Κώστας Γρηγοριάδης και Συνεταίροι Πολιτικοί Μηχανικοί - Αρχιτέκτονες κ.α. ν. Αρτεμίου Παπαχρυσοστόμου, Αριθμός Αγωγής: 818/02, 26 Φεβρουαρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A78 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ, Ε. Δ. Αριθμός Αγωγής: 818/02 Μεταξύ:
- Κώστας Γρηγοριάδης και Συνεταίροι Πολιτικοί Μηχανικοί - Αρχιτέκτονες
- Κώστα Γρηγοριάδη
- ΄Αλκη Κούλλη
- Μάριου Μιχαλόπουλου Εναγόντων -και- Αρτεμίου Παπαχρυσοστόμου Εναγομένου Ημερομηνία: 26 Φεβρουαρίου,
- Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κα Λειβαδιώτου Για τον Εναγόμενο: κ. Πιερίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα 1, ομόρρυθμη εταιρεία και τρεις εκ των τεσσάρων συνεταίρων της (Ενάγοντες 2, 3, και 4) διεκδικούν από τον Εναγόμενο (4ον συνέταιρο της Ενάγουσας 1) ειδικές, παραδειγματικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις λόγω παράνομης κατακράτησης και/ή ιδιοποίησης από τον Εναγόμενο εκπονηθέντων αρχιτεκτονικών και στατικών σχεδίων πνευματικής ιδιοκτησίας της Ενάγουσας
- Σύμφωνα με την εκδοχή των Εναγόντων όπως προβάλλεται στην ΄Εκθεση Απαίτησης τους είναι ότι η Ενάγουσα 1 και οι Ενάγοντες 2, 3, 4 και ο Εναγόμενος, ως συνέταιροι, ανέλαβαν την εκπόνηση αρχιτεκτονικών και στατικών σχεδίων και άλλων μελετών και την επίβλεψη έργου, από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, για την ανέγερση Λυκείου στην περιοχή Λευκοθέας στη Λεμεσό. Ο συνεταιρισμός αποτελείτο από δύο Αρχιτέκτονες Μηχανικούς (Ενάγοντες 3 και 4) και δύο Πολιτικούς Μηχανικούς Ενάγοντα 2 και Εναγόμενο. Ο Ενάγων 2 ήταν ο Διαχειριστής και Διευθυντής της Ενάγουσας
- Στα πλαίσια της εκπόνησης του εν λόγω έργου συμφωνήθηκε από τους συνεταίρους ότι η εκτελεσθείσα εργασία όλων των συνεταίρων θα συγκεντρώνετο στον υπολογιστή του Εναγόμενου στον οποίο θα είχαν πρόσβαση όλοι οι συνέταιροι, καθώς επίσης και στην εκτελεσθείσα εργασία. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω παραδίδοντο από τους λοιπούς συνεταίρους η εκτελεσθείσα εργασία, η οποία καταχωρείτο εντός του ηλεκτρονικού υπολογιστή του Εναγόμενου και με αυτό τον τρόπο καταχωρήθηκαν εντός αυτού, σειρά αρχιτεκτονικών σχεδίων, τα οποία εμφαίνονται στον επισυνημμένο κατάλογο Α, σειρά στατιστικών σχεδίων, ως ο κατάλογος Β, καθώς και στατικοί υπολογισμοί του έργου και άλλες εργασίες. Περί τα τέλη Ιουλίου 2001 ο Εναγόμενος, προτάσσοντας παράλογες και/ή παράνομες απαιτήσεις, διέκοψε σχέση με την εργασία του και τους Ενάγοντες, υπό την απειλή ότι εάν δεν ικανοποιούσαν τις απαιτήσεις του, δεν θα τους έδινε την σχεδιαστική εργασία και πράγματι κατακράτησε τα εν λόγω σχέδια και όλη τη σχεδιαστική εργασία δημιουργώντας τεράστια προβλήματα στους συνεταίρους και καθυστέρηση στη διεξαγωγή των εργασιών του έργου από την Ενάγουσα
- Ο Εναγόμενος, παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις τόσο των Εναγόντων όσο και της συνηγόρου τους, αρνήθηκε και/ή παρέλειψε να θέσει στη διάθεση τους τα εν λόγω σχέδια με αποτέλεσμα να υποστούν ζημιά και ταλαιπωρία και προς τούτο απαιτούν ειδικές, παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. Στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του ο Εναγόμενος παραδέχεται ότι ήτο ένας εκ των συνεταίρων της Ενάγουσας 1 αλλά αρνείται την απαίτηση των Εναγόντων και ισχυρίζεται ότι ο ίδιος δεν κατακράτησε ούτε κατακρατεί σχέδια των Εναγόντων και ότι η όλη εργασία παρεδόθη στις Τεχνικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού. Παραδέχεται επίσης ότι του ανατέθηκε να συγκεντρώσει, διορθώσει και ολοκληρώσει την όλη εργασία πάνω στο δικό του ηλεκτρονικό υπολογιστή και ότι του παραδίδετο η εργασία των Εναγόντων 2, 3 και 4 αλλά την ίδια ώρα επέστρεφε την εργασία του καθενός στο ίδιο. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η προσφορά του ιδίου ήταν σε ποσοστό 68,25% που αφορά το μέρος της εργασίας εκτός της επίβλεψης ενώ των υπολοίπων συνεταίρων το ποσοστό εργασίας ήτο 31,75% και απαιτεί ανταπαιτητικώς ΛΚ34.043,15 πλέον Φ.Π.Α για την εν λόγω εργασία αφαιρουμένου του ποσού των ΛΚ10,500 της οποίας ήδη έχει πληρωθεί από το συνεταιρισμό. Επίσης ζητά ποσό ΛΚ810,86 πλέον Φ.Π.Α. το οποίο αφορά απλήρωτο τιμολόγιο το οποίο εξέδωσε για την εκτύπωση των σχεδίων από τον υπολογιστή του. Οι Ενάγοντες στην Απάντηση και στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση απορρίπτουν τους ισχυρισμούς του Εναγομένου και ισχυρίζονται ότι ο Εναγόμενος δικαιούται αμοιβής σε ποσοστό 25% ως και οι λοιποί συνέταιροι και ότι έχει ήδη πληρωθεί για το εν λόγω ποσό. Ισχυρίζονται επίσης για την απαίτηση του Εναγομένου ως προς τα τιμολόγια για έξοδα εκτύπωσης αυτά δεν πληρώθηκαν γιατί υπήρχαν υπερχρεώσεις οι οποίες δεν διορθώθηκαν από τον Εναγόμενο ενώ ζητήθηκε από τον συνεταιρισμό διόρθωση για να πληρωθεί. Κατά την ακροαματική διαδικασία εκ μέρους των Εναγόντων προσέφερε μαρτυρία ο Ενάγων 4 Μάριος Μιχαλακόπουλος (ΜΕ1) και ο Ανδρέας Τζωρτζής (ΜΕ2) ενώ ο Εναγόμενος στηρίχθηκε στη δική του μαρτυρία. Το σύνολο της μαρτυρίας η οποία τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας ακροαματικής διαδικασίας, βρίσκεται στα πρακτικά της διαδικασίας. Δεν αποτελεί ασφαλώς πρόθεση του Δικαστηρίου η επανάληψη της μαρτυρίας στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Πολύ συνοπτικά και περιοριζόμενο στα βασικά και σχετικά με την παρούσα υπόθεση σημεία, το Δικαστήριο θα αναφερθεί σε αυτή. Αυτονόητο θα πρέπει να θεωρείται εξάλλου ότι κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της προσκομισθείσας και αποδεκτής μαρτυρίας ως επίσης κάθε σχετική λεπτομέρεια. (Βλ. Χρυσούλα Καννάουρου κ.α. ν. Ανδρέα Σταδιώτη
(1990)1 Α.Α.Δ., σελ. 35). Οι συνήγοροι μετά την ακροαματική διαδικασία με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων. Στις επί μέρους εισηγήσεις τους θα γίνει αναφορά όπου κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς της απόφασης. Για καλύτερη κατανόηση των γεγονότων της υπόθεσης προχωρώ με την καταγραφή ορισμένων γεγονότων που προκύπτουν τόσο από τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων όσο και από την έγγραφη και προφορική μαρτυρία. Όπου υπάρχει διάσταση απόψεων αυτή θα αξιολογηθεί πιο κάτω:
- Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η Ενάγουσα 1 αποτελούσε ομόρρυθμο εταιρεία η οποία μετατράπηκε στις 11.12.2000 (βλ. τεκμήριο 2), και μέλη αυτής ήταν τόσο οι Ενάγοντες 2, 3 και 4 όσο και ο Εναγόμενος (βλ. τεκμήρια 1, 2, 2Α και 3), δηλαδή με τη συμμετοχή δύο Αρχιτεκτόνων και δύο Πολιτικών Μηχανικών με κύριο σκοπό της την ανάθεσή σ' αυτήν, μέσω της διαδικασίας της κλήρωσης σε ιδιώτες, ανάληψης οικοδομικών έργων, στο δημόσιο και η διεκπεραίωση αυτών. Ο Ενάγων 2 ήταν το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο προς διαχείριση της εν λόγω εταιρείας ως διευθυντής αυτής (βλ. τεκμήριο 3).
- Στις 12.12.2000 η Ενάγουσα 1, μετά από κλήρωση, υπέγραψε σύμβαση με το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού για ανάληψη και εκτέλεση του έργου για την ετοιμασία Αρχιτεκτονικών, Στατικών και άλλων μελετών προς ανέγερση του Λυκείου στην περιοχή Λευκοθέας στη Λεμεσό καθώς και επίβλεψη του εν λόγω έργου, (βλ. τεκμήριο 4).
- Κατά την εκπόνηση του εν λόγω έργου συμφωνήθηκε από τους συνεταίρους όπως η όλη σχεδιαστική και άλλη εργασία συγκεντρώνεται σε ένα ηλεκτρονικό υπολογιστή και οι Ενάγοντες συμφώνησαν όπως χρησιμοποιείται ο υπολογιστής του Εναγόμενου για το σκοπό αυτό. Έτσι ο κάθε συνέταιρος έκανε τη δική του εργασία, την οποία μετέφερε σε δισκάκια, τα οποία παρέδιδε στον Εναγόμενο, ο οποίος καταχωρούσε την εργασία και ενοποιούσε την εν λόγω εργασία στο δικό του ηλεκτρονικό υπολογιστή.
