← Κύπρος

ΑΡΙΣΤΟΥ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ν. WHITE KNIGHT HOLDING LTD, Αρ. Αγωγής: 12864/03, 3.3.2010

ΑΡΙΣΤΟΥ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ν. WHITE KNIGHT HOLDING LTD, Αρ. Αγωγής: 12864/03, 3.3.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A80 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Ε. Δ. Ως ετροποποιήθη δυνάμει διαταγμάτων του Δικαστηρίου ημερ. 13.12.2006, 2.5.2007 και 29.5.2009 Αρ. Αγωγής: 12864/03 Μεταξύ: ΑΡΙΣΤΟΥ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ Ενάγοντα και WHITE KNIGHT HOLDING LTD Εναγομένων Ημερομηνία: 3.3.2010 Για τον Ενάγοντα: κ. Γ. Ζ. Γεωργίου Για τους Εναγόμενους: κα Α. Αθανασιάδου ΑΠΟΦΑΣΗ Με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, ο Ενάγοντας αξιοί εναντίον των Εναγομένων ποσό Λ.Κ.20.000,00, πλέον τόκους προς 6.5% από 4.5.2000 δυνάμει συμφωνίας. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαιτήσεως, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι, κατά ή περί τον Ιανουάριο 2000 ενώ εργοδοτείτο από την εταιρεία AAA United Stockbrokers Ltd προσεγγίστηκε από διευθυντή αυτών για να αποκτήσει 40.000 μετοχές της Εναγόμενης εταιρείας, πράγμα το οποίο αποδέχτηκε. Παρέδωσε στην Εναγόμενη εταιρεία επιταγή Λ.Κ.20.000,00, η οποία και εξαργυρώθηκε από αυτήν την 4.5.2000. Είναι δικογραφημένος ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι η προαναφερόμενη συμφωνία συνομολογήθηκε κάτω από όρους, καθώς και ότι ο ίδιος βασίστηκε επί των παραστάσεων του αντιπροσώπου της Εναγόμενης αρ. 1. Παραπέμπει επίσης σε διάφορα άρθρα Νομοθεσίας περί Χ.Α.Κ. Η Εναγόμενη υπέβαλε τον Ιούνιο 2000 αίτηση για εισδοχή των τίτλων της στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (πιο κάτω αναφερόμενου ως «Χ.Α.Κ.»), οι μετοχές στάλησαν στον Ενάγοντα περί τον Ιανουάριο 2001, αλλά δεν είχαν εισαχθεί ακόμη στο Χ.Α.Κ. Ο Ενάγοντας, με επιστολή του, ζήτησε επιστροφή των χρημάτων του, αλλά ουδέν ποσό έχει επιστραφεί σε αυτόν. Με την Υπεράσπιση της, η Εναγόμενη Εταιρεία εγείρει προδικαστική ένσταση ότι ο περί Επιστροφής Χρημάτων σε Επενδυτές Νόμος 168

(1)/2002 δεν δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα, παρά μόνο ποινικά αδικήματα. Πέραν τούτου, είναι η θέση τους ότι η εταιρεία SFS Group Public Company Ltd ήταν οι διευθυντές αναφορικά με την αίτηση της Εναγόμενης για εισαγωγή των τίτλων της στο Χ.Α.Κ. Αρνείται τα όσα αναφέρει ο Ενάγοντας στην Έκθεση Απαιτήσεως περί των γεγονότων, και ισχυρίζεται ότι καμία συμφωνία δεν έχει συνάψει με τον Ενάγοντα, ούτε συμφώνησε να πουλήσει σε αυτόν μετοχές, αλλά ούτε και προέβησαν σε οποιεσδήποτε παραστάσεις προς αυτόν. Είναι η θέση της ότι ο Ενάγοντας απέκτησε 40.000 μετοχές της Εναγόμενης εταιρείας δυνάμει αγοράς από την εταιρεία Sellamico Trade Ltd, η δε Εναγόμενη προέβη σε μόνο δύο εκδόσεις και παραχωρήσεις μετοχών, και οι εταιρείες Theonautica Enterprises Ltd και Sellamico Trade Limited μεταβίβασαν μετά αριθμό μετοχών τους σε τρίτους. Εγείρουν, περαιτέρω, την θέση ότι για να μπορεί να επιστραφεί ποσό στον Ενάγοντα θα πρέπει να προβούν σε μείωση κεφαλαίου, με σοβαρές επιπτώσεις σε αυτούς, καθώς και απορρίπτουν τις επικλήσεις των άρθρων της Νομοθεσίας περί Χ.Α.Κ., ισχυριζόμενοι επίσης ότι αυτά είναι αντισυνταγματικά αφού παραβιάζουν τα άρθρα 23, 26, 25, 28 και 33 του Συντάγματος, την Οδηγία 77/91/EEC και τον περί Εταιρειών Νόμο. Την 5.7.2007 η Εναγόμενη καταχώρησε Περαιτέρω Υπεράσπιση, στην οποία αναφέρει ότι ο Ενάγοντας έπαυσε να είναι μέτοχος της Εναγόμενης Εταιρείας την 26.6.2007 αφού αντάλλαξε τις 40.000 μετοχές του με μετοχές άλλης εταιρείας, και συγκεκριμένα αποδέχτηκε την δημόσια πρόταση της SFS Group Public Co Ltd για εξαγορά των μετοχών της Εναγόμενης με αντάλλαγμα μετοχές της SFS. Την 27.9.2006 καταχωρίστηκε Τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση, η οποία και δεν διαφοροποιήθηκε μετέπειτα. Σε αυτήν, ο Ενάγοντας αρνείται τους ισχυρισμούς της Εναγομένης και εμμένει στους ισχυρισμούς του όπως αυτοί προκύπτουν από την Έκθεση Απαιτήσεως. Σημειώνω απλά ότι το γεγονός ότι οι επίδικες μετοχές ενεχυριάστηκαν προς όφελος της εταιρείας Ellinas Finance Ltd δυνάμει έγγραφης συμφωνίας είναι παραδεκτό, αλλά ισχυρίζεται ότι ένεκα του ότι αυτή η ενεχυρίαση δεν ενεγράφη στον Έφορο Εταιρειών, κατέστη άκυρη. Με την Τροποποιημένη Απάντηση στην Περαιτέρω Υπεράσπιση, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατόπιν διατάγματος διαγραφής, ο Ενάγοντας απορρίπτει τα όσα αναφέρονται στην Περαιτέρω Υπεράσπιση, και ισχυρίζεται ότι αν έγινε οποιαδήποτε πώληση μετοχών, αυτή έγινε χωρίς την έγκριση ή συναίνεση του. Είναι επίσης ισχυρισμός του ότι η ενεχυρίαση μετοχών ουδέποτε ενεγράφη ως επιβάρυνση στον Έφορο Εταιρειών και άρα η όποια ανταλλαγή μετοχών είναι άκυρη, χωρίς νομική ισχύ και αποτέλεσμα. Προ της έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας, την 24.6.2009, αμφότεροι οι συνήγοροι προέβησαν σε δήλωση παραδεκτών γεγονότων. Συγκεκριμένα δηλώθηκαν στο Δικαστήριο τα πιο κάτω: «
  1. Η επιταγή που εκδόθηκε από λογαριασμό του Ενάγοντα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ με αριθμό επιταγής 14969530 ημερομηνίας 25.4.2000 για ποσό Λ.Κ.20.000,00 κατατέθηκε στην Τράπεζα Alpha Bank Cyprus Ltd στις 27.4.2000 και ο εν λόγω λογαριασμός του Ενάγοντα στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ χρεώθηκε με το εν λόγω ποσό στις 4.5.
  2. Η εν λόγω επιταγή κατατέθηκε σε λογαριασμό της White Knight Investments Ltd Εναγομένης στην Alpha Bank Cyprus Ltd στις 27.4.2000 και ο λόγω λογαριασμός της Εναγομένης στην εν λόγω Τράπεζα πιστώθηκε με το ποσό Λ.Κ.20.000,00 την ίδια μέρα. 2 (α) Σχετικά με την Εναγομένη το αρχικό της όνομα ήταν Χ.Α. Παπαέλληνα Επενδύσεις Λτδ η οποία στην συνέχεια μετονομάστηκε σε White Knight Investments Ltd, ακολούθως σε White Knight (Holdings) Ltd και σήμερα διεξάγει εργασίες με όνομα White Knight (Holding) plc. (β) Βάσει του αρχείου του Εφόρου Εταιρειών δεν υπάρχει εγγεγραμμένη ούτε επιβάρυνση ή υποθήκη σε βάρος της πιο πάνω εταιρείας (Εναγομένης) από την ημερομηνία εγγραφής της μέχρι σήμερα.
