← Κύπρος

Cyprus Investment Securities Corporation Ltd ν. Χαράλαμπου Κρασάρη, Αρ. Αγωγής: 10105/03, 24 Φεβρουαρίου 2010

Cyprus Investment Securities Corporation Ltd ν. Χαράλαμπου Κρασάρη, Αρ. Αγωγής: 10105/03, 24 Φεβρουαρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A68 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 10105/03 Μεταξύ: Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd Εναγόντων και Χαράλαμπου Κρασάρη, Λευκωσία Εναγομένου ----- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 24 Φεβρουαρίου 2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: κα Λ. Μαλέκου για Χρυσαφίνη & Πολυβίου Για τον Εναγόμενο: κ. Θ. Ανδρέου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η υπόθεση αφορά αξίωση των εναγόντων για υπόλοιπο το οποίο, όπως ισχυρίζονται, προέκυψε από αγοραπωλησίες μετοχών στο όνομα του εναγομένου. Σύμφωνα με την εκδοχή των εναγόντων, το υπόλοιπο δημιουργήθηκε από αγοραπωλησίες που διενεργήθηκαν κατά την περίοδο Ιανουαρίου - Οκτωβρίου 2000, κατόπιν εντολών του εναγομένου. Ο λογαριασμός του, όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, παρουσίαζε στις 31.12.2002, χρεωστικό υπόλοιπο ύψους £70.291,83 και παρέλειψε να το πληρώσει, παρόλο που παραδέχθηκε το χρέος του. Με την Υπεράσπιση του, ο εναγόμενος αρνήθηκε ότι έδωσε οδηγίες στους ενάγοντες να ανοίξουν λογαριασμό στο όνομα του ή για να διενεργήσουν αγοραπωλησίες μετοχών. Η εκδοχή των εναγόντων υποστηρίχθηκε από πέντε μάρτυρες και διάφορα έγγραφα που κατέθεσαν ως Τεκμήρια, με βάση τα οποία καταδεικνύεται η διενέργεια διαφόρων χρηματιστηριακών πράξεων στο όνομα του εναγόμενου. Στη δική του μαρτυρία ο εναγόμενος διατήρησε τη δικογραφημένη εκδοχή του, εμμένοντας στη θέση πως δεν έδωσε ποτέ οδηγίες στους ενάγοντες για αγορά ή πώληση μετοχών, δηλώνοντας πλήρη άγνοια για το λογαριασμό που ανοίχθηκε και τις συναλλαγές που διενεργήθηκαν στο όνομα του. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ Οι ενάγοντες κάλεσαν πέντε μάρτυρες, ως ακολούθως:

(1)Τον Σταύρο Αγρότη (Μ.Ε.1), διευθυντή του Χρηματιστηριακού Τμήματος, κατά τον ουσιώδη χρόνο.
(2)Την Ελευθερία Κουμουλή (Μ.Ε.2), λειτουργό των εναγόντων, υπεύθυνη του Τμήματος Διακανονισμού Υπολοίπων.
(3)Τον Στέλιο Χριστοδούλου (Μ.Ε.3), Γενικό Διευθυντή των εναγόντων την περίοδο Ιανουαρίου 2000 - Ιουνίου 2003.
(4)Τη Ζωή Στυλιανού (Μ.Ε.4), υπεύθυνη επικοινωνίας με τους πελάτες και
(5)Τον λειτουργό του Χ.Α.Κ. Πανίκο Χριστοφόρου (Μ.Ε.5). Ο Μ.Ε.1, αφού αναφέρθηκε στα καθήκοντα της θέσης που κατείχε κατά την επίδικη χρονική περίοδο, εξήγησε πως αποχώρησε από την υπηρεσία των εναγόντων το έτος 2006 αλλά εξακολουθεί να έχει πρόσβαση στα αρχεία, κατόπιν ειδικής συμφωνίας, προκειμένου να προωθηθούν οι υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον των Δικαστηρίων. Τα κύρια σημεία της μαρτυρίας του θα μπορούσαν να συνοψιστούν ως εξής: (α) Ο εναγόμενος ήταν υπάλληλος της εταιρείας Α.Α. ΚYΠΡΙΑΝΟΥ INVESTMENTS LTD (στη συνέχεια «Α.Α. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ»), η οποία υπήρξε αντιπρόσωπος των εναγόντων. Με την ιδιότητα του αυτή επισκεπτόταν σχεδόν καθημερινά τα γραφεία των εναγόντων για να παραλάβει σημειώματα συμβολαίων (contract notes) τα οποία εκδίδονταν από τους ενάγοντες και αφορούσαν είτε τον ίδιο προσωπικά είτε άλλους πελάτες της Α.Α. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ. Επιπλέον, ο εναγόμενος είχε πρόσβαση, μετά από ειδική διευθέτηση και εισερχόταν στο πάτωμα του Χ.Α.Κ.. Στην παρουσία του, ανάφερε, ο εναγόμενος έδιδε εντολές σε χρηματιστές των εναγόντων για αγοραπωλησίες μετοχών, είτε για τον ίδιο προσωπικά είτε για πελάτες της Α.Α. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ. (β) Με σκοπό την εκτέλεση χρηματιστηριακών πράξεων επ΄ ονόματι του, ο εναγόμενος υπόγραψε πληρεξούσιο έγγραφο, αντίγραφο του οποίου παρουσίασε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  1. Το πρωτότυπο, διευκρίνισε, δεν μπόρεσε να το εντοπίσει παρά τις προσπάθειες που κατέβαλε. (γ) Την χρονική περίοδο μεταξύ 1.1.2000 και 10.10.2000, οι ενάγοντες εκτέλεσαν πολλές εντολές του εναγομένου σε σχέση με αγορές και πωλήσεις διαφόρων μετοχών δημοσίων εταιρειών. Για τις συναλλαγές αυτές, οι ενάγοντες τηρούσαν λογαριασμό στον οποίο παρουσιάζονται όλες οι συναλλαγές που εκτέλεσαν κατά χρονολογική σειρά (Τεκμήριο 2). Όπως εξήγησε, το υπόλοιπο που παρουσίαζε ο λογαριασμός, το τέλος Ιουνίου 2000, μεταφέρθηκε σε νέο λογαριασμό που μετονομάστηκε «Κίνηση Διαθεσίμων» (Τεκμήριο 7) από 1.7.2000, λόγω αλλαγής του λογισμικού των εναγόντων. (δ) Όλες οι εκτελεσθείσες πράξεις στο όνομα του εναγομένου, συνέχισε ο Μ.