- Για τις εκτυπώσεις που έκανε ο Εναγόμενος από τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή εξέδιδε σχετικά τιμολόγια. Πληρώθηκαν διάφορα τιμολόγια (βλ. τεκμήρια 20, 23 - 23Δ) και παρέμεινε απλήρωτο το τιμολόγιο με αρ. 28 (τεκμήριο 21).
- Πρώτη πληρωμή για το έργο από το Υπουργείο Παιδείας έγινε στις 21.12.2000 για το ποσό των ΛΚ29.700, από το οποίο αφού έγιναν αφαιρέσεις εξόδων, πληρώθηκε σε ένα έκαστο συνέταιρο ως αμοιβή ποσό ΛΚ6.000- συν Φ.Π.Α. (βλ. Τεκμήριο 13, πληρωμή του Εναγόμενου). Επίσης στις 27.6.2001 έγινε επιπρόσθετη πληρωμή από το Υπουργείο Παιδείας και οι 4 συνέταιροι πληρώθηκαν από ΛΚ4.500 έκαστος συν Φ.Π.Α., (βλ. Τεκμήριο 14, που αφορά τον Εναγόμενο, ημερομηνίας 29.6.2001).
- Τα σχέδια (εκτός από την αίθουσα πολλαπλών χρήσεων) παραδόθηκαν στο συντονιστή του έργου κ. Ανδρέα Παττίχη (20 αντίγραφα του συνόλου των σχεδίων) στις 27.5.2001 όταν είχαν ήδη ζητηθεί προσφορές από εργολάβους στις 25.5.
- Κάθε σύνολο σχεδίων περιείχε 116 εκτυπώσεις σχεδίων μεγέθους Α
- Στις 30.7.2001 ο Εναγόμενος με επιστολή του προς την Ενάγουσα 1 και κοινοποίηση στους Ενάγοντες 2, 3 και 4 (βλ. Τεκμήριο 25Α) ζητά όπως, διάφορα θέματα, μεταξύ των οποίων και αμοιβής ενός έκαστου των συνεταίρων, με βάση το μέγεθος συνεισφοράς του, τεθούν σε συνεδρία του συνεταιρισμού. Με βάση την ίδια επιστολή καθορίζει τη δική του συνεισφορά σε ποσοστό των 68% της όλης σχεδιαστικής και/ή άλλης εργασίας ενώ των υπολοίπων συνεταίρων σε ποσοστό 32%. Επιπρόσθετα ζητούσε όπως υπολογιστεί το ποσοστό εργασίας εκάστου από ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα και απαιτούσε επιπρόσθετη αμοιβή προειδοποιώντας ότι ο ίδιος θα λάμβανε όλα τα αναγκαία μέτρα για αποκατάσταση των δικαιωμάτων του.
- Ο Εναγόμενος με επιστολή του ημερ. 1.8.01, προς την Τράπεζα Κύπρου, αναφορικά με το λογαριασμό με αρ. 0113-11-033117, που διατηρούσε η Ενάγουσα 1, ανακάλεσε την συγκατάθεση του να υπογράφουν τις επιταγές που εξέδιδε η Ενάγουσα 1, οι Ενάγοντες 2 και 4 και ζήτησε όπως ουδεμία επιταγή του πιο πάνω λογαριασμού εξαργυρωθεί, μέχρι νεωτέρας γραπτής συγκατάθεσης του (βλ. τεκμήριο 28).
- Στις 23.8.2001 οι Ενάγοντες με επιστολή της συνηγόρου τους στην οποία εμφαίνεται εκ λάθους ημερομηνίας 23.7.2001 (βλ. Τεκμήριο 7), αρνούνται τους ισχυρισμούς του Εναγομένου, ως προς το ισχυριζόμενο ποσοστό συνεισφοράς του στο έργο, αλλά και την οποιαδήποτε διαφοροποίηση αμοιβής των συνεταίρων. Επίσης αρνούνται και τους λοιπούς ισχυρισμούς του Εναγόμενου και επιπρόσθετα ζητούν τα δισκάκια και την πρωτότυπη εργασία για την ήδη εκτελεσθείσα εργασία του συνεταιρισμού η οποία κατείχετο από τον Εναγόμενο. Τέλος με την εν λόγω επιστολή συγκαλείται συνεδρία στις 30.8.
- Ο Εναγόμενος με επιστολή του ημερομηνίας 29.8.2001 (βλ. τεκμήριο 25Β) απέστειλε την αρχιτεκτονική εργασία που αφορούσε την αίθουσα πολλαπλών χρήσεων στην Ενάγουσα
- Στις 30.8.01 έγινε συνεδρία του συνεταιρισμού στην παρουσία των συνεταίρων χωρίς να καταλήξουν θετικά στις απαιτήσεις του Εναγόμενου ή σε οποιοδήποτε άλλο θέμα.