  3. Οι κ.κ.Χάρης Παστελλής και Νεόφυτος Νεοφύτου δεν ήσαν ποτέ μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης.
  4. Οι μοναδικές εκδόσεις και παραχωρήσεις μετοχών στις οποίες προέβηκε η Εναγόμενη έλαβαν χώρα στις 31.12.1999 και 16.6.2000 προς τις εταιρείες Theonautica Enterprises Ltd, στην Sellamico Trade Ltd και Sharelink Financial Services Ltd». Εκ μέρους του Ενάγοντα μαρτυρία έδωσε ο ίδιος, ο κ. Νεόφυτος Νεοφύτου και ο κ. Πανίκος Χριστοφόρου, ενώ εκ μέρους της Εναγομένης εταιρείας μαρτυρία έδωσε ο κ. Αιμίλιος Έλληνας και ο κ. Κώστας Κίρκος. Ο Ενάγοντας ανέφερε ότι είναι απόφοιτος Πανεπιστημίου στον κλάδο της Λογιστικής και Χρηματοοικονομικών, καθώς και κάτοχος μεταπτυχιακού στα χρηματοοικονομικά και χρηματιστηριακά με ειδικότητα στα χρηματιστηριακά. Κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν ως Σύμβουλος Επενδύσεων στην εταιρεία AAA United Stockbrokers Ltd (πιο κάτω καλούμενη «ΑΑΑ») η οποία είναι θυγατρική εταιρεία της Sharelink Financial Services Ltd (πιο κάτω καλούμενη «SFS»). Προς το τέλος του 1999 τον πήρε τηλέφωνο ο κ. Χάρης Παστελλής, Υπεύθυνος Προσωπικού της ΑΑΑ, και του ανέφερε ότι θα δοθούν με ιδιωτική τοποθέτηση πακέτα μετοχών της Εναγόμενης στους εργοδοτούμενους του Ομίλου. Όπως ισχυρίστηκε ο Ενάγοντας, στον ίδιο προσφέρθηκε πακέτο 40.000 μετοχών προς £0.50 έκαστη μετοχή, και ο κ. Παστελλής του είπε ότι οι εν λόγω μετοχές θα εισαχθούν πολύ σύντομα στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Όπως δε του λέχθηκε περαιτέρω, επρόκειτο για μια εξαιρετική περίπτωση από την οποία θα αποκόμιζε μεγάλα κέρδη. Ο Ενάγοντας αποφάσισε να αγοράσει τις 40.000 μετοχές στηριζόμενος στην εμπιστοσύνη που είχε προς την ΑΑΑ και τον Όμιλο SFS. Συμπλήρωσε αίτηση την οποία πήρε μαζί με την επιταγή Τεκμήριο 2 στα Κεντρικά γραφεία της SFS στην Λευκωσία. Λόγω του οτι άλλαξε τράπεζα, σε μεταγενέστερο στάδιο πήρε πίσω την επιταγή αυτή και παρέδωσε στην θέση της επιταγή της Τράπεζας Κύπρου, η οποία και εξαργυρώθηκε. Όταν δεν έλαβε τίτλους, ανέφερε ο Ενάγοντας, επικοινώνησε με τα Κεντρικά γραφεία, και συγκεκριμένα με τους κ.κ. Παστελλή και Νεοφύτου. Τελικά παρέλαβε τίτλους την 29.1.2001, αλλά η Εναγόμενη δεν ήταν εισηγμένη ακόμη στο Χ.Α.Κ. Την 25.10.2001 απέστειλε την επιστολή Τεκμήριο 5 και ζήτησε επιστροφή των χρημάτων του, αλλά δεν υπήρξε ανταπόκριση, και συνεπώς έδωσε οδηγίες στον δικηγόρο του να στείλει τις επιστολές Τεκμήρια 6 και 7 ημερ. 14.3.2002 και 7.10.2002 αντίστοιχα. Την 28.3.2002 του απεστάλη η πρόταση για συγχώνευση της Εναγομένης με την SFS, ενώ οι μετοχές εισήχθησαν στο Χ.Α.Κ. την 13.4.2006, ημερομηνία κατά την οποία άνοιξαν με τιμή πώλησης £ 0.17 (€. 0.29) και έκλεισαν με τιμή £0.21 (€. 0.36). Όπως επίσης ανέφερε ο Ενάγοντας τις μετοχές του ενεχυρίασε με το Τεκμήριο 13 στην εταιρεία Ellinas Finance Ltd γιατί χρειαζόταν χρήματα, καθώς και για την αποπληρωμή δανείου. Σήμερα δεν έχει στην κατοχή του τις επίδικες μετοχές, ούτε και είναι ιδιοκτήτης τους, για τον λόγο ότι αυτές πουλήθηκαν από την προαναφερόμενη εταιρεία για να ξοφληθεί το δάνειο του Ενάγοντα με αυτούς. Συγκεκριμένα, όπως είπε ο Ενάγοντας, εξεδόθη απόφαση Δικαστηρίου υπέρ της Ellinas Finance Ltd με την οποία διατάσσετο η πώληση των μετοχών, ενώ ο ίδιος κατέβαλε μόνο την διαφορά της αξίας σε σχέση με το προαναφερόμενο δάνειο του. Ο κ. Νεόφυτος Νεοφύτου ανέφερε ότι κατά τον Δεκέμβριο 1999 ήταν Εκτελεστικός Διευθυντής της εταιρείας ΑΑΑ, η οποία ήταν θυγατρική εταιρεία του Ομίλου SFS, καθώς και Διευθύνοντας Εκτελεστικός Σύμβουλος του Ομίλου SFS. Ο κ. Παστελλής ήταν Διευθυντής της ΑΑΑ. Η SFS μαζί με την ΑΑΑ και την Sharelink Securities Ltd ήταν ανάδοχοι της έκδοσης και υπεύθυνοι για την διάθεση των μετοχών της Εναγομένης. Πρόθεση ήταν να ενταχθούν οι τίτλοι της Εναγόμενης στο Χ.Α.Κ. Ένας αριθμός μετοχών της Εναγόμενης διατέθηκαν σε διάφορους συνεργάτες του Ομίλου, μεταξύ αυτών και ο Ενάγοντας. Ήταν η θέση του Μ.Ε.2 ότι δεν θυμόταν αν προέβη σε οποιεσδήποτε παραστάσεις προς τον Ενάγοντα, αλλά ήταν πιθανό να είχε πει σε αυτόν ότι επρόκειτο για μια καλή επένδυση, και ότι ανέμεναν να εισαχθούν οι μετοχές στο Χ.Α.Κ. σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ερωτηθείς για τον κ. Παστελλή, ο κ. Νεοφύτου απάντησε ότι ο ρόλος αυτού, αφού είχε αποφασιστεί τι αριθμό μετοχών θα έπαιρνε ο κάθε συνεργάτης, περιορίζετο στην διεκπεραίωση της διαδικασίας. Δέχτηκε ότι δεν υπήρξε πρόσκληση για εγγραφή στο ευρύ κοινό και ότι οι μετοχές διατέθηκαν μέσω των συνεργατών του Ομίλου. Συμφώνησε επίσης ότι η Εναγόμενη προέβη μόνο σε 2 εκδόσεις μετοχών, το 1999 και το 2000 προς τις Sellamico Trade Ltd, Theonautica Enterprises Ltd και την SFS, καθώς και ότι αυτές οι τρεις εταιρείες μεταβίβασαν αργότερα τις μετοχές που κατείχαν στην Εναγόμενη σε τρίτα πρόσωπα. Το γεγονός αυτό, είπε, αναφερόταν και στο Ενημερωτικό Δελτίο, αλλά δεν το γνώριζαν οι συνεργάτες οι οποίοι θα λάμβαναν τις μετοχές. Ο κ. Πανίκος Χριστοφόρου ανέφερε ότι είναι Λειτουργός στο Τμήμα Εκκαθάρισης Συναλλαγών του Χ.Α.Κ. Η αίτηση για εισαγωγή της Εναγόμενης έγινε την 21.6.2000 και οι τίτλοι της εισήχθησαν στο Χ.Α.Κ. την 13.4.
