← Κύπρος

DE KALB INVESTMENTS LTD ν. ALEXANDER TOLSTICOV, Αρ. Αγωγής: 7039/09, 19.2.2010

DE KALB INVESTMENTS LTD ν. ALEXANDER TOLSTICOV, Αρ. Αγωγής: 7039/09, 19.2.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A64 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7039/09 DE KALB INVESTMENTS LTD Ενάγουσα -και-

  1. ALEXANDER TOLSTICOV
  2. MURTEL INDUSTRIAL CORPORATION
  3. VITAS FINANCIAL CORPORATION
  4. YULIA TOLSTICOV Εναγομένων ----------------------- Αίτηση ημερομηνίας 24.11.2009 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 19.2.2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές: κ. Δ. Παπαδόπουλος Για τους Καθ'ων η Αίτηση: κ. Α. Θεοφίλου ----------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση οι Αιτητές ζητούν: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους προσωπικά ή/και διαμέσου αντιπροσώπου ή/και υπαλλήλου της ή/και τρίτου προσώπου ή/και στους μετόχους τους ή άλλως πως από του να μεταφέρουν εκτός Κύπρου, να δωρίσουν, εκχωρήσουν, επιβαρύνουν, μεταβιβάσουν ή από του να μεταφέρουν, ή διαθέσουν ή επενδύσουν ή ξοδέψουν ή άλλως αποξενώσουν ή/και ανεχτούν ή/και επιτρέψουν να γίνουν τα πιο πάνω αναφορικά με οποιαδήποτε χρηματικά ποσά μέχρι ποσού 500.000 Δολαρίων Αμερικής τα οποία ευρίσκονται σε τραπεζικό λογαριασμό στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Λτδ ή/και σε οποιουσδήποτε Τραπεζικούς Λογαριασμούς στο όνομα ή προς όφελος των Εναγόμενων και σε οποιαδήποτε τράπεζα στην Κύπρο ή στο εξωτερικό σε οποιαδήποτε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέχρι ακρόασης και αποπεράτωσης της παρούσης αγωγής ή άλλης νεωτέρας Διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγόμενους να πληροφορήσουν την Ενάγουσα-Αιτήτρια γραπτώς εντός 10 ημερών από της επιδόσεως του παρόντος διατάγματος για όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία οποιασδήποτε φύσεως και περιγραφής, τα οποία ανήκουν ή άνηκαν σ' αυτούς, ή είναι ή ήταν στην κατοχή και/ή υπό τον έλεγχο τους και/ή άλλως υπήρχαν και/ή υπάρχουν προς όφελος των Εναγομένων, αμέσως ή εμμέσως, είτε εντός είτε εκτός Κύπρου και είτε επ' ονόματι μόνο των Εναγομένων ή στους Εναγομένους από κοινού με άλλους. Γ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγομένους και σε σχέση με λογαριασμούς σε οργανισμούς, να παράσχουν εντός 10 ημερών από της επιδόσεως του παρόντος διατάγματος: i. Το όνομα ή τα ονόματα των προσώπων που έχουν ανοίξει και/ή διατηρούν τους εν λόγω λογαριασμούς. ii. Το όνομα και τη διεύθυνση του οργανισμού, στον οποίο υπάρχει ο λογαριασμός. iii. Τους αριθμούς των εν λόγω λογαριασμών. iv. Όλες τις λεπτομέρειες σε σχέση με τον καθένα από τους εν λόγω λογαριασμούς, περιλαμβανομένων καταθέσεων και αναλήψεων απ' αυτούς, δειγμάτων υπογραφών, ηλεκτρονικά αποθηκευμένων στοιχείων, καταστάσεις λογαριασμών και γενικά οποιαδήποτε άλλη έγγραφη μαρτυρία που να παρέχει πλήρεις λεπτομέρειες για τους εν λόγω λογαριασμούς. Δ. Σε περίπτωση έκδοσης των Διαταγμάτων Α-Γ ανωτέρω διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου για την υποκατάστατο επίδοση πιστοποιημένων αντιγράφων των σχετικών διαταγμάτων εκτός Δικαιοδοσίας (out of Jurisdiction) δια αποστολής με υπηρεσία ταχυμεταφοράς (courier service) της DHL στην διεύθυνση των Εναγομένων 1 και 4, η οποία είναι Rublevskoe Shosse, Apt. 68, Η.11/2, Μόσχα, Ρωσία ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει εύλογο. Ε. Σε περίπτωση έκδοσης των Διαταγμάτων Α-Γ ανωτέρω διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου για την υποκατάστατο επίδοση πιστοποιημένων αντιγράφων των σχετικών διαταγμάτων, δια αποστολής με υπηρεσία ταχυμεταφοράς (courier service) της DHL στην διεύθυνση της Εναγόμενης 2 η οποία είναι 50 Street, Global Plaza Tower 19th Floor, Suite 19-H, Panama City, Republic of Panama ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει εύλογο και στην διεύθυνση της Εναγόμενης 3 η οποία είναι 306 Victoria House, Victoria, Mahe, Seychelles ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει εύλογο. ΣΤ. Διαζευκτικά στο Δ ανωτέρω, την επίδοση πιστοποιημένων αντιγράφων των σχετικών διαταγμάτων, διά μέσου της διπλωματικής οδού όπως προβλέπει η Συνθήκη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για θέματα Νομικής συνδρομής σε θέματα αστικού και ποινικού δικαίου Κυρωτικός Νόμος 172/1986, στη διεύθυνση των Εναγομένων 1 και 4 η οποία είναι Rublevskoe Shosse, Apt. 68, Η.11/2, Μόσχα, Ρωσία ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει εύλογο.» Η υπό εκδίκαση αίτηση στηρίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.5, Θ.9, Δ.5Α, Δ.6, Δ.39, Δ.48 ΘΘ 1-9, επί του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, άρθρα 4 -7, 9 επί του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 άρθρα 21

(2), 22, 23, 29, 31 και 32, στην Διεθνή Σύμβαση της Χάγης 40/82 άρθρο 10(a) και στον Νόμο 172/1986 για την κύρωση της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για θέματα Νομικής συνδρομής σε θέματα αστικού και ποινικού δικαίου άρθρα 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 15, στον Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμο 31
(1)92, άρθρα 2, 3, 4, 5 και 9, επί των αρχών Norwich Pharmacal και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αίτηση εμφαίνονται εις την Ένορκη Δήλωση του Igor Polyakov από τη Ρωσία, που επισυνάπτεται σ' αυτή, ημερ. 24.11.2009 στην Ρωσική Γλώσσα και στην Ένορκη Δήλωση της ίδιας ημερομηνίας του Vitali Zaikovsky μεταφραστή της Ένορκης Δήλωσης από τα Ρωσικά στα Ελληνικά. Στις 25.11.2009 το Δικαστήριο κάτω από την αίτηση αυτή εξέδωσε μονομερώς προσωρινό διάταγμα όσον αφορά την παράγραφο Α της αίτησης και έδωσε οδηγίες όπως για το αιτητικό Β, Γ και ΣΤ να επιδοθεί η αίτηση. Στις 15.12.2009 εμφανίστηκαν οι Εναγόμενοι και έφεραν ένσταση στο να παραμείνει σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα καθώς και στην αίτηση γενικά. Είχαν ήδη καταχωρήσει από την προηγούμενη 14.12.2009 ένσταση, την οποία βάσισαν στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.39, Δ.48 θ.1 ως 9, επί των άρθρων 4.5,6.7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, επί του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στη σχετική νομολογία για παρόμοια διατάγματα και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένσταση στηρίζεται στα γεγονότα όπως αυτά καταγράφονται στην ένορκη δήλωση του ALEXANDER TOLSTICOV από τη Ρωσία. Οι λόγοι της ένστασης περιγράφονται στην Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης και είναι οι ακόλουθοι: «Α) Δεν υπάρχουν και/η δεν αποκαλύπτονται στο κλητήριο και/η στην Αίτηση και/η στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων όπως:
  1. καλή και/η συζητήσιμη υπόθεση για εκδίκαση,
  2. πιθανότητες επιτυχίας των Εναγόντων,
  3. ανάγκη έκδοσης του διατάγματος επειδή διαφορετικά δεν θα μπορεί να ικανοποιηθεί η απόφαση και/ή να αποδοθεί δικαιοσύνη αν οι Ενάγοντες επιτύχουν στην αγωγή τους. Β) Οι Αιτητές ζητούν να δεσμεύσουν ποσό μέχρι €500.000,00, για το οποίο δεν αναφέρουν ικανοποιητική δικαιολόγηση. Γ) Η Αίτηση εναντίον των Καθ'ων η Αίτηση 2 & 4 είναι νομικά αστήριχτη και δεν βασίζεται σε οποιουσδήποτε ισχυρισμούς είτε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είτε στην Αγωγή και δεν υπάρχει οποιοσδήποτε κίνδυνος των Αιτητών που πρέπει να εξασφαλισθεί με το διάταγμα εναντίον των Καθ'ων η Αίτηση 2 &
