← Κύπρος

Λαϊκής Ασφαλιστικής Εταιρείας Λιμιτεδ ν. Μιχάλη Ματσούκα, Αρ.Αγωγής: 10355/2003, 19.2.2010

Λαϊκής Ασφαλιστικής Εταιρείας Λιμιτεδ ν. Μιχάλη Ματσούκα, Αρ.Αγωγής: 10355/2003, 19.2.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ.Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 10355/2003 Μεταξύ: Λαϊκής Ασφαλιστικής Εταιρείας Λιμιτεδ Εναγόντων και Μιχάλη Ματσούκα Χαράλαμπου Ματσούκα Εναγομένων Ημερομηνία: 19.2.2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες: κος Γ.Παπαθεοδώρου Για τους εναγομένους: κος Α.Βρυωνίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Mε την αγωγή αυτή οι ενάγοντες απαιτούν εναντίον των εναγομένων ΛΚ44145,12 ποσό το οποίο οι εναγόμενοι έλαβαν για λογαριασμό των εναγόντων και κατακράτησαν, τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με την ΄Εκθεση Απαίτησης οι ενάγοντες, οι οποίοι είναι εταιρεία, είναι κάτοχοι σχετικής άδειας και ασκούν νόμιμα το επάγγελμα των ασφαλιστών. Στα πλαίσια των εργασιών τους δέχονταν προτάσεις για σύναψη ασφαλιστικών συμβολαίων από το κοινό απευθείας ή μέσω αντιπροσώπων, προέβαιναν στην έκδοση σχετικών ασφαλιστικών συμβολαίων για κάλυψη διαφόρων κινδύνων και σε διάφορες συναφείς εργασίες. Με προφορική συμφωνία μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων οι τελευταίοι συμφώνησαν όπως αντιπροσωπεύσουν τους πρώτους για σκοπούς διεξαγωγής ασφαλιστικών εργασιών. ΄Ηταν ρητοί και ουσιώδεις όροι της συμφωνίας ότι οι εναγόμενοι μεταξύ άλλων θα αναλάμβαναν όπως αντιπροσωπεύουν τους ενάγοντες για τη διεξαγωγή ασφαλιστικών και άλλων συναφών εργασιών. Οι πιο πάνω όροι παρατίθενται λεπτομερώς στις παραγράφους 4 και 5 της ΄Εκθεσης Απαίτησης. Οι ενάγοντες θα κατέβαλλαν στους εναγόμενους αμοιβή ως προμήθεια. Οι ενάγοντες διατηρούσαν λογαριασμό σε ηλεκτρονικό υπολογιστή σε σχέση με τη συνεργασία. Ο λογαριασμός χρεωνόταν με τις εργασίες ή ασφαλιστήρια έγγραφα και πιστωνόταν με τις πληρωμές των εναγομένων με τις προμήθειες ή πιστωτικές σημειώσεις. Λόγω παράβασης των ουσιωδών όρων της συμφωνίας της παραγ. 3 της ΄Εκθεσης Απαίτησης «που αφορά την απόδοση ή την εμπρόθεσμη απόδοση στους ενάγοντες των χρημάτων που είσπρατταν οι εναγόμενοι ή και την καταβολή των ποσών που ανέλαβαν να καταβάλλουν» όπως αναφέρεται στην παραγ. 4 της ΄Εκθεσης Απαίτησης, η συνεργασία τερματίστηκε. Στις 28.9.03 ο λογαριασμός των εναγομένων είχε υπόλοιπο £44145,12 χρεωστικό και οι ενάγοντες κάλεσαν επανειλημμένα τους εναγόμενους να το ξοφλήσουν αλλά αυτοί παρέλειψαν να το πράξουν. Στην Υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι αρνούνται την ύπαρξη προφορικής συμφωνίας της παραγ.3 της ΄Εκθεσης Απαίτησης και την ύπαρξη των ρητών όρων της παραγ.4 (α) - (δ) και 5 της ΄Εκθεσης Απαίτησης. Αρνούνται επίσης την ύπαρξη πίνακα προμηθειών, χρεωστικού υπολοίπου και καταγγελίας της συμφωνίας. Ισχυρίζονται δε ότι στα πλαίσια των εργασιών τους συνεργάστηκαν με άλλη εταιρεία (Afxo Insurance Operations Ltd) που εξαγοράστηκε πιθανώς από τους ενάγοντες. Στην Απάντηση τους στην Υπεράσπιση οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι: «α. η προβαλλόμενη συμφωνία άρχισε την ή περί την 13.11.1991 και συνέχισε μέχρι την ή περί την 30.1.1997 μεταξύ των εναγομένων και της ασφαλιστικής εταιρείας ΠΑΝΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ. β. Ακολούθως τόσον η άνω συμφωνία όσον και ο τηρούμενος λογαριασμός μεταξύ της Πανευρωπαϊκής Ασφαλιστικής Εταιρείας Λτδ και των Εναγομένων συνέχισε και ή μεταφέρθει με κοινή συμφωνία την ή περί την 31.1.1997 στην ΦΙΛΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ μέχρι την ή περί την 20.1.

