← Κύπρος

Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. SAVVAS CHRISTODOULOU TRADING LTD, Αγωγή αριθ. 4832/2008, 25 Φεβρουαρίου, 2010

Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. SAVVAS CHRISTODOULOU TRADING LTD, Αγωγή αριθ. 4832/2008, 25 Φεβρουαρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A72 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαμιχαήλ, ΑΕΔ Αγωγή αριθ. 4832/2008 Μεταξύ: Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Ενάγοντα και SAVVAS CHRISTODOULOU TRADING LTD Εναγομένων Ως Ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου Ημερ. 24.3.09 Μεταξύ: Διευθύντρια Τμήματος Τελωνείων Ενάγουσας και SAVVAS CHRISTODOULOU TRADING LTD Εναγομένων ---------------- Αίτηση ημερομηνίας 12.6.2009 25 Φεβρουαρίου, 2010 Για αιτητές: κ. Αποστολίδης (για να ακούσει απόφαση κα Κοτσώνη) Για καθ΄ ων η αίτηση: κ. Στ. Σταυρινίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με αίτηση τους αυτή, που καταχωρήθηκε στις 12.6.09 οι εναγόμενοι ζητούν: «

  1. Όπως τα νομικά σημεία (προδικαστικές ενστάσεις) που ηγέρθηκαν στις παραγράφους 1 και 2 της υπεράσπισης των εναγομένων, προδικαστούν ως νομικά ζητήματα και/ή αποφασιστούν υπό του δικαστηρίου, πρώτα και/ή προ της ακρόασης ολόκληρης της αγωγής». Η αίτηση έχει ως νομική βάση τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διατάξεις και Θεσμούς Δ.27 θ.1 και 2, Δ.48 θ.1-3, το άρθρο 146 του Συντάγματος και τη σύμφυτη εξουσία του δικαστηρίου. Δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και στο σώμα της αναφέρεται ότι: «Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται στο φάκελο του Δικαστηρίου και στη δικογραφία και αφορά στην αποκλειστική, κατά το Σύνταγμα, αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου να κρίνει τελεσίδικα το κύρος της διοικητικής απόφασης επί της οποίας στηρίζεται η παρούσα αξίωση. Παράλληλα, το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της αγωγής αυτής αφού η βάση αυτής είναι διοικητική πράξη που δεν κατέστη τελεσίδικη. Άρα η προδικαστική εξέταση και απόφαση υπό του Δικαστηρίου επί των εγερθέντων στις παραγράφους 1 και 2 της υπεράσπισης των νομικών σημείων (προδικαστικές ενστάσεις), αποτελεί διαδικασία προς αποφυγή αχρείαστων καθυστερήσεων, αφού σε περίπτωση επιτυχίας, τότε* θέτει εκτός συζήτησης ολόκληρη την αγωγή, η οποία και θα πρέπει να απορριφθεί ως μη έχουσα νόμιμη αίτια ή βάση αγωγής.» Στις 8.10.09 ο ενάγων καταχώρησε ένσταση παραθέτοντας τους ακόλουθους τέσσερις λόγους ένστασης:
  2. Η Αίτηση είναι παράτυπη και άκυρη και σ' αντίθεση με την Δ.48, Θ.9 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας καθότι αυτή δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση
  3. Η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί σε σχέση με το 1° προδικαστικό σημείο καθότι: (α) σε κατ' αναλογία εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 244 του Κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου της 12ης Οκτωβρίου 1992 περί θεσπίσεως Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα, η άσκηση προσφυγής δεν επιφέρει την αναστολή της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης εκτός σε εξαιρετικές περιπτώσεις που στην παρούσα περίπτωση δεν ισχύουν. (β) Περαιτέρω, η υπ' αριθμό προσφυγή 1071/2005 δεν έχει καμία σχέση με την παρούσα αγωγή καθότι το αγώγιμο δικαίωμα στην παρούσα αγωγή αφορά επιβολή διοικητικού προστίμου το οποίο εισπράττεται από τον Ενάγοντα ως αστικό χρέος με βάση παράβαση Κοινοτικού Κανονισμού ενώ το αντικείμενο της εν λόγω προσφυγής αφορά την ακύρωση της διοικητικής πράξης επιβολής διοικητικού προστίμου.