- Ανταλλάγηκε επίσης μεταξύ των μερών αλληλογραφία με επιστολές τόσο της συνηγόρου των Εναγόντων, ημερομηνίας 10.9.2001, (τεκμήριο 8) και 8.10.2001, (τεκμήριο 9), όσο και επιστολή του συνηγόρου του Εναγομένου ημερομηνίας 17.9.2001, (τεκμήριο 19 και 25Γ).
- Ο Εναγόμενος πληρώθηκε στις 29.10.2004 ποσό ΛΚ5.000- συν Φ.Π.Α. για επαγγελματικές του υπηρεσίες για το εν λόγω έργο και το ποσό αυτό αναλογούσε σε ποσοστό 25% μέρους της εργασίας που αφορά την επίδικη διαφορά και το ίδιο ποσοστό πληρώθηκε ως αμοιβή και στους λοιπούς συνεταίρους.
- Ο Εναγόμενος στις 14.6.2002 καταχώρησε την αγωγή με αρ. 6619/02 εναντίον του συνεταιρισμού και των συνεταίρων του διεκδικώντας το 1 / 4 του ποσού που εισπράχθηκε από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού η οποία αποσύρθηκε ανεπιφύλακτα στις 27.9.2006 (βλ. τεκμήριο 26). Η υπόλοιπη μαρτυρία από τα γεγονότα που έχουν σκιαγραφηθεί ανωτέρω είναι αμφισβητούμενη. Σε σχέση με τα θέματα που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση προέχει η αξιολόγηση της μαρτυρίας για να αποφασισθεί το πλαίσιο γεγονότων που περιβάλλουν τη διαφορά. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με μεγάλη προσοχή τους μάρτυρες, ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αξιολόγησα την μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων όπως η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, η ύπαρξη σ' αυτές ουσιαστικών αντιφάσεων η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση σε συνδυασμό με τα κατατεθέντα εκ συμφώνου ή άλλως πως τεκμήρια, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα αληθή γεγονότα έθεσαν οι μάρτυρες των Εναγόντων. Ένα από τα ουσιώδη σημεία αντιπαράθεσης ήταν ο ισχυρισμός των Εναγόντων ότι ο Εναγόμενος κατακράτησε τα σχετικά δισκάκια και την πρωτότυπη εργασία των αρχιτεκτονικών σχεδίων (βλ. Κατάλογο ''Α'', τεκμήριο 5), και Στατικών Σχεδίων (βλ. κατάλογο Β, τεκμήριο 6) που καταχωρείτο στον ηλεκτρονικό υπολογιστή η οποία εγένετο από κοινού από όλους τους συνεταίρους ιδιοκτησία της Ενάγουσας αρ.
- Ο Εναγόμενος αρνείται ότι ο ίδιος κατακράτησε την εν λόγω εργασία και περαιτέρω είναι ο ισχυρισμός του ότι εν πάση περιπτώσει αυτή παραδόθηκε στο Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού. Επ' αυτού του σημείου και έχοντας υπόψη την επιστολή του Εναγομένου ημερομηνίας 30.7.2001, αλλά και την μονομερή επιστολή του προς την Τράπεζα, ημερομηνίας 1.8.2001, αλλά και την αλληλογραφία που ανταλλάγηκε από τις δύο πλευρές και ιδιαίτερα τις επιστολές των Εναγόντων, ημερομηνίας 23.7.2001, (βλ. τεκμήριο 7), η οποία γράφτηκε στις 23.8.2001, σε συνδυασμό με την επιστολή τους ημερομηνίας 10.9.2001, (τεκμήριο 8), αλλά και την απαντητική επιστολή του Εναγόμενου, ημερομηνίας 17.9.2001, (τεκμήριο 25Γ), δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι ο Εναγόμενος δεν είπε την αλήθεια επί αυτού του σημείου και απορρίπτω τη μαρτυρία του. Από την πιο πάνω έγγραφη μαρτυρία και την ανταλλαγείσα αλληλογραφία προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι ο Εναγόμενος είχε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, κατακρατήσει τα διάφορα δισκάκια και πρωτότυπη εργασία των αρχιτεκτονικών και στατικών σχεδίων που αναφέρονται στα τεκμήρια 5 και 6 ενώ η ιδιοκτησία αυτών ανήκει στην Ενάγουσα