  1. γ. Περαιτέρω τόσον η άνω συμφωνία όσον και η τήρηση του λογαριασμού μεταξύ της ΦΙΛΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ και των Εναγομένων συνέχισε ή/και μεταφέρθει με κοινή συμφωνία την ή περί την 21.1.2000 στους Ενάγοντες οι οποίοι είναι οι συνεχιστές των εργασιών ή και οι διάδοχοι ή εκδοχείς τόσον της ΠΑΝΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ όσον και της ΦΙΛΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ.» Ισχυρίζονται επίσης ότι για τις πιο πάνω μεταφορές των εργασιών και για τη μεταφορά του εκάστοτε τηρουμένου υπολοίπου των τηρουμένων λογαριασμών υπήρχε η προηγούμενη ρητή και ανεπιφύλακτη συγκατάθεση τόσο των πιο πάνω εταιρειών όσο και των εναγομένων οι οποίοι κωλύονται δια της συμπεριφοράς τους να ισχυριστούν διαφορετικά. Πρώτος και μοναδικός μάρτυρας για τους ενάγοντες ήταν ο Πανίκκος Γιάγκου, υπεύθυνος λογιστηρίου, Μ.Ε.
  2. Υιοθέτησε γραπτή κατάθεση του, Τεκμήριο 1 σύμφωνα με την οποία έχει προσωπική γνώση όλων των γεγονότων της παρούσας και στην οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες, οι οποίοι είναι εταιρεία, είναι κάτοχοι σχετικής άδειας και ασκούν νόμιμα το επάγγελμα των ασφαλιστών. Στα πλαίσια των εργασιών τους οι Ενάγοντες ενεργούσαν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ως ασφαλιστές, ασφαλιστικοί αντιπρόσωποι, ασφαλειομεσίτες και δέχονταν προτάσεις για σύναψη ασφαλιστικών συμβολαίων από το κοινό απευθείας και μέσω αντιπροσώπων τους είτε μέσω μεσαζόντων, προέβαιναν στην έκδοση των σχετικών ασφαλιστικών συμβολαίων για την κάλυψη διαφόρων κινδύνων και σε διάφορες συναφείς και παρεμφερείς εργασίες. Με προφορική συμφωνία που έγινε στη Λευκωσία γύρω στις 13.11.1991 μεταξύ των ΠΑΝΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ οι οποίοι προϋπήρξαν των εναγόντων, οι εναγόμενοι συμφώνησαν όπως αντιπροσωπεύουν τους Ενάγοντες και ενεργούν ως μεσάζοντες για σκοπούς διεξαγωγής ασφαλιστικών εργασιών, «η συμφωνία». Ήταν ρητός όρος της «συμφωνίας» ότι οι εναγόμενοι θα αναλάμβαναν, μεταξύ άλλων όπως: α. Αντιπροσωπεύουν τους ενάγοντες για σκοπούς διεξαγωγής ασφαλιστικών εργασιών και άλλων συναφών ή και παρεμφερών εργασιών που αναφέρονται στη «συμφωνία». β. Προσφέρουν προς τους ενάγοντες υπηρεσίες που αφορούσαν τις απαιτήσεις τρίτων εναντίον τους ως και άλλες συναφείς υπηρεσίες, όπως ενεργούν καλόπιστα προς το συμφέρον των εναγόντων, όπως είναι πλήρως υπεύθυνοι για την είσπραξη των ασφαλίστρων και άλλων επιβαρύνσεων ή χρεώσεων σε σχέση με ασφαλιστικά συμβόλαια για τα οποία είχαν ενεργήσει ως μεσάζοντες και όπως ανοίξουν και διατηρούν σε ισχύ ξεχωριστό τραπεζιτικό λογαριασμό στον οποίο να γίνονται όλες οι καταθέσεις πληρωμών ασφαλίστρων. γ. Εισπράττουν για λογαριασμό των εναγόντων ασφάλιστρα τα οποία ανέλαβαν όπως καταβάλλουν στους ενάγοντες κατά τον χρόνο και τον τρόπο που ρητά εκτίθεται στην συμφωνία ήτοι όπως τα καταβάλλουν στους ενάγοντες εντός 60 ημερών από την πρώτη ημέρα που ακολουθούσε τον μήνα έκδοσης του σχετικού τιμολογίου. Ανέλαβαν επίσης ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσης τους με την πρόνοια αυτή όπως καταβάλλουν στους ενάγοντες τόκο προς 9% τον χρόνο ή το ανώτατο επιτρεπόμενο από τον νόμο δανειστικό επιτόκιο. δ. ανέλαβαν την ευθύνη όπως επωμισθούν οι ίδιοι πιθανή ζημιά που θα προκαλείτο στους ενάγοντες από επισφαλείς χρεώστες, είτε που θα προέρχονταν από πιστωτικές διευκολύνσεις που τυχόν θα παραχωρούσαν οι εναγόμενοι σε τρίτους, χωρίς να επηρεάζεται με οποιονδήποτε τρόπο η οφειλή των εναγομένων προς τους ενάγοντες. Οι όροι αυτοί ήσαν ουσιώδεις όροι και αποτελούσαν τη βάση της πιο πάνω «σύμβασης» μεταξύ εναγόντων και εναγομένων. Περαιτέρω, ήταν ρητός όρος της «συμφωνίας» ότι οι ενάγοντες θα μπορούσαν να την τερματίσουν σε περίπτωση παράβασης της από τους εναγομένους ή, μεταξύ άλλων, σε περίπτωση που οι εναγόμενοι εμποδίζονταν ή δεν εκτελούσαν τα καθήκοντα τους με βάση τη συμφωνία για περίοδο 6 μηνών. Οι ενάγοντες σε αντάλλαγμα των υπό των εναγομένων προσφερθεισομένων υπηρεσιών ανέλαβαν όπως καταβάλλουν σ΄αυτούς ως αμοιβή τους προμήθεια σύμφωνα με τις συμφωνηθείσες στη «συμφωνία» είτε τις κατά καιρούς ισχύουσες ή εφαρμοζόμενες υπό των εναγόντων κλίμακες προμηθειών ή σύμφωνα με τον εκάστοτε σε ισχύ υπό των εναγόντων ΠΙΝΑΚΑ ΠΡΟΜΗΘΕΙΩΝ και ο οποίος ήταν αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας και θα καλούνται όλα μαζί ως η «συμφωνία». Οι ενάγοντες διατηρούσαν λογαριασμό σχετικά την πιο πάνω συνεργασία σε ηλεκτρονικό υπολογιστή ο οποίος λειτουργούσε κανονικά από την αρχή της συνεργασίας των διαδίκων μέχρι και σήμερα. ΄Ηταν και είναι άτομο υπεύθυνο για τη λειτουργία και επίβλεψη του συστήματος του ηλεκτρονικού υπολογιστή αυτού. Η συμφωνία άρχισε την ή περί την 13.11.1991 και συνέχισε μέχρι την ή περί την 30.1.1997 μεταξύ των εναγομένων και της ασφαλιστικής εταιρείας ΠΑΝΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ. Ακολούθως τόσο η άνω συμφωνία όσο και ο τηρούμενος λογαριασμός μεταξύ της ΠΑΝΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ και των Εναγομένων συνέχισε και έχει μεταφερθεί με κοινή συμφωνία τόσο των Εναγόντων όσο και των Εναγομένων την ή περί την 30.8.1996 στην ΦΙΛΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ μέχρι την ή περί την 20.5.