  4. Δ) Υπό τας περιστάσεις δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Ε) Οι Αιτητές απέκρυψαν από το Δικαστήριο και/η δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο σημαντικά στοιχεία που θα επηρέαζαν την απόφαση του Δικαστηρίου. Στ) Οι Αιτητές βασίζουν τα δικαιώματα που ισχυρίζονται ότι έχουν σε ισχυρισμούς αποδεδειγμένα αναληθείς ή μη ορθούς.» Η ακρόαση της αίτησης έγινε με βάση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων των δύο πλευρών χωρίς να αντεξεταστεί οποιοσδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Δεν καταχωρήθηκε Έκθεση Απαίτησης, το Κλητήριο είναι γενικά οπισθογραφημένο και συνεπώς τα οποιαδήποτε γεγονότα τα οποία θα ληφθούν υπόψη για σκοπούς της παρούσας αίτησης είναι αυτά που αναφέρονται στις ενόρκους δηλώσεις. Ο Εναγόμενος 1 αρχές του 2008 διορίστηκε Διευθύνων Σύμβουλος της Ενάγουσας εταιρείας. Την 1.4.2008 απέκτησε 450 μετοχές της Ενάγουσας και στις 4.4.2008 τις μεταβίβασε στην Εναγομένη αρ. 2 η οποία είναι δική του εταιρεία, πλήρως ελεγχόμενη από τον ίδιο, εγγεγραμμένη στον Παναμά. Την 21.7.2009 ο Εναγόμενος υπ' αρ. 1 παραιτήθηκε από την θέση του Διευθυντή της Ενάγουσας. Την ίδια μέρα διορίστηκε διευθυντής σε αντικατάσταση του Εναγόμενου 1 ο Igor Polyakov. Κατά την ημερομηνία αυτή, όπως ο ίδιος λέγει στην ένορκη του δήλωση, δεν ενημερώθηκε από τον Εναγόμενο 1 για την ύπαρξη χρέους της Ενάγουσας προς την Εναγομένη 2 δυνάμει συμφωνίας δανείου για ποσό 830.395,57 δολαρίων Αμερικής μεταξύ της Ενάγουσας και Εναγομένης
  5. Η συμφωνία αυτή είναι πλαστή καθότι ο Εναγόμενος 1 υπόγραψε και για τις δύο εταιρείες. Δημιουργήθηκε από τον Εναγόμενο 1 προς όφελος της εταιρείας του, Εναγομένης
  6. Ενόψει αυτού άρχισε να διερευνά τους τραπεζικούς λογαριασμούς της Ενάγουσας εταιρείας. Είναι ισχυρισμός των Εναγόντων, στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, ότι ο Εναγόμενος υπ' αρ. 1 παρέβηκε τα καθήκοντα εμπιστευτικότητας και καλής πίστης προς την Ενάγουσα, εφόσον σφετερίστηκε χρήματα από τους λογαριασμούς της εταιρείας, διέπραξε απάτη ενάντια στην εταιρεία, οικειοποιήθηκε περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας και απέκρυψε εσκεμμένα εργασίες της εταιρείας από το νέο Διευθυντή της εταιρείας και από τον δικαιωματικό ιδιοκτήτη της Ενάγουσας Yuri Kocherinskiy. Χρησιμοποίησε τις Εναγόμενες υπ' αρ. 2 και υπ' αρ. 3 ως οχήματα καταδολίευσης εφόσον και οι δύο εταιρείες ανήκουν στον ίδιο και τις ελέγχει πλήρως. Είναι και οι δύο υπεράκτιες Εταιρείες οι οποίες διατηρούν τραπεζικούς λογαριασμούς στην Κύπρο και στο εξωτερικό. Ο Εναγόμενος υπ' αρ. 1 δια των οχημάτων καταδολίευσης, των Εναγομένων υπ' αρ. 2 και 3, έκλεψαν από τον Ενάγοντα ένα συνολικό ποσό 407,600 Δολαρίων Αμερικής. Το συνολικό ποσό που μεταφέρθηκε στην Εναγόμενη υπ' αρ. 3 ήταν 1,597,600 Δολάρια Αμερικής. Αφαιρώντας από αυτό το ποσό το ποσό των 1,190,000 Δολαρίων Αμερικής τα οποία ο Εναγόμενος υπ' αρ. 1 (δια μέσω του alter ego Εναγομένου υπ' αρ.2) δικαιούταν σύμφωνα με τη συμφωνία παροχής λογιστικών υπηρεσιών παραμένει ένα υπόλοιπο 407,600 Δολαρίων Αμερικής. Από τις καταστάσεις λογαριασμού της Ενάγουσας φαίνεται ότι ο Εναγόμενος υπ' αρ. 1 κατά την περίοδο 19.6.08 μέχρι 21.7.08 μετάφερε συνολικό ποσό 240,432 Δολαρίων Αμερικής στους προσωπικούς του λογαριασμούς . Ποσά αξίας 20,096 Δολαρίων Αμερικής και 50,186 Δολαρίων Αμερικής πιστώθηκαν στη προσωπική πιστωτική κάρτα του Εναγόμενου υπ' αρ. 1 την οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο διατηρούσε στην εταιρεία Taltek (UK) Ltd. Μέρος αυτού του ποσού συνολικής αξίας 169,954 Δολαρίων Αμερικής επιστράφηκε αργότερα, δηλαδή στις 25.2.09, αφήνοντας ένα υπόλοιπο 70,458 Δολαρίων Αμερικής. Ένα περαιτέρω ποσό αξίας 4.576.33 Δολαρίων Αμερικής μεταφέρθηκε στο λογαριασμό της Εναγομένης υπ' αρ. 2 χωρίς οποιοδήποτε υποστηρικτικό έγγραφο στις 2.7.2009 και ένα επιπλέον ποσό 2.032,99 στις 22.4.2009 στον λογαριασμό της Εναγομένης
  7. Επίσης η εγγραφή της Εναγομένης υπ' αρ. 3, η οποία ανήκει στον Εναγόμενο υπ' αρ. 1 πληρώθηκε από χρήματα της Ενάγουσας συνολικής αξίας 2.475 Δολαρίων Αμερικής. Δεν είναι καθαρό αυτή τη στιγμή που κατέληξε το ποσό των 407,600 Δολαρίων Αμερικής, όπως και τα πιο πάνω ποσά, αλλά τουλάχιστον από τις καταστάσεις λογαριασμού φαίνεται ότι η Εναγόμενη υπ' αρ. 3 ήταν η τελευταία γνωστή ιδιοκτήτης εφόσον τα ποσά μεταφέρθηκαν σ' αυτή. Επίσης επιπρόσθετα στο πιο πάνω ποσό που ο Εναγόμενος υπ' αρ. 1 έχει κλέψει ή οικειοποιηθεί, θα πρέπει να προστεθούν τα ποσά που αναφέρονται πιο πάνω και που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 77,409.33 Δολαρίων Αμερικής και €2,032.
  8. Είναι γι' αυτό το λόγο που ζητούν οι Ενάγοντες να ιχνηλατηθούν τα πιο πάνω ποσά και οι Εναγόμενοι να διαταχτούν από το Δικαστήριο να αποκαλύψουν τα περιουσιακά τους στοιχεία και που κατέληξαν τα πιο πάνω ποσά αφού βρίσκονται σε καλύτερη θέση να γνωρίζουν την οικονομική τους κατάσταση. Η Εναγομένη 4 η οποία είναι θυγατέρα του Εναγομένου 1 ενεργούσε ανεπίσημα ως βοηθός του στις εργασίες της Ενάγουσας εταιρείας. Τον βοηθούσε να κάνει όλες τις συναλλαγές εφόσον είναι πιο εξοικειωμένη με την τεχνολογία. Μαζί με τον Εναγόμενο 1 ήταν οι μόνοι που είχαν πρόσβαση στους λογαριασμούς της εταιρείας και που μπορούσαν να λειτουργούν τον λογαριασμό της εταιρείας διαμέσου του διαδυκτίου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η νομολογία επί των προσωρινών διαταγμάτων είναι πασίγνωστη και το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην υπόθεση Οδυσσέως v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, η ικανοποίηση δε των τριών κριτηρίων που τίθενται ως προϋποθέσεις αποτελεί το πρωταρχικό μέλημα του Δικαστηρίου πριν δυνηθεί να περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Το άρθρο 32
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, προβλέπει την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει απαγορευτικό διάταγμα όταν κρίνει τούτο δίκαιο ή πρόσφορο με βάση τις περιστάσεις της υπόθεσης που είναι ενώπιον του. Προκειμένου δε για παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα πρέπει σύμφωνα με την επιφύλαξη στο ίδιο άρθρο να ικανοποιηθεί επιπρόσθετα ότι συντρέχουν και οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την κυρίως δίκη. β) Ότι υπάρχει πιθανότητα ο ενάγοντας να δικαιούται σε θεραπεία και γ) Ότι εκτός εάν εκδοθεί το παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητούμενης υπόθεσης, ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση μίας ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Τα δύο αυτά κριτήρια είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα και θα μπορούσε να λεχθεί ότι ενώ το πρώτο κριτήριο εξετάζεται σε συσχετισμό με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, το δεύτερο προχωρεί ένα ακόμη βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Αν ο Αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση αλλά λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων θεωρείται ότι ικανοποιεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του ή η διατήρηση του σε ισχύ, αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ' ανάγκην την έκδοση διατάγματος όπως έχει υποδείξει η υπόθεση KΟT ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ.(Ε) 255. Η διαδικασία ακρόασης ενός προσωρινού διατάγματος γίνεται μέσα στην περιορισμένη σφαίρα της εξέτασης του ερωτήματος κατά πόσο νομότυπα από πλευράς διαδικασίας προωθήθηκε το αίτημα, καθώς και σε σχέση με το υπόβαθρο των γεγονότων που περιβάλλουν την αίτηση, με γνώμονα τη συσχέτιση τους με τα τρία κριτήρια και το ισοζύγιο της ευχέρειας, αλλά το Δικαστήριο δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo ν. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, αυτό εμπίπτει στην σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου που εκδικάζει την ουσία της ίδιας της αγωγής. Τα ίδια λέχθηκαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστόφορου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 269 - 70. Επιστρέφοντας στην πρώτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του Ν. 14/60 η αξίωση των Εναγόντων αλλά και η Αίτηση τους βασίζεται στο άρθρο 35 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 όπου στην απόφαση Παπαχρυσοστόμου ν. Παπαχρυσοστόμου
(1992)1 Α.Α.Δ. 389, 393 λέχθησαν τα εξής: «.Η σχετική απαίτηση του εφεσείοντα έχει ως υπόβαθρο το άρθρο 35 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Η διάταξη αυτή ενσωματώνει το αγώγιμο δικαίωμα που αναγνώρισε και ανάπτυξε το κοινοδίκαιο για τον αθέμιτο ανταγωνισμό (passing off) σε όλο του το εύρος. Το άρθρο δεν καλύπτει μόνο την απομίμηση ή παραποίηση εμπορευμάτων, αλλά και τις περιπτώσεις που ένας αποβλέπει με τις ενέργειες του να εκμεταλλευθεί την εμπορική εύνοια και τη φήμη που απέκτησε μια επιχείρηση, ταυτίζοντας τις εργασίες του με την άλλη επιχείρηση. Βλέπε The Universal Advertising and Publishing Agency v. Panayiotis Vouros 19 C.L.R. 87 και Adidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383". Λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως διαφαίνονται από τα δικόγραφα ήτοι τη γενική οπισθογράφηση, υπενθυμίζοντας ότι η πρώτη προϋπόθεση αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης της Ενάγουσας, κρίνω ότι ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση. Η επόμενη προϋπόθεση αφορά στο κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα η Ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπεία. Είναι φανερό ότι για την προϋπόθεση αυτή απαιτείται κάτι διαφορετικό αλλά και κάτι περισσότερο υπό μορφή απόδειξης από προηγουμένως. Θα πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι η αγωγή του ενάγοντα έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Οδυσσέως ν. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557). Ανατρέχει για το σκοπό αυτό στη μαρτυρία η οποία έχει προσαχθεί με τη μορφή εγγράφων ενόρκων δηλώσεων, όχι βέβαια για να προβεί σε ευρήματα γεγονότων αλλά για να διαπιστώσει τη δυναμική της ήτοι κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα η μαρτυρία στο σύνολο της να μπορεί να αποδώσει στο τέλος της ημέρας τη θεραπεία την οποία επιδιώκει η Ενάγουσα με την αγωγή της. Η Ενάγουσα πρέπει να αναφερθεί σε γεγονότα που να πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική. Θα πρέπει να σημειωθεί όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω, ότι η ακρόαση της αίτησης έγινε με βάση τα γεγονότα όπως αυτά προκύπτουν μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που επισυνάπτονται στην αίτηση και την ένσταση χωρίς να αντεξεταστεί οποιοσδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Όπως έχω καταγράψει τους ισχυρισμούς και τα γεγονότα τα οποία φαίνονται μέσα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η αγωγή των Εναγόντων έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Ισχυρίζονται μέσα από τα γεγονότα παραβίαση καθηκόντων εμπιστευτικότητας και καλής πίστης διευθυντή της Ενάγουσας εταιρείας, του Εναγομένου 1, παράβαση καθηκόντων βάση του κοινοδικαίου, σφετερισμό, οικειοποίηση και υπεξαίρεση περιουσιακών στοιχείων της Ενάγουσας, δόλο, απάτη, παραβίαση εμπιστοσύνης και κατάχρηση των εξουσιών διευθυντή. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 ήταν τα οχήματα καταδολίευσης διαμέσου των οποίων έγιναν οι παράνομες πράξεις του Εναγομένου
  1. Η Εναγόμενη 4 χρησιμοποίησε τις γνώσεις της για να γίνουν οι συναλλαγές από τον Εναγόμενο
  2. Λεπτομέρειες του δόλου και απάτης καθώς και της συνέργειας δίδονται στην ένορκη δήλωση αφού το κλητήριο είναι γενικά οπισθογραφημένο. Σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση που είναι αναγκαία για την έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν. 14/60 έχω ικανοποιηθεί ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας η Ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπεία δεδομένου ότι ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει αρκετό μαρτυρικό υλικό το οποίο συνδέει τους Εναγόμενους με τα όσα καταλογίζονται σ' αυτούς. Τέλος για τη τρίτη προϋπόθεση θα πρέπει να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι θα είναι δύσκολο ή και αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Συνεπώς στο στάδιο αυτό εξετάζεται εάν τυχόν χρηματική αποζημίωση μπορεί να αποτελέσει ικανοποιητική θεραπεία για τον ενάγοντα στο τέλος της ημέρας. Εάν η απάντηση η οποία θα δοθεί είναι θετική, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ο πρωταρχικός σκοπός για την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος είναι η προστασία των δικαιωμάτων που επικαλείται ο Ενάγοντας κατά το ενδιάμεσο στάδιο που μεσολαβεί μέχρι την αποπεράτωση της δικαστικής διαδικασίας ώστε σε περίπτωση που τυχόν εκδοθεί τελική απόφαση υπέρ του, αυτή να μην αποδειχθεί ατελέσφορη επειδή είναι πλέον δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί η θεραπεία που ζητά ενώ συγχρόνως η αποζημίωση σε χρήμα δεν θα είναι ικανοποιητική ως θεραπεία για απόδοση πλήρους δικαιοσύνης. Σχετική είναι η απόφαση C. Phasarias (Aut. Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ,
(2001)1Β ΑΑΔ σελ. 786: «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία (Βλ. Lakatamitis (ανωτέρω) στη σελ. 525). Έχουμε υπόψη την Κυριάκος Παναγιώτου ν. Σταυρινής Κολλάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1306. Εκεί έγινε αναφορά σε πρόθεση Αποξένωσης αλλά αυτή ήταν η μαρτυρία που υπήρχε και δεν απασχόλησε τέτοιο θέμα. Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοίζου Π. στην Ζεμενίδης (ανωτέρω) εκδίδεται το διάταγμα «ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μη μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων». Τα ίδια και στην Τσιολάκκη και άλλη (ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Πική Δ. όπως ήταν τότε, στην σελίδα 785, εκείνο που απαιτείται είναι «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος». Υπάρχει επαρκής μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου που δείχνει ότι ο κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων είναι υπαρκτός και υπάρχει πιθανότητα μη ικανοποίησης τυχόν εκδοθείσας υπέρ των Εναγόντων απόφασης. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγω αφού έλαβα υπόψη μου και τα γεγονότα που αποτελούν την βάση της αγωγής που είναι ο δόλος και η απάτη και γενικά οι πράξεις των Εναγομένων όπως αυτές περιγράφονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Βρίσκω ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεσης δηλαδή ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ενόψει του ότι ο κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων είναι υπαρκτός. Όσον αφορά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφώς υπέρ των Εναγόντων και είναι επάναγκες να διατηρηθεί το status quo ante προς διατήρηση των δεδομένων που είχαν πριν την έγερση της αγωγής. Η Αιτήτρια έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ικανοποιητικό υλικό που υποστηρίζει πως χωρίς τη διατήρηση του διατάγματος σε ισχύ θα αποστερηθούν της δυνατότητας για θεραπεία στο μέλλον. Το άρθρο 32 αναφέρει ρητά ότι θα πρέπει να ικανοποιούνται και οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει χωρίς οποιαδήποτε εξαίρεση (βλ. Παναγίδου ν. Παναγίδου κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. σελίδα
  1. Βρίσκω ότι και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 ικανοποιούνται. Δέσμευση περιουσιακών στοιχείων εκτός δικαιοδοσίας: Ως προς το θέμα κατά πόσον το Δικαστήριο έχει εξουσία να δεσμεύσει περιουσιακά στοιχεία των Εναγομένων εκτός δικαιοδοσίας σχετική είναι η απόφαση Seamark Consultancy Services Limited v.
