά του Γεώργιου Νατάρ ο οποίος στο μεταξύ απεβίωσε - καταχώρισαν την πιο πάνω αγωγή, με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο, αξιώνοντας από την αιτήτρια και τους εναγόμενους 2, 3 και 4, ως εγγυητές, μεταξύ άλλων, την ειδική εκτέλεση της συμφωνίας αντιπαροχής. Μετά την καταχώριση Έκθεσης Απαίτησης η αιτήτρια/εναγομένη 1, καταχώρισε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, προβάλλοντας με τη σειρά της διάφορες αξιώσεις. (β) Στις 14.2.2001 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση με την οποία: ι. διατάχθηκε η ειδική εκτέλεση της συμφωνίας ημερ. 14.2.1980 σε σχέση με ένα οικόπεδο τα στοιχεία του οποίου παρατίθενται στην απόφαση και ιι. Διατάχθηκαν οι ενάγοντες να υπογράψουν κάθε αναγκαία αίτηση ή δήλωση και σχέδια για την έκδοση χωριστών τίτλων ιδιοκτησίας των καταστημάτων και των διαμερισμάτων της πολυκατοικίας η οποία ανηγέρθη δυνάμει της ως άνω συμφωνίας αντιπαροχής («το επίδικο διάταγμα»). (γ) Με την πιο πάνω απόφαση διευθετήθηκε μέρος των εκατέρωθεν αξιώσεων των διαδίκων. Για τις υπόλοιπες αξιώσεις η αγωγή προγραμματίστηκε σε άλλη ημερομηνία και αφού αναβλήθηκε πολλές φορές για οδηγίες ή για ακρόαση, συμφωνήθηκε όπως οι διαφορές που εξακολουθούσαν να υπάρχουν, παραπεμφθούν σε διαιτησία (δέστε πρακτικό ημερομηνίας 28.11.2002). Στις 29.11.2006 ακυρώθηκε η διαταγή για παραπομπή σε διαιτησία και στις 18.9.2007, μετά από σχετικό αίτημα των διαδίκων, απορρίφθηκαν, τόσο η αγωγή όσο και η ανταπαίτηση, ως αποσυρθείσες. Ερχόμενος στα γεγονότα της αίτησης, παρατηρώ πως έχουν καταχωρηθεί στο παρελθόν παρόμοιες αιτήσεις οι οποίες αποσύρθηκαν για διάφορους λόγους. Η παρούσα αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε στις 29.5.2008 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Αντρέα Κουφκή, γραμματέα της αιτήτριας εταιρείας, ο οποίος αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
- Ότι οι ενάγοντες/καθ΄ ων για μεγάλο χρονικό διάστημα αρνούντο να υπογράψουν τις αιτήσεις για έκδοση χωριστών τίτλων ιδιοκτησίας και για το λόγο αυτό είχαν καταχωρηθεί εναντίον τους δύο αιτήσεις παρακοής (παράγραφοι 6 και 7).
- Ότι οι καθ΄ ων υπόγραψαν τις αναγκαίες αιτήσεις και τα σχετικά έντυπα μετά από πολλές προσπάθειες και οχλήσεις των αιτητών και μετά που είχε καταχωρηθεί εναντίον τους αίτηση παρακοής (παράγραφοι 8 και 9).