  5. Την πρώτη μέρα διαπραγμάτευσης της η μετοχή έκλεισε στα £ 0.20,
  6. Ο κ. Αιμίλιος Έλληνας ανέφερε ότι είναι ο Διευθύνοντας Σύμβουλος της Ellinas Finance Public Co Ltd, η οποία είναι δημόσια εταιρεία που ασχολείται μεταξύ άλλων με χρηματοδοτήσεις για αγορά μετοχών. Στον Ενάγοντα είχαν παραχωρήσει ένα δάνειο τον Απρίλιο 2001, ως εγγύηση για το οποίο ο Ενάγοντας είχε ενεχυριάσει τις επίδικες μετοχές. Ο Ενάγοντας δεν αποπλήρωσε το δάνειο, με αποτέλεσμα να προσφύγουν στο Δικαστήριο. Στα πλαίσια της αγωγής 11320/04 εξεδόθη απόφαση εναντίον του Ενάγοντα και υπέρ της Ellinas Finance Public Co Ltd για ποσό £12.835,00 πλέον τόκους, καθώς και διάταγμα πώλησης των μετοχών. Στο μεταξύ είχε γίνει δημόσια πρόταση από την SFS για απόκτηση του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης, και η Ellinas Finance Public Co Ltd την αποδέχτηκε, και μετέτρεψε τις μετοχές του Ενάγοντα στην Εναγόμενη εταιρεία σε μετοχές της SFS. Το έγγραφο αποδοχής της δημόσιας αυτής πρότασης Τεκμήριο 17 συμπληρώθηκε από την κα Αύρα Πετρίδου δυνάμει του Πληρεξουσίου Εγγράφου που κατείχε η Ellinas Finance. Οι μετοχές της SFS πουλήθηκαν πρόσφατα και το ποσό που έλαβαν από την εν λόγω πώληση πιστώθηκε στο δάνειο του Ενάγοντα. Ο κ. Κώστας Κίρκος ανέφερε ότι είναι εγκεκριμένος λογιστής και για την περίοδο από 5.11.1999 μέχρι 9.9.2002 διετέλεσε Διοικητικός Σύμβουλος της Εναγόμενης εταιρείας και Υπεύθυνος Τήρησης του μητρώου μετοχών της. Ανέφερε το ιστορικό της Εναγόμενης, καθώς και το ότι εξεδόθησαν μετοχές σε εταιρείες της SFS, ήτοι τις Sellamico Trade Ltd και την Theonautica Enterprises Ltd, και μετά διοχετεύθηκαν σε τρίτους. Η SFS ανέθεσε την διάθεση των μετοχών στην ΑΑΑ και την Sharelink Securities Ltd. Ήταν η θέση του κ. Κίρκου ότι η ΑΑΑ ήταν αντιπρόσωπος της SFS και όχι της Εναγόμενης εταιρείας. Όπως περαιτέρω ανέφερε ο Μ.Υ.2, ο Ενάγοντας κατέστη μέτοχος της Εναγόμενης κατόπιν μεταβίβασης σε αυτόν μετοχών από την εταιρεία Sellamico Trade Ltd. Οι δε τρεις εταιρείες μετόχοι της Εναγόμενης διατηρούσαν μερίδα στη Εναγόμενη όπου πιστώνονταν τα ποσά που εισπράττονταν από πωλήσεις μετοχών. Η Εναγόμενη εταιρεία δεν είχε διαθέσιμα κέρδη, ενώ οι μετόχοι σε Γενιική Συνέλευση τάχθηκαν ενάντια στην μείωση κεφαλαίου. Την 29.3.2007 η SFS υπέβαλε δημόσια πρόταση προς όλους τους μετόχους της Εναγόμενης εταιρείας για εξαγορά των μετοχών τους, την οποία ο Ενάγοντας αποδέχτηκε αμετάκλητα. Η απόφαση για εισαγωγή των τίτλων της Εναγόμενης στο Χ.Α.Κ. λήφθηκε τον Ιούνιο 2000, και άρα προ της ημερομηνίας αυτής κανείς δεν ήταν εξουσιοδοτημένος να λέει ότι αυτοί θα εισάγονταν εντός 6 μηνών, μόνο εικασίες και προβλέψεις μπορούσαν να γίνονται περί τούτου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η προσπάθεια του Ενάγοντα να παρουσιάσει τον εαυτό του ως τον ανυποψίαστο αθώο που επηρεάστηκε από την Εναγόμενη δεν με έπεισε, ενώ περιέπεσε και σε αντιφάσεις κατά την μαρτρία του. Ειδικότερα παρατηρώ τα ακόλουθα: - Ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε γενικά ότι έλαβε την απόφαση για αγορά των μετοχών στηριζόμενος μόνο στις παραστάσεις που του έγιναν από αντιπροσώπους της Εναγομένης. Η θέση του αυτή δεν πείθει, δεδομένου του ότι ο ίδιος εργαζόταν κατά την ουσιώδη χρονική περίοδο ως Σύμβουλος Επενδύσεων, ενώ έκανε εκτενή αναφορά στα πτυχία του και το μεταπτυχιακό που αυτός κατέχει σε Χρηματοοικονομικά και Χρηματιστηριακά. Τα προσόντα και η θέση που κατείχε λογικά παρείχαν σε αυτόν τις γνώσεις τόσο να κρίνει από μόνος του το πρόσφορο της επένδυσης, όσο και να γνωρίζει τους κινδύνους για καθυστέρηση στην εισαγωγή των μετοχών στο Χ.Α.Κ. - Ήταν η θέση του Ενάγοντα ότι το 1999 στηρίχθηκε στις παραστάσεις που του έγιναν ότι οι τίτλοι της Εναγόμενης εταιρείας θα εισάγονταν στο Χ.Α.Κ. εντός 6 μηνών. Η θέση αυτή αντιφάσκει με το ότι σε άλλο στάδιο της μαρτυρίας του δέχτηκε ότι, παρά το γεγονός ότι μέχρι και το 2001 ακόμη δεν είχαν ενταχθεί, εν' τούτοις ο ίδιος δεν επιθυμούσε να πουλήσει τις επίδικες μετοχές ιδιωτικά. - Σημειώνω, επίσης, το γεγονός ότι ο Ενάγοντας ανέφερε ότι μπορούσε να πουλήσει τις επίδικες μετοχές ιδιωτικά, αλλά ο ίδιος δεν το επιθυμούσε. - Επίσης δέχτηκε ότι, και να άνοιγε σε καλή τιμή η μετοχή, ο ίδιος δεν θα μπορούσε να πουλήσει δεδομένου ότι είχε ενεχυριάσει τις μετοχές. - Κατά την κυρίως εξέταση του ισχυρίστηκε ότι παρέδωσε την αίτηση και την επιταγή προσωπικά στον κ. Παστελλή, ενώ κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν θυμόταν τι είχε λάβει χώρα ακριβώς. - Επέμενε ότι η αίτηση για απόκτηση μετοχών έγινε προς την Εναγόμενη, ενώ το Τεκμήριο 1 δεν αναφέρει καμία εταιρεία. Ερωτηθείς δε αν αγόρασε τις μετοχές του από υφιστάμενο μέτοχο της Εναγόμενης και όχι από την ίδια την Εναγόμενη, ανέφερε ότι δεν το γνωρίζει. - Ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι το ότι δεν αγόρασε μετοχές από τρίτο πρόσωπο αποδεικνύεται από το γεγονός ότι είχε δανειστεί τα χρήματα για την αγορά τους. Το επιχείρημα αυτό δεν βρίσκει έρεισμα στην λογική, αφού, απ' όπου και αν βρήκε τα χρήματα, ο σκοπός του ήταν να καταστεί μέτοχος της Εναγόμενης, πράγμα το οποίο εν πάση περιπτώσει έγινε, και δεν δημιουργείτο μεγαλύτερο ρίσκο σε αυτόν ανάλογα με το ποίος του μεταβίβαζε τις μετοχές αυτές. - Ενώ εργαζόταν ως Σύμβουλος Επενδύσεων στην ΑΑΑ ισχυρίστηκε ότι δεν θυμόταν ποία από τις δύο εταιρείες της Sharelink θα ήταν ανάδοχος, ενώ μετέπειτα ισχυρίστηκε ότι θα ήταν και η ΑΑΑ ανάδοχος. - Κατά την κυρίως εξέταση ισχυρίστηκε ότι ο τίτλος του στάληκε τον Απρίλιο 2001, ενώ κατά την αντεξέταση δέχτηκε ότι δεν θυμόταν κατά πόσο ο εν λόγω τίτλος απλά στάληκε εις αντικατάσταση του αρχικού τίτλου μετοχών. - Κατά την αντεξέταση του δέχτηκε ότι ο κ. Παστελλής δεν του είχε πει σε πόσο χρόνο θα εισάγονταν οι μετοχές στο Χ.Α.Κ., αλλά ο ίδιος εξέλαβε ότι το «σύντομο χρονικό διάστημα» σήμαινε 6 μήνες. - Παρά το γεγονός ότι ισχυρίζεται ότι επιθυμούσε επιστροφή των χρημάτων του, εν' τούτοις μέσω δικηγόρου πήγαινε στις Γενικές Συνελεύσεις και ψήφιζε, πράγμα που αποτελεί πράξη ατόμου το οποίο αναγνωρίζει και αποδέχεται την ιδιότητα του μετόχου. Ο κ. Νεόφυτος Νεοφύτου θεωρώ ότι υπήρξε αντικειμενικός. Σημειώνω, όμως, ότι η μαρτυρία αυτού ήταν αόριστη και γενική. Δεν θυμόταν κατά πόσο ανέφερε στον Ενάγοντα οτιδήποτε σε σχέση με τον χρόνο που οι μετοχές θα εισάγοντο στο Χ.Α.Κ., ενώ ούτε και ο ίδιος ο Ενάγοντας θυμόταν να αναφέρει ακριβώς στο Δικαστήριο τι κατ' ισχυρισμό του ελέχθη από τον Μ.Ε.