  4. Η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί σε σχέση με το 2° προδικαστικό σημείο καθότι (α) Σύμφωνα με το άρθρο 5

(3)του Νόμου Ν.40(Ι)/2005, ο Διευθυντής του Τμήματος Τελωνείων εισπράττει δυνάμει των Μερών IX και Χ του Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου τα ποσά που αναφέρονται στα εδάφια
(1)και
(2)της εν λόγω Νομοθεσίας. (β) Επίσης, το άρθρο 53 του Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου του 2004 που βρίσκεται στο Μέρος Χ του Νόμου ξεκαθαρίζει ρητά ότι είναι ο Διευθυντής του Τμήματος Τελωνείων που ασκεί τη διαδικασία για την είσπραξη οφειλόμενου χρέους.
  1. Δεν συντρέχουν οι νομικές προϋποθέσεις και αρχές που καθιερώνει η νομολογία σε τέτοιου είδους αιτήσεις.» H ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Γεωργίας Χ"Σταυρή τελωνειακής λειτουργού στο Αρχιτελωνείο. Το πρώτο θέμα που παρατηρώ, είναι ότι παρά το γεγονός ότι η ένσταση ουσιαστικά συνεπάγεται ότι ο δικηγόρος του ενάγοντα δεν συναινεί στην προδικασία των νομικών σημείων, εντούτοις η ένσταση του δεν επικεντρώνεται στη μη προδικασία των νομικών ζητημάτων που εγείρονται με την υπεράσπιση των εναγομένων, αλλά προχωρεί στο να τα εξετάσει και να τα απορρίψει στην ουσία τους. Ουσιαστικά φαίνεται ότι ο δικηγόρος του ενάγοντα συναινεί στην προδικασία των νομικών ζητημάτων που εγείρονται με την υπεράσπιση των εναγομένων, αλλά τόσο στην ένσταση όσο και στην αγόρευση του ενώπιον του δικαστηρίου, επιχειρηματολογεί, για την εκδίκαση τους προδικαστικά και την απόρριψη τους. Το ίδιο συμβαίνει και με την αγόρευση του δικηγόρου των εναγομένων αιτητών. Δεν περιορίζεται στη νομική βάση της αίτησης και τους λόγους που τα δύο νομικά ζητήματα που εγείρονται θα πρέπει να προδικαστούν, αλλά επιχειρηματολογεί στην ουσία ότι θα πρέπει να γίνουν αποδεκτά και κατά συνέπεια να θέσουν εκ ποδών ολόκληρη την αγωγή λόγω αναρμοδιότητας του δικαστηρίου να την εκδικάσει. Όπως έχω ήδη αναφέρει, νομική βάση της αίτησης είναι η Δ.27 θ.1 και θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίοι αναφέρουν τα ακόλουθα: «
  2. Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.
  3. If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just». Η Νομολογία ορίζει ότι, η Δ.27 εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου το ζητούμενο θέμα επαφίεται σε καθαρά νομικό σημείο, η φύση του οποίου είναι τέτοιου ζητήματος ή μεγέθους που η επίλυση του καθίσταται αναγκαία προ της ακρόασης της αγωγής. Παραπέμπω ενδεικτικά στην Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & Άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας & Άλλων,
(1991)1 Α.Α.Δ.225, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Με τη συγκατάθεση και των εναγόντων το Επαρχιακό Δικαστήριο όρισε την επίλυση των ενστάσεων των εναγομένων στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου ως προδικαστικό θέμα, βάσει της Διάταξης 27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ο ορισμός έγινε μετά την ανταλλαγή των εγγράφων προτάσεων και την προβολή στην υπεράσπιση της ένστασης των εναγομένων στην ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας προς επίλυση της διαφοράς που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων. Η αμφισβήτηση αφορούσε την καθ' ύλη αρμοδιότητα του επαρχιακού δικαστηρίου να επιληφθεί αγωγής στην οποία η παραβίαση του δικαιώματος που θεμελιώνει την αγωγή πηγάζει ή προκύπτει από την άσκηση διοικητικής λειτουργίας. Ο καθορισμός του θέματος προς επίλυση βάσει των προνοιών της Δ.27 εδικαιολογείτο ενόψει- (α) του νομικού χαρακτήρα του θέματος, και (β) των επιπτώσεων από την επίλυση του στην έκβαση την αγωγής. Η φύση του νομικού θέματος, μάλιστα, καθιστούσε την επίλυση του, βάσει της Δ.27, επιβεβλημένη επειδή έθιγε την καθ' ύλη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας του δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το ενωρίτερο δυνατό. Είναι αντινομικό το δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητας του». ............................. Οι δικονομικές διατάξεις του Άρθρου 27, παρέχουν πλαίσια στο δικαστήριο, μετά από τη σχετική αίτηση διαδίκου, να αποφασίσει την προδικαστική επίλυση του θέματος της αρμοδιότητας, και εάν κρίνει ότι πράγματι είναι αναρμόδιο, τότε μπορεί και να απορρίψει την αγωγή. Βασικό στοιχείο για την προδικαστική επίλυση του θέματος της αρμοδιότητας είναι, η έρευνα της αρμοδιότητας να αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, να μη χρειαστεί, δηλαδή, το δικαστήριο να εξετάσει πραγματικά γεγονότα για να αποφασίσει το ζήτημα της αρμοδιότητας. (Βλ. Michael Papa Michael v. Klitos Chaholiades
(1970)1 CLR 305, 309 - The Heirs of Theodora Panagi v. The Administrators of the estate of S. Mandriotis
(1963)2 CLR 167, 170). Η ανωτέρω νομολογιακή θέση, που προαναφέρθηκε, συνοψίζεται στην αγγλική υπόθεση Everett v. Ribbands
(1952)I Κ.Β.D 112, η οποία υιοθετήθηκε και από το Ανώτατο Δικαστήριο σε αριθμό αποφάσεων, και συνοψίζεται στα παρακάτω λόγια του Δικαστή Rommer: «Όταν έχει να αποφασίσεις νομικό ζήτημα, το οποίο, αν αποφασιστή με ένα ορισμένο τρόπο, θα κρίνει την έκταση της νομικής διαδικασίας, τότε θα πρέπει να γίνεται επίκληση του ευεργετήματος που παρέχουν οι δικονομικοί αυτοί κανόνες ώστε το νομικό ζήτημα να αποφασίζεται με τη συμπλήρωση των έγγραφων προτάσεων ή σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά τη συμπλήρωση» (βλ. και Jupiter Electrical (Overseas) Ltd n. Savvas Costa Christides
(1975)1 CLR 144». Koινό έδαφος Απαίτησης και Υπεράσπισης αλλά και από τα κοινώς παραδεκτά γεγονότα που καταχωρήθηκαν είναι ότι: η αξίωση στηρίχθηκε αποκλειστικά και μόνο σε διοικητική πράξη, της οποίας όμως το κύρος αμφισβητήθηκε με τη συγκεκριμένη (1071/05) προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο κατά το άρθρο 146 του Συντάγματος. Κατά συνέπεια, η καταχωρηθείσα ένσταση ήταν εντελώς αχρείαστη αφού υπάρχει σιωπηρή συναίνεση των δύο δικηγόρων των διαδίκων που αποδέχονται ότι τα νομικά θέματα είναι καθαρώς νομικά και επηρεάζουν την τύχη της αγωγής και ότι αυτά θα πρέπει να προδικαστούν. Εφόσον τόσο στην ένσταση όσο και σε αμφότερες τις αγορεύσεις των συνηγόρων αυτοί επικεντρώνονται στην ουσία της προδικαστικής εξέτασης των δύο νομικών ζητημάτων που εγείρονται και προς εξοικονόμηση χρόνου του δικαστηρίου θα εξετάσω κατά πόσο αυτές ευσταθούν. Η πρώτη προδικαστική ένσταση αναφέρεται στην παράγραφο 1 της έκθεσης υπεράσπισης, ενώ η δεύτερη στην παράγραφο 2 της έκθεσης υπεράσπισης τις οποίες επίσης παραθέτω αυτούσιες. «
  1. Εγείρεται προδικαστική ένσταση σε σχέση με το ότι η αξίωσης στηρίζεται επί διοικητικής απόφασης που δεν κατέστη οριστική ή τελεσίδικη γιατί αμφισβητήθηκε από τους Εναγομένους με προσφυγή αρ. 1071/05 στα πλαίσια του άρθρου 146 του Συντάγματος, που καταχωρήθηκε με βάση το άρθρο 30 του Συντάγματος και εκκρεμεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου το οποίο έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα τελικής κρίσης της νομιμότητας της πράξης. Άρα η παρούσα αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό, πρόωρα, άδικα, αχρείαστα, αβάσιμα και ενοχλητικά καταχωρήθηκε εναντίον τους γι' αυτό και οι Εναγόμενοι ζητούν την απόρριψη της μετ' εξόδων.
  2. Εγείρεται δεύτερη προδικαστική ένσταση σε σχέση με τον Ενάγοντα στοντίτλο της παρούσης αγωγής που κατά το Νόμο ενάγει και ενάγεται δια τουΓενικού Εισαγγελέα, η οποία οδηγεί στην μετ' εξόδων απόρριψη της.» Αρχίζοντας από τη 2η προδικαστική ένσταση, θα έλεγα ότι το άρθρο 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου, (Ν.14/60), προβλέπει πως: «Αγωγαί υπό της Δημοκρατίας εναντίον οιουδήποτε προσώπου, εκτός εάν άλλως προβλέπεται υπό οιουδήποτε νόμου, θα εγείρονται εν ονόματι του Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας, και αγωγαί εκ μέρους οιουδήποτε προσώπου κατά της Δημοκρατίας, εκτός εάν άλλως προβλέπεται υπό οιουδήποτε νόμου, θα εγείρονται εναντίον του Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας ως εναγόμενου. Τοιαύται αγωγαί, τηρουμένων των διατάξεων οιουδήποτε νόμου ή διαδικαστικού κανονισμού, θα εκδικάζονται κατά αυτόν τρόπον ως προς όλας τας απόψεις, ως και αι δίκαι μεταξύ ιδιωτικών διαδίκων.» Η διοικητική πράξη που αποτελεί τη βάση της παρούσας αγωγής διενεργήθηκε δυνάμει των προνοιών του άρθρου 5 του Περί της Εφαρμογής Πράξεων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας αναφορικά με τη Θέσπιση Μεταβατικών Μέτρων στον Τομέα των Γεωργικών Προϊόντων λόγω της Προσχώρησης της Δημοκρατίας και άλλων Χωρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση Νόμου του 2005 (Ν.40
(1)/2005). Ο ενάγων παρέπεμψε στο άρθρο 5
(3)του πιο πάνω Νόμου που προνοεί πως: «Ο Διευθυντής του Τμήματος Τελωνείων εισπράττει δυνάμει των Μερών ΙΧ και Χ του Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου τα ποσά που αναφέρονται στα εδάφια
(1)και
(2).» Τα Μέρη ΙΧ και Χ του Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου του 2004 (Ν.94
(1)/2004 και 265
(1)/2004) τιτλοφορούνται «Άλλη Τελωνειακή Οφειλή» και «Κοινές Διατάξεις για την Τελωνειακή Οφειλή και την Άλλη Τελωνειακή Οφειλή». Παρέπεμψε ακόμη στο άρθρο 53 του Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου του 2004, που ευρίσκεται στο Μέρος Χ του Νόμου που προνοεί πως: «Η τελωνειακή οφειλή ή και η άλλη τελωνειακή οφειλή εισπράττεται ως αστικό χρέος οφειλόμενο στη Δημοκρατία και οποιαδήποτε διαδικασία για είσπραξη του χρέους ασκείται στο όνομα του Διευθυντή.». Κατά συνέπεια η δεύτερη προδικαστική ένσταση θα πρέπει να απορριφθεί αφού είναι σαφείς οι ανωτέρω πρόνοιες που νομιμοποιούν τον «Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων» να εγείρει αγωγή προς είσπραξη αστικών χρεών. Όσον αφορά την πρώτη προδικαστική ένσταση είναι κοινό έδαφος πως η αιτία της αγωγής είναι διοικητική απόφαση (του Υπουργείου Εμπορίου Βιομηχανίας και Τουρισμού ημερομηνίας 2.8.2005) την οποία οι Εναγόμενοι έχουν προσβάλει με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο (αρ. 1071/05) η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί. Είναι, ωσαύτως, κοινή η αντίληψη ως προς το πρώτο νομικό ζήτημα ότι το Ανώτατο Δικαστήριο έχει αποκλειστική δικαιοδοσία να κρίνει τη νομιμότητα διοικητικών πράξεων, όπως η παρούσα, και ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει τέτοια αρμοδιότητα. Η όποια απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του ζητήματος είναι δεσμευτική σε κάθε άλλο Δικαστήριο περιλαμβανομένου και του παρόντος Δικαστηρίου. Είναι κατανοητό πως αν η απόφαση της 2.8.2005 ακυρωθεί θα εκλείψει η αιτία της παρούσας αγωγής που αναπόφευκτα θα απορριφθεί. Ως εκ τούτου οι Εναγόμενοι διατείνονται πως η αγωγή είναι πρόωρη γιατί άδικα, αχρείαστα, αβάσιμα και ενοχλητικά καταχωρίστηκε προτού υπάρξει τελεσιδικία στην καταχωρηθείσα προσφυγή. Ο Ενάγων προβάλλει το τεκμήριο της νομιμότητας και κανονικότητας που ισχύει αναφορικά με τις διοικητικές πράξεις. Παραπέμπει στο σύγγραμμα Σημειώσεις Διοικητικού Δικαίου του Α. Μαρούλη, έκδοση 1989, σελ. 34 όπου αναφέρεται ότι: «Είναι πάγια αρχή του Διοικητικού Δικαίου, σύμφωνα με την οποία η διοικητική πράξη ακόμα και αν πάσχει ελαττωματικά ή παραβιάζει δεδικασμένο απόφασης του Σ.τ.Ε., παράγει όλα τα έννομα αποτελέσματα της, μέχρις ότου κι εάν ακυρωθεί με δικαστική απόφαση ή ανακληθεί από την αρμόδια Διοικητική Αρχή. Δικαιολογητικός λόγος της καθιέρωσης του τεκμηρίου αυτού είναι η προστασία της αυξημένης εμπιστοσύνης του ιδιώτη προς την διοίκηση, απαραίτητη για τη σωστή λειτουργία κάθε δημοκρατούμενης πολιτείας.» και «(α) ότι ο κανόνας δικαίου που θέτει αυτή επιφέρει αμέσως, από την έναρξη ισχύος του όλα τα έννομα αποτελέσματα του δηλαδή ιδρύει, τροποποιεί ή καταργεί αρμοδιότητες, δικαιώματα και υποχρεώσεις και (β) ο ενδιαφερόμενος