Ε.1, παρουσιάζονται και σε ακόμα ένα έγγραφο που τηρούσαν οι ενάγοντες. Πρόκειται για το Τεκμήριο 3 (transaction report by security) στο οποίο παρουσιάζονται όλες οι πράξεις, όχι κατά χρονολογική σειρά, όπως παρουσιάζονται στο Τεκμήριο 2, αλλά με το όνομα των μετοχών που αγόραζε ή πωλούσε ο εναγόμενος. (ε) Ακολούθως ο μάρτυρας κατάθεσε όλα τα σημειώματα συμβολαίων τα οποία εκδόθηκαν από τους ενάγοντες για κάθε μια συναλλαγή που εκτέλεσαν, κατόπιν εντολών του εναγομένου, κατά χρονολογική σειρά (Τεκμήρια 4, 5 (δέσμη από 35 σημειώματα που καλύπτουν την περίοδο 13.4.2000 μέχρι 13.6.2000) 6, (δέσμη από άλλα 26 σημειώματα συμβολαίων της περιόδου 21.6.2000 - 26.6.2000), 8, (δέσμη από 26 σημειώματα που καλύπτουν την περίοδο 30.8.2000 μέχρι 12.9.2000), 9, (δέσμη από 28 σημειώματα σε σχέση με διενεργηθείσες πράξεις κατά την 13η και 14η Σεπτεμβρίου 2000), 10 (δέσμη από 6 σημειώματα ημερομηνίας 14 και 18.9.2000), 11, (δέσμη από 22 σημειώματα για πράξεις που διεκπεραιώθηκαν στις 10.10.2000) και 12 (δύο σημειώματα για πωλήσεις που έγιναν στις 21.12.2000). Τα σημειώματα συμβολαίων, εξήγησε ο Μ.Ε.1, ετοιμάζονταν αφού πρώτα λάμβαναν οι ενάγοντες από το Χ.Α.Κ. «κατάσταση διενεργηθεισών πράξεων», αντιπαραβάλλοντας την κάθε πράξη με τα στοιχεία του πελάτη από το «file of customers», που διατηρούσαν στο αρχείο τους (Τεκμήριο 18). Η κατάσταση διενεργηθεισών πράξεων, πρόσθεσε, τους αποστελλόταν καθημερινά από το Χ.Α.Κ. σε ηλεκτρονική μορφή. (στ) Αναφερόμενος στο υπόλοιπο, όπως τελικά διαμορφώθηκε, εξήγησε ότι με βάση το Τεκμήριο 7, και μετά από τις δύο τελευταίες πωλήσεις ημερ. 21.12.2000, το χρεωστικό υπόλοιπο του εναγομένου ανερχόταν σε £77.673,
  2. Αφού προστέθηκαν «διαχειριστικά έξοδα», το υπόλοιπο αυξήθηκε και ανήλθε συνολικά σε £82.130,
  3. Στη συνέχεια αφαιρέθηκαν δύο ποσά, εκ £965,23 και £21.609,65, αντίστοιχα, διαμορφώνοντας το τελικό οφειλόμενο υπόλοιπο σε £65.031,51, στο οποίο περιελήφθησαν οι τόκοι της περιόδου 1.1.2001 μέχρι 31.12.
  4. Η αφαίρεση του ποσού των £21.609,65, όπως εξήγησε, έγινε μετά από συνεννόηση με τον εναγόμενο και το διευθυντή της Α.Α. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ, Αλέξη Κυπριανού, όταν διαπιστώθηκε πως η αγορά 100.000 μετοχών της «ΔΩΔΩΝΗΣ», στις 13.6.2000, αφορούσε και τους δύο. Το ποσό των £21.609,65 το οποίο αφαιρέθηκε από το λογαριασμό του εναγομένου, χρεώθηκε στο λογαριασμό του Αλέξη Κυπριανού την ίδια μέρα, όπως συνάγεται από το Τεκμήριο 13, ενώ παράλληλα, ο εναγόμενος μεταβίβασε χαριστικά, τις 50.000 στον Αλέξη Κυπριανού. Η Μ.Ε.2 επιβεβαίωσε, με τη σειρά της, τη διαδικασία που ακολουθούσαν οι ενάγοντες για την ετοιμασία των σημειωμάτων συμβολαίων για όλες τις χρηματιστηριακές πράξεις που διεκπεραιώνονταν. Εξήγησε, όπως και ο Μ.Ε.1, πως κατά το χρονικό διάστημα που ήταν σε λειτουργία ο λογαριασμός του εναγομένου, δεν υπήρχε υποχρέωση να ηχογραφούνται οι εντολές των επενδυτών. Προσπάθησε, είπε, να εντοπίσει ηχογραφημένες εντολές του εναγομένου, χωρίς αποτέλεσμα. Υποθέτει, κατά συνέπεια, πως όλες οι εντολές του είχαν δοθεί προφορικά σε χρηματιστές των εναγόντων. Ανάφερε, επίσης, πως προσπάθησε να εξασφαλίσει αντίγραφα των εγγράφων εκχώρησης, για πωλήσεις στις οποίες είχε προβεί ο εναγόμενος, προτού υπογράψει το πληρεξούσιο, αποστέλλοντας επιστολές σε τρεις δημόσιες εταιρείες (Τεκμήρια 20, 21 και 22). Παρεμβάλλεται εδώ, πως με βάση τη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και 2 αλλά και του λειτουργού του Χ.Α.Κ. (Μ.Ε.5), για την πώληση μετοχών ήταν απαραίτητη η υπογραφή των εγγράφων εκχώρησης από τον πωλητή, εκτός εάν υπήρχε πληρεξούσιο, οπόταν θα μπορούσε να υπογράψει ο χρηματιστής δια λογαριασμό του, δυνάμει του πληρεξουσίου εγγράφου. Στις επιστολές της, συνέχισε η Μ.Ε.2, ανταποκρίθηκε μόνο η CYPRUS AIRWAYS LTD, εφοδιάζοντας την με αντίγραφα των εγγράφων μεταβίβασης, για την πώληση που έλαβε χώρα στις 6.6.2000 και αφορούσε πώληση από τον εναγόμενο 5.000 μετοχών, τις οποίες είχε αγοράσει την ίδια ημέρα. Καταθέτοντας τα έγγραφα (Τεκμήριο 23) υποστήριξε πως στο κάτω μέρος του εγγράφου εκχώρησης υπογράφει ως πωλητής ο ίδιος ο εναγόμενος. Eπεξηγώντας, περαιτέρω, το λογαριασμό που ετηρούσαν οι ενάγοντες στο όνομα του εναγομένου (Τεκμήρια 2 και 7 από 1.7.2000), υποστήριξε πως όλες οι συναλλαγές που διεκπεραιώθηκαν στο όνομα του, έχουν τα διακριτικά στοιχεία του λογαριασμού του. Οι ενάγοντες, ανέφερε, επιβαρύνθηκαν με το κόστος των αγορών που έκανε ο εναγόμενος, καταβάλλοντας την αξία τους στα αντισυμβαλλόμενα μέρη, ενώ ο ίδιος δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε πληρωμή στους ενάγοντες, έναντι των αγορών του. Τελειώνοντας, αναφέρθηκε στις επιστολές που απέστειλαν οι ενάγοντες στον εναγόμενο για διευθέτηση της οφειλής του (Τεκμήρια 15, 16 και 17), αναγνωρίζοντας την υπογραφή της επί του Τεκμηρίου
  5. Η μαρτυρία των Μ.Ε.3 και 4 περιστράφηκε, κατά κύριο λόγο, γύρω από τη συνάντηση, που υποστήριξαν ότι είχαν με τον εναγόμενο στις 18.12.