  3. Περαιτέρω, τόσο η άνω συμφωνία όσον και η τήρηση του λογαριασμού μεταξύ της ΦΙΛΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ και των Εναγομένων συνέχισε και μεταφέρθηκε με κοινή συμφωνία την ή περί την 21.5.2000 στους Ενάγοντες οι οποίοι είναι οι συνεχιστές των εργασιών οι διάδοχοι/εκδοχείς τόσον της ΠΑΝΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ όσον και της ΦΙΛΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ. Από την αρχή της συνεργασίας τους με τους ενάγοντες οι εναγόμενοι μέχρι την ή περί την 28.9.03 διατηρούσαν λογαριασμό με τους ενάγοντες ο οποίος χρεωνόταν με τις εργασίες ή τα ασφαλιστήρια έγγραφα ή άλλες υπηρεσίες που πρόσφεραν οι ενάγοντες στους εναγόμενους ή σε πρόσωπα ή εταιρείες υποδειχθέντα από αυτούς στους ενάγοντες και πιστώνονταν με τις πληρωμές των εναγομένων με τις προμήθειες στις οποίες νομιμοποιούνταν ή και με τις τυχόν πιστωτικές σημειώσεις που εξέδιδαν οι ενάγοντες προς όφελος ή για λογαριασμό των εναγομένων. Η συνεργασία/συμφωνία μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων έχει σταματήσει ή τερματισθεί επί το ότι οι εναγομένοι είχαν παραβεί ουσιώδεις όρους της «συμφωνίας» που αφορά την απόδοση - πληρωμή ή την εμπρόθεσμη απόδοση στους ενάγοντες των χρημάτων που εισέπρατταν οι εναγόμενοι ή και την καταβολή των ποσών που ανέλαβαν να καταβάλλουν στους ενάγοντες σύμφωνα με τους ρητούς όρους. Τόσο την ή περί την 3.1.2005 όσο και σήμερα ο λογαριασμός των εναγομένων δεικνύει χρεωστικό υπόλοιπο ανερχόμενο στο ποσό των Λ.Κ. £43,709.22σ, €74,681,
  4. Οι ενάγοντες αξιούν το ποσό αυτό ως ποσό ληφθέν υπό των εναγομένων «δια αιτία λήξασαν και μη επακολουθήσασαν ή/δια λογαριασμό και προς όφελος των εναγόντων ή/χωρίς αντάλλαγμα ή αξιούν την επιστροφή του ποσού αυτού δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού ή ως αποζημιώσεις συνεπεία της υπό των εναγομένων παράβασης των όρων της «συμφωνίας». Το ποσό αυτό αποτελεί το υπόλοιπο του λογαριασμού τον οποίο οι ενάγοντες διατηρούσαν σε σχέση με την συνεργασία τους με τους εναγόμενους ο οποίος άρχισε από την 13.11.91 που ήταν η πρώτη πράξη χρέωση των εναγομένων και έληξε την ή περί την 3.1.2005 που ήταν η τελευταία. Όλες οι χρεωπιστώσεις που έγιναν κατά τη διάρκεια της συνεργασίας των εναγόντων με τους εναγομένους, αναλυτικά, φαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού την οποία επισυνάπτει σαν τεκμήριο
  5. Σύμφωνα με τον Μ.Ε.1 η συμφωνία έπαψε, για τους λόγους που εκθέτει, να υφίσταται και οι ενάγοντες κάλεσαν επανειλημμένα τους εναγόμενους να προβούν στην πληρωμή του οφειλόμενου ποσού πλην όμως αυτοί αμέλησαν και/ή παρέλειψαν και/ή αρνήθηκαν να συμμορφωθούν. Ο Μ.Ε.1 κατέθεσε 48 σελίδες λογαριασμών των εναγομένων που αφορά, όπως είπε, τη συνεργασία τους με την Πανευρωπαϊκή και Φιλική από 13.11.91 μέχρι 21.5.00, Τεκμήριο
  6. Επίσης κατέθεσε το τεκμήριο 3 που αφορά τη συνεργασία τους με την Λαϊκή Ασφαλιστική, μεταξύ 26.10.99 και 22.12.99, το Τεκμήριο 4 που αφορά τη συνεργασία τους από 14.1.2000 μέχρι 22.12.00, το Τεκμήριο 5 από 8.1.2001 μέχρι 27.12.01, το Τεκμήριο 6 από 3.1.2002 μέχρι 31.12.02, το Τεκμήριο 7 από 1.1.2003 μέχρι 9.12.03, το Τεκμήριο 8 που αφορά το έτος 2004 και το Τεκμήριο 9 που αφορά το έτος 2005 στο οποίο φαίνεται το ποσό που διεκδικείται σήμερα ύψους £43709.22 (€74681.64). Όπως προκύπτει, στο κάθε Τεκμήριο μεταφέρεται το υπόλοιπο του προηγούμενου τεκμηρίου, της προηγούμενης δηλαδή περιόδου. Το υπόλοιπο του Τεκμηρίου 2, £22025,58 το οποίο αφορά το ποσό που μεταφέρθηκε από το λογαριασμό της Πανευρωπαϊκής και Φιλικής μεταφέρθηκε στο λογαριασμό της Λαϊκής Ασφαλιστικής στις 21.5.00 όπως φαίνεται στο Τεκμήριο
  7. Η ένδειξη πίστωση (credit) στο Τεκμήριο 2 αφορά πληρωμή από τον ασφαλιστή, ακύρωση συμβολαίου ή προμήθεια προς όφελος του ασφαλιστή ενώ η ένδειξη χρέωση αφορά το ποσό των ασφαλίστρων που χρεώνεται ο ασφαλιστής και είναι υπόχρεος να πληρώσει. Ο μάρτυρας είχε κάθε μήνα επαφή με τους εναγομένους προς είσπραξη των οφειλομένων ποσών στα πλαίσια των εργασιών του. ΄Εγιναν διαβουλεύσεις που δεν απέφεραν αποτέλεσμα, ουδέποτε δε υπήρξε αμφισβήτηση του ποσού. Δεν μπορούσαν να πληρώσουν. Οι λογαριασμοί τους δόθηκαν και έγιναν και τηλεφωνικές επαφές. Αντεξεταζόμενος, σε ερώτηση αν η προφορική συμφωνία που αναφέρει στην κυρίως εξέταση του με την Πανευρωπαϊκή Ασφαλιστική είναι υπόψη του, ανέφερε ότι όταν το 1996 εξαγοράστηκε η τελευταία από τη Φιλική και μετά από συμφωνία του αντιπροσώπου με τη Φιλική έγινε μεταφορά των λογαριασμών. Ο ίδιος ως λογιστής παρακολούθησε τη μεταφορά και έλεγξε όλες τις εγγραφές από το
  8. Σε ερώτηση αν κατέχει στοιχεία της συμφωνίας απάντησε ότι επαναβεβαιώθηκε και το 1996 όταν εξαγοράστηκε η Πανευρωπαϊκή από τη Φιλική και ήταν παρών στην επιβεβαίωση και συζήτηση των λογαριασμών και των υπολοίπων του αντιπροσώπου. Οι εναγόμενοι έκαναν συμφωνία μαζί τους σε σχέση με τα υπόλοιπα με τη Φιλική. Ήταν συνέχεια της προφορικής συμφωνίας που προϋπήρχε από το
  9. Οι ρητοί όροι (α)-(δ) στη γραπτή δήλωση του αφορούν την προφορική συμφωνία με την Πανευρωπαϊκή. Γνωρίζει τους ρητούς όρους γιατί, όπως είπε, «βασίζετο σε άλλες παρόμοιες γραπτές συμφωνίες που γίνονται με άλλους αντιπροσώπους αλλά για κάποιους λόγους ο αντιπρόσωπος δεν ήθελε γραπτή συμφωνία». «Γίνονταν και προφορικές, είχαμε όμως το γραπτό κείμενο που αναφερόταν η προφορική», είπε χαρακτηριστικά. Οι όροι α-δ είναι οι ίδιοι με αυτούς σε γραπτές συμφωνίες που υπέγραψαν άλλοι αλλά όχι οι εναγόμενοι. ΄Εγινε προφορική συμφωνία. Αρνήθηκε υποβολή πως κάποιοι δεν συμφωνούσαν και δεν υπέγραφαν. Υπήρχαν προϋποθέσεις για να γίνουν γραπτές οι συμφωνίες, όπως η άδεια του Εφόρου. Εδώ βέβαια, οι προϋποθέσεις υπήρχαν για να γίνει γραπτή η συμφωνία. Το 1996 έκανε επαναβεβαίωση της συμφωνίας και ήταν παρών. Ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι πήραν τη συμφωνία στους εναγομένους οι οποίοι διαφώνησαν και δεν υπέγραψαν. Συμφώνησαν αλλά δεν υπέγραψαν. Γνωρίζει ότι συμφώνησαν αφού μεταφέρθηκαν τα υπόλοιπα από το 1991 στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Σε ερώτηση αν κατέχει στοιχεία ότι το 1991 οι εναγόμενοι συμφώνησαν με τους όρους που αναφέρει απάντησε «επιβεβαιώθηκε η συμφωνία μετά την εκτύπωση και μεταφορά του χαρτοφυλακίου και ανανεώθηκε πλέον με τη Φιλική». Υπήρχε «επαναβεβαίωση» και από τους ιδίους ότι είχαν συμφωνήσει με τη Φιλική. Σε ερώτηση από πού συμπεραίνει ότι οι εναγόμενοι συμφώνησαν με τον όρο (δ) απάντησε ότι ανέλαβαν προφορικά στον ίδιο την ευθύνη το 1996 όταν εξαγοράστηκε η Πανευρωπαϊκή από τη Φιλική. Κάλεσε τον εναγόμενο Μιχάλη Ματσούκα στο γραφείο του ο οποίος επιβεβαίωσε τους λογαριασμούς. Κατά το χρόνο αγοράς της Φιλικής από τη Λαϊκή οι εναγόμενοι κλήθηκαν από τη διεύθυνση της Λαϊκής για το μέλλον της συνεργασίας. Η επιθυμία τους ήταν να συνεχιστεί η συνεργασία. Ο μάρτυρας ήταν παρών, επιβεβαίωσε το υπόλοιπο για το οποίο δεν υπήρχε αντίρρηση και ζητήθηκε να γίνει γραπτή συμφωνία. Συμφωνήθηκε για δεύτερη φορά συνέχεια της συμφωνίας ως είχε προηγουμένως και ο τρόπος συνεργασίας, όπως το
  10. Δεν θυμόταν αν ένας από τους λόγους που του είχαν αναφερθεί ως προς το γιατί δεν υπογράφτηκε γραμμάτιο που ετοιμάστηκε για συνέχιση της συνεργασίας ήταν το ότι δεν έκαναν εξετάσεις οι εναγόμενοι. Αρνήθηκε πως είπαν πως δεν χρωστούσαν. Στον ίδιο συνέχισαν να πληρώνουν. Κατά το 1991 ο Μ.Ε.1 εργαζόταν στην Φιλική Ασφαλιστική. Δέχθηκε ότι τα στοιχεία 1991-1997 δεν τα είχε περάσει ο ίδιος στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Το τεκμήριο 10, συμφωνία ετοιμάστηκε από τη Λαϊκή για να υπογραφεί από τους εναγομένους και δεν υπογράφηκε. Αρνήθηκε πως καμία συμφωνία δεν έγινε με τη Λαϊκή σε σχέση με τα προηγούμενα υπόλοιπα. Συμφωνίες είχαν γίνει. Και αυτό αποδεικνύεται από τις συναλλαγές που είχε ο ίδιος να παίρνουν συμβόλαια και να πληρώνουν έναντι. Για την περίοδο 1991-1997 δεν υπήρχαν τόκοι. Οι τόκοι που φαίνονται στο Τεκμήριο 2 (€1980,66) αφορούν τόκους για το