  2. Joseph P. Lasala κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ σελ. 163, στην οποία γίνεται αναδρομή τόσο στην Κυπριακή όσο και στην Αγγλική νομολογία. «Με την ευρύτητα του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60 όπως ερμηνεύτηκε στην Κιταλίδης (ανωτέρω), κρίνουμε ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε κώλυμα στο να επεκτείνει, το πρωτόδικο Δικαστήριο, το διάταγμα τύπου Mareva που εξέδωσε και σε περιουσιακά στοιχεία εκτός δικαιοδοσίας. Σημειώνουμε ότι στο Άρθρο 32 δεν τίθεται οποιοσδήποτε περιορισμός, εκτός από τις τρεις προϋποθέσεις. Ο μόνος περιορισμός που τέθηκε από την Pastella (ανωτέρω), ήταν η μη επέκταση του διατάγματος σε περιουσιακά στοιχεία εκτός δικαιοδοσίας και τούτο ένεκα της Αγγλικής προσέγγισης του θέμα­τος, μέχρι τότε. Σημειώνουμε ότι η ίδια η Pastella (ανωτέρω) είχε επεκτείνει την αρχή της Polish Ocean Lines and Another v. Ν Spyropoullos and Another, 20 (Part II) C.L.R. 73, λαμβάνοντας υπόψη εξελίξεις στην Αγγλική νομολογία και πρακτική, οι οποίες αφαιρούσαν από την Spyropoullos το υπόβαθρο στο οποίο είχε βασιστεί. Με την ευρύτατη εξουσία που παρέχει το Άρθρο 32 στα Δικαστήρια, το ιστορικό της επέκτασης των παρεμπιπτόντων δια­ταγμάτων όπως φαίνεται και από τις αποφάσεις Spyropoullos και Pastella (ανωτέρω) και τις νέες αντιλήψεις που επικράτησαν στην Αγγλία μετά την Pastella, κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικα­στήριο, είχε δικαίωμα και εξουσία να ενεργήσει όπως ενήργησε, ουσιαστικά ακολουθώντας την αρχή της Pastella, η οποία επιτρέ­πει την επέκταση της εμβέλειας των παρεμπιπτόντων διαταγμά­των μέσα στα ευρύτατα πλαίσια του Άρθρου 32 και χωρίς αυτο­περιορισμούς που τέθηκαν πάνω σε υπόβαθρο που στο μεταξύ έχασε τη σημασία, την πειστικότητα και την εγκυρότητα του.» Μετά την πιο πάνω απόφαση τα Δικαστήρια έχουν εξουσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων τα οποία ευρίσκονται εκτός δικαιοδοσίας Δικαστηρίου. Απόκρυψη γεγονότων και παραπλάνηση του Δικαστηρίου: Είναι θεμελιωμένο ότι το Δικαστήριο μπορεί χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος να το ακυρώσει αν εντοπισθεί ότι έχει γίνει απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του, τέτοιας μορφής που ενδεχόμενα να επηρέασε το Δικαστήριο. Παράλειψη παρουσίασης τέτοιων γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου σε μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία έπρεπε να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου, το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Το στοιχείο δε της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Σχετική είναι η απόφαση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χάρη Χρίστου,
(1998)1 ΑΑΔ
  1. Αναφορικά με το ζήτημα της κατ' ισχυρισμόν απόκρυψης γεγονότων και παραπλάνησης του Δικαστηρίου από τους Ενάγοντες οι ισχυρισμοί των Εναγόντων δεν είχαν εξειδικευθεί στην ένσταση όπως θα έπρεπε σύμφωνα με τη Δ.48 Θ.
  2. Εν πάση όμως περιπτώσει δεν υπάρχει ούτε απόκρυψη, ούτε παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Οι Ενάγοντες παρέθεσαν όλα τα σχετικά γεγονότα καθώς και πληθώρα Τεκμηρίων και η παράλειψη παρουσίασης κάποιου εγγράφου δεν ισοδυναμεί με ουσιώδη απόκρυψη γεγονότων ή με τέτοια παράλειψη που θα έπρεπε να οδηγήσει το Δικαστήριο σε ακύρωση του δοθέντος διατάγματος. Κατά την ακρόαση της αίτησης για διατήρηση του προσωρινού διατάγματος και έκδοση των υπολοίπων διαταγμάτων είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα και Τεκμήρια από τους Ενάγοντες και τα ισχυριζόμενα από μέρους των Εναγομένων ότι παρέλειψαν να τα θέσουν οι Ενάγοντες ενώπιον του Δικαστηρίου έχουν τεθεί από τους ίδιους τους Εναγόμενους. Πληροφόρηση Ενάγουσας για περιουσιακά στοιχεία των Εναγομένων και αποκάλυψη λογαριασμών τους: Η Ενάγουσα με την παρούσα αίτηση ζητά και την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι όπως πληροφορήσουν την Ενάγουσα εντός 10 ημερών από της επίδοσης του διατάγματος για όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία οποιασδήποτε φύσεως και περιγραφής τα οποία ανήκουν σ' αυτούς. Επίσης διάταγμα που να διατάσσει τους Εναγόμενους για αποκάλυψη λογαριασμών των Εναγομένων σε Οργανισμούς. Τέτοια διατάγματα εκδόθηκαν με την απόφαση στην αγωγή αρ. 5581/05 La Sala κ.α. ν. Λυκούργου Κυπριανού κ.α Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, η οποία επικυρώθηκε από τον Ανώτατο με την απόφαση Seamark Consultancy Services Limited v.
  3. Joseph P. Lasala κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ σελ. 163. Ο κ. Ναθαναήλ, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), στην Ενδιάμεση Απόφαση του στην πιο πάνω αγωγή είπε τα εξής: «Τα στοιχεία που καλείται ο εναγόμενος να αποκαλύψει είναι στα πλαίσια της βοήθειας που οφείλει να δώσει προς τη δικαιοσύνη ώστε να αποκαλυφθεί η αλήθεια, έστω και αν δυνατόν να θεωρηθεί ιδιαίτερα δυσχερές να το πράξει. Προσομοιάζουν οι παρεπόμενες αυτές θεραπείες με τα διατάγματα τύπου Anton Pillar, τα οποία δίνονται επίσης προς υποβοήθηση ανίχνευσης από τα στοιχεία που διατηρεί ο ίδιος ο εναγόμενος τεκμηρίων βοηθητικών προς υποστήριξη της θέσης του ενάγοντα. Τέτοια διατάγματα έχουν δοθεί στη Norwich Pharmacal v. Commissioners of Customs and Excise
(1973)2 All E.R. 94 από τρίτο μάλιστα άτομο εναντίον του οποίου δεν καταλογιζόταν κατ' ανάγκη ανάμειξη στην όλη δόλια συμπεριφορά που ασκήθηκε επί των εναγόντων. Ακολουθήθηκε στην Bankers Trust v. Shapira & Others
(1980)3 All E.R. 353, και πιο πρόσφατα στην Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)1 W.L.R. 2033, όπου τονίστηκε και πάλιν, από τη μια, η δραστική και εξαιρετική αυτή δικαιοδοσία, αλλά από την άλλη, αναγνωρίστηκε ότι με το πολύπλοκο σύγχρονο σύστημα ζωής, ιδιαίτερα στις οικονομικές συναλλαγές, η εξαιρετική έστω αυτή δικαιοδοσία θα πρέπει να αφήνεται να ασκείται με την αναγκαία ευελιξία στις ανάγκες των όποιων νέων πραγματικοτήτων κατά καιρούς εμφανίζονται. Στην Κύπρο υιοθετήθηκε η αρχή στην υπόθεση TBF (Cyprus) Ltd ν. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας
(2001)1 Α.Α.Α. 153, όπου αναφέρθηκε ότι ναι μεν το δικονομικό αυτό μέτρο δεν ασκείται συχνά, αλλά ασκείται όταν κρίνεται ότι το μέτρο είναι αναγκαίο για τη δίκαια έκβαση της υπόθεσης.» Για όλους τους πιο πάνω λόγους το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 25.11.2009 οριστικοποιείται. Εκδίδεται επίσης διάταγμα ως οι παράγραφοι Β και Γ της Αίτησης. Τα όσα αποκαλυφθούν με βάση τα διατάγματα, παράγραφοι Β και Γ, θα χρησιμοποιηθούν μόνο για σκοπούς της παρούσας αγωγής. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας να είναι σε βάρος των Καθ'ων η Αίτηση και υπέρ της Αιτήτριας τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........ Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.