  6. Η συνάντηση, όπως ανάφερε η Μ.Ε.4, πραγματοποιήθηκε μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που είχε η ίδια με τον εναγόμενο, με αφορμή την επιστολή που είχαν αποστείλει οι εργοδότες του ημερ. 7.11.2000 (Τεκμήριο 14). Κατά τη συνάντηση ο εναγόμενος παραδέχθηκε το χρέος του και ανέλαβε επίσης να επικοινωνήσει με τα άλλα τρία άτομα που αναφέρονται στην επιστολή, αποδεχόμενος προσωπική υποχρέωση για την είσπραξη των οφειλών τους. Η συνάντηση, συνέχισε, έγινε στην παρουσία του διευθυντή της (Μ.Ε.3) και η ίδια κρατούσε σημειώσεις τις οποίες απέστειλε με επιστολή στο νομικό τμήμα των εναγόντων. Παρεμβάλλεται επί του προκειμένου πως δεν επιτράπηκε η κατάθεση της εν λόγω επιστολής, για τους λόγους που αναφέρονται σε σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου. Ο Μ.Ε.3, επιβεβαίωσε με τη σειρά του ότι συναντήθηκε με τον εναγόμενο στην παρουσία της Μ.Ε.4, η οποία κρατούσε σημειώσεις. Η συνάντηση, πρόσθεσε, έγινε σε φιλικό κλίμα και ο εναγόμενος παραδέχθηκε την οφειλή του αλλά δήλωσε αδυναμία να εξοφλήσει άμεσα το χρέος του. Υποσχέθηκε να επανέλθει με πρόταση για μακροχρόνια διευθέτηση της οφειλής του αλλά δεν τήρησε την υπόσχεση του, ούτε ανταποκρίθηκε στα τηλεφωνήματα των διαφόρων τμημάτων των εναγόντων που ακολούθησαν. Κατά τη συζήτηση, κατέληξε, ο εναγόμενος αποδέχθηκε ότι τα άλλα τρία πρόσωπα που αναφέρονται στην επιστολή των εργοδοτών του (Τεκμήριο 14) ήταν υπό τη δική του ευθύνη και υποσχέθηκε ότι θα τους έφερνε σε επαφή με τους ενάγοντες. Οι δύο εξ αυτών, πρόσθεσε, διευθέτησαν το χρέος τους ενώ ο τρίτος (Κ. Λουλλάς) δεν ανταποκρίθηκε και εναντίον του κινήθηκε αγωγή από τους ενάγοντες. Αξίζει να αναφερθεί στο σημείο αυτό, πως με την τελική της αγόρευση η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγόντων παρουσίασε την απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του Κ. Λουλλά στην αγωγή που κίνησαν οι ενάγοντες (Αγωγή αρ. 10103/03 Ε.Δ. Λευκωσίας), διευκρινίζοντας πως έχει εφεσιβληθεί. Ο Μ.Ε.5 κατάθεσε κατάσταση στην οποία παρουσιάζονται όλες οι συναλλαγές που διεκπεραιώθηκαν στο όνομα του εναγομένου, κατά την χρονική περίοδο μεταξύ 1.1.2000 και 31.12.2000 (Τεκμήριο 24). Όπως εξήγησε, διεκπεραιώθηκαν 191 συνολικά συναλλαγές στο όνομα του εναγομένου, σε μια περίοδο 10 μηνών, γεγονός που δείχνει ότι ο συγκεκριμένος επενδυτής δεν ήταν θεσμικός, αν ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι δεν φαίνεται να επένδυε σε κύριες μετοχές. Επεξηγώντας τις εγγραφές που περιέχονται στο Τεκμήριο 24, ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι οι συναλλαγές του εναγομένου διεκπεραιώθηκαν μέσω δύο χρηματιστηριακών γραφείων: (α) Της CISCO (εναγόντων) με κωδικό αριθμό 26 και (β) Της CITY PRINCIPAL με κωδικό αριθμό
  7. Στη συνέχεια ο μάρτυρας κατάθεσε καταστάσεις υπολοίπων λογαριασμού του εναγομένου (Τεκμήριο 25) στις οποίες παρουσιάζεται να κατέχει σήμερα 50.000 μετοχές της «ΔΩΔΩΝΗ» και 2.000 μετοχές της «ΛΟΥΗΣ». Είναι επίσης κάτοχος σε κοινό λογαριασμό με τη σύζυγο του 2.000 μετοχών άλλης δημόσιας εταιρείας. Κατάθεσε, περαιτέρω, αντίγραφο επιστολής που αποστάληκε στον εναγόμενο τον Οκτώβριο του έτους 2006 (Τεκμήριο 26) στην οποία παρουσιάζεται να είναι ιδιοκτήτης των τίτλων που αναφέρθηκαν. Όπως εξήγησε, δεν υπήρξε οποιαδήποτε κίνηση στο λογαριασμό του. Παρόμοιες επιστολές, πρόσθεσε, αποστέλλονταν σε όλους τους επενδυτές από 23.7.2001 μέχρι το έτος 2006 σε τακτά χρονικά διαστήματα. Με βάση το αρχείο του Χ.Α.Κ., συνέχισε, στον εναγόμενο αποστάληκαν συγκεντρωτικές καταστάσεις του λογαριασμού του, το Φεβρουάριο και Δεκέμβριο του έτους 2002 καθώς και τον Απρίλιο του έτους
  8. Ο μάρτυρας κλήθηκε επίσης και κατέθεσε, κατά την αντεξέταση του από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης, κατάσταση στην οποία παρουσιάζονται εντολές που καταχώρισαν οι ενάγοντες την περίοδο Απριλίου - Σεπτεμβρίου 2000 (Τεκμήριο 27). Στο τεκμήριο αυτό καταγράφεται, μεταξύ άλλων, και ο κωδικός με το όνομα του χρηματιστή που έδωσε την κάθε εντολή. Όσες εντολές, εξήγησε, τελειώνουν με το γράμμα «Μ», έχουν καταρτιστεί σε συναλλαγές και φαίνονται στο Τεκμήριο
  9. Αναφερόμενος στις εγκυκλίους του Χ.Α.Κ. προς τους χρηματιστές Τεκμήρια 19α και 19β, ανάφερε πως η πρώτη εγκύκλιος (Τεκμήρια 19 α) ήταν μια υπενθύμιση προς τα μέλη σε σχέση με την υποχρέωση καταχώρισης των εντολών με αριθμό ταυτότητας και κατά χρονολογική σειρά. Η δεύτερη, είπε, αφορά τη διαδικασία λήψης εντολών και απαιτεί από τα μέλη την ηχογράφηση των εντολών όταν διαβιβάζονται προφορικά. Η υποχρέωση, κατέληξε, τέθηκε σε εφαρμογή τον Οκτώβριο του έτους 2000 με Κ.Δ.Π. και αργότερα με τη θέσπιση νομοθεσίας. Ο εναγόμενος υποστήριξε πως ουδέποτε έδωσε οδηγίες σε οποιοδήποτε χρηματιστή των εναγόντων για διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων. Δεν γνωρίζει τους χρηματιστές των εναγόντων, ανάφερε, ούτε επισκέφθηκε ποτέ τα γραφεία τους. Ουδέποτε εισήλθε στο πάτωμα, όπως υποστήριξαν οι μάρτυρες των εναγόντων. Ανάφερε, περαιτέρω, πως δεν υπήρξε υπάλληλος ή συνεργάτης της εταιρείας Α.Α. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ. Την περίοδο εκείνη, πρόσθεσε, εργοδοτείτο στην επιχείρηση του πατέρα του. Αρνήθηκε, τέλος, ότι υπόγραψε πληρεξούσιο ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο σχετιζόμενο με την υπόθεση, δηλώνοντας πως οι υπογραφές που παρουσιάζονται στο πληρεξούσιο (Τεκμήριο 1) και στο έγγραφο εκχώρησης (Τεκμήριο 23) δεν ανήκουν στον ίδιο. Δεν παρέλαβε, κατέληξε, οποιοδήποτε σημείωμα συμβολαίου (contract note), επιστολή ή κατάσταση λογαριασμού των εναγόντων, πλην της συστημένης επιστολής ημερ. 23.4.2002 (Τεκμήριο 16) και δεν αληθεύει ότι συναντήθηκε με τους Μ.Ε.3 και 4, τους οποίους, όπως ισχυρίστηκε, δεν γνωρίζει. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Σχημάτισα πολύ καλή εντύπωση για όλους τους μάρτυρες των εναγόντων. Η μαρτυρία τους παρουσιάζει συνοχή, δίχως κενά και αντιφάσεις. Ειδικότερα: Οι Μ.Ε.1 και 2 ήταν ιδιαίτερα σαφείς και πειστικοί. Εξήγησαν με κάθε λεπτομέρεια τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού και πως προκύπτει το αξιούμενο υπόλοιπο. Τα έγγραφα που κατάθεσαν (Τεκμήρια 3, 4, 5, 6, 8 - 12) επαληθεύουν την ορθότητα των εγγραφών που περιέχει ο λογαριασμός, αναφορικά με τις διεκπεραιωθείσες συναλλαγές. Οι επεξηγήσεις και διευκρινίσεις που έδωσαν, σε σχέση με τους κωδικούς και τις ασφαλιστικές δικλείδες που ετηρούσαν οι ενάγοντες, κατά τη διαδικασία ετοιμασίας των σημειωμάτων συμβολαίων (contract notes), δεν αφήνουν αμφιβολία για την ορθότητα τους. Η διεκπεραίωση όλων των συναλλαγών υποστηρίζεται και από τις καταστάσεις του Χ.Α.Κ., Τεκμήρια 24 και
  10. Η μαρτυρία του Μ.Ε.1 σε σχέση με το κεφαλαιώδες ζήτημα της υπόθεσης, της παρουσίας δηλαδή του εναγομένου στο χώρο του «πατώματος» και των εντολών που έδινε, κρίνεται πειστική. Ο μάρτυρας δήλωσε με σταθερότητα και σαφήνεια πως έβλεπε τον εναγόμενο τακτικά στο «πάτωμα» και στην παρουσία του έδινε εντολές για διενέργεια συναλλαγών. Έδωσε όσες επεξηγήσεις μπορούσε να θυμηθεί, χωρίς να καταφύγει σε υπερβολές. Το γεγονός ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί σε ποιον από τους πέντε χρηματιστές έδινε τις εντολές, θεωρώ πως είναι απόλυτα φυσιολογικό, αν ληφθεί υπόψη ο χρόνος που διέρρευσε και ο μεγάλος αριθμός των εντολών που λάμβαναν οι χρηματιστές, όπως προέκυψε από το σύνολο της μαρτυρίας. Έδωσε, περαιτέρω, ικανοποιητική εξήγηση για την παρουσία του εναγόμενου στο πάτωμα και τη σχέση του με τους αντιπροσώπους των εναγόντων Α.Α. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ. Τόσο ο Μ.Ε.1 όσο και η Μ.Ε.2 κατέθεσαν με ειλικρίνεια για όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη τους, χωρίς να διστάσουν να αναφέρουν ότι δεν ήταν σε θέση να θυμηθούν κάποια γεγονότα, έστω και αν αυτά θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν προς όφελος της υπόθεσης του εναγομένου. Για παράδειγμα, ο Μ.Ε.1 ενώ ήταν χρηματιστής και βρισκόταν καθημερινά στο πάτωμα, περιορίστηκε να πει πως έβλεπε τον εναγόμενο να δίδει εντολές σε χρηματιστές των εναγόντων, αλλά δεν μπορούσε, όπως είπε, να θυμηθεί αν είχε λάβει και ο ίδιος εντολές από τον εναγόμενο. Ομοίως, η Μ.Ε.2, δήλωσε πως δεν γνωρίζει προσωπικά τον εναγόμενο και δεν είχε μιλήσει ποτέ μαζί του. Ο εναγόμενος, μάλιστα, εκμεταλλεύθηκε την ειλικρίνεια του Μ.Ε.1, υποστηρίζοντας πως οι ενάγοντες παρέλειψαν να παρουσιάσουν θετική μαρτυρία ως προς τα πρόσωπα που λάμβαναν εντολές από τον εναγόμενο. Έγινε εισήγηση από το συνήγορο του ότι με βάση το Τεκμήριο 27, οι ενάγοντες θα μπορούσαν να εντοπίσουν τους χρηματιστές που λάμβαναν εντολές από τον εναγόμενο και να τους καλέσουν να δώσουν μαρτυρία. Εξηγήθηκε, όμως, από το Μ.Ε.1 πως οι εντολές ήταν τόσες πολλές την περίοδο εκείνη, ώστε ήταν ανθρωπίνως αδύνατο να θυμηθεί ένας χρηματιστής από ποιον επενδυτή έπαιρνε την κάθε εντολή που διαβίβαζε για εκτέλεση. Εξήγησε, επίσης, πως δεν ήταν απαραίτητο να αντιστοιχεί ο κωδικός που χρησιμοποιήθηκε για εκτέλεση της κάθε εντολής, στο χρηματιστή στον οποίο ανήκε ο κωδικός, γιατί ήταν συνήθης πρακτική να χρησιμοποιείται ο κωδικός του και από άλλα πρόσωπα. Η μαρτυρία των Μ.Ε.3 και 4, επίσης, κρίνεται πειστική. Δήλωσαν με σταθερότητα πως συναντήθηκαν με τον εναγόμενο. Η Μ.Ε.4 εξήγησε πως είχε προηγηθεί τηλεφωνική συνομιλία της με τον εναγόμενο, κατά την οποία διευθετήθηκε η συνάντηση. Δεν διαπίστωσα οποιοδήποτε κενό ή αντίφαση στη μαρτυρία τους, παρά τη μακρά αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκαν. Έγινε εισήγηση ότι η μαρτυρία των Μ.Ε.3 και 4 για συνάντηση τους με τον εναγόμενο, καταρρίπτεται από το γεγονός ότι δεν γίνεται αναφορά στη συνάντηση αυτή στις επιστολές που απέστειλαν μεταγενέστερα οι ενάγοντες (Τεκμήρια 15 και 16). Δεν συμφωνώ με την πιο πάνω εισήγηση. Οι μάρτυρες εξήγησαν πως η επιστολή Τεκμήριο 16 ήταν μια γενική επιστολή και αποστάληκε σε όλους τους επενδυτές που παρουσίαζε υπόλοιπο ο λογαριασμός τους. Θετική εντύπωση σχημάτισα και για τον Μ.Ε.5, η μαρτυρία του οποίου δεν αμφισβητήθηκε στην ουσία της. Η εκδοχή του εναγόμενου στερείται πειστικότητας από κάθε άποψη. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του και αφού παρακολούθησα τις αντιδράσεις και την όλη στάση του στο εδώλιο του μάρτυρα, σχημάτισα την εντύπωση πως προσπάθησε να εκμεταλλευτεί την απουσία γραπτών εντολών και το γεγονός ότι δεν λαμβάνονταν μαγνητοφωνημένα οι προφορικές εντολές για να αποφύγει τις υποχρεώσεις του προς τους ενάγοντες. Δεν είναι λογικό, ούτε είναι δυνατό να αποδεχθώ την εκδοχή του εναγομένου για πλήρη άγνοια σε όλα όσα σχετίζονται με την υπόθεση. Ότι δηλαδή κάποιος άγνωστος έδωσε τα στοιχεία και τον αριθμό της ταυτότητας του στους ενάγοντες και ακολούθως έδιδε εντολές για διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών στο όνομα του. Ποιος λογικός άνθρωπος θα μπορούσε να δεχθεί πως για ένα σχεδόν χρόνο κάποιος τρίτος αγόραζε και πωλούσε μετοχές στο όνομα του, παραλάμβανε τα σημειώματα συμβολαίων, στη συνέχεια τους τίτλους από τις δημόσιες εταιρείες, χωρίς να γνωρίζει οτιδήποτε ο εναγόμενος; Όπως και να αντικρυστεί η εκδοχή του εναγόμενου δεν πείθει. Υποστήριξε πως δεν παραλάμβανε προσωπικά τα σημειώματα συμβολαίων και ότι δεν παρέλαβε τις καταστάσεις και τους λογαριασμούς που του ταχυδρομούσαν κατά καιρούς οι ενάγοντες και το Χ.Α.Κ.. Το μόνο που αποδέχθηκε είναι πως παρέλαβε την επιστολή που του απέστειλαν οι ενάγοντες στις 23.4.2002 (Τεκμήριο 16). Δεν είναι, βέβαια, τυχαία που αποδέχθηκε αυτό το γεγονός. Είναι ακριβώς γιατί η επιστολή αποστάληκε συστημένη. Γιατί όμως, δεν παρέλαβε τις άλλες επιστολές (Τεκμήρια 15 και 17) αφού είχαν αποσταλεί στην ίδια διεύθυνση; Ακόμη και αν γινόταν αποδεκτή η μαρτυρία του στο ζήτημα αυτό, ποια ήταν η αντίδραση του σ΄ εκείνη την επιστολή; Είπε πως δεν την έλαβε υπόψη γιατί δεν είχε να κάνει τίποτε με τους ενάγοντες και γιατί, τότε, δεν έπαιζε στο Χρηματιστήριο. Δεν είναι ασφαλώς φυσιολογική αντίδραση ενός ανθρώπου που, όπως ισχυρίστηκε, δεν είχε δώσει ούτε μία εντολή στους ενάγοντες για αγορά μετοχών. Θα αναμενόταν να διαμαρτυρηθεί ή ακόμα να καταγγείλει το γεγονός. Η γενική άρνηση και η προσπάθεια αποστασιοποίησης του από κάθε γεγονός που σχετίζεται με την υπόθεση ήταν, ομολογουμένως, εντυπωσιακή. Αρνήθηκε, με χαρακτηριστική ευκολία, κάθε ενέργεια του που δυνατό να τον ενέπλεκε με την υπόθεση, αιτιολογώντας τις θέσεις του με την έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων τα οποία να τον συνδέουν με την υπόθεση. Όταν, για παράδειγμα, του υποβλήθηκε ότι παραλάμβανε τους τίτλους που εξέδιδαν και του απέστελλαν οι δημόσιες εταιρείες απάντησε: «πώς μπορούν να το αποδείξουν;» Προκειμένου να υπεραμυνθεί της εκδοχής του δεν δίστασε να αρνηθεί τη συνεργασία που είχε με την Α.Α. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ, η οποία εκδήλως υπήρξε, με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία των Μ.Ε.1, 3 και 4 και των στοιχείων που προέκυψαν από τη μαρτυρία. Όπως, για παράδειγμα, την αφαίρεση από το λογαριασμό του, του ποσού των £21.609,65, το οποίο αντιστοιχεί με την αξία των 50.000 μετοχών της «ΔΩΔΩΝΗΣ», τις οποίες στη συνέχεια μεταβίβασε χαριστικά στον Αλέξη Κυπριανού, διευθυντή της εταιρείας στην οποία εργοδοτείτο. Ο ίδιος, βέβαια, αρνήθηκε τα γεγονότα, επικαλούμενος «συνωμοσία» των εναγόντων για να δημιουργήσουν, δήθεν, μαρτυρία που να τον εμπλέκει με την υπόθεση. Η μαρτυρία του Μ.Ε.1 είναι πειστική και δίδει λογική εξήγηση για την αφαίρεση του ποσού αυτού από το λογαριασμό του εναγομένου, υποστηριζόμενη και από την αντίστοιχη χρέωση του λογαριασμού του Αλέξη Κυπριανού (Τεκμήριο 13). Σε αντίθεση με τη μαρτυρία του εναγομένου η οποία είναι παντελώς αβάσιμη και ατεκμηρίωτη. Η συνεργασία του με την εν λόγω εταιρεία συνάγεται, επίσης, από το γεγονός ότι η εταιρεία Α.Α. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ είχε αποστείλει στους ενάγοντες την επιστολή, Τεκμήριο
  11. Προκύπτει επίσης από τα γεγονότα που εξέθεσαν οι Μ.Ε.3 και 4 κατά τη συζήτηση που είχαν με τον εναγόμενο. Με βάση τη μαρτυρία των Μ.Ε.1-4, τα δύο από τα πρόσωπα που αναφέρονται στην επιστολή διευθέτησαν το χρέος τους προς τους ενάγοντες, μετά τη συνάντηση. Αξιοσημείωτο είναι, επίσης, το γεγονός ότι ο εναγόμενος παρουσιάζεται ιδιοκτήτης των 50.000 μετοχών της «ΔΩΔΩΝΗΣ» καθώς και 2.000 μετοχών άλλης δημόσιας εταιρείας, όπως βεβαιώνεται από την κατάσταση υπολοίπων του λογαριασμού του που τηρείται από το Χ.Α.Κ. (Τεκμήριο 25). Αντί άλλης λογικής εξήγησης, ο εναγόμενος ανάφερε πως δεν γνωρίζει πώς βρέθηκαν στο όνομα του οι εν λόγω τίτλοι. Η μαρτυρία του ελέγχεται και σε πολλά άλλα σημεία για τα οποία δόθηκε αξιόπιστη μαρτυρία από τους μάρτυρες των εναγόντων. Όπως, για παράδειγμα, την άρνηση του ότι επισκεπτόταν τα γραφεία των εναγόντων και παραλάμβανε τα σημειώματα συμβολαίων ή ακόμη την άρνηση του ότι υπόγραψε το πληρεξούσιο και το έγγραφο εκχώρησης (Τεκμήρια 1 και 23). Εκτιμώ πως και η μαρτυρία του για τα ζητήματα αυτά εντάσσεται στη γενικότερη προσπάθεια του να αποφύγει τις υποχρεώσεις του προς τους ενάγοντες. Απορρίπτω, χωρίς δισταγμό, τη μαρτυρία του εναγομένου ως παντελώς αναξιόπιστη. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση την ανωτέρω αξιολόγηση καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα:
  12. Οι ενάγοντες είναι χρηματιστηριακή εταιρεία και ανήκουν στον όμιλο της Τράπεζας Κύπρου. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο εναγόμενος συνεργαζόταν με την εταιρεία Α.Α. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ, η οποία ήταν αντιπρόσωπος των εναγόντων.
  13. Κατά την χρονική περίοδο Ιανουαρίου - Οκτωβρίου του έτους 2000, ο εναγόμενος επισκεπτόταν πολύ τακτικά τα γραφεία των εναγόντων, στα πλαίσια της συνεργασίας των εναγόντων με την εταιρεία Α.Α. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ.
  14. Κατά τις επισκέψεις του, έδιδε εντολές σε χρηματιστές των εναγόντων για διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών εκ μέρους και δια λογαριασμό πελατών των ανωτέρω αντιπροσώπων των εναγόντων (Α.Α. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ) καθώς και για προσωπικό του λογαριασμό. Για τη διενέργεια συναλλαγών στο όνομα του είχε δώσει τα προσωπικά του στοιχεία στο αρμόδιο τμήμα των εναγόντων και ανοίχθηκε επ΄ ονόματι του ο επίδικος λογαριασμός.
  15. Μέσα στα πλαίσια της ανωτέρω συνεργασίας του με τους ενάγοντες, ο εναγόμενος υπόγραψε πληρεξούσιο έγγραφο στις 12.6.2000, για ευχερέστερη διεκπεραίωση των εντολών που έδιδε για αγοραπωλησίες μετοχών επ΄ ονόματι του (Τεκμήριο 1).
  16. Κατά την χρονική περίοδο 1.1.2000 μέχρι 21.12.2000, ο εναγόμενος έδωσε σε χρηματιστές των εναγόντων διάφορες εντολές για αγοραπωλησίες μετοχών. Οι εντολές εδίδοντο από τον εναγόμενο προφορικά, κατά τη διάρκεια συνεδριών του Χ.Α.Κ.. Όπως εξηγήθηκε από το Μ.Ε.1, οι ενάγοντες είχαν εξασφαλίσει ειδική άδεια από το Χ.Α.Κ. για να εισέρχεται ο εναγόμενος στο πάτωμα, λόγω ακριβώς της συνεργασίας του με τους αντιπροσώπους τους Α.Α. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ.