  11. Στις 31.12.97 χρεώθηκαν τόκοι. Αρνήθηκε υποβολή πως οι εναγόμενοι δεν υπέγραψαν τη συμφωνία γιατί διαφώνησαν με τους τόκους και τα υπόλοιπα. Μαζί του συμφώνησαν τα υπόλοιπα και έκαναν προφορική συμφωνία αποπληρωμής. Δεν ήταν καθήκον του να καλέσει τους εναγόμενους να υπογράψουν το Τεκμήριο 10, ο ίδιος ήταν αρμόδιος για τα υπόλοιπα. Η συμφωνία τερματίστηκε το Σεπτέμβριο, 2003 με κοινή συμφωνία. Αρνήθηκε υποβολή πως ουδέποτε υπήρξε τερματισμός. ΄Εγινε προφορικά. Ενημερώθηκε ο εναγόμενος προφορικά και στάληκε επιστολή στους δικηγόρους για νομικά μέτρα (Τεκμήριο 16). Επανεξεταζόμενος ρωτήθηκε ποια η σημασία του Τεκμηρίου 10, αφού η συμφωνία ήταν προφορική, και απάντησε επί λέξει πως «είναι η συμφωνία που υπόγραφαν όλοι, του ζητήθηκε να υπογράψει και δεν το έπραξε». Σε ερώτηση αν είτε υπογράψουν είτε όχι αυτή η συμφωνία τηρείτο απάντησε θετικά. Οι εναγόμενοι δεν προσκόμισαν μαρτυρία. Μετά το πέρας της μαρτυρίας οι συνήγοροι αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις αντίστοιχες θέσεις τους. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα έχουν αναφέρει και θα αναφερθώ σε αυτά όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή το μάρτυρα κατά τη διάρκεια της πολύωρης μαρτυρίας του και έχοντας εξετάσει με πολλή προσοχή τη μαρτυρία του καταλήγω στα πιο κάτω: Καταρχήν ουδεμία κατά την άποψη μου βαρύτητα μπορεί να δοθεί στο μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα που αφορά τη σύναψη προφορικής συμφωνίας με τους εναγομένους περί τις 13.11.91 μεταξύ της Πανευρωπαϊκής Ασφαλιστικής Εταιρείας Λτδ και των εναγομένων. Είναι αξιοσημείωτο ότι παρά το ότι ο Μ.Ε.1 κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε στο Δικαστήριο πως είχε πλήρη προσωπική γνώση της συμφωνίας, αναφερόμενος μάλιστα και επί λέξει σε κάποιους από τους ρητούς της όρους, κατά την αντεξέταση του ανέφερε πως κατά το έτος 1991 δεν εργαζόταν καν στην Πανευρωπαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ αλλά στη Φιλική. Από το σύνολο δε της μαρτυρίας του προκύπτει ότι ο μάρτυρας ουδεμία γνώση είχε οποιονδήποτε συμφωνηθέντων όρων και ότι ο ισχυρισμός του περί γνώσης τέτοιων όρων πηγάζει υποθετικά και συμπερασματικά από τη μεταφορά και μόνο των υπολοίπων στα οποία αναφέρθηκε. Ήταν περαιτέρω εμφανές ότι όταν ο μάρτυρας μιλούσε για συνέχιση ή επιβεβαίωση της συμφωνίας από τη Φιλική και τους ενάγοντες αναφερόταν σε «επιβεβαίωση των λογαριασμών» και εκτύπωση, μεταφορά και επιβεβαίωση των υπολοίπων. Τα περί ρητών όρων και περιεχομένου συμφωνιών αποτελούσαν εμφανώς αποκύημα της φαντασίας του. Το μόνο το οποίο ενδεχομένως να γνώριζε προσωπικά ο μάρτυρας ήταν η μεταφορά των υπολοίπων των λογαριασμών στους οποίους αναφέρθηκε στην κυρίως εξέταση του. Μηδενικής λοιπόν αποδεικτικής αξίας ήταν και το κομμάτι της μαρτυρίας του το οποίο αναφερόταν