- Επίσης επ' αυτού του σημείου δέχομαι τη μαρτυρία του Ενάγοντα αρ. 4 κ. Μιχαλακόπουλου η οποία ενισχύεται από την πιο πάνω έγγραφη μαρτυρία. Επίσης ο ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι είχε συμφωνηθεί ότι ο κάθε συνεταίρος θα πληρώνετο με βάση το ποσοστό εργασίας που διεκπεραίωνε και ότι ο ίδιος θα έπρεπε να πληρωθεί στο ποσοστό των 68,31% της εργασίας δεν κρίνεται αληθής αφού ως προκύπτει από τα κατατιθέμενα έγγραφα, τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί, ο ίδιος εξέδωσε κατά τον ουσιώδη χρόνο δύο τιμολόγια προς το συνεταιρισμό (βλ. τεκμήριο 13 και τεκμήριο 14) και δέχθηκε πληρωμές που αντιστοιχούσαν σε αμοιβή του κατά ποσοστό 25% (1/4) μερίδιο και ίσο ποσό είχαν πάρει και οι άλλοι τρεις συνεταίροι, χωρίς να τεθεί από τον ίδιο μέχρι τότε, ζήτημα διαφοροποιημένης αμοιβής ανάλογα του ποσοστού εργασίας του κάθε συνεταίρου ξεχωριστά. Επ' αυτού επίσης του σημείου δέχομαι τη μαρτυρία του Ενάγοντα αρ. 4 (ΜΕ1) ο οποίος μου έκανε εξαιρετική εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας και η μαρτυρία του ενισχύεται σε μεγάλο βαθμό από την πιο πάνω έγγραφη μαρτυρία. Ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας του Εναγόμενου στα πιο πάνω πολύ σημαντικά θέματα, το Δικαστήριο δε μπορεί να στηριχθεί σ' αυτή και δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του Εναγόμενου ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα. Ενόψει των πιο πάνω αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΕ1 κ. Μιχαλακόπουλου και του κ. Ανδρέα Τζιωρτζή ΜΕ2, η μαρτυρία του οποίου δεν αμφισβητήθηκε, από την Υπεράσπιση και γίνονται ανάλογα ευρήματα. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση προκύπτει, επιπρόσθετα με τα πιο πάνω μη αμφισβητούμενα γεγονότα, ότι δεν θα δινόταν οποιαδήποτε επί πλέον αμοιβή για τον σκοπό συγκέντρωσης και επεξεργασίας του υλικού στον υπολογιστή του Εναγομένου και οι Συνεταίροι θα είχαν πρόσβαση στον εν λόγω υπολογιστή και ότι η εν λόγω συγκεντρωθείσα εργασία θα αντιγραφόταν, κατά σειρά καταχώρησης, σε δισκέττες ή ψηφιακούς δίσκους, οι οποίοι ανά πάσα στιγμή θα ήταν στη διάθεση όλων των Συνεταίρων προς χρήση. Με αυτό τον τρόπο παραδίδετο στον Εναγόμενο από τους λοιπούς Συνεταίρους, η εκάστοτε διεξαχθείσα εργασία, η οποία καταχωρείτο εντός του δικού του Ηλεκτρονικού Υπολογιστή και ως εκ τούτου, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, καταχωρήθηκαν, συγκεντρώθηκαν ή και διεκπεραιώθηκαν εντός του ηλεκτρονικού υπολογιστή του Εναγομένου με τη συνεργασία όλων των συνεταίρων σειρά Αρχιτεκτονικών σχεδίων, ως λεπτομερώς αναφέρονται στον κατάλογο ''Α'' (τεκμήριο 5), σειρά Στατικών σχεδίων, ως λεπτομερώς αναφέρονται στον κατάλογο ''Β'' (τεκμήριο 6), όπως επίσης στατικοί και αντισεισμικοί υπολογισμοί του έργου, που αφορούσαν τις πτέρυγες των κτιρίων με αρ. 1, 2, 3 και 4, του αμφιθεάτρου και του κυλικείου, πίνακες ή προσχέδια και άλλες εργασίες. Οποιαδήποτε δε διόρθωση, ή ταξινόμηση ή συμπλήρωση γινότανε επί της καταχωρηθείσας εργασίας, εντός του υπολογιστή του Εναγομένου, ή συμπληρωνότανε από οποιοδήποτε από τους Ενάγοντες 2, 3 και 4 και γινότανε και πάλι καταχώρηση εντός του εν λόγω υπολογιστή. Περί το τέλος του Ιουλίου 2001, ο Εναγόμενος με επιστολή του (βλ. Τεκμήριο 25Α) ήγειρε αξιώσεις για επιπρόσθετη αμοιβή, υπό την απειλή ότι, εάν δεν ικανοποιούνταν οι απαιτήσεις του, που εμφαίνονται στο τεκμήριο 25Α δεν θα έδινε την μέχρι τότε γενόμενη σχεδιαστική ή άλλη εργασία και δεν θα επέτρεπε στους Ενάγοντες να έχουν καμιά πρόσβαση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή προς συνέχιση του έργου. Στη συνέχεια πράγματι ο Εναγόμενος κατακράτησε τα εν λόγω σχέδια και την όλη σχεδιαστική και άλλη γενομένη εργασία, δημιουργώντας προβλήματα στην διεξαγωγή των εργασιών του εν λόγω Συνεταιρισμού και εκάστου από τους Ενάγοντες. Οι Ενάγοντες διαμαρτυρήθηκαν έντονα ως προς τούτο και κάλεσαν επανειλημμένα τον Εναγόμενο όπως παραδώσει την εν λόγω εργασία, δηλαδή τα εν λόγω σχέδια και δισκέτες, χωρίς αποτέλεσμα και αναγκάστηκαν να επισκεφθούν δικηγόρο για επίλυση του προβλήματος τους και επίσης κάλεσα τον Εναγόμενο να παραδώσει τα εν λόγω σχέδια και ή δισκέτες