  17. Οι ενάγοντες διεκπεραίωσαν τις εντολές του εναγομένου, αγοράζοντας επ΄ ονόματι του ή πωλώντας, ανάλογα με την κάθε εντολή του, διάφορους τίτλους μετοχών δημοσίων εταιρειών που ήταν εισηγμένες στο Χ.Α.Κ.. Μετά τη διεκπεραίωση της κάθε συναλλαγής και αφού οι ενάγοντες κατέβαλλαν την αξία των τίτλων, εάν η εντολή αφορούσε αγορά, χρέωναν το λογαριασμό που άνοιξαν επ΄ ονόματι του εναγομένου με την αξία των τίτλων που αγόραζαν δια λογαριασμό του μαζί με την προμήθεια τους ή πίστωναν το λογαριασμό, εάν η εντολή αφορούσε πώληση.
  18. Αμέσως μετά τη διεκπεραίωση των συναλλαγών και αφού το Χ.Α.Κ. επιβεβαίωνε τη διενέργεια τους, οι ενάγοντες ετοίμαζαν τα σημειώματα συμβολαίων (contract notes) της κάθε συναλλαγής, τα οποία ο εναγόμενος παραλάμβανε από τα γραφεία των εναγόντων, κατά τις καθημερινές, σχεδόν, επισκέψεις του. Μαζί με τα σημειώματα που αφορούσαν δικές του συναλλαγές, παραλάμβανε και σημειώματα που αφορούσαν πελάτες της Α.Α. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ.
  19. Ειδικότερα, την αναφερθείσα χρονική περίοδο (1.1.2000 - 21.12.2000) οι ενάγοντες διεκπεραίωσαν, με εντολή του εναγομένου, όλες τις συναλλαγές που αναφέρονται στον επίδικο λογαριασμό (Τεκμήρια 2 και 7) και ετοίμασαν τα σημειώματα συμβολαίων (Τεκμήρια 4-6 και 8-12) τα οποία παραλήφθηκαν από τον εναγόμενο.
  20. Ο εναγόμενος δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό έναντι των ανωτέρων αγορών και κατά την 31.12.2000, ο λογαριασμός του παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους £82.130,17 (Τεκμήριο 7). Ακολούθως οι ενάγοντες αφαίρεσαν δύο ποσά, μετά από συνεννόηση με τον εναγόμενο, ως ακολούθως: (α) ποσό £965,23 ως διαφιλονικούμενο και (β) ποσό £21.609,65, το οποίο, όπως εξηγήθηκε, αφορούσε την αγορά 50.000 μετοχών της «ΔΩΔΩΝΗΣ» οι οποίες ανήκαν στο διευθυντή των αντιπροσώπων των εναγόντων Αλέξη Κυπριανού. Το ποσό αυτό αφαιρέθηκε από το λογαριασμό του εναγόμενου και χρεώθηκε στο λογαριασμό του αναφερθέντος Αλέξη Κυπριανού (βλ. Τεκμήριο 13).
  21. Αποτελεί, τέλος, εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος συναντήθηκε με το διευθυντή των εναγόντων (Μ.Ε.3) στις 18.12.2000, στην παρουσία της Μ.Ε.4, στα πλαίσια εξεύρεσης εξώδικου διακανονισμού της οφειλής του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ / ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι φανερό ότι η βασική θέση του εναγόμενου περί, δήθεν, άγνοιας του για τις συναλλαγές οι οποίες διεκπεραιώθηκαν στο όνομα του, έχει καταρριφθεί. Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία, ο εναγόμενος επισκεπτόταν τακτικά τα γραφεία των εναγόντων, έδιδε εντολές για διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων και ήταν πλήρως ενήμερος για τη διεκπεραίωση των επίδικων συναλλαγών. Η εναλλακτική εισήγηση του εναγόμενου, ήταν πως οι ενάγοντες απότυχαν να αποδείξουν με θετική μαρτυρία τις χρεοπιστώσεις που αναφέρονται στον επίδικο λογαριασμό. Η εισήγηση παραγνωρίζει την αντικειμενική μαρτυρία που παρουσίασαν οι ενάγοντες και έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, με βάση την οποία η κάθε εγγραφή στο λογαριασμό, αντιστοιχεί σε αγοραπωλησίες μετοχών που αγοράστηκαν ή πωλήθηκαν στο όνομα του εναγομένου. Η μαρτυρία αυτή προέρχεται τόσο από έγγραφα που ετοίμασαν οι ενάγοντες και παράδωσαν στον εναγόμενο (contract notes Τεκμήρια 4-6 και 8-12) και άλλα έγγραφα (βλ. Τεκμήριο 3) όσο και από το Χ.Α.Κ. (Τεκμήριο 24). Έχει, συνεπώς, τεκμηριωθεί, με τη θετικότητα που απαιτείται από τη νομολογία, ότι όλες οι χρεοπιστώσεις που περιέχονται στον επίδικο λογαριασμό, αντιστοιχούν σε συναλλαγές που διεκπεραιώθηκαν, μετά από εντολές του εναγόμενου. Υπάρχουν όμως εγγραφές που δεν σχετίζονται με διεκπεραιωθείσες συναλλαγές και δεν εδικαιολογείτο η χρέωση του λογαριασμού από τους ενάγοντες. Πρόκειται για χρεώσεις σε σχέση με τόκους και διαχειριστικά έξοδα. Οι εναγόντες δεν ενομιμοποιούντο να χρεώσουν το λογαριασμό του εναγόμενου με διαχειριστικά έξοδα ή τόκους. Να σημειωθεί πως τέτοια αξίωση δεν δικογραφήθηκε, ούτε τεκμηριώνεται από την προσαχθείσα μαρτυρία. Δεν υπήρξε ισχυρισμός ότι, κατά το άνοιγμα του λογαριασμού ή μεταγενέστερα, συμφωνήθηκε με τον εναγόμενο να επιβαρύνεται ο λογαριασμός του με «διαχειριστικά έξοδα» ή τόκους. Οι ενάγοντες δικαιούνται σε νόμιμο τόκο επί του υπολοίπου το οποίο ανέρχεται στο ποσό των €94.140,74 (£55.098,13). Το ποσό αυτό προκύπτει από την κίνηση διαθεσίμων (Τεκμήριο 7) μετά από την αφαίρεση των τόκων και των διαχειριστικών εξόδων. Είναι ορθή η εισήγηση του συνηγόρου του εναγομένου