σε «συνέχιση» και «μεταφορά» της αρχικής συμφωνίας και σε κοινή συμφωνία που αφορούσε τα πιο πάνω. Θεωρώ, περαιτέρω, ότι η θέση του πως οι εναγόμενοι συμφώνησαν με τη γραπτή συμφωνία Τεκμήριο 10 που είχε ετοιμαστεί από τους ενάγοντες χωρίς όμως να την υπογράψουν στερείται πειστικότητας αφού είναι αντιφατική από μόνη της και δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική. Εξάλλου, σύμφωνα με τον ίδιο υπήρχαν οι προϋποθέσεις για να γίνει γραπτώς η συμφωνία. Όμως, αξίζει και εδώ να τονιστεί ότι ο μάρτυρας και πάλι έδιδε μαρτυρία που βασιζόταν σε εικασίες δικές του και όχι σε προσωπική του γνώση όπως διαφάνηκε όταν τελικά παραδέκτηκε στη συνέχεια της μαρτυρίας του ότι ο ίδιος ήταν αρμόδιος μόνο για τα υπόλοιπα και όχι για την υπογραφή συμφωνιών. Η δε θέση πως η συμφωνία τεκμήριο 10 ήταν συνέχιση της συμφωνίας του 1991 με την Πανευρωπαϊκή και της συμφωνίας του 1997 με τη Φιλική παρέμεινε μετέωρη έχοντας υπόψη πως οι όροι του Τεκμηρίου 10 δεν συνάδουν ούτε όμως και έχουν συσχετισθεί καθ΄οιονδήποτε τρόπο με τους ρητούς όρους που ο ίδιος αναφέρει στην κυρίως εξέταση του. Τα όσα ανέφερε, επί λέξει, στην επανεξέταση του σε σχέση με το Τεκμήριο 10, συγκεκριμένα «είναι η συμφωνία που και σε προφορικές συμφωνίες έχουν ισχύ διάφορα άρθρα» είναι ενδεικτικά της ασάφειας και γενικότερα της ποιότητας της μαρτυρίας του. Σημειώνω ότι η μαρτυρία του μάρτυρα περί συνέχισης και μεταφοράς με κοινή συμφωνία της συμφωνίας μεταξύ της Πανευρωπαϊκής Ασφαλιστικής Εταιρείας Λτδ και των εναγομένων στη Φιλική και ακολούθως στους ενάγοντες ως «συνεχιστές των εργασιών, διάδοχοι/εκδοχείς» (βλ. σελίδα 6 πιο πάνω) δεν βρίσκει έρεισμα στην ενώπιον μου, μαρτυρία. Σημειώνω ότι δεν έχει τεθεί ίχνος μαρτυρίας ενώπιον μου πλην της λακωνικής πιο πάνω δήλωσης του Μ.Ε.1 που να αφορά το χρόνο ή τρόπο της κατ΄ισχυρισμό μεταβίβασης ή συνέχισης των εργασιών των εν λόγω ασφαλιστικών εταιρειών ούτε του αντικειμένου των εν λόγω εργασιών. Ουδεμία αναφορά έχει γίνει είτε στις συμφωνίες συνέχισης των εργασιών που δικογραφούνται στην Απάντηση στην Υπεράσπιση των εναγόντων είτε στο νομικό καθεστώς που τις διέπει (Βλ. τον ισχύον περί Ασφαλιστικών Εταιρειών Νόμο (Ν.72/84). Σε σχέση με το τι περιελάμβαναν οι εργασίες που μεταβιβάστηκαν και το γιατί ενδεχομένως να ήταν αναγκαία η συναίνεση του χρεώστη (βλ. αναφορά σε κοινή συμφωνία στο δικόγραφο) δεν τέθηκε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Με βάση όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι οι ενάγοντες δεν έχουν αποδείξει την υπόθεση τους. Κατά συνέπεια, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) .............. Μ.Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.