και με επιστολή της δικηγόρου τους ημερομηνίας 23.8.01 (στην οποία εκ λάθους αναγράφεται ημερομηνία η 23.7.01) και η οποία στάληκε με ιδιώτη επιδότη και παραλήφθηκε από τον Εναγόμενο στις 27.8.01 (βλ. τεκμήριο 7). Επίσης ζήτησαν εκ νέου την παράδοση των ήδη ζητηθέντων σχεδίων και της όλης εργασίας, με νέα επιστολή της δικηγόρου των Εναγόντων ημερομηνίας 10.9.01 (τεκμήριο 8), πλην όμως και πάλι ο Εναγόμενος αρνήθηκε τόσο προφορικά όσο και διά επιστολής του δικηγόρου του να προβεί σε παράδοση, και κατακρατούσε την διεξαχθείσα σχεδιαστική εργασία ως λεπτομερώς αναφέρεται αυτή στους συνημμένους καταλόγους Αρχιτεκτονικών και Στατικών Σχεδίων (τεκμήρια 5 και 6), ''Α'' και ''Β'' αντίγραφα της οποίας παραδόθηκαν στο Υπουργείο παιδείας, όπως και την άλλη ανωτέρω αναφερόμενη εργασία. Επίσης οι Ενάγοντες, απάντησαν στην επιστολή του Εναγόμενου, ημερομηνίας 17.9.2001, δια επιστολής της δικηγόρου τους ημερομηνίας 8.10.01 προς τον τότε δικηγόρο του Εναγόμενου με κοινοποίηση προς τον ίδιον. Ο Εναγόμενος αρνήθηκε να συμμορφωθεί με τα ζητηθέντα εμμένοντας στις απαιτήσεις του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στην παρούσα υπόθεση το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων, μεταξύ άλλων, εδράζεται στο άρθρο 37 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο αφορά το αστικό αδίκημα της παράνομης κατακράτησης πράγματος. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως:
- ''
(1)Παράνομη κατακράτηση πράγματος συνίσταται στην παράνομη κατακράτηση κινητής ιδιοκτησίας από οποιοδήποτε πρόσωπο που δικαιούται στην άμεση κατοχή της.
(2)Σε αγωγή που εγείρεται για παράνομη κατακράτηση πράγματος το βάρος της απόδειξης ότι η κατακράτηση ήταν νόμιμη φέρει ο εναγόμενος''. Το πιο πάνω αστικό αδίκημα ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Αρτέμης και Ερωτοκρίτου, Κεφάλαιο 148, ΑΣΤΙΚΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ, Δίκαιο και Αποφάσεις, Τόμος 1, 1η έκδοση 2003, συνίσταται σε παρακράτηση πράγματος και άρνηση επιστροφής του στον ενάγοντα ή παρεμπόδιση του ενάγοντα από ανάληψη κατοχής του. Το βασικό στοιχείο είναι η παράνομη κατακράτηση που καταμαρτυρείται με άρνηση επιστροφής του αντικειμένου όταν αυτή απαιτηθεί. Η παράνομη κατακράτηση πράγματος είναι συνεχιζόμενο αδίκημα και το αγώγιμο δικαίωμα εγείρεται κατά πρώτο την ημέρα της άρνησης του εναγόμενου να το επιστρέψει και συνεχίζεται μέχρι την παράδοση του πράγματος ή την έκδοση απόφασης. Το αδίκημα αφορά επέμβαση στο δικαίωμα κατοχής και έτσι δικαίωμα να ενάγει έχει το πρόσωπο που είτε κατέχει το αντικείμενο ή έχει δικαίωμα άμεσης κατοχής του. Κυριότητα του αντικειμένου δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση και το βάρος της απόδειξης της νομιμότητας της κατακράτησης φέρει ο εναγόμενος. Η εξουσία Δικαστηρίου σε αγωγή για παράνομη κατακράτηση πράγματος περιέχεται στο άρθρο 38 του ιδίου Νόμου το οποίο έχει ως ακολούθως: ''38. Σε αγωγή που εγείρεται για παράνομη κατακράτηση πράγματος το Δικαστήριο δύναται, αφού λάβει υπόψη τα περιστατικά της υπόθεσης να διατάξει επιστροφή της κατακρατούμενης ιδιοκτησίας επιπρόσθετα με οποιαδήποτε άλλη θεραπεία που προνοείται από το Νόμο αυτό ή αντί της θεραπείας αυτής.'' Στην υπόθεση General and Finance Facilities Ltd. v. Cooks Cars (Romford) Ltd,