πως η αξίωση των εναγόντων στηρίζεται σε χρεωστικό υπόλοιπο και όχι σε εκκαθαρισμένο ή παραδεδειγμένο λογαριασμό (account stated). Δεν συντρέχουν στην εξεταζόμενη περίπτωση οι προϋποθέσεις για εφαρμογή των αρχών του εκκαθαρισμένου λογαριασμού (βλ. Ηρακλής Μιχαηλίδης ν. Φάνου Ν. Επιφανίου Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 62/2007, ημερ. 11.5.2009). Με βάση, όμως, τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, οι ενάγοντες έχουν αποδείξει το χρέος του εναγομένου, παρουσιάζοντας αντικειμενική μαρτυρία με την οποία τεκμηριώθηκε ότι όλες οι εγγραφές του επίδικου λογαριασμού αντιστοιχούν σε αγοραπωλησίες μετοχών που διεκπεραιώθηκαν κατόπιν οδηγιών του εναγομένου. Ο συνήγορος του εναγομένου εισηγήθηκε, περαιτέρω, πως μεγάλο μέρος της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε από τους ενάγοντες δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα. Το παράπονο εστιάζεται, κυρίως, στην κατάθεση του πληρεξουσίου εγγράφου και στη συνάντηση του εναγόμενου με τους Μ.Ε.3 και
  22. Είναι καλά καθιερωμένη αρχή πως η δίκη τροχιοδρομείται στη βάση των δικογράφων και το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιτρέπει να κατατίθεται μαρτυρία που δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα. Δεν θεωρώ όμως βάσιμα τα παράπονα του εναγομένου. Η μαρτυρία που παρουσίασαν οι ενάγοντες καλύπτεται από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους. Η αξίωση τους στηριζόταν σε υπόλοιπο από αγοραπωλησίες μετοχών με εντολές του εναγόμενου. Ο εναγόμενος θα μπορούσε να ζητήσει, εάν επιθυμούσε, λεπτομέρειες για το πώς έδιδε τις εντολές, αλλά παρέλειψε να το πράξει. Αναφορικά με τη συνάντηση του εναγόμενου με τους Μ.Ε.3 και 4, πρόκειται για μαρτυρία η οποία δεν ήταν αναγκαίο να δικογραφηθεί, δεδομένου ότι στην Έκθεση Απαίτησης γίνεται ισχυρισμός σε παραδοχή του χρέους από τον εναγόμενο. Άλλη εισήγηση του εναγομένου ήταν πως οι ενάγοντες ενήργησαν κατά παράβαση ρητών οδηγιών του Χ.Α.Κ. για λήψη ηχογραφημένων εντολών. Η εισήγηση στηρίζεται στο Τεκμήριο 19β, που αφορά συστάσεις του Χ.Α.Κ. προς τους χρηματιστές για ηχογράφηση των εντολών όταν δίδονται τηλεφωνικά ή σε διαφορετική περίπτωση να λαμβάνονται εγγράφως. Μια πρώτη παρατήρηση σε σχέση με την εγκύκλιο αυτή του Χ.Α.Κ. είναι πως με βάση τη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και 5, τέθηκε τελικά σε εφαρμογή τον Οκτώβριο του έτους 2000, όταν είχαν δοθεί όλες οι επίδικες εντολές του εναγομένου για αγορές μετοχών. Επί της ουσίας όμως της εισήγησης, τυχόν παρέκκλιση των εναγόντων από τις οδηγίες που είχε εκδώσει το Χ.Α.Κ., δεν δημιουργεί ακυρότητα στις συναλλαγές που διενεργήθηκαν (βλ. Νίκος Χατζημάρκου ν. Widehorizon (Capital Market) Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 226/2007, ημερ. 29.1.2010). Υποβλήθηκε, επίσης, πως οι επίδικες συναλλαγές είναι παράνομες γιατί αγοράστηκαν μετοχές επί πιστώσει, (με αέρα), κατά παράβαση οδηγιών του Χ.Α.Κ. και των κανονισμών που ήταν σε ισχύ. Ούτε αυτή η θέση ευσταθεί. Όπως υποδεικνύεται στην προαναφερθείσα απόφαση Νίκος Χατζημάρκου ν. Widehorizon (Capital Market) Ltd, παρεκκλίσεις από τις οδηγίες που είχε εκδώσει το Χ.Α.Κ. προς τους χρηματιστές, δεν επηρέασαν τη νομιμότητα και συμβατική δεσμευτικότητα των πράξεων, οι οποίες διενεργήθηκαν συναινετικά και το αποτέλεσμα τους παρέμεινε πάντα νομικά ισχυρό. Για όλους τους λόγους που εξήγησα, καταλήγω ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει ότι ενεργούσαν με εντολές του εναγομένου, αγοράζοντας και πωλώντας μετοχές στο όνομα του και ότι όλες οι χρεοπιστώσεις που περιέχονται στον επίδικο λογαριασμό του, αντιστοιχούν με συναλλαγές που διεκπεραιώθηκαν, κατόπιν προφορικών εντολών που έδωσε σε χρηματιστές των εναγόντων. Έχει περαιτέρω καταδειχθεί από τη μαρτυρία και τα τεκμήρια που παρουσιάστηκαν, ότι οι τίτλοι που αγοράστηκαν από τους ενάγοντες για λογαριασμού του εναγομένου, εκδόθηκαν στο όνομα του και στη συνέχεια πωλήθηκαν με δικές του οδηγίες, εκτός από τους τίτλους δύο δημοσίων εταιρειών που εξακολουθούν να είναι εγγεγραμμένοι επ΄ ονόματι του (βλ. Τεκμήρια 25 και 26). Με βάση τα ανωτέρω, καταλήγω ότι οι ενάγοντες απέδειξαν την ορθότητα του λογαριασμού, πλην των χρεώσεων για τόκους και διαχειριστικά έξοδα, όπως επεξηγήθηκε πιο πάνω. Εκδίδεται, κατά συνέπεια, απόφαση, υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου για το ποσό των €94.140,74 (£55.098,13) με νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα στην ανάλογη κλίμακα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.