  7. Συνεπώς, το κατά πόσο έγιναν ή όχι παραστάσεις από τον Μ.Ε. 2 και τι παραστάσεις ήσαν αυτές, έχει παραμείνει μετέωρο. Επίσης σημειώνω ότι ο κ. Νεοφύτου ανέφερε ότι το Τεκμήριο 1 ήταν απλά ένα εσωτερικό έγγραφο σκοπός του οποίου ήταν να καταγράφεται το ενδιαφέρον για αγορά μετοχών. Ο κ. Πανίκος Χριστοφόρου υπήρξε αντικειμενικός, ενώ δεν αντεξετάστηκε επί της μαρτυρίας του. Τούτου δεδομένου, τα όσα αυτός ανέφερε αποδέχομαι εξ' ολοκλήρου. Ο κ. Αιμίλιος Έλληνας μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας, και δεν κλονίστηκε από την αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο για τον Ενάγοντα, η οποία επεκτάθηκε και σε πολλά σημεία που ήσαν άσχετα με την παρούσα υπόθεση. Και την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα αποδέχομαι. Ο κ. Κίρκος έδωσε μίαν μαρτυρία δυσνόητη, υπεισερχόμενος σε αρκετές αχρείαστες λεπτομέρειες, με τρόπο που έδινε και την εντύπωση ότι προσπαθούσε να αποφύγει να απαντήσει ευθέως σε ερωτήσεις που του τέθηκαν κατά την αντεξέταση. Ειδικότερα, παρατηρώ ότι, δεδομένου του ότι είχε ήδη πει ότι οι εταιρείες Sharelink Securities Ltd και ΑΑΑ ήταν εξουσιοδοτημένες να διαθέσουν μετοχές της Εναγόμενης εταιρείας, δεν πείθει ο ισχυρισμός του ότι ούτε η Εναγόμενη, αλλά ούτε και οποιοδήποτε εξουσιοδοτημένο από την Εναγόμενη πρόσωπο συμβλήθηκε με τον Ενάγοντα για να του πουλήσει μετοχές. Στα ίδια πλαίσια δεν ευσταθεί ούτε και ο ισχυρισμός του κ. Κίρκου ότι ο κ. Παστελλής ουδέποτε εξουσιοδοτήθηκε να διαθέσει μετοχές της Εναγόμενης, δεδομένου ότι ο κ. Παστελλής ήταν διευθυντής της ΑΑΑ, η οποία και ήταν εξουσιοδοτημένη να διαθέσει τις μετοχές της Εναγόμενης. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης, αποτελεί εύρημα μου ότι η Εναγόμενη είναι δημόσια εταιρεία και οι τίτλοι αυτής είναι εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Το αρχικό της όνομα ήταν Χ.Α. Παπαέλληνας Επενδύσεις Λτδ, στην συνέχεια μετονομάστηκε σε White Knight Investments Ltd, ακολούθως σε White Knight (Holdings) Ltd, και σήμερα διεξάγει εργασίες με το όνομα White Knight (Holding) plc. Οι κ.κ. Χάρης Παστελλής και Νεόφυτος Νεοφύτου δεν υπήρξαν ποτέ μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης. Οι μοναδικές εκδόσεις και παραχωρήσεις μετοχών στις οποίες προέβηκε η Εναγόμενη εταιρεία έλαβαν χώρα στις 31.12.1999 και 16.6.2000 προς τις εταιρείες Theonautica Enreprises Ltd, Sellamico Trade Ltd και Sharelink Financial Services Ltd. Σε σχέση με τις μετοχές τις Εναγόμενης δεν έγινε πρόσκληση για εγγραφή προς το ευρύ κοινό. Η αίτηση για εισαγωγή της Εναγόμενης έγινε την 21.6.2000 και οι τίτλοι της εισήχθησαν στο Χ.Α.Κ. την 13.4.
  8. Την πρώτη μέρα διαπραγμάτευσης της η μετοχή έκλεισε στα £ 0.20,5 (€. 0.36). Ο Ενάγοντας κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στην ΑΑΑ United Stockbrokers Ltd ως Σύμβουλος Επενδύσεων, η οποία εταιρεία είναι θυγατρική της Sharelink Financial Services Ltd. Η ΑΑΑ μαζί με την Sharelink Securities Ltd ανέλαβαν ανάδοχοι της έκδοσης και υπεύθυνοι της διάθεσης των μετοχών της Εναγόμενης εταιρείας. Το 1999 προσφέρθησαν στους εργοδοτούμενους του Ομίλου Sharelink πακέτα μετοχών της Εναγομένης, μεταξύ των οποίων προσεφέρθη και στον Ενάγοντα πακέτο 40.000 μετοχών έναντι Λ.Κ.0.50 έκαστη μετοχή. Ο Ενάγοντας αποφάσισε να αγοράσει τις μετοχές αυτές, και συμπλήρωσε το Τεκμήριο 1, το οποίο ήταν εσωτερικό έγγραφο της ΑΑΑ για καταγραφή ενδιαφέροντος, και το οποίο παρέδωσε μαζί με την επιταγή Τεκμήριο 2 για ποσό Λ.Κ.20.000,00 στα κεντρικά γραφεία της SFS στην Λευκωσία. Σε μεταγενέστερο στάδιο την επιταγή Τεκμήριο 2 αντάλλαξε με επιταγή της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Η επιταγή που εκδόθηκε από λογαριασμό του Ενάγοντα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ με αριθμό επιταγής 14969530 ημερομηνίας 25.4.2000 για ποσό Λ.Κ.20.000,00 κατατέθηκε στην Τράπεζα Alpha Bank Cyprus Ltd στις 27.4.2000 και ο εν λόγω λογαριασμός του Ενάγοντα στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ χρεώθηκε με το εν λόγω ποσό στις 4.5.
  9. Η επιταγή αυτή κατατέθηκε σε λογαριασμό της White Knight Investments Ltd Εναγομένης στην Alpha Bank Cyprus Ltd στις 27.4.2000 και ο λόγω λογαριασμός της Εναγομένης στην προαναφερόμενη Τράπεζα πιστώθηκε με το ποσό Λ.Κ.20.000,00 την ίδια μέρα. Οι εταιρείες Sellamico Trade Ltd, Theonautica Enterprises Ltd και SFS διατηρούσαν μερίδα στην Εναγόμενη όπου πιστώνονταν τα ποσά που εισπράττονταν από πωλήσεις μετοχών τους. Στο όνομα του Ενάγοντα μεταβιβάστηκαν 40.000 μετοχές της Εναγόμενης από την εταιρεία Sellamico Trade Ltd. Τον Απρίλιο 2001 η εταιρεία Ellinas Finance Public Co Ltd παραχώρησε δάνειο στον Ενάγοντα, και, ως εγγύηση, με βάση το Τεκμήριο 13, αυτός ενεχυρίασε τις επίδικες μετοχές προς όφελος της προαναφερόμενης εταιρείας. Υπέγραψε επίσης το Πληρεξούσιο Έγγραφο Τεκμήριο 16, με το οποίο διόρισε πληρεξούσιους αντιπροσώπους του την προαναφερόμενη εταιρεία. Βάσει του αρχείου του Εφόρου Εταιρειών, δεν υπάρχει εγγεγραμμένη οποιαδήποτε επιβάρυνση ή υποθήκη σε βάρος της Εναγόμενης εταιρείας από την ημερομηνία εγγραφής της μέχρι σήμερα. Ο Ενάγοντας παρέλειψε να αποπληρώσει το δάνειο του προς την Ellinas Finance Public Co Ltd, και αυτοί προσέφυγαν στο Δικαστήριο. Στα πλαίσια της αγωγής αρ. 11320/04 την 30.7.2007 εξεδόθη απόφαση υπέρ της Ellinas Finance Public Co Ltd και εναντίον του Ενάγοντα για ποσό Λ.Κ.12.835,00 πλέον τόκο προς 1.5% μηνιαίως από 1.1.2004 μέχρι εξοφλήσεως. Εξεδόθη περαιτέρω διάταγμα για πώληση των επίδικων στην παρούσα αγωγή μετοχών. Την 29.3.2007 η SFS υπέβαλε δημόσια πρόταση για εξαγορά του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης εταιρείας. Βάσει του Πληρεξουσίου Εγγράφου Τεκμήριο 16, η Ellinas Finance Public Co Ltd ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Ενάγοντα αποδέχτηκε την πρόταση αυτή, και μετέτρεψε τις μετοχές που ο Ενάγοντας κατείχε στην Εναγόμενη εταιρεία με μετοχές της SFS. Οι μετοχές αυτές πουλήθηκαν δυνάμει της απόφασης στην αγωγή αρ. 11320/04, το προϊόν της πώλησης τους πιστώθηκε στον λογαριασμό του Ενάγοντα με την Ellinas Finance Public Co Ltd, και ο Ενάγοντας κατέβαλε σε αυτούς την διαφορά του υπολοίπου. Ο Ενάγοντας την 25.10.2001 απέστειλε προς την Εναγόμενη την επιστολή Τεκμήριο 5 με την οποία ζήτησε επιστροφή των χρημάτων που είχε καταβάλει για την αγορά των μετοχών. Λόγω μη ανταπόκρισης αποτάθηκε σε δικηγόρο, ο οποίος απέστειλε τις επιστολές Τεκμήρια 6 και 7 ημερ. 14.3.2002 και 7.10.
  10. Το ποσό των Λ.Κ.20.000,00 δεν έχει επιστραφεί στον Ενάγοντα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Από την Έκθεση Απαιτήσεως, καθώς και από την αγόρευση του κ. Γεωργίου προκύπτει ότι αυτός στηρίζει το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα για επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.20.000,00 σε τρεις βάσεις, ήτοι στο άρθρο 58Α
(3)(β) του Ν. 42
(1)/2000, στο άρθρο 3 του Ν. 168
(1)/2002, και στο δίκαιο των Συμβάσεων. Κρίνω σκόπιμο όπως εξετάσω την κάθε βάση αγωγής ξεχωριστά. Το άρθρο 58 Α
(3)(β), το οποίο και θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο, αναφέρει τα ακόλουθα: «Ενδιαφερόμενος αγοραστής που κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό ή αντάλλαγμα σε εκδότη, εταιρεία ή πρόσωπο για την αγορά μετοχών είτε σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)ανωτέρω ή άλλως πως δύναται μετά την πάροδο τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής αίτησης για εισαγωγή των σχετικών τίτλων στο Χρηματιστήριο ή νωρίτερα σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης να ζητήσει γραπτώς την επιστροφή του ποσού ή ανταλλάγματος εφόσον δεν του έχουν δοθεί οι σχετικοί τίτλοι ή του έχουν δοθεί οι σχετικοί τίτλοι αλλά δεν έχουν εισαχθεί ακόμη στο Χρηματιστήριο. Σε τέτοια περίπτωση ο εκδότης ή η εταιρεία ή το πρόσωπο που εισέπραξε το ποσό ή το αντάλλαγμα οφείλει να το επιστρέψει στον ενδιαφερόμενο αγοραστή εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία που ο ενδιαφερόμενος αγοραστής ήθελε ζητήσει επιστροφή του χρηματικού ποσού ή του ανταλλάγματος που κατέβαλε με τόκο 6% υπολογιζόμενο από την ημερομηνία που υποβλήθηκε η αίτηση για εισαγωγή των σχετικών τίτλων στο Χρηματιστήριο και να επιστρέψει τους σχετικούς τίτλους εφόσον έχουν έκδοθεί και δοθεί στους ενδιαφερόμενους αγοραστές». Από ανάγνωση του λεκτικού του πιο πάνω άρθρου προκύπτει αρχικά ότι ο Ενάγοντας θα εδικαιούτο ενδεχομένως να διεκδικήσει την επιστροφή των χρημάτων του από το πρόσωπο στο οποίο κατέβαλε το ποσό αυτό για την αγορά των μετοχών. Στην υπό εξέταση περίπτωση ο Ενάγοντας κατέστη ιδιοκτήτης των μετοχών δυνάμει μεταβίβασης από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη αυτών, την εταιρεία Sellamico Trade Ltd. Συνεπώς θεωρώ ότι δεν δύναται δυνάμει του άρθρου αυτού να αξιώνει επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.20.000,00 από την Εναγόμενη εταιρεία, η οποία δεν είναι αυτή που του πώλησε τις επίδικες μετοχές. Εν πάση περιπτώσει, και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η Εναγόμενη θα μπορούσε να υπέχει οποιαδήποτε υποχρέωση έναντι του Ενάγοντα δυνάμει του άρθρου 58Α
(3)(β), αυτή έπαψε να υφίσταται με την αποδοχή της ανταλλαγής των μετοχών με μετοχές της S.F.S. Παραπέμπω σε απόσπασμα από την απόφαση Aspis Holdings Plc v. Ρολάνδου Αθηνοδώρου, Πολ. Εφ. 6/06, ημερ. 21.1.2009, όπου αναφέρθησαν τα ακόλουθα: «Στις 20.10.2000 ο Εφεσίβλητος συμπληρώνοντας το σχετικό έντυπο, το οποίο απευθύνεται τόσο προς την Marketventures όσο και προς τους Εφεσείοντες, συγκατατέθηκε όπως το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της πρώτης εξαγοραστεί από τη δεύτερη και όπως ο ίδιος ανταλλάξει τις μετοχές του στην Marketventures με μετοχές της Marketrends με αναλογία 2 μετοχών της Marketventures προς 1 μετοχή της Marketrends. Κατά την άποψή μας, η αποδοχή από τον Εφεσίβλητο της πρότασης ανταλλαγής των μετοχών, τερματίζει τη σχέση του και τα όποια δικαιώματα είχε έναντι της Marketventures και συνάπτει νέα συμβατική σχέση με την Marketrends, με αντάλλαγμα τις μετοχές του στην πρώτη. Ως αποτέλεσμα, η αποστολή από τον ίδιο της επιστολής ημερ. 31.10.2000 προς την Marketventures από την οποία ζητείτο η επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλε για την αγορά μετοχών, δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε νομική σημασία, εφόσον η συμβατική σχέση του ήταν πλέον με την Marketrends. Επομένως, ο λόγος έφεσης 9 δεν ευσταθεί στο βαθμό που αφορά την Marketventures και την προβλεπόμενη ημερομηνία εισαγωγής των μετοχών της στο ΧΑΚ». Ούτε και έχει σημασία το ότι η αποδοχή της ανταλλαγής μετοχών έγινε από την Ellinas Finance Ltd εκ μέρους του Ενάγοντα, αφού με το Πληρεξούσιο Έγγραφο Τεκμήριο 16 που αυτός εκτέλεσε διορίζοντας την προαναφερόμενη εταιρεία πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του, εξουσιοδότησε αυτήν να προβαίνει σε τέτοιες πράξεις, και ανέλαβε να επικυρώσει και επιβεβαιώσει όλα και κάθε τι που ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του πράξει δυνάμει του εν λόγω εγγράφου. Η κα Αθανασιάδου στην αγόρευση της εισηγήθηκε, επιπρόσθετα, ότι το αίτημα που υποβλήθηκε από τον Ενάγοντα για επιστροφή των χρημάτων του ήταν εκπρόθεσμο, υπό την έννοια ότι το άρθρο
(3)
(2)του Ν. 141
(1)/2000 προνοεί ότι τέτοιο αίτημα μπορεί να υποβληθεί από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του νόμου, ήτοι την 27.10.2000 μέχρι και την 30.11.2002, ενώ η επίδικη απαίτηση επιστροφής ήταν ημερομηνίας 25.10.2001. Σε σχέση με την εισήγηση αυτή, αρχικά αναφέρω ότι ο Νόμος 141
(1)/2000 τροποποίησε τον περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμο, προσθέτοντας μεταξύ άλλων και την πρόβλεψη στην οποία παρέπεμψε η ευπαίδευτος συνήγορος στα άρθρα 58Α, 58Β και 58Γ. Δεν συμφωνώ, όμως, με την ερμηνεία που δίδει η συνήγορος στην τροποποίηση. Τα άρθρα 3
(1)και
(2)του Τροποποιητικού Νόμου 141
(1)/2000 αναφέρουν: «
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 58Α, 58Β και 58Γ του βασικού Νόμου, εκδότης ο οποίος υπέβαλε αίτηση για εισαγωγή τίτλων του στο Χρηματιστήριο οι οποίοι δεν έχουν εκδοθεί μέχρι τις 18 Οκτωβρίου 2000, έχει υποχρέωση να επιστρέψει στο πρόσωπο που το απαιτεί γραπτώς οποιαδήποτε χρηματικά ποσά εισπράχθηκαν με προοπτική την παροχή τίτλων ή και με παραστάσεις εισαγωγής των τίτλων αυτών στο Χρηματιστήριο, το αργότερο μέσα σε διάστημα επτά ημερών από την ημερομηνία που αυτά απαιτούνται, εντόκως προς έξι τοις εκατόν (6%) από την ημερομηνία είσπραξης τους.
(2)Αίτημα για την επιστροφή χρηματικών ποσών δυνάμει του εδαφίου
(1)μπορεί να υποβληθεί από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου μέχρι την 30 Νοεμβρίου 2000» Από το λεκτικό αυτό καθίσταται σαφές ότι το άρθρο
(3)
(1)δημιουργεί ένα νέο δικαίωμα απαίτησης επιστροφής χρημάτων, το οποίο είναι επιπρόσθετο στα ήδη προβλεπόμενα στα άρθρα 58Α, 58Β και 58Γ του βασικού Νόμου. Το άρθρο 58Α
(3)(β) το οποίο και παρέχει το δικαίωμα για επιστροφή χρημάτων θεσπίστηκε με τον Τροποποποιητικό Νόμο Αρ. 4 του 2000 σε προγενέστερο χρόνο, και δεν θα ήταν λογικό να ερμηνευτεί η πρόνοια του άρθρου
(3)
(2)του Ν. 141
(1)/2000 (ο οποίος ήταν μεταγενέστερος) ώστε να καταργεί και/ή να καθιστά πρόωρες και μη εφαρμόσιμες όσες απαιτήσεις επιστροφής είχαν λάβει χώρα από την 7.4.2000 ημερομηνία έναρξης του Ν. 42
(1)/2000 μέχρι και την 27.10.2000 ημερομηνία έναρξης του Ν. 141
(1)/2000, ή εκπρόθεσμες όσες έγιναν μετά την 30.11.2000. Πέραν των πιο πάνω λόγων για τους οποίους θεωρώ ότι η αξίωση του Ενάγοντα για επιστροφή χρημάτων βάσει του άρθρου 58Α
(3)(β) του Ν. 42
(1)/00 δεν μπορεί να πετύχει, παρατηρώ ότι το άρθρο αυτό προνοεί ότι, σε περίπτωση επιστροφής των χρημάτων, επιβάλλεται στον κάτοχο των μετοχών να επιστρέψει και τους τίτλους των μετοχών. Ο Ενάγοντας, στην υπό εξέταση περίπτωση, δεν είναι πλέον ιδιοκτήτης ή κάτοχος των μετοχών αυτών. Το γεγονός αυτό θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό, για τους λόγους που θα εξηγήσω πιο κάτω. Σημειώνω, επίσης, ότι τα όσα αναφέρονται σε σχέση με την δυνατότητα του Ενάγοντα να επιστρέψει τις μετοχές στην Εναγόμενη τυγχάνουν εφαρμογής και σε σχέση με την απαίτηση του για επιστροφή των χρημάτων του δυνάμει του άρθρου 3 του Ν. 168
(1)/2002, αφού και στον Νόμο αυτό περιλαμβάνεται ανάλογη πρόνοια. Ο Ενάγοντας, με την πράξη του να ενεχυριάσει τις επίδικες μετοχές ως εξασφάλιση δανείου που έλαβε, ενήργησε ως ιδιοκτήτης αυτών, πράξη ασυμβίβαστη με την ενέργεια του να ζητά την επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλε για την αγορά τους. Πόσο μάλλον το ότι οι μετοχές αυτές ανταλλάχθηκαν με μετοχές της SFS και πουλήθηκαν μετέπειτα, ενώ το τίμημα της πώλησης τους καρπώθηκε ο Ενάγοντας, αφού αυτό πιστώθηκε στον χρεωστικό λογαριασμό που τηρούσε με την Ellinas Financepublic Co Ltd, και ο ίδιος κατέβαλε μόνο την διαφορά του εξ' αποφάσεως χρέος του προς εξόφληση. Στα ίδια πλαίσια ουδόλως επηρεάζει η μη εγγραφή της επιβάρυνσης στον Έφορο Εταιρειών, αφού η εγκυρότητα του εγγράφου ενεχυρίασης αποτέλεσε ήδη αντικείμενο εξέτασης στην αγωγή αρ. 11320/04, όπου και εξεδόθη το σχετικό διάταγμα πώλησης μετοχών, και δεν προσφέρεται η επανεξέταση του θέματος αυτού στην παρούσα. Εν πάση περιπτώσει η όποια απόφαση ήθελε τυχόν εκδοθεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια των προαναφερόμενων άρθρων, θα ήταν άνευ ουσίας, αφού θα έπρεπε να διαταχθεί από το Δικαστήριο η ταυτόχρονη επιστροφή των μετοχών ως όρος για την επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.20.000,00, πράγμα το οποίο ο Ενάγοντας θα ήταν αδύνατο να πράξει. Σε σχέση με το θέμα αυτό αναφέρω ότι δεν μπορώ να συμφωνήσω με την εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για τον Ενάγοντα όπως αυτή έγινε στα πλαίσια της αγόρευση του, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εκδώσει απόφαση βάσει τω προαναφερόμενων άρθρων, και το κατά πόσο ο Ενάγοντας θα είναι σε θέση να επιστρέψει τις μετοχές δεν αφορά το Δικαστήριο, αλλά είναι «θέμα δικό του». Ερωτηθείς δε πως θα μπορεί να εκτελεστεί τέτοια απόφαση εάν ήθελε εκδοθεί, ο κ. Γεωργίου απάντησε ότι «αυτό είναι πρόβλημα του Ενάγοντα, αλλά δεν αφαιρεί από το Δικαστήριο το δικαίωμα να εκδόσει απόφαση», αφού ο λόγος που χρειάζονται οι μετοχές είναι για να εκτελεστεί η απόφαση, και όχι για να εκδοθεί. Κατέληξε δε ότι το ζήτημα δεν είναι ότι ο Ενάγοντας δεν δικαιούται σε απόφαση, αλλά ότι δεν δικαιούται τα λεφτά του πίσω. Η εισήγηση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη, αφού τα Δικαστήριο δεν εκδικάζουν υποθέσεις ακαδημαϊκά ή επί ματαίω, αλλά με σκοπό την πλήρη διάγνωση όλων των αμφισβητούμενων θεμάτων. Ούτε και μπορώ να συμφωνήσω με τον ευπείδευτο συνήγορο ότι η πιο πάνω εισήγηση του υποστηρίζεται από την απόφαση στην Anaptixis Group Ltd v. Νίκου Μιχαηλίδη
(2006)1 Α.Α.Δ. 691, αφού καμία τέτοια αναφορά δεν υπάρχει στην προαναφερόμενη απόφαση. Πέραν τούτου ήταν εισήγηση του κ. Γεωργίου ότι το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διαζευκτικές αποφάσεις. Συγκεκριμένα, αποτέλεσε εισήγηση του ότι το Δικαστήριο οφείλει να εκδώσει απόφαση με βάση το άρθρο 58Α
(3)(β), και από κει και πέρα, εφ' όσον δεν υπάρχουν οι μετοχές, το τι ποσό θα επιδικαστεί θα αποφασιστεί με βάση το δίκαιο των Συμβάσεων. Εισηγήθηκε, ειδικότερα, ότι το Δικαστήριο θα εκδώσει 2 διαζευκτικές αποφάσεις, και το επιδικασθέν ποσό (award) θα προκύψει ανάλογα με την κάθε μία τέτοια βάση. Με όλο το σέβας προς τον συνήγορο δεν μπορώ να συμφωνήσω ότι Δικαστήριο θα πρέπει να εκδώσει διαζευκτικές αποφάσεις, αφού κάτι τέτοιο δεν οδηγεί σε τελεσιδικία, αλλά ούτε και αποτελεί πλήρη εκδίκαση, επίλυση και διάγνωση των επίδικων θεμάτων. Ούτε και συμφωνώ με την εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου ότι το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει απόφαση δυνάμει του άρθρου 58Α
(3)(β) ώστε ο Ενάγοντας να πάρει απλά τα έξοδα του. Εάν ο Ενάγοντας δεν επιτύχει στην επιδίκαση κάποιου ποσού υπέρ του, τότε θεωρώ ότι δεν θα ήταν ορθό να επιδικαστούν προς όφελος του έξοδα μίας μακράς διαδικασίας, στην οποία ουσιαστικά δεν έχει επιτύχει στην αξίωση του. Προχωρώ τώρα στην εξέταση του άρθρου 3 του Ν. 168
(1)/2002, το οποίο και παραθέτω αυτούσιο: 3.
(1)Εκδότης, ο οποίος εισέπραξε χρηματικά ποσά ή άλλα ανταλλάγματα για την παροχή ή με την υπόσχεση παροχής τίτλων και με την προοπτική ή και με παραστάσεις εισαγωγής των εν λόγω τίτλων στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, έχει υποχρέωση να επιστρέψει, μέσα σε τριάντα μέρες από την υποβολή γραπτής απαίτησης προς τούτο, με τόκο προς επτά τοις εκατόν (7%) από την ημερομηνία εισπράξεως τους, τα εισπραχθέντα ποσά ή ανταλλάγματα, εφόσον - (α) Ο εκδότης εισέπραξε τα χρηματικά ποσά ή άλλα ανταλλάγματα προ της 1ης Μαρτίου 2002 και (β) κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Νόμου οι τίτλοι του δεν έχουν εισαχθεί στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου.
(2)................. Νοείται ότι ο δικαιούχος επιστροφής, αμέσως μετά την επιστροφή των χρημάτων ή των άλλων ανταλλαγμάτων, υποχρεούται να επιστρέψει στον εκδότη τους σχετικούς τίτλους και να τους μεταβιβάσει επ' ονόματι του εκδότη υπογράφοντας κάθε αναγκαίο προς τούτο έγγραφο». Παραθέτω επίσης αυτούσιο το άρθρο 5 του ιδίου Νόμου:
(5)Εκδότης ο οποίος παραβαίνει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του άρθρου 3 ή 8 είναι ένοχος ποινικού αδικήματος για παράνομη κατακράτηση χρημάτων και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πενήντα χιλιάδες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές και το Δικαστήριο δύναται, επιπροσθέτως οποιασδήποτε ποινής, να διατάξει την επιστροφή του απαιτηθέντος χρηματικού ποσού ή άλλου ανταλλάγματος». Είναι η θέση μου ότι ούτε και το προαναφερόμενο άρθρο μπορεί να στηρίξει την απαίτηση του Ενάγοντα για διάφορους λόγους, πέραν των όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω. Αφ' ενός ο Νόμος επιβάλλει υποχρέωση επιστροφής χρημάτων σε «εκδότη» μετοχών ο οποίος «εισέπραξε χρήματα» για την παροχή τίτλων. Στην παρούσα περίπτωση ο εκδότης είναι η Εναγόμενη εταιρεία, η οποία όμως δεν είναι και το πρόσωπο που πώλησε τις μετοχές στον Ενάγοντα, αφού αυτός κατέστη μέτοχος της Εναγόμενης κατόπιν μεταβίβασης των επίδικων μετοχών από την εταιρεία Sellamico Trade Ltd. Αφ' ετέρου αποτελεί προϋπόθεση του άρθρου η υποβολή γραπτής απαίτησης στα πλαίσια του. Στην υπό εκδίκαση περίπτωση, ο Ενάγοντας απέστειλε στην Εναγόμενη την επιστολή 25.10.2001 Τεκμήριο 5, η οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αναφέρεται στον Νόμο 168
(1)/02, δεδομένου ότι αυτός δεν είχε ακόμη θεσπιστεί. Επίσης η επιστολή ημερ. 14.3.2002 Τεκμήριο 6 την οποία απέστειλαν οι συνήγοροι του Ενάγοντα, κάνει ρητή αναφορά στα δικαιώματα του Ενάγοντα που του παρέχονται από τους περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμους (αναφέροντας μάλιστα ότι αυτά είναι που εξάσκησε με την επιστολή του ημερ. 18.10.2001) και αξιοί επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.20.000 με τόκο 6% εντός 10 ημερών, πράγμα που καταδεικνύει ότι δεν γίνεται επίκληση του άρθρου 3 του Ν. 168
(1)/02, ο οποίος και προβλέπει για επιστροφή εντός 30 ημερών με τόκο προς 7%. Μοναδική αναφορά στον Νόμο 168
(1)/02 βρίσκεται στην επιστολή ημερ. 7.10.2002 Τεκμήριο 7, η οποία όμως περιέχει απλά το παράπονο του συνήγορου κ. Γεωργίου ότι ο Ενάγοντας δεν περιλήφθηκε στον κατάλογο μετόχων που έχουν ζητήσει επιστροφή χρημάτων. Πέραν των πιο πάνω, και για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου αναφέρω ότι με προβλημάτισε το κατά πόσο ο Ν. 168
(1)/2002 δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα, ή απλά ποινικό αδίκημα, αφού ρητά προβλέπεται στο άρθρο
(5)του Νόμου ότι εκδότης ο οποίος παραλείπει να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του άρθρου
(3)είναι ένοχος ποινικού αδικήματος. Ο γενικός κανόνας είναι ότι, όπου ο νόμος επιβάλλει δημόσιο καθήκον και προβλέπει ποινή για παράβαση του, δεν υπάρχει δικαίωμα αγωγής. Εξαίρεση στον κανόνα αυτό αποτελεί η περίπτωση όπου το λεκτικό και ο σκοπός του νόμου είναι τέτοια που να δημιουργούν εξαίρεση, όπως για παράδειγμα, όταν μία πρόνοια γίνεται για την προστασία συγκεκριμένης τάξης ανθρώπων. Παραπέμπω σε απόσπασμα από την απόφαση Μιχαήλ Ιωάννου Κουππάρη ν. Οργανισμού Γεωργικής Ασφάλισης
(1997)
(1)Α.Α.Δ. 1780, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Στο σημείο αυτό έγινε αναφορά σε Αγγλικές αποφάσεις και συγγράμματα που πραγματεύονται το θέμα. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 4th Ed. Vol. 44
(1)para. 1360, εξηγείται ότι η παράλειψη εκπλήρωσης καθήκοντος το οποίο επιβάλλει ο νόμος μπορεί, ανάλογα με την πρόθεση του νομοθέτη να στοιχειοθετήσει το αστικό αδίκημα (tort), της παράβασης εκ του νόμου απορρέοντος καθήκοντος. Πρόκειται για αστικό αδίκημα γνωστό στο κοινό δίκαιο το οποίο αποτελεί μέρος του Κυπριακού Δικαίου βάσει του άρθρου 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου, του 1960, (Ν. 14/60), η μή ενσωμάτωση του οποίου στον Κώδικα Αστικών Αδικημάτων δεν αποκλείει την εφαρμογή του. (Βλ. Universal Advertising and Publishing Agency v. Panayiotis A. Vouros Vol. 19 C.L.R. 87.) Στην Lonrho Ltd., & Others v. Shell Petroleum Co., Ltd., and Others
(1981)2 All E.R. 456, η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων, απέρριψε την ευρύτερη αρχή την οποία είχε υιοθετήσει ο Λόρδος Denning στην Island Records Ltd, Ex parte
(1978)3 All E.R. 824, ότι παρέχεται απαρέγκλιτα δικαίωμα σε πρόσωπο του οποίου ζημιούνται τα ιδιωτικά του δικαιώματα, από την παραβίαση καθήκοντος ή υποχρέωσης που επιβάλλει ο νόμος. Στη Lonrho, αποφασίστηκε ότι όπου ο ίδιος ο νόμος δεν προβλέπει αγώγιμο δικαίωμα για την ανάκτηση της ζημίας η οποία προκύπτει από τη μή εκπλήρωση υποχρέωσης την οποία επιβάλλει ο νόμος αφενός, και η παράλειψη ποινικοποιείται αφετέρου, τεκμαίρεται εκ πρώτης όψεως ότι ο νόμος δεν παρέχει αστική θεραπεία. Ο κανόνας όμως υπόκειται σε δύο εξαιρέσεις. (α) Όπου η υποχρέωση επιβάλλεται υπέρ συγκεκριμένης τάξης ή ατόμων, παρέχεται αγώγιμο δικαίωμα σε άτομα που ανήκουν σ΄ αυτή την κατηγορία για την ανάκτηση της ζημίας η οποία προκύπτει από την παράβαση του καθήκοντος ή της υποχρέωσης, και (β) Όπου ο νόμος στοιχειοθετεί δημόσιο δικαίωμα (public right), παρέχεται αγώγιμο δικαίωμα σε μέλος του δημοσίου το οποίο υφίσταται ιδιαίτερη ζημία λόγω της παραβίασης του κοινού δικαιώματος. Κατά πόσο συγκεκριμένος νόμος στοιχειοθετεί αγώγιμο δικαίωμα για την ανάκτηση ζημίας η οποία προκαλείται από την παράβαση νομικής υποχρέωσης, είναι τελικά θέμα ερμηνείας, όπως τονίζεται στην Peristeronopighi (ανωτέρω), με αναφορά στην απόφαση του Atkin L.J., (όπως ήταν τότε) στην Phillips v. Britannia Hygienic Laundry Co.
(1923)2 K.B. 832, 842, και ιδιαίτερα στο ακόλουθο απόσπασμα: «Therefore the question is whether these regulations, viewed in the circumstances in which they were made and to which they relate, were intended to impose a duty which is a public duty only or whether they were intended, in addition to the public duty, to impose a duty enforceable by an individual aggrieved.» (Σχετικές με τις αρχές που πραγματεύεται η Peristeronopighi, είναι και οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις, Flourentzou v. Christodoulou
(1988)1 C.L.R. 791. και Ζηντίλη ν. Ανδρέου κ.ά. Πολιτική Έφεση αρ. 10020 - 4.12.97)». Διαφαίνεται, συνεπώς, ιδιαίτερα από τα όσα αναφέρονται στο προοίμιο του Ν. 168
(1)/2002, ότι πρόθεση του Νομοθέτη ήταν η δημιουργία δικαιώματος ή υποχρέωσης υπέρ συγκεκριμένης τάξης, ήτοι των επενδυτών, και άρα θεωρώ ότι παρέχεται και αστική θεραπεία από τις πρόνοιες του άρθρου 3 του Ν. 168
(1)/2002. Ήταν η εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου για την Εναγόμενη ότι ο Ν. 168
(1)/2002 έχει κριθεί αντισυνταγματικός στην ολότητα του. Παρέπεμψε προς τούτο στην απόφαση Χαράλαμπος Μακρίδης ν. Cyber Group Ltd,
(2005)2 Α.Α.Δ. 57. Αυτό που κρίθηκε στην υπόθεση αυτή, όμως, ήταν ότι ο Νόμος ουσιαστικά προέβλεπε τον εξαναγκασμό του εκδότη να παραδώσει στον αγοραστή μετοχών μέρος της περιουσίας του, με την πιθανότητα δίωξης και καταδίκης του, πράγμα συνταγματικά ανεπίτρεπτο. Όπως προκύπτει τόσο από την ίδια την απόφαση αυτή, όσο και από μεταγενέστερη Νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Investylia Ltd v. Livadhiotis Bros Investments Ltd,
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 704) αυτό το οποίο προσέκρουε στις Συνταγματικές πρόνοιες ήταν η ποινικοποίηση της παράλειψης εκδότη να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του άρθρου
(3), ενώ δεν υπάρχει κάποια Νομολογία η οποία να κυρήσσει τον Νόμο αυτό αντισυνταγματικό σε σχέση με την αστική υποχρέωση επιστροφής χρημάτων. Η θέση μου ότι το άρθρο 168
(1)/2002 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην επίδικη υπόθεση καθιστά αχρείαστη την εξέταση των εισηγήσεων της κας Αθανασιάδου σε σχέση με σύγκρουση του προαναφερόμενου Νόμου με Ευρωπαϊκές Οδηγίες ή άλλα άρθρα του Συντάγματος. Προχωρώ τώρα στην εξέταση της εισήγησης του ευπαιδεύτου συνηγόρου για τον Ενάγοντα, ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε αποζημιώσεις λόγω παράβασης σύμβασης εκ μέρους της Εναγόμενης. Επαναλαμβάνω αυτό που λέχθηκε και πιο πάνω, ότι ο Ενάγοντας ουδέποτε είχε στην ουσία συμβατική σχέση με την Εναγόμενη, αφού τις μετοχές του αγόρασε από υφιστάμενο μέτοχο. Αδυνατώ, συνεπώς, να αντιληφθώ που εδράζεται η εισήγηση αυτή. Η δε κατάληξη ότι δεν υπήρχε ποτέ συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων καθιστά άνευ αντικειμένου και το κατά πόσο έγιναν ή όχι παραστάσεις, ή συμφωνία ουσιωδών ορών, προς των Ενάγοντα με τους κ.κ. Παστελλή και Νεοφύτου. Εν πάση περιπτώσει από την αξιολόγηση και τα ευρήματα του Δικαστηρίου πιο πάνω δεν έχει γίνει δεκτό ότι έγιναν τέτοιες παραστάσεις, καθώς και ότι αυτές επηρέασαν τον Ενάγοντα, δεδομένου ειδικά ότι ο ίδιος εργαζόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ως Σύμβουλος Επενδύσεων. Των πιο πάνω δεδομένων η αγωγή δεν μπορεί παρά να απορριφθεί, και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα γι' αυτό επιδικάζονται εναντίον του Ενάγοντα και υπέρ της Εναγόμενης Εταιρείας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.