δεν μπορεί να θεωρήσει την πράξη άκυρη ή ανίσχυρη πριν από την έκδοση δικαστικής απόφασης που να την ακυρώνει ή να την κρίνει ανίσχυρη.» Εφαρμοζόμενες οι πιο πάνω αρχές στα περιστατικά της παρούσης υπόθεσης οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η απόφαση της 2.8.2005 είναι ισχυρή μέχρι τυχόν ακυρωτικής απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου και μέχρι τότε η χρηματική επιβάρυνση που αυτή επέβαλε υφίσταται και είναι εισπρακτέα από την αρμόδια αρχή. Το απόσπασμα από την Sigma Radio TV Public Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου Π.Ε. 403/2006, ημερομηνίας 10.2.2009 που οι Εναγόμενοι επικαλούνται θέτει το ζήτημα σε μια άλλη διάσταση. Λέχθηκε ότι: «Ανεξαρτήτως του ποια θα είναι τελικά η νομική κατάληξη επί του εγειρομένου θέματος, λογικό και φρόνιμο είναι να μην καταχωρείται αγωγή προς είσπραξη τέτοιου προστίμου ως αστικού χρέους πριν, είτε παρέλθει η προθεσμία για καταχώριση προσφυγής χωρίς να καταχωρηθεί προσφυγή, είτε κριθεί τελεσιδίκως προσφυγή καταχωρηθείσα κατά της νομιμότητας της αποφάσεως με την οποία επεβλήθη το πρόστιμο. Ουδείς λόγος για σπουδή υφίσταται, απεναντίας δε, όπως δείχνει και η ενώπιον μας έφεση, η αναμονή, την οποία υπαγορεύει η κοινή λογική, προλαμβάνει καθυστέρηση και περιπλοκή των καταστάσεων οι οποίες στο τέλος μπορεί και να ανατραπούν, καθώς και αχρείαστες επιβαρύνσεις εξόδων». Οι υποδείξεις αυτές του Δικαστηρίου είναι ορθές αλλά δεν δημιουργούν καμιά νομική υποχρέωση για αναστολή και μή είσπραξη του ωφειλομένου διοικητικού προστίμου πριν την εκδίκαση της προσφυγής. Η ανωτέρω επισήμανση των προβλημάτων που δημιουργούνται από την καταχώρηση αγωγής για είσπραξη διοικητικών προστίμων πριν την τελεσίδικη εκδίκαση της προσφυγής, δεν σημαίνει αυτόματα και χωρίς τη λήψη μέτρων εκ μέρους των εναγομένων αναστολή της διαδικασίας είσπραξης. Στην υπόθεση Χρίστου ν. Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1847, επαναλαμβάνεται η γνωστή αρχή πως μια διοικητική πράξη παράγει έννομα αποτελέσματα μέχρι να ακυρωθεί ή ανακληθεί. Στις περιπτώσεις όπου δεν συμβαίνει ούτε το ένα ούτε το άλλο, παρέχει το δικαίωμα, στο πρόσωπο που νομιμοποιείται, να αξιώσει την καταβολή των οφειλομένων τελών. Συναφής είναι και ο Κανονισμός 2913/92 ημερομηνίας 12 Οκτωβρίου 1992 (Council Regulation, EEC), στον οποίο παρέπεμψε ο κ. Σταυρινίδης. Στο άρθρο 244 του Κανονισμού αναφέρεται ότι η άσκηση προσφυγής δεν επιφέρει την αναστολή της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης. Θεωρώ αχρείαστο να εξετάσω τον ισχυρισμό ότι η Αίτηση δεν συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση. Η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί στην ουσία της. Εν κατακλείδι, είναι η θέση του Δικαστηρίου ότι η καταχώρηση της προσφυγής από την Εναγόμενη Εταιρεία δεν καθιστά την παρούσα αγωγή πρόωρη, αβάσιμη και ενοχλητική, ως ισχυρίζεται η τελευταία. Και οι δύο προδικαστικές ενστάσεις απορρίπτονται. Η εναγόμενη εταιρεία καταδικάζεται στα έξοδα της αίτησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] Μ. Παπαμιχαήλ, ΑΕΔ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /μκστ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.