(1963)1LR 644 αναφέρεται ότι σε αγωγή για παράνομη κατακράτηση πράγματος, η απόφαση μπορεί να έχει τρεις μορφές σχετικά με τη θεραπεία: (α) την αξία του αντικειμένου και αποζημιώσεις για την κατακράτηση του, (β) επιστροφή του αντικειμένου ή πληρωμή της αξίας του και, (γ)επιστροφή του αντικειμένου και αποζημιώσεις για την κατακράτηση του. Στην περίπτωση (β) ο εναγόμενος έχει δικαίωμα επιλογής είτε θα επιστρέψει το αντικείμενο ή θα πληρώσει την αξία του. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Εξετάζοντας την παρούσα υπόθεση, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, οι Ενάγοντες είχαν δικαίωμα κατοχής και χρήσης της όλης επίδικης σχεδιαστικής και άλλης εργασίας και ως εκ τούτου οι Ενάγοντες απέδειξαν ότι πράγματι ο Εναγόμενος, με την άρνηση του να παραδώσει την επίδικη εργασία και/ή να τη θέσει στη διάθεση του συνεταιρισμού, Ενάγουσα 1, και των συνεταίρων του Εναγόντων 2, 3 και 4, όταν αυτό του ζητήθηκε, με την παραλαβή της σχετικής επιστολής τους (Τεκμήριο 8) στις 27.8.2001, διέπραξε το αστικό αδίκημα της παράνομης κατακράτησης της πιο πάνω αναφερθείσας περιουσίας, η οποία συνεχίσθηκε και ουδέποτε τους παραδόθηκε. Μετά την πιο πάνω διαπίστωση προχωρώ να εξετάσω αν οι Ενάγοντες απέδειξαν την απαίτηση τους. Σημειώνω ότι κατά την τελική αγόρευση της συνηγόρου των Εναγόντων έχει εγκαταλειφθεί το αίτημα για έκδοση σχετικού διατάγματος επιστροφής της εν λόγω κατακρατηθείσας εργασίας, αφού οι Ενάγοντες είχαν ενδιάμεσα προβεί σε ολοκλήρωση του σχετικού μέρους του έργου και το σχετικό διάταγμα κατέστη άνευ αντικειμένου. Επίσης δεν διεκδικείται ούτε η αξία αυτής και εν πάση περιπτώσει όπως προκύπτει από τα γεγονότα ο συνεταιρισμός και οι συνεταίροι πληρώθηκαν γι' αυτή από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού. Σε σχέση με την διεκδίκηση από τους Ενάγοντες ειδικών αποζημιώσεων αυτές περιλαμβάνουν (α) επανασχεδίαση των εν λόγω σχεδίων ΛΚ5.800- (οι οποίες μειώθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία σε ΛΚ2.500-). (β) Λήψη νομικών συμβουλών, επιστολές και αποστολή τους, ποσό ΛΚ150- έκαστος (γ) και υπολογισμός εκ νέου των στατικών και αντισεισμικών υπολογισμών ποσό ΛΚ3.000. Ως προς την απαίτηση των Εναγόντων που αφορά (α) και (γ) πιο πάνω δηλαδή την επανασχεδίαση των εν λόγω σχεδίων ποσό ΛΚ2.500- και τον υπολογισμό εκ νέου των στατικών και αντισεισμικών υπολογισμών ποσό ΛΚ3.000 οι Ενάγοντες παρουσίασαν τα τεκμήρια 10 και 11 προς απόδειξη της απαίτησης τους. Στα εν λόγω τεκμήρια περιλαμβάνονται μόνο οι ώρες εργασίας των Εναγομένων 2, 3 και 4 καθώς και το ποσό που χρεώνετο ανά ώρα, χωρίς να εξειδικεύεται με οποιοδήποτε τρόπο η εργασία που έγινε και πότε για την κάθε σχεδιαστική και άλλη εργασία αναλυτικά. Τα πιο πάνω κενά δεν έχουν καλυφθεί ούτε από την μαρτυρία του Ενάγοντα 4 και ελλείψει λεπτομερειών ως προς την εργασία που έγινε, με αναφορά στο κάθε σχέδιο ξεχωριστά και το χρόνο που χρειάστηκε, κρίνω ότι δεν αποδείχτηκε αυτό το μέρος της απαίτησης των Εναγόντων και δε μπορούν να αποδοθούν τα εν λόγω ποσά που διεκδικούνται ως ειδικές αποζημιώσεις. Αντίθετα το ποσό που διεκδικείται για τις υπηρεσίες δικηγόρου οι Ενάγοντες απέδειξαν ότι αποτελεί ζημιά που υπέστησαν λόγω της παράνομης κατακράτησης των επίδικων σχεδίων και εργασίας και αυτά μπορούν να αποδοθούν ΛΚ150- για έκαστο των Εναγόντων. Τέλος ως προς την επιδίκαση παραδειγματικών και/ή τιμωρητικών αποζημιώσεων που ζητούν οι Ενάγοντες, αυτές δεν μπορούν να αποδοθούν με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Σημειώνω ότι ο Εναγόμενος, ως ένας εκ των συνεταίρων, δικαιούτο να έχει κατοχή της επίδικης σχεδιαστικής εργασίας ως και οι υπόλοιποι συνεταίροι. Η εν λόγω σχεδιαστική εργασία είχε παραδοθεί στο Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού από τον Εναγόμενο πολύ πριν της 27.8.2001, ότε αρχίζει ημερομηνία της παράνομης κατακράτησης της επίδικης εργασίας, από τον Εναγόμενο, ως είχε υποχρέωση η Ενάγουσα 1 να πράξει και η Ενάγουσα πληρώθηκε για την εργασία αυτή από τον εν λόγω Υπουργείο και οι Συνεταίροι πληρώθηκαν την αμοιβή τους σε ποσοστό 25%. Με αυτά τα δεδομένα δε βρίσκω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για επιδίκαση παραδειγματικών και/ή τιμωρητικών αποζημιώσεων εναντίον του Εναγόμενου (βλ. Παπακόκκινου ν. Κάνθερ