- Όταν το Κτηματολόγιο ήταν έτοιμο να εκδώσει τους τίτλους, διαπίστωσε ότι οι καθ΄ ων είχαν υποθηκεύσει το μερίδιο τους στην ΣΠΕ Στροβόλου και τους παρέδωσαν σχετικά έντυπα να υπογράψουν για να περιοριστεί η υποθήκη στους τίτλους ιδιοκτησίας τους, πλην όμως οι καθ΄ ων, παρά τις αρχικές υποσχέσεις τους ότι θα υπέγραφαν τα έντυπα, τους ενημέρωσαν μέσω των δικηγόρων τους ότι δεν είχαν πρόθεση να τα υπογράψουν (παράγραφοι 10-13). Στη γραπτή τους ένσταση οι καθ΄ ων πρόβαλαν δέκα συνολικά λόγους, που θα μπορούσαν να συνοψιστούν ως ακολούθως: (α) Ότι η αίτηση είναι νομικά παράτυπη γιατί υποβλήθηκε μόνο από την εναγόμενη 1 (λόγος 1) και γιατί η αιτήτρια όφειλε να προβεί σε τροποποίηση του τίτλου επειδή ο ενάγων 3 έχει αποβιώσει (6ος λόγος). (β) Οι καθ΄ ων υπόγραψαν έγγραφο του Κτηματολογίου για έκδοση ξεχωριστών τίτλων και για το λόγο αυτό αποσύρθηκε προηγούμενη αίτηση παρακοής (λόγους 2, 3 και 8). (γ) Η συμφωνία αντιπαροχής παραβιάστηκε κατάφορα από τους αιτητές και για το λόγο αυτό δεν μπορεί να εφαρμοστεί το διάταγμα (5ος λόγος). (δ) Το διάταγμα δεν επιδόθηκε δεόντως στους καθ΄ ων η αίτηση. (ε) Το διάταγμα έπαυσε να έχει ισχύ και νομική υπόσταση γιατί η αγωγή αποσύρθηκε. (στ) Οι υποθήκες επί των μεριδίων των καθ΄ ων προϋπήρχαν της έκδοσης του διατάγματος και (ζ) Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Οι πιο πάνω λόγοι υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση της καθ΄ ης 1 που υποστηρίζει την ένσταση. Αναφορικά με την ισχυριζόμενη παραβίαση της συμφωνίας αντιπαροχής από την αιτήτρια, αναφέρει πως μετά την υπογραφή των εγγράφων για την έκδοση χωριστών τίτλων, διαπίστωσαν πως «υπάρχουν σοβαρότατες παρανομίες και κατάφορη παραβίαση σε σχέση με τη συμφωνία αντιπαροχής» (παράγραφος 6). Για το λόγο αυτό, συνεχίζει στην παράγραφο 7 της ένορκης της δήλωσης, το εκδοθέν διάταγμα δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής. Κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση από την καθ΄ ης 1, καθώς και από τον Α. Κουφκή και τη κτηματολογική λειτουργό Δώρα Συμεωνίδου, δια λογαριασμό της αιτήτριας. Στη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση ημερ. 5.10.2009, η καθ΄ ης 1 διευκρινίζει και επεξηγεί τις ισχυριζόμενες παραβιάσεις της συμφωνίας αντιπαροχής από την αιτήτρια. Όπως αναφέρει στις παραγράφους 6, 7, 8 και 9 της ανωτέρω δήλωσης της, το συνολικό εμβαδόν που τους παραχωρήθηκε και κατέχουν ανέρχεται σε 437 τ.μ., ενώ με βάση τη συμφωνία αντιπαροχής θα έπρεπε να ήταν 450 τ.μ.. Το γεγονός αυτό βεβαιώνεται από μελέτη εμβαδομέτρησης ειδικού εμπειρογνώμονα την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο Β στην ένορκη της δήλωση. Από τη μελέτη προκύπτει, περαιτέρω, ότι η συνιδιοκτησία τους στο οικόπεδο ανέρχεται σε 30%, ενώ με βάση τη συμφωνία αντιπαροχής (Τεκμήριο Α στην ένορκη της δήλωση) θα έπρεπε να ήταν 40%. Η θέση αυτή των καθ΄ ων, συνεχίζει η καθ΄ ης 1 στις παραγράφους 10, 11 και 12, υποστηρίζεται και από διάφορα άλλα έγγραφα και επιστολές του Κτηματολογίου και Δήμου Λευκωσίας (Τεκμήρια Γ - Στ). Με την απαντητική του ένορκη δήλωση, ο Α. Κουφκής απορρίπτει τους ισχυρισμούς της καθ΄ ης περί παραβιάσεων της συμφωνίας αντιπαροχής, προσθέτοντας ότι τα ζητήματα αυτά είχαν προβληθεί στα πλαίσια της αγωγής η οποία έχει αποπερατωθεί. Η λειτουργός του Κτηματολογίου Δ. Συμεωνίδου, επιβεβαιώνει με την ένορκη της δήλωση ότι οι καθ΄ ων υπόγραψαν όλα τα αναγκαία έγγραφα για την έκδοση ξεχωριστών τίτλων, στις 18.12.
- Κατά τη διαδικασία όμως έκδοσης των τίτλων, όπως εξηγεί στις παραγράφους 4, 5 και 6 της ένορκης της δήλωσης, διεφάνη ότι οι καθ΄ ων είχαν υποθηκευμένο το μερίδιο τους στη Σ.Π.Ε. Στροβόλου και Σ.Τ. Ε.Ε.Κ., αντίστοιχα. Εζητήθη τότε από τους καθ΄ων να δώσουν τη συγκατάθεση τους ώστε να περιοριστούν οι υποθήκες στα διαμερίσματα που δικαιούνται, χωρίς ανταπόκριση. Αυτός, καταλήγει, είναι ο λόγος που εμποδίζει την έκδοση ξεχωριστών τίτλων. Κατά την ακρόαση της αίτησης, οι καθ΄ ων αντεξέτασαν τους ενόρκως δηλούντες Κουφκή και Δ. Συμεωνίδου, κάνοντας χρήση του δικαιώματος που τους παρέχουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας (Δ.39 θ.1 και Δ.48 θ.4 - βλ. Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas
(1989)1 A.A.D. 750, Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.α.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 - ). Αντεξεταζόμενος ο Κουφκής απόρριψε τις θέσεις των καθ΄ ων για παράδοση λιγότερων τετραγωνικών, εξηγώντας πως στα 437 τ.μ. που υποστηρίζουν ότι κατέχουν δεν περιλαμβάνονται οι ακάλυπτοι χώροι. Όσον δε αφορά τον ισχυρισμό ότι το συνολικό ποσοστό που κατέχουν ανέρχεται σε 30% αντί 40% που συμφωνήθηκε, σε αυτό δεν περιλαμβάνονται οι κοινόχρηστοι και κοινόκτητοι χώροι. Κατά την αντεξέταση της η Δ. Συμεωνίδου, διευκρίνισε πως οι δύο υποθήκες που αναφέρει στην ένορκη της δήλωση, προϋπήρχαν και ανανεώθηκαν τα έτη 2005 και 2007, αντίστοιχα. Σε υποβολή του συνηγόρου των καθ΄ ων πως έγιναν μετατροπές στο κτίριο χωρίς τη συγκατάθεση των πελατών του, απάντησε πως από το φάκελο του Κτηματολογίου προκύπτει ότι υπήρχαν υπογραφές όλων των ενδιαφερομένων στα αρχιτεκτονικά σχέδια τα οποία είχαν υποβληθεί για τις μετατροπές το έτος
- Δεν μπορούσε όμως να αναγνωρίσει τις υπογραφές, εκτός από εκείνη της καθ΄ ης 1, της οποίας το όνομα αναγραφόταν ολογράφως. ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΥΝΗΓΟΡΩΝ Με τις σύντομες αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις θέσεις που περιέχονται στην αίτηση και ένσταση, αντίστοιχα. Ο συνήγορος της αιτήτριας εισηγήθηκε πως έχει αποδειχθεί η παράβαση του διατάγματος από τους καθ΄ ων, εφόσον αρνούνται να υπογράψουν τα αναγκαία έντυπα για περιορισμό των υποθηκών στα μερίδια τους. Είναι, όπως εισηγήθηκε, διάχυτη η πρόθεση τους να παραβαίνουν το διάταγμα. Ο κ. Χριστοδούλου αντέτεινε πως η αιτήτρια χρησιμοποιεί ως μοχλό πίεσης τη διαδικασία παρακοής ενώ η ίδια δεν συμμορφώθηκε με τη συμφωνία αντιπαροχής αφού παρέδωσε, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία, λιγότερο ποσοστό στους καθ΄ ων. Αναφέρθηκε, επίσης, στα νομοτυπικά εμπόδια τα οποία κατά την εισήγηση του πρέπει να οδηγήσουν, αναπόφευκτα, στην απόρριψη της αίτησης. Πιο συγκεκριμένα εισηγήθηκε: (α) Ότι η αιτήτρια όφειλε να προβεί σε αίτηση για τροποποίηση του διατάγματος, εφόσον είναι αποδεκτό ότι ο ενάγων 3 είχε αποβιώσει. (β) Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι επιδόθηκε το διάταγμα στους καθ΄ων και (γ) Η ισχύς του διατάγματος έχει εκπνεύσει. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ / ΕΥΡΗΜΑΤΑ Τα γεγονότα που αφορούν την αίτηση είναι σε μεγάλο βαθμό αποδεκτά. Η κύρια αμφισβήτηση και διαφωνία των καθ΄ ων αφορά διαφορές των διαδίκων που σχετίζονται με την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της εναγομένης 1/αιτήτριας, με βάση τη συμφωνία αντιπαροχής. Οι διαφορές αυτές, όπως ορθά υποδείχθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της αιτήτριας, έχουν εκδικαστεί. Οι αξιώσεις, τόσο της αιτήτριας όσο και των εναγόντων/καθ΄ ων, αποσύρθηκαν και απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο. Παρέμειναν μόνο οι υποχρεώσεις που πηγάζουν από την εκδοθείσα απόφαση ημερ. 14.2.2001, στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο διάταγμα. Οι καθ΄ων δεν παραπονούνται ότι η αιτήτρια δεν συνεμορφώθη με την απόφαση. Επί του προκειμένου ο ισχυρισμός της αιτήτριας ότι συμμορφώθηκε με το πρώτο σκέλος της απόφασης (με την οποία είχε διαταχθεί να μεταβιβάσει ένα οικόπεδο στους ενάγοντες), παρέμεινε αναντίλεκτος. Τα παράπονα τους, εστιάζονται σε ισχυριζόμενες παραβιάσεις από την αιτήτρια των υποχρεώσεων που είχαν αναλάβει με βάση τη συμφωνία αντιπαροχής, θέμα που δεν μπορεί να εγείρεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Οι διαφορές αποτέλεσαν αντικείμενο της αγωγής η οποία έχει τερματιστεί με τον τρόπο που εξηγήθηκε πιο πάνω. Ο συνήγορος των καθ΄ ων, επιχείρησε να διασυνδέσει το επίδικο διάταγμα με τις υποχρεώσεις των αιτητών που είχαν αναλάβει με τη συμφωνία αντιπαροχής. Στο διάταγμα δεν αναφέρεται ότι η υποχρέωση των καθ΄ ων να υπογράψουν τα αναγκαία έγγραφα κλπ., τελεί υπό την προϋπόθεση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της αιτήτριας, όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος των καθ΄ων. Το λεκτικό του διατάγματος είναι σαφές και δεν επιδέχεται τέτοια ερμηνεία. Οι καθ΄ ων διατάχθηκαν «.να υπογράψουν κάθε αναγκαία αίτηση ή δήλωση και σχέδια για την έκδοση χωριστών τίτλων ιδιοκτησίας των καταστημάτων και των διαμερισμάτων της πολυκατοικίας η οποία ανηγέρθη δυνάμει της συμφωνίας αντιπαροχής ημ. 14.2.80». Η αναφορά στη συμφωνία αντιπαροχής, γίνεται για να προσδιοριστούν τα διαμερίσματα και καταστήματα για τα οποία απαιτείτο η υπογραφή των αιτήσεων από τους καθ΄ ων για έκδοση χωριστών τίτλων και όχι για να διασυνδεθεί με άλλες υποχρεώσεις της αιτήτριας, όπως εισηγούνται οι καθ΄ ων η αίτηση. Όλα τα άλλα γεγονότα που σχετίζονται με την αίτηση και τη διαδικασία έκδοσης χωριστών τίτλων δεν αμφισβητήθηκαν. Είναι παραδεκτό ότι οι καθ΄ ων υπόγραψαν την αίτηση για έκδοση χωριστών τίτλων, μετά από την καταχώριση προηγούμενης αίτησης παρακοής εναντίον τους. Το γεγονός αυτό τεκμηριώθηκε από την ένορκη δήλωση της Συμεωνίδου. Γίνεται, επίσης, παραδεκτό και στην ένορκη δήλωση της καθ΄ ης 1 ημερ. 23.3.2009 (παράγραφοι 2 και 3). Όπως δε αναφέρει στη συνέχεια, ο λόγος που δεν υπόγραψαν τα έντυπα για να περιοριστούν οι υποθήκες στα μερίδια τους, είναι γιατί οι αιτητές παραβίασαν τις υποχρεώσεις που είχαν αναλάβει έναντι τους, δυνάμει της συμφωνίας αντιπαροχής. Εκείνο που απαιτείται να διερευνηθεί είναι κατά πόσο επιδόθηκαν στους καθ΄ων, η αίτηση και το διάταγμα, που όπως θα αναφερθεί στη συνέχεια, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία της αίτησης. Για την αίτηση δεν υφίσταται οποιαδήποτε αμφιβολία ότι επιδόθηκε προσωπικά στους καθ΄ ων. Δεν υπήρξε, εξ άλλου, τέτοιο παράπονο. Έγινε όμως εισήγηση από το συνήγορο τους πως δεν αποδείχθηκε προσωπική επίδοση του διατάγματος. Το γεγονός αυτό προβάλλεται και ως αυτοτελής λόγος στην ένσταση των καθ΄ ων. Μαρτυρία για την επίδοση του διατάγματος περιέχεται μόνο στην ένορκη δήλωση του Κουφκή που συνοδεύει την αίτηση. Στην παράγραφο 15 αναφέρει ότι «η διαταγή του Δικαστηρίου επεδόθη στους καθ΄ ων η αίτηση την 30.10.2001.» Από την πλευρά της, η καθ΄ ης 1 δεν αρνήθηκε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ότι τους επιδόθηκε το διάταγμα. Αντίθετα, στην παράγραφο 3 της συμπληρωματικής της ένορκης δήλωσης ημερ. 5.10.2009, ισχυρίζεται ότι «.το διάταγμα εξεδόθει εν αγνοία μας και τόσον η ύπαρξη του όσο και η απόδοση του λεκτικού του περιήλθαν εις γνώση μας 4 μήνες μετά την έκδοση του .» Υπό τις περιστάσεις αυτές δεν θα μπορούσε να υποστηριχθεί βάσιμα πως δεν επιδόθηκε το διάταγμα προσωπικά στους καθ΄ ων. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της καθ΄ ης 1 ότι το διάταγμα εκδόθηκε εν αγνοία τους, το ίδιο το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 14.2.2001 τους διαψεύδει. Όπως αναφέρεται στο πρακτικό, το διάταγμα εκδόθηκε στην παρουσία της ίδιας, του καθ΄ ου 2 και του δικηγόρου της. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα. Θεωρώ αχρείαστο να επαναλάβω τη μαρτυρία. Θα περιοριστώ να υποδείξω πως η έκδοση χωριστών τίτλων εμποδίζεται λόγω της ύπαρξης των δύο ενυπόθηκων δανείων στα οποία έχουν προβεί οι καθ΄ων προ δεκαετίας και πλέον. Οι υποθήκες, τα στοιχεία των οποίων έχουν αναφερθεί νωρίτερα, ανανεώθηκαν τα έτη 2005 και 2007 και εξακολουθούν μέχρι σήμερα να υφίστανται, εμποδίζοντας τη διαδικασία έκδοσης χωριστών τίτλων. Οι καθ΄ ων, παρότι ειδοποιήθηκαν, αρνήθηκαν και εξακολουθούν να αρνούνται να υπογράψουν τα αναγκαία έντυπα ώστε να περιοριστούν οι υποθήκες στα μερίδια που τους αναλογούν, για να προχωρήσει το Κτηματολόγιο με την έκδοση χωριστών τίτλων. Αποτελεί, επίσης, εύρημα του Δικαστηρίου ότι η απόφαση με το οπισθογραφημένο διάταγμα, περιήλθε σε γνώση των καθ΄ ων, 4 μήνες μετά την έκδοση του, όπως αναφέρεται και στην ένορκη δήλωση της καθ΄ ης
- Τους επιδόθηκε, επίσης, προσωπικά στις 30.10.2001, σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία που περιέχεται στην ένορκη δήλωση του Κουφκή η οποία συνοδεύει την αίτηση. Προκύπτει, περαιτέρω, από το φάκελο ότι αντίγραφο της απόφασης μετά του οπισθογραφημένου διατάγματος, επιδόθηκε προσωπικά στους καθ΄ ων 1 και 2 στα πλαίσια άλλων αιτήσεων παρακοής που προηγήθηκαν. NOMIKH ΠΤΥΧΗ Η εξουσία του Δικαστηρίου για τιμωρία σε περιπτώσεις παρακοής διαταγμάτων αντλείται από το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 η εμβέλεια του οποίου εξετάστηκε σε πολλές υποθέσεις (βλ., μεταξύ άλλων, Mouzouris & another v. Xylophagou Plantations Ltd.
(1977)1 C.L.R. 287, Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas
(1989)1 A.A.Δ. 750, Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309, Ιωάννου ν. Μανώλη κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1423, Μαύρος ν. Στυλιανού κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 2389, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1085 κ.α.). Όπως υποδεικνύεται στις αναφερθείσες αυθεντίες, η διαδικασία για τη διαπίστωση της ευθύνης για παρακοή διατάγματος είναι ιδιόμορφη. Ενώ η διαδικασία εντάσσεται στο πεδίο της αστικής δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου, η στοιχειοθέτηση και απόδειξη της παρακοής συναρτάται με τα θέσμια και τους κανόνες της ποινικής δίκης. Δεν είναι αρκετό να καταδειχθεί το αποτέλεσμα της παρακοής αλλά απαιτείται να αποδειχθεί ηθελημένη ανυπακοή προς την απόφαση του Δικαστηρίου. Έχει, περαιτέρω, διατυπωθεί με σαφήνεια η αρχή πως το μέτρο απόδειξης της παρακοής είναι εκείνο που εφαρμόζεται στις ποινικές υποθέσεις. Απαιτείται δηλαδή απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, πέρα από κάθε λογική αμφιβολία. Όσον αφορά το δικονομικό πλαίσιο, η διαδικασία ρυθμίζεται από τη Δ.42 Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία καθιστά την προσωπική επίδοση, τόσο του οπισθογραφημένου διατάγματος όσο και της αίτησης, απαραίτητη προϋπόθεση για την καταδίκη (βλ. Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου,
(1999)1 A.A.Δ. 366, Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas και Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου - ανωτέρω - ). Στην εξεταζόμενη υπόθεση, καταλήγω, χωρίς δισταγμό, ότι οι καθ΄ ων 1 και 2 παραβαίνουν ηθελημένα το διάταγμα. Η άρνηση τους να υπογράψουν τα έντυπα που απαιτούνται για να περιοριστούν οι υποθήκες τους στα καταστήματα και διαμερίσματα που τους αναλόγησαν, εκτιμώ ότι είναι εκβιαστική και στοχεύει στην άσκηση πιέσεων στην αιτήτρια ώστε να εξασφαλίσουν περαιτέρω ανταλλάγματα. Εφόσον οι εκατέρωθεν αξιώσεις που είχαν εγείρει οι διάδικοι στα πλαίσια της αγωγής εγκαταλείφθηκαν, οι αξιώσεις των καθ΄ ων για περαιτέρω ανταλλάγματα ή παραχωρήσεις από την αιτήτρια, δεν έχουν νομικό ή πραγματικό έρεισμα. Έχω, συνεπώς, ικανοποιηθεί ότι η αιτήτρια απέδειξε ηθελημένη ανυπακοή των καθ΄ ων να συμμορφωθούν με τους όρους του επίδικου διατάγματος, πέρα από κάθε λογική αμφιβολία. Όσον αφορά τους άλλους λόγους ένστασης, ουδείς από όσους προβλήθηκαν ευσταθεί. Ειδικότερα: (α) Σε σχέση με την εισήγηση πως η αίτηση είναι παράτυπη γιατί δεν έγινε τροποποίηση του διατάγματος, αρκεί να υποδειχθεί πως τα εμπόδια για την υλοποίηση του διατάγματος αφορούν μόνο τους καθ΄ ων 1 και 2. Δεν υπάρχει, ούτε αναφέρθηκε, υποθήκη στο όνομα του αποβιώσαντα. (β) Η εισήγηση πως η ισχύς του διατάγματος εξέπνευσε είναι αστήρικτη, καθόσον η απόφαση ανανεώθηκε μετά από σχετικό αίτημα της αιτήτριας. (γ) Η θέση των καθ΄ ων πως η αίτηση έπρεπε να είχε υποβληθεί από όλους τους εναγόμενους και όχι από την εναγόμενη 1, επίσης, είναι αβάσιμη. Το επίδικο διάταγμα αφορά τους καθ΄ ων και την αιτήτρια μόνο και συνεπώς κρίνεται και αυτός ο λόγος ένστασης ανεδαφικός. (δ) Υποστηρίχθηκε, τέλος, πως η αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας επειδή καταχωρίστηκαν άλλες τέτοιες αιτήσεις στο παρελθόν. Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της εξεταζόμενης αίτησης, αλλά και από το περιεχόμενο του φακέλου, προκύπτει ότι οι προηγηθείσες αιτήσεις δικαιολογημένα είχαν υποβληθεί από την αιτήτρια. Η υπογραφή δε από τους καθ΄ ων της αίτησης για διαχωρισμό έλαβε χώρα κατόπιν της τελευταίας αίτησης που είχε καταχωρίσει η αιτήτρια εναντίον της, όπως παραδέχθηκε και η καθ΄ ης 1 στην ένορκη της δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση. Η παρακοή, εξ άλλου, είναι ένα συνεχές αδίκημα και δεν εμποδίζει την αιτήτρια να επιδιώκει την τιμωρία των καθ΄ ων, εφόσον η παραβίαση των όρων του διατάγματος συνεχίζεται. Συνοψίζοντας, καταλήγω ότι οι καθ΄ ων ηθελημένα δεν συμμορφώνονται με το επίδικο διάταγμα, αρνούμενοι να υπογράψουν τα έντυπα που απαιτούνται για να περιοριστούν οι υποθήκες στα μερίδια τους, ώστε να καταστεί εφικτή η έκδοση χωριστών τίτλων. Όλοι οι λόγοι ένστασης που έχουν προβληθεί από τους καθ΄ ων αποτυγχάνουν και απορρίπτονται για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί πιο πάνω. Η αίτηση επιτυγχάνει, με έξοδα υπέρ της αιτήτριας και εναντίον των καθ΄ ων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο