← Κύπρος

Cosmos Trading Ltd ν. S P Catering Enterprises Ltd, Αρ. Αγωγής: 5127/2008, 18 Φεβρουαρίου, 2010

Cosmos Trading Ltd ν. S P Catering Enterprises Ltd, Αρ. Αγωγής: 5127/2008, 18 Φεβρουαρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A60 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5127/2008 Μεταξύ: Cosmos Trading Ltd Ενάγουσας και S & P Catering Enterprises Ltd Εναγομένης --------------------- Αίτηση εναγομένης ημερ. 22.1.2009 για παραμερισμό απόφασης Ημερομηνία: 18 Φεβρουαρίου, 2010 Για αιτήτρια- εναγομένη: κα Ιάσωνος Για καθ΄ ης η αίτηση-ενάγουσα: κα Πίπη ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα καταχώρισε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στις 18.9.2008, με την οποία αξίωνε απόφαση εναντίον της εναγομένης για €6834,41 δυνάμει επιταγής και €9973,69 ως αξία εμπορευμάτων ή δυνάμει υπολοίπου λογαριασμού πλέον τόκους και έξοδα. Η αγωγή επιδόθηκε στις 9.10.2008 με τον τρόπο που θα αναφέρω πιο κάτω, δεν καταχωρίστηκε Σημείωμα Εμφάνισης και η ενάγουσα καταχώρισε αίτηση για απόφαση στις 4.11.2008, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε απόφαση εναντίον της εναγομένης στις 12.11.2008 ως η απαίτηση πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Στις 22.1.2009 η εναγομένη καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση για παραμερισμό της εναντίον της απόφασης και για άδεια όπως υπερασπιστεί την αγωγή. Σημειώνω ότι εκδόθηκε και προσωρινό διάταγμα αναστολής της εκτέλεσης του εντάλματος κινητών που εκδόθηκε προς εκτέλεση της απόφασης, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αίτησης για παραμερισμό, το οποίο κατέστη απόλυτο με τη σύμφωνη γνώμη της ενάγουσας. Η αίτηση στηρίζεται στις Δ.26, Δ.17 θ. 10 και Δ.48 θ. 1-10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η αίτηση πλαισιώνεται από ένορκη δήλωση του κ. Κώστα Κύρκου, διευθυντή της ενάγουσας εταιρείας, ο οποίος αναφέρει ότι από τον φάκελο της υπόθεσης φαίνεται ότι η αγωγή επιδόθηκε στις 9.10.2008 σε κάποιο κ. Αντώνη Λυμπερόπουλο, υπάλληλο κάποιας εταιρείας η οποία δεν έχει σχέση με την εναγομένη. Ισχυρίζεται ότι η πρώτη φορά που έλαβε γνώση της υπόθεσης ήταν στις 16.1.2009 και ουδέποτε έλαβε κλητήριο ένταλμα της αγωγής τόσο ο ίδιος προσωπικά όσο και οποιοσδήποτε υπάλληλος της εναγομένης εταιρείας. Αναφέρει επιπλέον ότι η εναγομένη ουδέποτε όφειλε στην ενάγουσα τα ποσά που αναφέρονται στην απόφαση ημερ. 12.11.2008 και θέτει την ενάγουσα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της. Αιτείται όπως εγκριθεί η παρούσα αίτηση, καθότι η εναγομένη ουδέποτε είχε πρόθεση να εγκαταλείψει την υπεράσπισή της και επιδιώκει όπως της δοθεί η ευκαιρία να υπερασπιστεί την αγωγή. Η ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση στην αίτηση στις 24.9.2009 και προβάλλει, όπως συνοψίζω πιο κάτω, τους ακόλουθους λόγους:

(1)Παρά το ότι της επιδόθηκε δεόντως το κλητήριο ένταλμα, η εναγομένη παρέλειψε ή αμέλησε ή δεν ενήργησε έγκαιρα για την καταχώριση εμφάνισης
(2)Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν αποκαλύπτει ότι η εναγομένη έχει καλή ή οποιαδήποτε υπεράσπιση
(3)Δεν υπήρξε οποιαδήποτε υπέρβαση δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, εφόσον είχε επαρκή μαρτυρία ενώπιόν του σε σχέση με την απαίτηση της ενάγουσας και δεν υπάρχουν στην ένορκη δήλωση εκ μέρους της εναγομένης αρκετοί και πειστικοί λόγοι για να παραμεριστεί η απόφαση. Η ένσταση πλαισιώνεται από ένορκη δήλωση του κ. Σωτήρη Αντωνουδιού, υπαλλήλου στο λογιστήριο της ενάγουσας, ο οποίος αναφέρει ότι αρνείται τους ισχυρισμούς του κ. Κύρκου σε σχέση με την επίδοση της αγωγής και δηλώνει ότι η αγωγή επιδόθηκε στον κ. Αντώνη Λυμπερόπουλο στις 9.10.2008 «ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν υπεύθυνος και/ή υπάλληλος της επιχείρησης που διατηρούσε η εναγομένη στην οδό Ζήνας Κάνθερ αρ. 11 στη Λευκωσία». Ισχυρίζεται ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε σε «υπεύθυνο πρόσωπο της εναγομένης στο χώρο διεξαγωγής της επιχείρησής της» και ότι η εναγομένη έλαβε γνώση της εναντίον της διαδικασίας. Αναφέρει επιπλέον ότι η εναγομένη δεν έχει οποιαδήποτε υπεράσπιση στην αγωγή, καθότι εξέδωσε την επίδικη επιταγή έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος και ότι αγόρασε τα προϊόντα που αναφέρονται στην αγωγή και υπέγραψε τα σχετικά τιμολόγια. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι η εναγομένη, μολονότι της επιδόθηκε η αγωγή, δεν επέδειξε οποιοδήποτε ενδιαφέρον και αποφάσισε να λάβει μέτρα μόνο όταν εκδόθηκε ένταλμα κινητών για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους. Πιστεύει επίσης ότι η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική και ότι η εναγομένη δεν εμφανίστηκε στην αγωγή έγκαιρα λόγω του ότι πίστευε ότι τυχόν απόφαση εναντίον της δεν θα είχε συνέπειες, επειδή είχε αναστείλει τη λειτουργία της επιχείρησης στον συγκεκριμένο χώρο. Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Η Διαταγή 17 θ. 10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ότι όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τη Διαταγή 17, δηλαδή λόγω παράλειψης του εναγομένου να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, θα είναι νόμιμο για το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή να διαφοροποιήσει την απόφαση με όρους που ήθελαν φανεί δίκαιοι. Η εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό απόφασης που εκδίδεται στην απουσία διαδίκου επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται με βάση καλά καθιερωμένες από τη νομολογία αρχές [1] . Το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτύχει την εξισορρόπηση της ανάγκης να διατηρηθεί το δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν, με την ανάγκη εξασφάλισης της ταχείας απονομής δικαιοσύνης και της τελεσιδικίας των Δικαστικών αποφάσεων. Ο αιτητής φέρει το βάρος να αποδείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην αγωγή. Το Δικαστήριο βεβαίως δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης και δεν προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας στο στάδιο αυτό, αλλά ο αιτητής θα πρέπει να παρουσιάσει ικανοποιητικές λεπτομέρειες για να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση. Επιπρόσθετα, όμως, ο αιτητής οφείλει να καταδείξει σοβαρή και εύλογη αιτιολογία για την απουσία του με συνέπεια την έκδοση απόφασης εναντίον του. Αίτηση για παραμερισμό πρέπει να υποβάλλεται έγκαιρα. Σε αντίθετη περίπτωση, ο αιτητής φέρει το βάρος να αποδείξει ότι δικαιολογημένα καθυστέρησε να αποταθεί προς παραμερισμό της απόφασης. Έχοντας σκιαγραφήσει τις πιο πάνω αρχές, τονίζω ότι έχουν εφαρμογή μόνο εφόσον η απόφαση έχει εκδοθεί νομότυπα. Οι προϋποθέσεις για να υπάρξει εξουσία έκδοσης απόφασης ερήμην δυνάμει της Δ.17 είναι η καλή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον εναγόμενο, εκπνοή της προθεσμίας για καταχώριση σημειώματος εμφάνισης και παράλειψή του να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης. Εάν οι προϋποθέσεις αυτές υπάρχουν, τότε το θέμα παραμερισμού εξετάζεται με βάση τις αρχές που έχουν εκτεθεί πιο πάνω. Εάν όμως αποδειχθεί ότι η απόφαση εκδόθηκε χωρίς να έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.17, τότε ο εναγόμενος δικαιούται σε παραμερισμό της χωρίς να τίθεται θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και χωρίς να υπάρχει δυνατότητα να τεθούν όροι από το Δικαστήριο σε σχέση με τον παραμερισμό. Όπως λέχθηκε στην απόφαση Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου (Ττόμη)
(1997)1 Α.Α.Δ. 247, 250, όπου ακυρώθηκε το μέρος της πρωτόδικης απόφασης για παραμερισμό που αφορούσε την επιβολή όρου: «Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή., το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. Άρθρο 30.3 (α) και (β) του Συντάγματος). » Παρομοίως, όπως αναφέρεται στο The Supreme Court Practice 1982, Volume 1, Centenary edition, στη σελίδα 157, παρ. 13/9/4: «Where a judgment is obtained irregularly the defendant is entitled ex debito justistiae to have it set aside. When setting aside an irregular judgment, the Court should impose no terms whatever on the defendant, not even contingent terms, such as that the costs should be costs in cause.» Ως εκ τούτου, εφόσον η εναγομένη-αιτήτρια εταιρεία στην υπό κρίση αίτηση επιδιώκει τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην, με την αιτιολογία της κακής επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος, θα πρέπει πρώτα να εξεταστεί το θέμα αυτό. Για να κριθεί νομότυπη η επίδοση σε νομικό πρόσωπο θα πρέπει να έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 372 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113 σε συνδυασμό με τις πρόνοιες της Δ.5, θ.7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το άρθρο 372 του περί Εταιρειών Νόμου προβλέπει: «Έγγραφο δύναται να επιδοθεί σε εταιρεία με την άφεση του ή με την αποστολή του ταχυδρομικώς στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας.» Το μέρος της Διαταγής 5 θ. 7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αφορά στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προνοεί τα ακόλουθα: «In the absence of any statutory provision regulating service of process upon a corporate body, service of an office copy of a writ of summons or other process on the president or other head officer, or on the treasurer or secretary of such body, or delivery of such copy at the office of such body, shall be deemed good service.» Και σε μετάφραση: «Στην απουσία οποιασδήποτε νομοθετικής πρόνοιας, η οποία να ρυθμίζει την επίδοση δικαστικής κλήσης σε νομικό πρόσωπο, η επίδοση επίσημου αντιγράφου του κλητηρίου εντάλματος ή άλλης δικαστικής κλήσης στον πρόεδρο ή σε άλλο ανώτερο αξιωματούχο, ή στον ταμία ή τον γραμματέα του νομικού προσώπου ή παράδοση τέτοιου αντιγράφου στα γραφεία του νομικού προσώπου, θα θεωρείται καλή επίδοση.» Ως εκ των ανωτέρω, όταν πρόκειται για εναγομένη εταιρεία, το κλητήριο ένταλμα θα πρέπει να επιδίδεται στον πρόεδρό της ή σε ανώτερο αξιωματούχο ή ταμία ή γραμματέα της εταιρείας, ή να παραδίδεται («delivery») στα γραφεία της εταιρείας. Στην απόφαση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού v. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 43 επισημάνθηκε ότι η λέξη «delivery» (παράδοση) έχει πολύ διαφορετικό νόημα από την απλή «άφεση» ενός εγγράφου στο εγγεγραμμένο γραφείο μιας εταιρείας. Θεωρήθηκε, δηλαδή, ότι η άφεση εγγράφων στο γραφείο μιας εταιρείας, χωρίς να τα έχει παραλάβει συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο, δεν αποτελεί καλή επίδοση εντός της έννοιας της Διαταγής 5 θ. 7, καθότι με τον τρόπο αυτό δεν διασφαλίζεται η αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων του διαδίκου με βάση το άρθρο 30.3 (α) και (β) του Συντάγματος να πληροφορηθεί για την εναντίον του διαδικασία, ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπιστεί. Εξετάζοντας λοιπόν το θέμα της επίδοσης, παρατηρώ από τον φάκελο της υπόθεσης ότι ο ιδιώτης επιδότης Βάσος Χριστοφόρου κατέθεσε στις 15.10.2008 ένορκη δήλωση όπου αναφέρει ότι επέδωσε επίσημο αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος «στη Λευκωσία την 9.10.2008, έναντι της υπογραφής του Λυμπερόπουλου Αντώνη από Λευκωσία για την εναγομένη εταιρεία S&P Catering Enterprises Ltd. ο πιο πάνω Λυμπερόπουλος Αντώνης είναι Διευθυντής της πιο πάνω εναγομένης εταιρείας.» Το Δικαστήριο στις 12.11.2008 προχώρησε στην έκδοση απόφασης εναντίον της εναγομένης ερήμην, προφανώς λόγω του ότι είχε ενώπιόν του αυτή την ένορκη δήλωση βάσει της οποίας η επίδοση του κλητηρίου είχε γίνει σε διευθυντή της εναγομένης εταιρείας. Με την παρούσα αίτηση, όμως, η εναγομένη ισχυρίζεται ότι ο κ. Λυμπερόπουλος ουδεμία σχέση έχει με την εταιρεία. Η δε ενάγουσα-καθ' ης η αίτηση, όχι μόνο δεν αντικρούει αυτόν τον ισχυρισμό της πλευράς της εναγομένης με την ένορκη δήλωση του κ. Κύρκου που συνοδεύει την ένσταση, αλλά στην ουσία επιβεβαιώνει ότι το πρόσωπο στο οποίο έγινε η επίδοση δεν ήταν διευθυντής της εναγομένης, αλλά «υπεύθυνος και/ή υπάλληλος της επιχείρησης που διατηρούσε η εναγομένη στην οδό Ζήνας Κάνθερ αρ. 11 στη Λευκωσία .», θέση την οποία εν πάση περιπτώσει δεν αποδέχεται η εναγομένη. Ως εκ τούτου, διαφάνηκε ξεκάθαρα ότι η αναφορά του ιδιώτη επιδότη ότι έγινε επίδοση του κλητηρίου σε διευθυντή της εναγομένης δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Είναι άξιον απορίας βάσει ποιων στοιχείων κατέγραψε ότι δήθεν επέδωσε το κλητήριο σε διευθυντή της εναγομένης, αφού η ίδια η ενάγουσα δεν ισχυρίζεται ότι το εν λόγω πρόσωπο ήταν διευθυντής της εναγομένης εταιρείας. Περαιτέρω, η ένορκη δήλωση του επιδότη δεν αναγράφει σε ποια διεύθυνση πραγματοποιήθηκε η επίδοση και ειδικότερα κατά πόσο παρέδωσε το έγγραφο στον κ. Λυμπερόπουλο στο εγγεγραμμένο γραφείο της εναγομένης. Αναγράφει μόνο ότι το επέδωσε έναντι της υπογραφής του εν λόγω προσώπου, στη Λευκωσία, ως διευθυντή της εναγομένης, πράγμα το οποίο επαναλαμβάνω διαφάνηκε ότι δεν ίσχυε. Η ενάγουσα-καθ' ης η αίτηση, με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ισχυρίζεται ότι η επίδοση έγινε στον «χώρο διεξαγωγής της επιχείρησης της εναγομένης», χωρίς καν να διευκρινίζει κατά πόσο πρόκειται για το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Εξάλλου, η θέση αυτή ουδόλως υποστηρίζεται από την ίδια την ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη, η οποία αναγράφει μόνο ότι επιδόθηκε στη Λευκωσία και όχι στο εγγεγραμμένο γραφείο. Τονίζω ότι εφόσον πρόκειται για νομικό πρόσωπο, η επίδοση θα ήταν έγκυρη μόνο στην περίπτωση που είχε επιδοθεί στον πρόεδρο, στον γραμματέα ή κάποιο άλλο υψηλόβαθμο αξιωματούχο της εταιρείας όπως διευθυντή (σε οποιαδήποτε διεύθυνση), ή σε κάποιο πρόσωπο στο εγγεγραμμένο γραφείο της (βλ. Ιερά Μητρόπολη, πιο πάνω, και J. Z. Classic Music Pro Ltd v. Alkadia Music Land Ltd 2002 1Β Α.Α.Δ. 1151). Τίποτε από αυτά δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η επίδοση ήταν αντικανονική, εφόσον δεν έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.5 θ. 7. Κατά συνέπεια, η απόφαση εναντίον της εναγομένης θα πρέπει να παραμεριστεί ex debito justitiae . Παρά το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει, το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο, ενόψει του ότι η απόφαση που εκδόθηκε ερήμην στις 12.11.2008 δεν εκδόθηκε νομότυπα εφόσον δεν προηγήθηκε έγκυρη επίδοση, να εγκρίνει το αίτημα της εναγομένης για παραμερισμό της και δεν τίθεται θέμα διακριτικής ευχέρειας. Παρά την πιο πάνω κατάληξή μου, για σκοπούς πληρότητας σημειώνω ότι στην περίπτωση που κρινόταν ότι η επίδοση ήταν καλή, η απόφαση εκδόθηκε νομότυπα και θα είχαν εφαρμογή οι αρχές που συνοψίζονται στη σελίδα 4 πιο πάνω, θα απέρριπτα χωρίς καμία αμφιβολία την αίτηση της εναγομένης για δύο λόγους. Πρώτον, δεν έχει αποκαλυφθεί καλή υπεράσπιση επί της ουσίας, ούτε και πιθανότητες επιτυχίας. Η γενική και αόριστη άρνηση οφειλής που αναφέρει ο κ. Κύρκος στην ένορκη δήλωσή του σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αποκαλύπτει το ελάχιστο απαιτούμενο της συζητήσιμης υπεράσπισης. Δεύτερον, πάντοτε στην περίπτωση που κρινόταν ότι η επίδοση στις 9.10.2008 ήταν καλή και η απόφαση που εκδόθηκε ερήμην νομότυπη, η αιτήτρια δεν έχει καταδείξει εύλογο και σοβαρό λόγο για την παράλειψή της να καταχωρίσει έγκαιρα σημείωμα εμφάνισης, ούτε και να δικαιολογήσει την υπέρμετρη καθυστέρησή της να λάβει μέτρα για παραμερισμό της επίδικης απόφασης, ήτοι πέραν του ενός έτους. Εάν η επίδοση ήταν έγκυρη και η εναγομένη είχε λάβει γνώση της αγωγής από 9.10.2008, θα ήταν προφανές ότι ενδιαφέρθηκε για την έκβαση της υπόθεσης μόνο μετά τη λήψη μέτρων εκτέλεσης της απόφασης από την ενάγουσα και ειδικότερα την έκδοση εντάλματος κινητών. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, η αίτηση εγκρίνεται και εκδίδεται Διάταγμα παραμερισμού της απόφασης που εκδόθηκε υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης στις 12.11.2008, ex debito justistiae. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και συνεπώς επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας-εναγομένης και εναντίον της καθ' ης η αίτηση-ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η εναγομένη να καταχωρίσει Έκθεση Υπεράσπισης εντός 20 ημερών από σήμερα. (Υπ.) .................. Σ.Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Evans v. Bartlam [1937] 2 All ER 646, Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)1 C.L.R. 317, Mine & Quarry Services Ltd v. Α. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1.Α.Α.Δ. 26, Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793, Ιωάννου v. Το Σκάφος "VERONICA"
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 437, Λαική Κυπριακή Τράπεζα (Χρημ.) Λτδ v. Ιακώβου
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 457, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρυσάνθου Κούρτη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941, Ευάνθη ν. Δημάδη,
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1822, Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2118, Πίττας ν. Unigoods Trading Company Ltd,
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 176, Steven Bush κ.α v. Γιαννάκης Γιαννή,
(2001)1 Α.Α.Δ. 1342 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.