(1982)1 ΑΑΔ 65), αφού δεν βρίσκω ότι η συμπεριφορά του Εναγόμενου καταδεικνύει τέτοια αδιαφορία για τα δικαιώματα του άλλου μέρους, ώστε να δικαιολογείται να επιδικασθεί αποζημίωση υπό μορφή τιμωρίας εναντίον του Εναγομένου. Ως εκ τούτου και αυτό το μέρος της απαίτησης δε μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Εξετάζοντας την Ανταπαίτηση του Εναγομένου σημειώνω ότι, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ως διατυπώθηκαν πιο πάνω και της απόρριψης της μαρτυρίας του Εναγομένου, δεν υπάρχει μαρτυρία που να δικαιολογεί, με οποιοδήποτε τρόπο, ότι ο Εναγόμενος δικαιούται σε αμοιβή κατά ποσοστό 68,25%, του όλου έργου, ως καθορίζεται στην Ανταπαίτηση του. Με δεδομένο ότι ο Εναγόμενος εισέπραξε ως αμοιβή για την επίδικη εργασία, το 25% του ποσού που πληρώθηκε η Ενάγουσα 1 αφαιρουμένων των εξόδων, η απαίτηση του ως προς το ποσό των ΛΚ34.043,15, (€58.166,17), πλέον Φ.Π.Α. που αφορά την πιο πάνω απαίτηση απορρίπτεται ως αβάσιμη. Ενόψει των πιο πάνω παρέλκει η εξέταση του ζητήματος, που τέθηκε από την πλευρά των Εναγόντων και αφορά το θέμα του δεδικασμένου ως προς την εν λόγω απαίτηση του Εναγομένου. Εν πάσει περίπτωση ακόμη και αν προχωρούσα να το εξετάσω δεν βρίσκω ότι η απαίτηση του Εναγόμενου στην Ανταπαίτηση έχει εκδικασθεί από την αγωγή με αρ. 6619/02 ούτε αποτελεί δεδικασμένο γιατί σε εκείνη την αγωγή διεκδικείτο από τον Εναγόμενο πληρωμή του ως συνεταίρου και όχι ως αμοιβή του. Τέλος ως προς το ποσό που διεκδικείται και αφορά απλήρωτο τιμολόγιο με αρ. 28, (τεκμήριο 21), που εκδόθηκε από τον Εναγόμενο για ποσό ΛΚ 810,86 για εκτυπώσεις των σχεδίων, προκύπτει, από το περιεχόμενο της επιστολής των Εναγόντων (βλ. τεκμήριο 27, ημερ. 26.7.2001), την οποία κατέθεσαν οι ίδιοι οι Ενάγοντες, ότι υπάρχει παραδοχή ως προς μέρος του ποσού που διεκδικείται από τον Εναγόμενο και αυτό το ποσό θα πρέπει να αποδοθεί στον Εναγόμενο. (Σημειώνω ότι η επιστολή του 1.3.2002, (τεκμήριο 22) που στάληκε από τους Ενάγοντες προς Εναγόμενο δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, ενόψει του ότι αυτή απεστάλη από τους Ενάγοντες ''άνευ βλάβης'', και το περιεχόμενο της δε μπορεί να ληφθεί υπόψη στη διαδικασία αυτή, ούτε να στηριχτεί σ' αυτή το Δικαστήριο). Με βάση τα πιο πάνω και την παραδοχή των Εναγόντων στην επιστολή τους ημερομηνίας 26.7.2001, ότι οι εκτυπώσεις πληρώνοντο για ποσό 0,35 σεντ τη μια (εκτύπωση Α1) και για διαφάνειες 0,65 σεντ τη μια από την Ενάγουσα 1 στον Εναγόμενο θα πρέπει να πληρωθεί το ποσό των ΛΚ544,40 συν Φ.Π.Α., (δηλαδή 1340 Χ 0,35 = ΛΚ469- και 116 Χ 0,65 = ΛΚ75,40). ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων 1, 2, 3 και 4 και εναντίον του Εναγομένου για ποσό €256,29 (ΛΚ150,00) εκάστου υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων με νόμιμο τόκο πλέον τα έξοδα της παρούσας αγωγής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην ανάλογη κλίμακα και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου. Σημειώνεται ότι ένα σετ εξόδων να πληρωθεί. Ως προς την ανταπαίτηση του Εναγομένου εκδίδεται απόφαση υπέρ του Εναγομένου και εναντίον της Ενάγουσας 1 για το ποσό των €930,16 συν ΦΠΑ (ΛΚ544,40) πλέον έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην ανάλογη κλίμακα. Η Ανταπαίτηση εναντίον των Εναγόντων 2, 3, 4 απορρίπτεται χωρίς οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα λόγω του ότι η απαίτηση και ανταπαίτηση συνδικάστηκαν στην παρούσα διαδικασία. (Υπ.)............................................. Γ. Κυριακίδου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /Μ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο